Category: ΝΕΟΤΕΡΑ

  • ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ, ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΟΓΚΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

    ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ, ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΟΓΚΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

    ΠΕΡΙΛΗΨΗ

    Η επανατοποθέτηση φαρμάκων επιταχύνει σημαντικά την ανακάλυψη και ανάπτυξη φαρμάκων με ουσιαστική απήχηση στα σπάνια νοσήματα. Σε συνεργασία με τα δεδομένα μεγάλου όγκου και τις τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης (AI) ενισχύει την αξιοπιστία των προβλέψεων, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα, αλλά και την τοξικότητα του επαναστοχευμένου φαρμάκου. Τα σύγχρονα υπολογιστικά εργαλεία, πλέον, καθοδηγούν και εμπλουτίζουν τις εργαστηριακές προσεγγίσεις, ενώ οι τελευταίες επικυρώνουν τις υποθέσεις εργασίας ή δημιουργούν νέες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα καινοτόμων συνεργειών αποτελεί η πλατφόρμα επανατοποθέτησης φαρμάκων Cloudscreen©, προϊόν καινοτομίας της Cloudpharm PC, μιας ελληνικής νεοφυούς εταιρείας και του Εργαστηρίου Ανάδειξης Βιοδεικτών & Μεταφραστικής Έρευνας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Η ανακάλυψη και ανάπτυξη φαρμάκων απαιτεί, συνολικά, σημαντικές δαπάνες και περιλαμβάνει πλήθος ενδιάμεσων σταδίων, μέχρι την έγκριση από τους ρυθμιστικούς οργανισμούς και τη διάθεσή τους στον πολίτη. Σημειώνεται, εδώ, ότι μόνο το 10% νέων φαρμάκων λαμβάνουν έγκριση προς διάθεση στην αγορά (Hernandez et al, 2017). Η επανατοποθέτηση φαρμάκων είναι μια μέθοδος λιγότερο δαπανηρή και χρονοβόρα σε σχέση με την παραδοσιακή μέθοδο ανάπτυξης φαρμάκων. Ο όρος επανατοποθέτηση ή επαναστόχευση φαρμάκων αναφέρεται στην ανεύρεση νέων χρήσεων για εγκεκριμένα ή υπό διερεύνηση φάρμακα για διαφορετικές ιατρικές ενδείξεις από αυτές για τις οποίες χρησιμοποιούνται ήδη. Το φάρμακο το οποίο καταφέρνει να βρει εφαρμογή σε μία νέα ασθένεια καλείται επαναστοχευμένο φάρμακο (Pushpakom et al, 2019).

    Η επανατοποθέτηση φαρμάκων επιταχύνει σημαντικά την ανακάλυψη και ανάπτυξη φαρμάκων, γεγονός εξαιρετικής απήχησης στα σπάνια νοσήματα. Σημαντικά, η επανατοποθέτηση φαρμάκων εκτιμάται πως μειώνει, συνολικά, το κόστος και τον χρόνο έρευνας και ανάπτυξης ενός φαρμάκου, περιορίζοντας τον κίνδυνο αποτυχίας.  Χαρακτηριστικά, το 30% φαρμάκων, κατόπιν επανατοποθέτησης, έχει λάβει έγκριση, δίνοντας κίνητρο στην φαρμακευτική βιομηχανία και τις βιοτεχνολογικές εταιρείες να επαναστοχεύσουν υπάρχοντα προϊόντα (Ashburn et al, 2004). Η επανατοποθέτηση φαρμάκων γίνεται μία ολοένα και περισσότερο ελκυστική και παραγωγική προσέγγιση για τον προσδιορισμό νέων θεραπευτικών ενδείξεων ήδη υπαρχόντων εγκεκριμένων φαρμάκων ή κλινικά αποτυχημένων/ υπό διερεύνηση βιοδραστικών μορίων (Sommerford, 2022).

    ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

    Υπάρχουν τρεις κύριες προσεγγίσεις για την επανατοποθέτηση φαρμάκων: α) με βάση την ασθένεια, β) με βάση την πρωτεΐνη-στόχο και γ) με βάση το φάρμακο. Στην προσέγγιση με βάση τη ασθένεια προσδιορίζονται οι σχέσεις μεταξύ μιας νέας και μιας παλαιότερης ένδειξης. Στην περίπτωση αυτή, η ασθένεια για την οποία ερευνάται μια πιθανή επαναστόχευση έρχεται στο προσκήνιο και γίνεται προσπάθεια εντοπισμού φαρμάκων, τα οποία θα έχουν κάποια δράση έναντι της υπό μελέτης ασθένειας. Στη δεύτερη προσέγγιση πραγματοποιείται η συσχέτιση γνωστών φαρμακευτικών στόχων και των καθιερωμένων φαρμάκων τους με νέες ενδείξεις. Σε αυτή την περίπτωση στο προσκήνιο μπαίνει ο φαρμακευτικός στόχος και το καθιερωμένο φάρμακο που έχει δράση σε αυτόν τον στόχο και γίνεται προσπάθεια σύνδεσης του συγκεκριμένου ζεύγους στόχος-φάρμακο με μία νέα διαφορετική ασθένεια ή παθολογική κατάσταση. Τέλος, σε μία προσέγγιση με βάση το φάρμακο γίνεται η σύνδεση ενός γνωστού φαρμάκου με έναν νέο φαρμακευτικό στόχο και τη σχετική ένδειξη. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην παρούσα περίπτωση έχει το φάρμακο για το οποίο διερευνάται μια πιθανή επαναστόχευση. Εδώ γίνεται προσπάθεια συσχέτισης του υπό μελέτη φαρμάκου με νέους φαρμακευτικούς στόχους και τις αντίστοιχες ιατρικές ενδείξεις (Sommerford, 2022).

    ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

    Η τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence, ΑΙ) ενισχύει τον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης φαρμάκων, εντοπίζοντας και εξάγοντας μοτίβα και στοιχεία από βιοϊατρικά και χημειοπληροφορικά δεδομένα. Οι καινοτόμες τεχνικές ΑΙ και μηχανικής μάθησης (machine learning, ML) αξιοποιούνται στην επανατοποθέτηση φαρμάκων για να συσχετίσουν υπάρχοντα φάρμακα με συγκεκριμένες ενδείξεις ή να συνδυάσουν φάρμακα, ώστε να αντιμετωπιστούν επείγουσες ιατρικές ανάγκες. Η χρήση μεθόδων AI/ML επιταχύνει τη διαδικασία έρευνας και ανάπτυξης νέων φαρμάκων και προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία σε φάρμακα που έχουν αποσυρθεί ή αποτύχει για κάποιες ενδείξεις, να επαναχρησιμοποιηθούν με επιτυχία σε νέες.

    Οι προσεγγίσεις AI έχουν ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών, που ξεκινά από τις αλληλεπιδράσεις σε μοριακό επίπεδο μεταξύ φαρμάκου και πρωτεΐνης, μέχρι την ενδελεχή επιλογή εκατομμυρίων αρχείων (δεδομένων μεγάλου όγκου) για την εύρεση φαρμάκων και την ενδεχόμενη εφαρμογή τους στη θεραπεία άλλων παθήσεων. Συνοπτικά, αυτές οι στρατηγικές ΑΙ υποστηρίζουν βέλτιστα την εξαγωγή βιβλιογραφίας, την εφαρμογή της μηχανικής μάθησης σε φαρμακογονιδιωματικά δεδομένα και δεδομένα βιοπληροφορικής και χημειοπληροφορικής, καθώς και την εξόρυξη δεδομένων (data mining) από ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία (Electronic Medical Records, EMR).

    Με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης ελέγχονται τεράστιες ποσότητες δεδομένων, ώστε να εντοπιστούν φάρμακα που χρησιμοποιούνται ήδη, με επιτυχία, με σκοπό την επανατοποθέτησή τους σε νέα ένδειξη για μέγιστο κλινικό όφελος και περιορισμό των ανεπιθύμητων ενεργειών, πόσο δε μάλλον για ενδείξεις που στερούνται φαρμακευτικής αγωγής. Δεδομένου ότι η ασφάλεια των φαρμάκων που κυκλοφορούν στην αγορά έχει ελεγχθεί σε κλινικές δοκιμές, η επανατοποθέτηση γνωστών φαρμάκων δύναται να δώσει την φαρμακευτική αγωγή στον ασθενή πιο άμεσα και με σημαντικά μειωμένο κόστος (Sommerford, 2022). Αντίστοιχα, αναφορικά με τα βιοδραστικά μόρια που έχουν αποτύχει, διερευνάται ο χημικός χώρος (chemical space) εκ νέου, συνδυαστικά και απορρέουν προβλέψεις επανατοποθέτησης. Ως χημικός χώρος ορίζεται ένας θεωρητικός χώρος, οποίος περιλαμβάνει όλα τα πιθανά χημικά μόρια (χημικές ενώσεις) που μπορούν να συντεθούν. Το θεωρητικό μέγεθος του χώρου αυτού εκτιμάται στα περίπου 1060 χημικά μόρια (Reymond et al, 2012).

    Η ΑΙ, στο αυτό πλαίσιο, συμβάλλει στη βελτιστοποίηση των κλασσικών υπολογιστικών μεθόδων, όπως είναι η μοριακή πρόσδεση (molecular docking). Η μέθοδος της μοριακής πρόσδεσης είναι μια τεχνική μοριακής μοντελοποίησης, με την οποία διερευνώνται σε τρισδιάστατο επίπεδο οι σχέσεις χημικών ενώσεων (ή φαρμάκων) με πρωτεΐνες, οι οποίες αποτελούν απαραίτητα δομικά στοιχεία για κάθε ζωντανό οργανισμό. Η τεχνική αυτή είναι ευρέως διαδεδομένη και χρησιμοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια από την επιστημονική κοινότητα, αλλά και από τις φαρμακοβιομηχανίες για τον σχεδιασμό φαρμάκων. Ωστόσο, παρά το υψηλό ποσοστό θετικών αποτελεσμάτων, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η συγκεκριμένη τεχνική αποδίδει ψευδώς αληθή αποτελέσματα, τα οποία δεν είναι αντιπροσωπευτικά. Με τη χρήση αλγορίθμων ΑΙ μπορούν να εντοπιστούν αυτά τα λανθασμένα ευρήματα και να χρησιμοποιηθούν για τη βελτιστοποίηση της μεθοδολογίας της μοριακής πρόσδεσης, ώστε να αυξηθεί η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Με αυτόν τον τρόπο η διαδικασία του σχεδιασμού νέων φαρμάκων μπορεί να επιταχυνθεί με αξιοπιστία (Adeshina et al, 2020).

    ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

    Με τις κλασικές τεχνικές έρευνας και ανάπτυξης φαρμάκων, η γνώση των αποτυχημένων δοκιμών και υπολογισμών είναι περιορισμένη και συχνά δεν βλέπει το φως της δημοσιότητας. Ως εκ τούτου, η επανατοποθέτηση φαρμάκων χαρακτηρίζεται από ποικίλα ζητήματα και περιορισμούς, που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Μερικές φορές είναι αδύνατο να είναι διαθέσιμα τα απαραίτητα δεδομένα για την κατάλληλη ανάλυση παλαιότερων φαρμάκων, καθώς ενίοτε δεν επιτυγχάνεται η βελτιστοποίηση του κλινικού oφέλους του υπό μελέτη φαρμάκου σε βιολογικό επίπεδο ή ο σχεδιασμός της μελέτης ήταν διαφορετικός. Κάποιες φορές υπάρχουν κλινικές δοκιμές με μικρό αριθμό συμμετεχόντων, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, οπότε και απαιτούνται διαφορετικοί χειρισμοί, ειδικά, όταν πρόκειται για σπάνια νοσήματα (Zhou et al, 2020).

    Η στρατηγική της επανατοποθέτησης φαρμάκων γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγει την πόρτα σε νέες γνώσεις, αναφορικά με τους φαρμακευτικούς στόχους και την παθοβιοχημεία των ασθενειών, επιταχύνοντας και αυξάνοντας τις πιθανότητες επιτυχίας των επαναστοχευμένων φαρμάκων, ενώ παράλληλα κατακτάται σε μεγαλύτερο βαθμό η γνώση του χημικού χώρου. Εν κατακλείδι, αυτή η διαδικασία φέρει την υπόσχεση του κλινικού όφελους και της πιο άμεσης πρόσβασης στις κατάλληλες θεραπευτικές προσεγγίσεις.

    Η ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ CLOUDSCREEN©

    Η νεοφυής εταιρεία Cloudpharm PC, σε συνεργασία με το Εργαστήριο Ανάδειξης Βιοδεικτών & Μεταφραστικής Έρευνας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, αναπτύσσουν την πλατφόρμα επανατοποθέτησης φαρμάκων Cloudscreen©. Με τη χρήση αλγορίθμων AI και ML, η πλατφόρμα αξιοποιεί ψηφιοποιημένη επιστημονική πληροφορία από έναν μεγάλο όγκο δεδομένων, η οποία σε συνδυασμό με πειραματική επαλήθευση των προβλέψεων έχει ως στόχο να προτείνει νέες ενδείξεις για εμπορικά διαθέσιμα ή υπό εξέταση φαρμακευτικά προϊόντα και για συγκεκριμένες κατηγορίες πληθυσμού, με εκτίμηση τοξικότητας. Με αυτόν το τρόπο, μπορούν να προβλεφθούν νέες θεραπευτικές λύσεις για νέες παθήσεις.

    Η παρούσα έρευνα υποστηρίζεται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εθνικούς πόρους μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία, στο πλαίσιο της πρόσκλησης ΕΡΕΥΝΩ—ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ— ΚΑΙΝΟΤΟΜΩ (κωδικός έργου: T2ΕΔΚ-03153)ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Adeshina, Y. O., Deeds, E. J., and Karanicolas, J., 2020. Machine learning classification can reduce false positives in structure-based virtual screening. Proc Natl Acad Sci U.S.A., 117(31), 18477-18488. https://doi.org/10.1073/pnas.2000585117

    Ashburn, T. T., and Thor, K. B., 2004. Drug repositioning: identifying and developing new uses for existing drugs. Nat Rev Drug Discov., 3(8), 673–683. https://doi.org/10.1038/nrd1468

    Hernandez, J. J., Pryszlak, M., Smith, L., Yanchus, C., Kurji, N., Shahani, V. M., and Molinski, S. V., 2017. Giving Drugs a Second Chance: Overcoming Regulatory and Financial Hurdles in Repurposing Approved Drugs As Cancer Therapeutics. Front Oncol, 7, p. 273. https://doi.org/10.3389/fonc.2017.00273

    Pushpakom, S., Iorio, F., Eyers, P. A., Escott, K. J., Hopper, S., Wells, A., Doig, A., Guilliams, T., Latimer, J., McNamee, C., Norris, A., Sanseau, P., Cavalla, D., & Pirmohamed, M., 2019. Drug repurposing: progress, challenges and recommendations. Nat Rev Drug Discov, 18(1), 41–58. https://doi.org/10.1038/nrd.2018.168

    Reymond, J. L., and Awale, M., 2012. Exploring chemical space for drug discovery using the chemical universe database. ACS Chem Neurosci, 3(9), 649–657. https://doi.org/10.1021/cn3000422

    Sommerford, Ν., 2022. Drug Repurposing Basics, https://www.iqvia.com/ , May 12.

    Zhou, Y., Wang, F., Tang, J., Nussinov, R., and Cheng, F., 2020. Artificial intelligence in COVID-19 drug repurposing. Lancet Digit Health, 2(12), e667–e676. https://doi.org/10.1016/S2589-7500(20)30192-8
    Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Tμήμα Μηχανικών Βιοϊατρικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και Cloupharm PC

    Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος (email: vpanagiotopoulos@cloudpharm.eu) είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Μηχανικών Βιοϊατρικής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και εργάζεται ως επιστήμονας έρευνας και ανάπτυξης σε μια εταιρεία βιοτεχνολογίας, η οποία εστιάζει στην υπολογιστική έρευνα για την ανάπτυξη φαρμάκων. Τα κύρια ερευνητικά του ενδιαφέροντα σχετίζονται με εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης και ανάλυσης δεδομένων μεγάλου όγκου στο πεδίο της υπολογιστικής χημείας και της ανακάλυψης φαρμάκων. Έχει συμμετάσχει ως ερευνητής σε 2 εθνικά χρηματοδοτούμενα προγράμματα και είναι συγγραφέας 2 επιστημονικών δημοσιεύσεων. Επιπλέον, έχει πραγματοποιήσει μία ομιλία σε διεθνές συνέδριο και έχει συμμετάσχει με αναρτημένες δημοσιεύσεις σε ένα εθνικό και 3 διεθνή συνέδρια. Έχει βραβευτεί με υπολογιστικό χρόνο σε ένα εθνικό και ένα διεθνές σύγχρονο υπερυπολογιστικό κέντρο για την υλοποίηση υπολογιστικών διεργασιών σχετικών με την έρευνά του.Μίνωας-Τιμόθεος Ματσούκας, Tμήμα Μηχανικών Βιοϊατρικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και Cloupharm PC

    Ο Μίνως Ματσούκας είναι Επίκουρος Καθηγητής του τμήματος Μηχανικών Βιοϊατρικής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής από τον Μάρτιο του 2022. Γεννήθηκε το 1981 και αποφοίτησε το 2004 από το τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών. Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές (2006) και εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή (2012) στην Ιατρική Χημεία, διατμηματικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Πατρών. Από το 2012 έως και το 2015 διετέλεσε μεταδιδακτορικός ερευνητής στο εργαστήριο Υπολογιστικής Ιατρικής, του τμήματος Ιατρικής, στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο Βαρκελώνης. Από το 2015 έως και το 2021 συνέχισε τη μεταδιδακτορική του έρευνα στο Εργαστήριο Μοριακού Σχεδιασμού και Βιομοριακού NMR, του τμήματος Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Έχει βραβευτεί για την έρευνά του με πέντε υποτροφίες μεταδιδακτορικής έρευνας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και έχει συμμετάσχει σε χρηματοδοτικά προγράμματα ως Επιστημονικός Υπεύθυνος και ως Συντονιστής. Παράλληλα με την ερευνητική του δραστηριότητα, διετέλεσε διαχειριστής έργων, επιστημονικός συνεργάτης, σύμβουλος και είναι συνιδρυτής της εταιρία Cloudpharm, η οποία εστιάζει στην υπολογιστική έρευνα για την ανάπτυξη φαρμάκων.

  • ΟΠΤΙΚΟΙ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟΙ ΑΤΟΜΩΝ – ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

    ΟΠΤΙΚΟΙ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟΙ ΑΤΟΜΩΝ – ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

    Στο πρώτο άρθρο του αφιερώματος στους οπτικούς κρυστάλλους παρουσιάσαμε τον τρόπο κατασκευής τους, τις ιδιότητές τους και τις ποικιλίες στις οποίες εμφανίζονται. Σε αυτό το άρθρο εστιάζουμε στις πιο σημαντικές εφαρμογές τους.ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

    Στην επιστημονική έρευνα είναι συνήθης πρακτική η προσομοίωση πολύπλοκων φυσικών συστημάτων από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όταν η αναλυτική περιγραφή τους είναι είτε αδύνατη είτε εξαιρετικά δύσκολη. Στην περίπτωση των κβαντικών συστημάτων, η προσομοίωση, ακόμη και των πιο απλών από αυτά, είναι σχεδόν αδύνατη και μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα λειτουργίας ακόμη και στα πιο ισχυρά υπολογιστικά συστήματα που διαθέτουμε. Το ζήτημα της κβαντικής προσομοίωσης τέθηκε για πρώτη φορά το 1982 από τον R. Feynmann, o οποίος υπέδειξε πως, σε κάποιες περιπτώσεις, θα ήταν δυνατόν να βρεθεί ένα απλούστερο, και πειραματικά πιο προσιτό κβαντικό σύστημα, το οποίο να «μιμείται» τη συμπεριφορά του κβαντικού συστήματος που ενδιαφερόμαστε να μελετήσουμε (Feynman, 1982). Οι κβαντικές προσομοιώσεις συνιστούν ένα από τα πιο ραγδαία εξελισσόμενα και, συνάμα, συναρπαστικά πεδία έρευνας στην ατομική φυσική του 21ου αιώνα. Οι οπτικοί κρύσταλλοι ατόμων προσφέρουν ένα ιδανικό περιβάλλον για την προσομοίωση αρκετών κβαντικών φαινομένων. Οι περισσότερες από τις εφαρμογές τους, που παρουσιάζουμε στη συνέχεια, είναι προσομοιώσεις φαινομένων που απαντώνται στη φυσική της συμπυκνωμένης ύλης.

    Μια από τις πρώτες εφαρμογές των οπτικών πλεγμάτων ήταν η προσομοίωση των ταλαντώσεων Bloch. Πρόκειται για τις ταλαντώσεις των ελεύθερων ηλεκτρονίων ενός μετάλλου που εμφανίζονται όταν εφαρμόσουμε σε αυτό ένα ομογενές ηλεκτρικό πεδίο. Τα ηλεκτρόνια δέχονται μια σταθερή δύναμη από το ηλεκτρικό πεδίο αλλά, προς έκπληξή μας, αντί να επιταχυνθούν ομαλά, εκτελούν μια ταλαντωτική κίνηση. Η προσομοίωση αυτού του φαινόμενου γίνεται με την παγίδευση ατόμων σε ένα μονοδιάστατο οπτικό κρύσταλλο, σαν αυτό που περιγράψαμε στο προηγούμενο άρθρο. Όπως έχουμε αναφέρει, όταν αυξήσουμε τη συχνότητα ενός από τα δύο λέιζερ, ο κρύσταλλος μετατρέπεται σε οπτικό ιμάντα. Αν η αύξηση της συχνότητας είναι γραμμική με το χρόνο, τότε ο ιμάντας επιταχύνεται στο χώρο και μαζί με αυτόν τα παγιδευμένα άτομα. Στο σύστημα αναφοράς του ιμάντα αυτό ισοδυναμεί με την επίδραση στο άτομο μιας σταθερής αδρανειακής δύναμης ταυτόχρονα με την περιοδική δύναμη που του ασκεί το οπτικό πλέγμα. Στην ουσία το κάθε άτομο συμπεριφέρεται σαν ένα ηλεκτρόνιο που κινείται στο περιοδικό δυναμικό ενός στερεού κρυστάλλου υπό την επίδραση ενός ομογενούς ηλεκτρικού πεδίου. Το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε το 1996 σε άτομα παγιδευμένα μέσα σε ένα στάσιμο κύμα λέιζερ (Ben Dahan et al, 1996). Στο πείραμα αυτό καταγράφηκαν οι περιοδικές μεταβολές της ορμής που αποτελούν ένδειξη της ταλάντωσης. Η απευθείας παρατήρηση των ταλαντώσεων των ατόμων στο χώρο έγινε πρόσφατα σε άτομα παγιδευμένα σε οπτικό κρύσταλλο (Geiger et al, 2018).

    Στην κβαντική φυσική τα μονοδιάστατα συστήματα χαρακτηρίζονται από κάποιες εντυπωσιακές και σε πρώτη ανάγνωση “παράδοξες” ιδιότητες. Για παράδειγμα, οι διαστάσεις ενός μακροσκοπικού κβαντικού συστήματος παίζουν κρίσιμο ρόλο στη φυσική του συμπεριφορά. Μέχρι πρόσφατα η πειραματική δραστηριότητα σε αυτό το πεδίο ήταν περιορισμένη. Σήμερα είμαστε σε θέση να κατασκευάζουμε διατάξεις από μονοδιάστατα κβαντικά αέρια χρησιμοποιώντας οπτικά πλέγματα δύο διαστάσεων. Σε αυτές τις δομές τα άτομα παγιδεύονται σε περιοχές με σωληνοειδή μορφή και μπορούν να κινηθούν μόνο κατά μήκος αυτών.

    Το 1960 ο M. Girardeau ανακάλυψε πως, όταν περιορίσουμε σε μια διάσταση ένα σύνολο από μποζόνια, η συμπεριφορά τους είναι ισοδύναμη με ένα σύνολο από φερμιόνια που δεν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Αυτό το αξιοσημείωτο φαινόμενο είναι γνωστό στη φυσική με τον όρο φερμιονιοποίηση (fermionization) (Girardeau, 1960). Η φερμιονιοποίηση εμφανίζεται όταν οι απωστικές δυνάμεις μεταξύ των ατόμων γίνονται πολύ ισχυρές. Τα άτομα, τότε, τείνουν να διαχωριστούν κατά μήκος του άξονα του παγιδευτικού σωλήνα και η πιθανότητα να βρεθούν στην ίδια θέση μηδενίζεται. Με αυτόν τον τρόπο τα άτομα, στην πράξη, “μιμούνται” την Απαγορευτική Αρχή του Pauli: τα μποζόνια συμπεριφέρονται ως φερμιόνια. Η πρώτη πειραματική επιβεβαίωση της φερμιονιοποίησης ενός συνόλου μποζονίων παρατηρήθηκε από την ομάδα του W. Phillips στο NIST (Fertig et al, 2005). Όταν οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ατόμων σε μονοδιάστατα κβαντικά συστήματα γίνουν ακόμη ισχυρότερες θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε ένα αέριο Tonks–Girardeau όπου η φερμιονιοποίηση είναι ακόμη ισχυρότερη (Tonks, 1936). Στην περίπτωση που αυτό επιτευχθεί, θα έχουμε κατορθώσει κάτι πραγματικά εκπληκτικό: ένα σύστημα μποζονίων που μπορεί να περιγραφεί από τη θεωρία των ελεύθερων φερμιονίων. Η παρατήρηση αυτού του φαινόμενου αποτελεί μια από τις πιο μεγάλες προκλήσεις για την πειραματική ατομική φυσική.

    ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΚΒΑΝΤΙΚΩΝ ΦΑΣΕΩΝ

    Το 1998 ο P. Zoller και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο του Innsbruck απόδειξαν πως αν μεταφέρουμε ένα συμπύκνωμα Bose-Eistein σε έναν οπτικό κρύσταλλο τότε μπορούμε να παρατηρήσουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα μεταβολή φάσης. Το υπερρευστό συμπύκνωμα μετατρέπεται σε «μονωτή». Δηλαδή τα άτομα δεν μπορούν πλέον να κινούνται ελεύθερα στο «πλέγμα» του οπτικού κρυστάλλου και παγιδεύονται σε συγκεκριμένες θέσεις σε αυτό.  Πρόκειται για μια μεταβολή φάσης που είναι γνωστή στη βιβλιογραφία ως μετάβαση Mott (Jaksch et al, 1998). Τρία χρόνια αργότερα, ο Τ. Hänsch, στο Ινστιτούτο Κβαντικής Οπτικής Max Planck (MPQ), στο Garching της Βαυαρίας, παρατήρησε για πρώτη φορά την μετάβαση Mott. Η επιστημονική εργασία στην οποία αναφέρθηκαν τα αποτελέσματα αυτού του πειράματος, είναι σήμερα μια από τις κορυφαίες στην ιστορία της φυσικής σε αριθμό βιβλιογραφικών αναφορών (Greiner et al, 2002).

    Πώς όμως πραγματοποιείται αυτή η μεταβολή από μια υπερρευστή φάση σε έναν μονωτή; Η φυσική της βάση είναι το κβαντομηχανικό φαινόμενο σήραγγας. Χάρις σε αυτό το φαινόμενο είναι δυνατή η διάχυση των ατόμων σε διάφορες θέσεις μέσα στον οπτικό κρύσταλλο. Όπως γνωρίζουμε, στο συμπύκνωμα Bose-Einstein έχουμε το σχηματισμό ενός “γιγάντιου” υλικού κύματος που προκύπτει από την υπέρθεση ανάμεσα στα επιμέρους υλικά κύματα των ατόμων που συνιστούν το συμπύκνωμα μεταξύ των οποίων υπάρχει τέλεια συμφωνία φάσης. Όμως στα μακροσκοπικά κβαντικά πεδία[1] υπάρχει μια ενδογενής και θεμελιώδης απροσδιοριστία: κάθε φορά που η φάση είναι καθορισμένη ο αριθμός των ατόμων παρουσιάζει διακυμάνσεις και αντίστροφα. Αν, λοιπόν, καταφέρουμε να σταθεροποιήσουμε τον αριθμό των ατόμων σε όλες τις παγιδευτικές θέσεις, τότε η φάση θα γίνει εντελώς απροσδιόριστη και το “γιγάντιο” υλικό κύμα θα εξαφανιστεί. Ο αριθμός των ατόμων σε κάθε περιοχή παγίδευσης είναι συνεπώς ένας κρίσιμος παράγοντας. Ο μονωτής Mott είναι μια φάση του συστήματος όπου υπάρχει μόνο ένα άτομο σε κάθε τέτοια θέση. Τότε τα άτομα είναι απομονωμένα και κατά συνέπεια η μεταξύ τους αλληλεπίδραση είναι μηδενική[2]. Όλα τα παραπάνω είναι εφικτά γιατί το ενεργειακό βάθος των παγίδων σε έναν οπτικό κρύσταλλο μπορεί να γίνει αρκετά μεγάλο (απλά αυξάνοντας την ένταση του φωτός) οπότε η μετακίνηση των ατόμων ανάμεσα σε δύο γειτονικές θέσεις παγίδευσης είναι πρακτικά αδύνατη.  Στα πειράματα στο MPQ κατόρθωσαν να μετατρέψουν ένα συμπύκνωμα Bose–Einstein σε μονωτή Mott και αντίστροφα πολλές φορές, αυξομειώνοντας το ενεργειακό βάθος των παγιδευτικών πηγαδιών.Εικόνα 1: (α) Ένα «ρηχό» πλέγμα οπτικού κρυστάλλου. Η πολυσωματιδιακή κατάσταση που δημιουργείται είναι ένα σύμφωνο υλικό κύμα μακροσκοπικής κλίμακας απεντοπισμένο σε όλο το χώρο του πλέγματος: κατάσταση υπερρευστότητας. (β)  Ένα «βαθύ» οπτικό πλέγμα στο οποίο κάθε άτομο είναι εντοπισμένο σε μια δεδομένη περιοχή: κατάσταση μονωτή-Mott. Μπορούμε να μεταβαίνουμε από τη μια κατάσταση στην άλλη απλά μεταβάλλοντας το ενεργειακό βάθος του οπτικού πλέγματος. Καθώς το βάθος ελλατώνεται το άτομο, αξιοποιώντας το φαινόμενο σήραγγας, μπορεί να μεταπηδά από μια περιοχή σε άλλη και να μεταβαίνει από τη φάση του μονωτή σε αυτήν του υπερρευστού. Και στις δυό εικόνες οι συνεχείς γραμμές αναπαριστούν τα δυναμικά παγίδευσης των ατόμων και οι σκιασμένες περιοχές την πυκνότητα πιθανότητας που αντιστοιχεί στην κυματοσυνάρτηση των ατόμων.Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό αυτής της μεταβολής φάσης είναι πως μπορεί να επιτευχθεί ακόμη και σε θερμοκρασία ίση με το απόλυτο μηδέν. Σε ένα κλασικό σύστημα κάτι τέτοιο είναι αδύνατον γιατί οι απαραίτητες θερμικές διακυμάνσεις που προκαλούν αυτή τη μετάβαση δεν υπάρχουν. Σε ένα κβαντικό σύστημα, όμως, οι ενδογενείς διακυμάνσεις του κβαντικού κενού είναι ικανές να προκαλέσουν μια τέτοια μετάβαση. Αυτού του τύπου οι κβαντικές μεταβάσεις έχουν πολύ ενδιαφέρον για τη φυσική της συμπυκνωμένης ύλης και έχουν επίσης παρατηρηθεί σε υπεραγωγούς.

    ΜΗ ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΔΥΝΑΜΙΚΑ

    Οι αντιδράσεις ανάμεσα στα άτομα, αν και ασθενείς, μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικά μη γραμμικά φαινόμενα στη φυσική συμπεριφορά των υλικών κυμάτων. Για παράδειγμα, στην κβαντική φυσική είναι γνωστό το φαινόμενο Josephson, που αφορά στην εμφάνιση ενός ηλεκτρικού ρεύματος ικανού να ρέει απεριόριστα, χωρίς την εφαρμογή κάποιας εξωτερικής τάσης, κατά μήκος μιας διάταξης γνωστής ως επαφής Josephson (Josephson, 1962). Η διάταξη αυτή αποτελείται από δύο υπεραγωγούς που διαχωρίζονται από ένα λεπτό μονωτικό υλικό. ‘Eνα συμπύκνωμα Bose-Einstein το οποίο βρίσκεται σε έναν ασθενή (αβαθή) οπτικό κρύσταλλο και στο οποίο οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ατόμων είναι πολύ ισχυρές, μπορεί να περιγραφεί σαν μια διάταξη από επαφές Josephson (Anderson et al, 1998), (Cataliotti et al, 2001). Όταν το συμπύκνωμα παγιδευτεί σε δύο γειτονικές θέσεις ενός οπτικού κρυστάλλου, τα δύο επί μέρους συμπυκνώματα που προκύπτουν, αλληλεπιδρούν μέσω του φαινόμενου σήραγγας ανάμεσα στο φραγμό που χωρίζει τις δύο θέσεις.  Ένα τέτοιο σύστημα είναι, στην πράξη, μια επαφή Josephson για ατομικά κβαντικά αέρια (Sukhatme et al, 2001). H μικρή απόσταση μεταξύ των δύο θέσεων του πλέγματος οδηγεί σε πολύ ισχυρό φαινόμενο σήραγγας ανάμεσα στα δύο συμπυκνώματα, γεγονός που εξασφαλίζει για το πείραμα μια επαρκή χρονική διάρκεια ώστε να μπορούν να εντοπιστούν και να μετρηθούν τα φαινόμενα της μη γραμμικής δυναμικής.

    ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

    Οι οπτικοί κρύσταλλοι ψυχρών ατόμων έχουν ανοίξει την πόρτα σε ένα ευρύ διαθεματικό πεδίο από τη μη γραμμική δυναμική έως τις ισχυρά συσχετισμένες κβαντικές φάσεις. Ένα από τα μεγάλα στοιχήματα αυτήν την εποχή είναι η διερεύνηση του φαινόμενου της υπεραγωγιμότητας, το οποίο βασίζεται στα λεγόμενα ζεύγη Cooper. Πρόκειται για ηλεκτρόνια, τα οποία, αν και φερμιόνια, σχηματίζουν ζεύγη που έχουν ακέραιο σπιν και, συνεπώς, συμπεριφέρονται ως μποζόνια. Οι οπτικοί κρύσταλλοι μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία καταστάσεων ζευγών Cooper από φερμιονικά άτομα. Σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούμε να επιτύχουμε μια πολύ επιτυχημένη προσομοιώση του φαινόμενου της υπεραγωγιμότητας.

    Άλλες ερευνητικές προσπάθειες εστιάζονται στην επίτευξη άμορφων συστημάτων. Πρόκειται για ισχυρώς αλληλεπιδρώντα κβαντικά συστήματα μέσα σε τυχαία δυναμικά που η θεωρητική τους ανάλυση είναι πολύ δύσκολη (Roth et al, 2003). Αξιοσημείωτη είναι η πρόβλεψη για την ύπαρξη μιας «υαλώδους» φάσης, σε ένα συμπύκνωμα Bose-Einstein, όταν αυτό παγιδευτεί σε ένα μονοδιάστατο οπτικό κρύσταλλο και αλληλεπιδράσει με τυχαία δυναμικά. Η κατάσταση του συμπυκνώματος είναι μονωτική και γεωμετρικά άμορφη, όπως το γυαλί, και θα μπορούσε να παρατηρηθεί πειραματικά (Lye et al, 2005).

    Τα οπτικά πλέγματα προσφέρουν ενα ιδανικό περιβάλλον για την μελέτη της φυσικής συμπεριφοράς των φερμιονίων. Τα φερμιόνια, σε αντίθεση με τα μποζόνια απαιτούν περαιτέρω μελέτη για να αποκαλύψουν τις “λανθάνουσες” κβαντικές τους φάσεις. Τα φερμιόνια σε έναν οπτικό κρύσταλλο τριών διαστάσεων περιγράφονται από την θεωρία Hubbard η οποία θεωρείται πως “κρατάει” το μυστικό για την εξήγηση της υπεραγωγιμότητας υψηλών θερμοκρασιών (Anderson, 1987), (Hofstetter et al, 2002). Αν και αυτό το σύστημα έχει διερευνηθεί θεωρητικά για δεκαετίες εντούτοις, ακόμη, δεν έχουμε καταλήξει σε τελεσίδικα αποτελέσματα και στην πλήρη διαύγαση όλων των ερωτημάτων. Τα φερμιόνια σε οπτικά πλέγματα είναι κατάλληλα για ακριβείς μετρήσεις της επιτάχυνσης της βαρύτητας με συμβολόμετρα ατόμων (Roati et al, 2004). Επίσης, σε μίγματα διαφορετικών μποζονίων και φερμιονίων έχει προβλεφθεί η ύπαρξη «εξοτικών» κβαντικών φάσεων που δεν έχουν παρατηρηθεί στη συμβατική φυσική συμπυκνωμένης ύλης (Sanpera et al, 2004). Η ανάπτυξη νέας γενιάς ατομικών ρολογιών πολύ υψηλής ακρίβειας είναι ένα ακόμη πεδίο εφαρμογής των οπτικών κρυστάλλων ατόμων (εδώ). Σε αυτό το θέμα θα αναφερθούμε σε επόμενο άρθρο μας.

    Οι οπτικοί κρύσταλλοι ατόμων, όταν το ενεργειακό βάθος τους μεταβάλλεται με το χρόνο, μπορούν να αξιοποιηθούν στην εξερεύνηση συστημάτων που λειτουργούν ως κβαντικές μηχανές. Αυτές είναι μικροσκοπικές συσκευές που εκμεταλλεύονται τους νόμους της κβαντικής μηχανικής για να παράγουν μηχανικό έργο. Η πρώτη κβαντική μηχανή κατασκευάστηκε το 2009 από μια ερευνητική ομάδα στο University of California, Santa Barbara (O’Connell et al, 2010). Μια μικροσκοπική «σανίδα» από αλουμίνιο συζεύχθηκε με έναν υπεραγώγιμο δακτύλιο, ο οποίος είναι στην πραγματικότητα ένας ηλεκτρονικό σύστημα δύο καταστάσεων αφού διαθέτει δύο δυνατές ενεργειακές κβαντικές καταστάσεις. Χειριζόμενοι αυτό το σύστημα με τη βοήθεια μικροκυμάτων, οι ερευνητές κατάφεραν να το τροφοδοτήσουν ή να αφαιρέσουν από αυτό κβάντα ενέργειας, όπως θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει ένα ΑΤΜ για κατάθεση ή ανάληψη χρημάτων από έναν τραπεζικό λογαριασμό.

    Ορισμένες ερευνητικές ομάδες έχουν προσπαθήσει να κατασκευάσουν κβαντομηχανικά συστήματα αντίστοιχα των κλασικών χαοτικών συστημάτων που συναντάμε στις μοριακές μηχανές. Σε αυτήν την περίπτωση τα άτομα μπορούν να τεθούν σε κίνηση ανοίγοντας και κλείνοντας ένα περιοδικό και ασύμμετρο οπτικό δυναμικό που προσομοιώνει την κίνηση μηχανικών γραναζιών (Ringot et al, 2000).

    Η ανίχνευση ασθενών ηλεκτρομαγνητικών πεδίων είναι ένας άλλος τομέας στον οποίο οι οπτικοί κρύσταλλοι αφήνουν πολλές υποσχέσεις καθώς μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την κατασκευή υπερ-ευαίσθητων κβαντικών ανιχνευτών πεδίων τα οποία δεν μπορούν να ανιχνευτούν από αντίστοιχες κλασικές διατάξεις. Ιδαίτερες υποσχέσεις αφήνουν τα παγιδευμένα ιόντα σε οπτικούς κρυστάλλους εξαιτίας του γεγονότος πως οι πειραματικοί μπορούν να έχουν εξαιρετικό βαθμό ελέγχου των ιδιοτήτων τους και των παραμέτρων που είναι σημαντικές στο πείραμα καθώς και στη δυνατότητα να δημιουργούνται οι «πολυπόθητες» σύμπλεκτες κβαντικές καταστάσεις  (quantum entangled states) ανάμεσα σε παγιδευμένα ιόντα. Πρόσφατα, ερευνητές στο National Institute of Standards and Technology (NIST) των ΗΠΑ κατόρθωσαν να κατασκευάσουν ένα τέτοιο οπτικό κρύσταλλο-ανιχνευτή με παγιδευμένα ιόντα βυρηλλίου με ικανότητα ανίχνευσης έως 20 φορές μεγαλύτερη από τις μέχρι τώρα διαθέσιμες ατομικές διατάξεις (Gilmore et al, 2021).

    Τα οπτικά πλέγματα αποτελούν ένα πεδίο μελέτης ιδιαίτερα περίπλοκων προβλημάτων στην κβαντική χημεία, όπως ο ακριβής υπολογισμός της ηλεκτρονικής δομής των μορίων. Η ακριβής επίλυση τέτοιων προβλημάτων είναι πολύ δύσκολο έργο για τους συμβατικούς υπολογιστές. Οι ερευνητές πρότειναν πρόσφατα να το αντιμετωπίσουν χρησιμοποιώντας προσομοίωση προβλημάτων κβαντικής χημείας με τη βοήθεια ατόμων παγιδευμένων σε οπτικά πλέγματα που έχουν αναπτυχθεί εντός μιας ηλεκτρομαγνητικής κοιλότητας (Argüello-Luengo et al, 2019). Στην πρότασή τους, τα ηλεκτρόνια προσομοιώνονται με φερμιονικά άτομα που μετακινούνται μέσα στο δυναμικό του οπτικού πλέγματος, η έλξη από τον πυρήνα προσομοιώνεται με τη βοήθεια πρόσθετων οπτικών δυναμικών, ενώ η απωστική δύναμη  Coulomb μεταξύ των ηλεκτρονίων προσομοιώνεται με την επίδραση του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου της κοιλότητας στα παγιδευμένα άτομα.

    Ένα άλλο ερευνητικό πεδίο στο οποίο οι οπτικοί κρύσταλλοι ατόμων μπορούν να έχουν σημαντική συνεισφορά είναι οι προσομοιώσεις της μεταβολής της κβαντικής φάσης που εικάζεται πως συνέβη στα πρώτα στάδια του σύμπαντος. Οι αναγνώστες του ΙnS γνωρίζουν πως η φυσική των ψυχρών ατόμων και συγκεκριμένα τα κβαντικά αέρια ατόμων έχουν αξιοποιηθεί πολλαπλώς σε αυτή το ερευνητικό πεδίο (εδώ). Η πιο πρόσφατη προσπάθεια σε αυτή την κατεύθυνση έγινε από τον Bo Song και τους συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο του Cambridge οι οποίοι αξιοποίησαν παγιδευμένα άτομα σε οπτικά πλέγματα και παρατήρησαν για πρώτη φορά ασυνεχείς μεταβάσεις από καταστάσεις μονωτή Mott σε μια υπερρευστη κατάσταση υψηλότερης ενέργειας στην οποία τα άτομα μπορούν να μετακινηθούν ελεύθερα μεταξύ διαφορετικών τοποθεσιών μέσα στο πλέγμα (Song et al, 2022). Η εμφάνιση ασυνεχών μεταβάσεων φάσεως προβλέπεται στο αρχικό στάδιο δημιουργίας του Σύμπαντος. Στο εν λόγω πείραμα επιτεύχθηκαν με διαταραχή του οπτικού κρύσταλλου.

    Τέλος σε συστήματα που η συλλογική τους συμπεριφορά ακολουθεί τους νόμους της σχετικότητας μπορεί να εμφανιστεί μια ιδιαίτερης μορφής ταλάντωση, γνωστή ως διέγερση Higgs, η οποία μας είναι γνωστή από τον θεμελιώδη ρόλο που παίζει στο Καθιερωμένο Πρότυπο των στοιχειωδών σωματιδίων (το διάσημο, πλέον, «σωμάτιο του Higgs»). Η ανίχνευση αυτής της διέγερσης είναι αρκετά δύσκολη, γιατί έχει πολύ μικρό χρόνο ζωής, ο οποίος είναι ακόμη μικρότερος σε επίπεδα συστήματα δύο διαστάσεων, με αποτέλεσμα να έχουν εγερθεί σημαντικές αμφιβολίες για το κατά πόσο, τελικά, είναι δυνατή η ύπαρξή της. Σε συστήματα παγιδευμένων ατόμων σε οπτικούς κρυστάλλους έχει προβλεφτεί η ύπαρξη αυτής της ταλάντωσης στο όριο που τα άτομα μεταπίπτουν από τη φάση της υπερρευστότητας σε αυτήν του μονωτή. Πρόσφατα, ερευνητικές ομάδες από το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ, το Χάρβαρντ και το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνια (CalTech), εργαζόμενες από κοινού, κατόρθωσαν να εντοπίσουν αυτές τις περιβόητες διεγέρσεις σε άτομα ρουβιδίου, που είχαν παγιδευτεί σε οπτικά πλέγματα δύο διαστάσεων (Endres et al, 2012).

    Κλείνοντας αυτό το άρθρο θα πρέπει να αναφέρουμε τις πολύ μεγάλες προοπτικές για την αξιοποίηση των οπτικών πλεγμάτων στην κατασκευή κβαντικών πυλών που αποτελούν τα βασικά στοιχεία για την κατασκευή ενός κβαντικού υπολογιστή. Σε αυτό το θέμα θα αναφερθούμε εκτενώς σε επόμενη μας δημοσίευση.

    Οι αναγνώστες του InS έχουν την ευκαιρία στα δύο άρθρα αυτού του αφιερώματος να λάβουν, ελπίζουμε, μια αρκετά λεπτομερή εικόνα για τις ιδιότητες και τις εφαρμογές των οπτικών κρυστάλλων οι οποίοι, μαζί με τα κβαντικά αέρια αποτελούν τα κορυφαία ίσως επιτεύγματα της σύγχρονης ατομικής φυσικής και βασικούς πυλώνες της αναγέννησης του πεδίου αυτού που λαμβάνει χώρα τις τελευταίες δεκαετίες (Lembessis, 2020).ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Η κεντρική εικόνα του άρθρου είναι ευγενική προσφορά στο InS του I. Bloch, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian (LMU) του Μονάχου και Διευθυντή Ερευνών στο Ινστιτούτο Max Planck για την Κβαντική Οπτική στο Garching της Γερμανίας.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    [1] Ένα άλλο παράδειγμα μακροσκοπικού κβαντικού συστήματος είναι το φως του λέιζερ. Και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει μια σχέση απροσδιοριστίας ανάμεσα στον αριθμό των φωτονίων της δέσμης λέιζερ και στη φάση αυτής της δέσμης.

    [2] Στην περίπτωση του μονωτή Mott ο αριθμός των ατόμων σε κάθε θέση είναι καθορισμένος οπότε, όπως εξηγήσαμε παραπάνω, η φάση είναι πλήρως απροσδιόριστη με αποτέλεσμα να μην μπορεί κάποιος να παρατηρήσει φαινόμενα συμβολής μεταξύ υλικών κυμάτων.

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Anderson, P., W., 1987. The resonating valence bond state in La2CuO4 and superconductivity. Science 235, 1196–1198. DOI: 10.1126/science.235.4793.1196

    Anderson, B., P., and Kasevich, M., A., 1998. Macroscopic quantum interferencefrom atomic tunnel arrays. Science 282, 1686–1689. 10.1126/science.282.5394.1686

    Argüello-Luengo, J., González-Tudela, A., Shi, T., Zoller, P., and Cirac, J., I., 2019. Analogue quantum chemistry simulation. Nature 574, 215–218. 10.1038/s41586-019-1614-4

    Ben Dahan, M., Peik, E., Reichel, J., Castin, Y., and Salomon, C., 1996. Bloch oscillations of atoms in an optical potential. Phys. Rev. Lett. 76, 4508–4511. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.76.4508

    Cataliotti, F., S., Burger, S., Fort, C., Maddaloni, P., Minardi, F., Trombettoni, A., Smerzi, A.  and Inguscio, M., 2001. Josephson junction arrays with Bose–Einstein condensates. Science 293(5531), 843–846. 10.1126/science.1062612

    Cohen-Tannoudji C.  and Guéry-Odelin D., 2011. ADVANCES IN ATOMIC PHYSICS: An overview. New Jersey, USA. World Scientific, p. 671.

    Endres, M., Fukuhara, T., Pekker, D., Cheneau, M., Schauss, P., Gross, C., Demler, E., Kuhr, S., and Bloch, I., 2012. The ‘Higgs’ amplitude mode at the two-dimensional superfluid/Mott insulator transition. Nature 487, 454–458. 10.1038/nature11255

    Fertig, C., D., O’Hara, K., M., Huckans, J., H., Rolston, S., L.,  Phillips, W., D.,  and Porto, J., V., 2005. Strongly inhibited transport of a degenerate 1D Bose gas in a lattice. Phys. Rev. Lett. 94, 120403. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.94.120403

    Feynman, R., 1982. Simulating physics with computers. Int. J. Theor. Phys. 21, 467–488. https://s2.smu.edu/~mitch/class/5395/papers/feynman-quantum-1981.pdf

    Geiger, A., Z., Fujiwava, K., M., Singh, K., Senaratne, R., Rajagopal, S., V., Lipatov, M., Shimasaki, T., Driben, R., Konotop, V., Meier, T., and Weld, D., M., 2018. Observation and uses of position-space Bloch oscillations in an ultracold gas. Phys. Rev. Lett. 120, 213201. 10.1103/PhysRevLett.120.213201

    Gilmore, K., A., Affolter, M., Lewis-Swan, R., J., Barberena, D., Jordan, E., Rey, A., M., and Bolinger J., J., 2021. Quantum-enhanced sensing of displacements and electric fields with two-dimensional trapped-ion crystals. Science 373, 673-678. DOI: 10.1126/science.abi5226

    Girardeau, M. 1960. Relationship between systems of impenetrable bosons and fermions in one dimension. J. Math. Phys. 1, 516–523. https://doi.org/10.1063/1.1703687

    Greiner, M., Mandel, O., Esslinger, T., Hänsch, T., W., and Bloch, I., 2002. Quantum phase transition from a superfluid to a Mott insulator in a gas of ultracold atoms. Nature 415, 39–44. 10.1038/415039a

    Hofstetter, W., Cirac, J., I., Zoller, P., Demler, E., and Lukin, M., D., 2002. High-temperature superfluidity of fermionic atoms in optical lattices. Phys. Rev. Lett. 89, 220407. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.89.220407

    Jaksch, D., Bruder, C., Cirac, J., I., Gardiner, C., W., and Zoller, P., 1998. Cold bosonic atoms in optical lattices. Phys. Rev. Lett. 81, 3108–3111.https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.81.3108

    Josephson, B., D., 1962. Possible new effects in superconductive tunnelling. Phys. Lett. 1, 251–253. https://doi.org/10.1016/0031-9163(62)91369-0

    Lembessis, V. E., 2020. Taming Atoms: The Renaissance of Atomic Physics. Bellingham, Washington USA: SPIE. https://spie.org/Publications/Book/2563827?SSO=1

    Lye, J. E., Fallani, L., Modugno, M., Wiersma, D., S., Fort, C., and Inguscio, M., 2005. Bose–Einstein condensate in a random potential. Phys. Rev. Lett. 95, 070401. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.95.070401

    O’Connell, A., D., Hofheinz, M., Ansmann, M., Bialczak, R., C.,  Lenander, M., Lucero, M., Neeley, M., Sank, D., Wang, H., Weides, M., Wenner, J., Martinis, J., M.,  and Cleland, A., N., 2010. Quantum ground state and single-phonon control of a mechanical resonator. Nature 464(7289), 697–703. 10.1038/nature08967

    Ringot, J., Szriftgiser, P., Garreau, J., C., and Delande, D., 2000. Experimental evidence of dynamical localization and delocalization in a quasiperiodic driven system. Phys. Rev. Lett. 85, 2741–2744. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.85.2741

    Roati, G., de Mirandes, E., Ferlaino, F., Ott, H., Modugno, G., and Inguscio, M., Atom interferometry with trapped Fermi gases. Phys. Rev. Lett. 92, 230402. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.92.230402

    Roth R., and Burnett, K., 2003. Ultracold bosonic atoms in two-colour superlattices. J. Opt. B 5, S50–S54. https://iopscience.iop.org/article/10.1088/1464-4266/5/2/358

    Sanpera, A., Kantian, A., Sanchez-Palencia, L., Zakrzwewski, J., and Lewenstein, M., 2004. Atomic Fermi–Bose mixtures in inhomogeneous and random lattices: from Fermi glass to quantum spin glass and quantum percolation. Phys. Rev. Lett. 93, 040401. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.93.040401

    Song, B., Dutta, S., Bhave, S., Yu, Jr.-C., Carter, E., Cooper., N., and Schneider, U., 2022. Realizing discontinuous quantum phase transitions in a strongly correlated driven optical lattice. Nature Physics, 259-264. https://doi.org/10.1038/s41567-021-01476-w

    Sukhatme, K., Mukharsky, Y., Chui, T., and Pearson, D., 2001. Observation of the ideal Josephson effect in superfluid 4He. Nature 411, 280–283. https://doi.org/10.1038/35077024

    Tonks, L., 1936. The complete equation of state of one, two and threedimensional gases of hard elastic spheres. Phys. Rev. 50, 955–963. https://doi.org/10.1103/PhysRev.50.955

  • Παρουσίαση του βιβλίου ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ της Μαριάννας Χαριτωνίδου

    Παρουσίαση του βιβλίου ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ της Μαριάννας Χαριτωνίδου

    Το InScience παρουσιάζει την Βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ της Μαριάννας Χαριτωνίδου.

    Αναλυτικό πρόγραμμα

    0:24 Χαιρετισμός Μανώλης Οικονόμου (Αρχισυντάκτης Archetype) 

    2:40 Ανδρέας Γιακουμακάτος (Καθηγητής ΑΣΚΤ)

    20:59 Γιώργος Ξηροπαΐδης (Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου)

    39:20 Κώστας Μωραίτης (Καθηγητής ΕΜΠ)

    1:01:20 Αναστάσιος Κωτσιόπουλος (Καθηγητής ΑΠΘ)

    1:18:04 Μαριάννα Χαριτωνίδου (Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια ΑΣΚΤ)

    1:47:10 ΣυζήτησηΜαριάννα Χαριτωνίδου
    Σχεδιάζοντας και Βιώνοντας την Αρχιτεκτονική
    Η Εξελισσόμενη Σημασία των Κατοίκων της Πόλης κατά τον 20ό αιώνα

    Πώς οι έννοιες του παρατηρητή και του χρήστη της αρχιτεκτονικής και του αστικού σχεδιασμού μετασχηματίστηκαν κατά τον 20ό και 21ο αιώνα; Η Μαριάννα Χαριτωνίδου διερευνά πως σχετίζονται οι μεταλλαγές των μέσων αναπαράστασης στην αρχιτεκτονική και τον αστικό σχεδιασμό με τη σημασία των κατοίκων της πόλης. Παράλληλα, αναλύει το ενδιαφέρον των Le Corbusier και Ludwig Mies van der Rohe για την προοπτική αναπαράσταση και πως οι αρχιτέκτονες που συνδέονται με την Team Ten αντιλαμβάνονταν τον εξανθρωπισμό της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας. Επίσης, εξετάζει τη σχέση μεταξύ πολιτικής και πολεοδομικού σχεδιασμού κατά τα μεταπολεμικά χρόνια στη σκέψη των Κωνσταντίνου Δοξιάδη και Adriano Olivetti, την αντίληψη του συμμετοχικού σχεδιασμού στο έργο του Giancarlo De Carlo, και τις σχεδιαστικές μέθοδους του Aldo Rossi. Τέλος, αναλύει την επιρροή της αστικής κοινωνιολογίας στην προσέγγιση της Denise Scott Brown και τη δυναμική αντίληψη του χώρου στην θεωρητική και σχεδιαστική πρακτική του Bernard Tschumi.

    Marianna Charitonidou
    Drawing and Experiencing Architecture
    The Evolving Significance of City’s Inhabitants in the 20th Century

    How were the concepts of the observer and user in architecture and urban planning transformed throughout the 20th and 21st centuries? Marianna Charitonidou explores how the mutations of the means of representation in architecture and urban planning relate to the significance of city’s inhabitants. She investigates Le Corbusier and Ludwig Mies van der Rohe’s fascination with perspective, Team Ten’s interest in the humanisation of architecture and urbanism, Constantinos Doxiadis and Adriano Olivetti’s role in reshaping the relationship between politics and urban planning during the postwar years, Giancarlo De Carlo’s architecture of participation, Aldo Rossi’s design methods, Denise Scott Brown’s active socioplactics and Bernard Tschumi’s conception praxis.

     

    Marianna Charitonidou, Drawing and Experiencing Architecture: The Evolving Significance of City’s Inhabitants in the 20th Century (Bielefeld: Transcript Verlag, 2022), doi: https://doi.org/10.1515/9783839464885

    ISBN: 9783839464885

    Για παραγγελίες του βιβλίου: https://www.transcript-publishing.com/978-3-8376-6488-1

    Για ηλεκτρονική πρόσβαση στο βιβλίο:

    https://www.transcript-verlag.de/shopMedia/openaccess/pdf/oa9783839464885.pdf

    https://www.degruyter.com/document/doi/10.1515/9783839464885/html

    Για να διαβάσετε τη βιβλιοκρισία του βιβλίου από τον Αναστάσιο Κωτσιόπουλο μπορείτε να επισκεφτείτε τον παρακάτω σύνδεσμο: https://www.archetype.gr/blog/arthro/scholia-gia-to-vivlio-tis-mariannas-charitonidou-schediazontas-kai-vionontas-tin-architektoniki

  • Σχεδιάζοντας και Βιώνοντας την Αρχιτεκτονική – Η Εξελισσόμενη Σημασία των Κατοίκων της Πόλης κατά τον 20ό αιώνα

    Σχεδιάζοντας και Βιώνοντας την Αρχιτεκτονική – Η Εξελισσόμενη Σημασία των Κατοίκων της Πόλης κατά τον 20ό αιώνα

    ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ

    45,00 €
    Έκδοση: 12/2022
    350 σελίδες
    95 μαυρόασπρες εικόνες
    15 έγχρωμες εικόνες
    ISBN 978-3-8394-6488-5
    doi: https://doi.org/10.1515/9783839464885

    Πληροφορίες:
    Μαριάννα Χαριτωνίδου m.charitonidou@icloud.com
    https://charitonidou.com/

    Αμφιθέατρο του:
    Goethe-Institut Athen
    24 Ιανουαρίου 2023
    6:00 μμ
    Ομήρου 14-16
    10672 Αθήνα

    Για ηλεκτρονική πρόσβαση στο βιβλίο: https://www.degruyter.com/document/doi/10.1515/9783839464885/html

    Για παραγγελίες του βιβλίου: https://www.transcript-publishing.com/978-3-8376-6488-1/drawing-and-experiencing-architecture/

    transcript – Roswitha Gost & Dr. Karin Werner GbR  |  Hermannstraße 26  |  33602 Bielefeld  |  Deutschland  |  www.transcript-verlag.de  |  Tel.: +49 521 393 797-0

    Σας προσκαλούμε στη βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου Σχεδιάζοντας και Βιώνοντας την Αρχιτεκτονική (Drawing and Experiencing Architecture) που θα λάβει χώρα στο Αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Γκαίτε/Goethe-Institut στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2023 στις 6:00 μμ. Για το βιβλίο θα μιλήσουν η συγγραφέας του βιβλίου Μαριάννα Χαριτωνίδου (Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια ΑΣΚΤ), ο Ανδρέας Γιακουμακάτος (Καθηγητής ΑΣΚΤ), ο Γεώργιος Ξηροπαΐδης (Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου), ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης (Καθηγητής ΕΜΠ) και ο Αναστάσιος Κωτσιόπουλος (Καθηγητής ΑΠΘ). Θα συντονίσει ο αρχισυντάκτης του ηλεκτρονικού περιοδικού Archetype Μανώλης Οικονόμου.Μαριάννα Χαριτωνίδου
    Σχεδιάζοντας και Βιώνοντας την Αρχιτεκτονική
    Η Εξελισσόμενη Σημασία των Κατοίκων της Πόλης κατά τον 20ό αιώνα

    Πώς οι έννοιες του παρατηρητή και του χρήστη της αρχιτεκτονικής και του αστικού σχεδιασμού μετασχηματίστηκαν κατά τον 20ό και 21ο αιώνα; Η Μαριάννα Χαριτωνίδου διερευνά πως σχετίζονται οι μεταλλαγές των μέσων αναπαράστασης στην αρχιτεκτονική και τον αστικό σχεδιασμό με τη σημασία των κατοίκων της πόλης. Παράλληλα, αναλύει το ενδιαφέρον των Le Corbusier και Ludwig Mies van der Rohe για την προοπτική αναπαράσταση και πως οι αρχιτέκτονες που συνδέονται με την Team Ten αντιλαμβάνονταν τον εξανθρωπισμό της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας. Επίσης, εξετάζει τη σχέση μεταξύ πολιτικής και πολεοδομικού σχεδιασμού κατά τα μεταπολεμικά χρόνια στη σκέψη των Κωνσταντίνου Δοξιάδη και Adriano Olivetti, την αντίληψη του συμμετοχικού σχεδιασμού στο έργο του Giancarlo De Carlo, και τις σχεδιαστικές μέθοδους του Aldo Rossi. Τέλος, αναλύει την επιρροή της αστικής κοινωνιολογίας στην προσέγγιση της Denise Scott Brown και τη δυναμική αντίληψη του χώρου στην θεωρητική και σχεδιαστική πρακτική του Bernard Tschumi.Marianna Charitonidou
    Drawing and Experiencing Architecture
    The Evolving Significance of City’s Inhabitants in the 20th Century

    How were the concepts of the observer and user in architecture and urban planning transformed throughout the 20th and 21st centuries? Marianna Charitonidou explores how the mutations of the means of representation in architecture and urban planning relate to the significance of city’s inhabitants. She investigates Le Corbusier and Ludwig Mies van der Rohe’s fascination with perspective, Team Ten’s interest in the humanisation of architecture and urbanism, Constantinos Doxiadis and Adriano Olivetti’s role in reshaping the relationship between politics and urban planning during the postwar years, Giancarlo De Carlo’s architecture of participation, Aldo Rossi’s design methods, Denise Scott Brown’s active socioplactics and Bernard Tschumi’s conception praxis.

  • ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια Ντίνα Γεωργούλια

    ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια Ντίνα Γεωργούλια

    Το ΙnS ξεκινά έναν κύκλο συνεντεύξεων με τους ανθρώπους που βρίσκονται «πίσω» από το επιστημονικό βιβλίο: μεταφραστές, διορθωτές, επιμελητές, εκδότες και άλλους. Είναι εκείνοι που καταθέτουν τον μόχθο τους, ώστε το βιβλίο να φτάσει άρτιο στο αναγνωστικό κοινό. Σε αυτήν τη συνέντευξη συζητούμε με τη μεταφράστρια επιστημονικών βιβλίων Ντίνα Γεωργούλια.InS:  Ντίνα, θα ήθελες να μας αναφέρεις ποιες είναι οι σπουδές σου και πότε και πώς σκέφτηκες να στραφείς στη μετάφραση;Το ταξίδι μου στη μετάφραση άρχισε από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, από το Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας. Από πολύ νεαρή ηλικία, μου άρεσαν πάρα πολύ οι γλώσσες. Οι διαφορετικοί πολιτισμοί, οι διαφορετικές κουλτούρες. Αυτές που διάλεξα ήταν τα αγγλικά και τα γαλλικά. Είχα πάρει όλα τα σχετικά διπλώματα. Μια επιλογή ήταν να διδάξω, μέσα μου όμως ήξερα ότι ήθελα κάτι άλλο, να αξιοποιήσω διαφορετικά τις γνώσεις μου στις γλώσσες. Έτσι, όταν πέρασα στο Ιόνιο, ένιωσα ότι βρέθηκα εκεί ακριβώς που ήθελα. Στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας, διδαχθήκαμε μια ευρεία γκάμα μαθημάτων, από γλωσσολογία, πολιτική επιστήμη και δίκαιο μέχρι οικονομική γεωγραφία, ιστορία της αγγλικής και γαλλικής λογοτεχνίας, θεωρία της μετάφρασης και συγκριτική υφολογία, ενώ, κατά τα τέσσερα χρόνια των σπουδών, παρακολουθήσαμε και πολλά εργαστήρια γενικών και ειδικών μεταφράσεων, όπως λογοτεχνική, νομική, οικονομική και τεχνική μετάφραση. Πολύ σημαντική ήταν και η εμπειρία που είχαμε στο εξάμηνο του εξωτερικού, το έβδομο εξάμηνο της σχολής. Εγώ φοίτησα στο Πανεπιστήμιο του Surrey και με το πρόγραμμα Erasmus στο Πανεπιστήμιο του Montpellier. Μετά από λίγα χρόνια, αφότου ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στο Ιόνιο, έκανα το μεταπτυχιακό μου στη Μετάφραση-Μεταφρασεολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών με γλώσσα εργασίας τα αγγλικά. Εκεί εστιάσαμε, κυρίως, στη λογοτεχνική μετάφραση και στη θεωρία της μετάφρασης.InS:  Ποια ήταν η πρώτη σου μεταφραστική δουλειά;Με τον χώρο του βιβλίου, ασχολούμαι από το 2010. Νωρίτερα, είχα ασχοληθεί με τη μετάφραση, αλλά πιο περιστασιακά. Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα ήταν ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα για εφήβους, αλλά και για ενήλικες, Το άλογο του πολέμου του Μάικλ Μορπούργκο για τις Εκδόσεις Πατάκη. Το βιβλίο εκδόθηκε το 2012 και την ίδια χρονιά προβλήθηκε και η ομώνυμη ταινία στους κινηματογράφους σε σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ. Πρόκειται για μια πολύ τρυφερή ιστορία για ένα αγόρι, τον Άλμπερτ, και ένα άλογο, τον Τζόι. Το αγόρι και το άλογο χωρίζονται με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά από πολλές περιπέτειες βρίσκονται ξανά. Ο ενθουσιασμός μου ήταν απερίγραπτος γι’ αυτήν την πρώτη μεταφραστική εργασία. Το ξεκίνημα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο! Ασφαλώς, παράλληλα με τον χώρο των εκδόσεων, είχα και έχω ποικίλες συνεργασίες με φορείς, εταιρείες, πανεπιστημιακά ιδρύματα και ιδιώτες.InS:  Πότε έκανες την πρώτη μετάφραση επιστημονικού βιβλίου και ποιο ήταν αυτό;Το πρώτο επιστημονικό βιβλίο ήταν για τις Εκδόσεις Παρισιάνου, Το βιβλίο της Ιατρικής του Clifford A. Pickover, ένα από τα βιβλία της σειράς Τα ορόσημα των επιστημών. Το βιβλίο αυτό το μετέφρασα το 2014. Πρόκειται για ένα έργο εκλαϊκευμένης επιστήμης που παρουσιάζει σε περιεκτική και κατανοητή γλώσσα 250 ορόσημα της ιστορίας της ιατρικής, από τους μάγους-γιατρούς, την αφαίμαξη και τις χειρουργικές ραφές έως τον ιατρικό υπέρηχο, την αντικατάσταση ισχίου και τη γονιδιακή θεραπεία, συνιστώντας μια πρωτότυπη εγκυκλοπαίδεια και δίνοντας απαντήσεις σε ποικίλα ερωτήματα. Το βιβλίο αυτό ήταν μια πρόκληση για μένα. Είχε πολλή ειδική ορολογία, αλλά έπρεπε ταυτόχρονα να είναι εύληπτο από τον μέσο αναγνώστη. Για τις ανάγκες της μετάφρασης της ορολογίας, έκανα ενδελεχή έρευνα σε μεταφραστικούς πόρους, σε ηλεκτρονικό και έντυπο υλικό, για την καλύτερη δυνατή απόδοση των επιστημονικών όρων. Το βιβλίο, όπως και όλη η σειρά, απευθύνεται σε επιστήμονες, φοιτητές, αλλά και σε όποιον γοητεύεται από την ιστορία της επιστήμης και θέλει να πλουτίσει τις γνώσεις του.InS:  Πόσα και ποια επιστημονικά βιβλία ή βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης έχεις μεταφράσει;Μέχρι σήμερα, έχω μεταφράσει 60 βιβλία, 9 από τα οποία είναι επιστημονικά βιβλία και βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης. Από αυτά, τα πέντε είναι για τις Εκδόσεις Παρισιάνου και τη σειρά Τα ορόσημα των επιστημών. Πιο συγκεκριμένα, είναι Το βιβλίο της Ιατρικής (2016), Το βιβλίο της Φυσικής (2016) και Το βιβλίο των Μαθηματικών (2018) του Clifford A. Pickover, Το βιβλίο του Διαστήματος (2018) του Jim Bell και Το βιβλίο των Φαρμάκων (2018) του Michael C. Gerald. Έχω μεταφράσει, επίσης, τα βιβλία Οι επιστήμες με μια ματιά (2021) της Jennifer Crouch και Τα μαθηματικά με μια ματιά (2021) των Paul Parsons και Gail Dixon για τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Τα συγκεκριμένα βιβλία των Εκδόσεων Ψυχογιός είναι δύο εξαιρετικά βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης που συμπληρώνονται και με ενδιαφέροντα διαγράμματα, γραφήματα και εικόνες. Μέσα στο 2022, εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Τραυλός Το μεγαλύτερο λάθος του Αϊνστάιν του David Bodanis, μια πολύ ενδιαφέρουσα βιογραφία με πολλά ανέκδοτα στοιχεία για τη μεγαλύτερη διάνοια όλων των εποχών. Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, αναφέρω το εκτενέστατο επιστημονικό εγχειρίδιο για τις ορχιδέες του Αντώνη Αλιμπέρτη με τίτλο The selfsown orchids of Greece. A reference book που εκδόθηκε το 2015 από τις Εκδόσεις Mystis. Το βιβλίο αυτό το μετέφρασα από τα ελληνικά στα αγγλικά και έκανα και την επιμέλεια, με την πολύτιμη συνδρομή του ίδιου του συγγραφέα –που για εκείνον είναι έργο ζωής– και μετά από προσεκτική ανάγνωση βιβλιογραφίας στα ελληνικά και στα αγγλικά.InS:  Υπάρχει κάποιο από αυτά τα βιβλία που «αγαπάς» περισσότερο από όλα; Κάποιο από τη μετάφραση του οποίου κέρδισες ως επαγγελματίας και ως άνθρωπος;Α, αυτή είναι πολύ δύσκολη ερώτηση. Είναι πολύ δύσκολο να διαλέξω. Όλα τα βιβλία ανεξαιρέτως με «σημάδεψαν» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αν πρέπει οπωσδήποτε να διαλέξω ένα, αυτό είναι το Οι επιστήμες με μια ματιά. Σε αυτό παρουσιάζεται η συναρπαστική πορεία των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας, της βιολογίας, της ιατρικής, της γεωλογίας, της οικολογίας και της τεχνολογίας. Με ενδιαφέρον διάβαζα για τους επιστήμονες και στοχαστές που συνέβαλαν στην πρόοδο της κάθε επιστήμης και με συγκίνηση αναλογιζόμουν τις προσπάθειες των πρώτων από αυτούς που με ελάχιστα μέσα έφτασαν σε τεράστιες ανακαλύψεις. Για μένα ήταν πολύ μεγάλη πρόκληση η απόδοση της ορολογίας. Το ταξίδι της αναζήτησης των όρων μέσα από κάθε σελίδα ήταν εκπληκτικό. Συμβουλεύτηκα ποικίλους μεταφραστικούς πόρους και ήρθα αντιμέτωπη με την απόδοση μιας πληθώρας όρων σε πολλές και διαφορετικές επιστήμες. Είδα πραγματικά πόσο συναρπαστικό και δύσκολο είναι να παρακολουθεί κανείς τις εξελίξεις στον εκάστοτε τομέα, αλλά και σε παρεμφερείς επιστημονικούς κλάδους, και πόσο σημαντική είναι η επικοινωνία και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των επιστημόνων.InS:  Ποιες ιδιαιτερότητες έχει η μετάφραση του επιστημονικού βιβλίου σε σύγκριση με άλλου τύπου βιβλία; Τι δυσκολίες συνάντησες; Με ποιους τρόπους αντιμετωπίζεις τα μεταφραστικά ζητήματα που προκύπτουν κατά τη μετάφραση των επιστημονικών βιβλίων;Η μετάφραση του επιστημονικού βιβλίου έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις. Καταρχήν, η μεγάλη πρόκληση είναι η ειδική ορολογία που καλείσαι να αποδώσεις. Πολλές φορές, η πρόοδος στον εκάστοτε επιστημονικό κλάδο είναι τόσο ραγδαία και πρόσφατη, ώστε οι όροι αυτοί να μην έχουν αποδοθεί ακόμα στα ελληνικά ή να έχουν αποδοθεί, αλλά να μην είναι δόκιμοι. Πρέπει να γίνεται αρκετή έρευνα σε μεταφραστικούς πόρους, όπως βάσεις δεδομένων, παράλληλα κείμενα, γλωσσάρια, λεξικά, σχετική βιβλιογραφία. Ιδανικά, αυτό που βοηθάει πολύ είναι αν μπορείς να συνομιλήσεις και με επιστήμονες του κλάδου για την καλύτερη απόδοση της ορολογίας. Μερικές φορές, όταν επιλέγεται η μετάφραση ενός όρου, παρατίθεται και ο όρος στα αγγλικά σε παρένθεση, μιας και ο όγκος των επιστημονικών βιβλίων και επιστημονικών ανακοινώσεων παγκοσμίως είναι, όπως γνωρίζουμε, στα αγγλικά.InS:  Ένα ιδιαίτερο και σημαντικό τμήμα των επιστημονικών εκδόσεων αφορά στο βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης. Μέσω αυτού του είδους βιβλίων φτάνουν στο ευρύτερο κοινό τα επιτεύγματα της επιστήμης. Τι ιδιαιτερότητες παρουσιάζει η μετάφραση αυτών των βιβλίων; Έχει απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το βιβλίο της επιστημονικής εκλαΐκευσης;Οι ίδιες δυσκολίες απαντώνται και κατά τη μετάφραση βιβλίων εκλαϊκευμένης επιστήμης. Αυτού του είδους τα βιβλία συνιστούν ένα εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι των εκδόσεων, μιας και απευθύνονται στο ευρύ κοινό στο οποίο και μεταφέρουν τα επιτεύγματα της επιστήμης, τη ζωή και το έργο μεγάλων επιστημόνων και την πρόοδο σε κάθε κλάδο ξεχωριστά. Αυτό που πρέπει να προσέχει κανείς είναι και πάλι, ασφαλώς, η απόδοση της ορολογίας, κάνοντας χρήση όλων των μέσων και μεταφραστικών εργαλείων που αναφέραμε και νωρίτερα για το επιστημονικό βιβλίο. Παράλληλα, θα πρέπει να δίνει προσοχή στην απόδοση του ύφους του κειμένου, το οποίο είναι συχνά άμεσο και απευθύνεται στον μέσο αναγνώστη. Το ύφος δεν θα πρέπει να είναι πομπώδες, ώστε να είναι εύληπτο και να παράγει ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, να προσκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει παρακάτω. Το συγκεκριμένο είδος έχει μεγάλη απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και αυτό φαίνεται και από την πληθώρα των αξιόλογων βιβλίων που εκδίδονται από πολλούς εκδοτικούς οίκους ετησίως.InS:  Υπάρχει στις αντίστοιχες πανεπιστημιακές σχολές ως ξεχωριστό αντικείμενο η μετάφραση επιστημονικού βιβλίου;Στις μεταφραστικές σχολές, σε προπτυχιακό και σε μεταπτυχιακό επίπεδο, απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει ως ξεχωριστό αντικείμενο η μετάφραση επιστημονικού βιβλίου. Υπάρχει, ασφαλώς, η μετάφραση δοκιμίου και η τεχνική μετάφραση, αλλά όχι η μετάφραση κειμένων επιστημονικού περιεχομένου ή επιστημονικής εκλαΐκευσης. Ενδεχομένως, να εντάσσεται στη μετάφραση δοκιμίου, όπως επιστημονικές ανακοινώσεις ή αποσπάσματα από επιστημονικά βιβλία.InS:  Ποιες δυσκολίες έχει το επάγγελμα του μεταφραστή σήμερα στην Ελλάδα;Η αλήθεια είναι ότι στον χώρο της μετάφρασης υπάρχει πολλή δουλειά, αλλά και πολύς ανταγωνισμός. Οι τομείς στους οποίους μπορεί να απασχοληθεί ένας μεταφραστής είναι ποικίλοι, από εκδοτικούς οίκους και μεταφραστικά γραφεία, εσωτερικός μεταφραστής ή εξωτερικός συνεργάτης, επιμελητής, υπεύθυνος διαχείρισης έργου (project manager) ή υποτιτλιστής. Το δύσκολο, όταν πρέπει να κάνεις έναρξη ως ελεύθερος επαγγελματίας, είναι ότι καλό είναι να έχεις ήδη εξασφαλίσει τα έξοδά σου τουλάχιστον για το πρώτο διάστημα, γιατί καλείσαι να πληρώσεις ασφάλεια, φόρους, λογαριασμούς, ενδεχομένως νοίκι, έξοδα λογιστή, τα οποία σε βαραίνουν και καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής σου πορείας. Επίσης, στην αρχή θα πρέπει ίσως να αποδεχτείς το γεγονός ότι θα χρειαστεί να εργαστείς με σχετικά χαμηλές τιμές, οι οποίες όμως με την πάροδο του χρόνου μπορούν και πρέπει να γίνουν υψηλότερες. Το κύριο ζητούμενο για τη μεταφραστική εργασία είναι να υπάρχει σταθερή ροή δουλειάς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο μεταφραστής βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση πελατών. Θα πρέπει ακόμα ο μεταφραστής να εξερευνήσει την αγορά εργασίας και σιγά σιγά να κατασταλάξει σε κάποια πεδία εξειδίκευσης, κάτι το οποίο όμως γίνεται σταδιακά. Στην αρχή, ίσως χρειαστεί να μεταφράζει κείμενα που ανήκουν σε μια πληθώρα κλάδων και στη συνέχεια να πάρει εξειδίκευση.InS:  Οι μεγάλες αλλαγές που ήδη έχουν συντελεστεί στην τεχνολογία (μεταφραστικές μηχανές) και αυτές που είναι προ των πυλών (τεχνητή νοημοσύνη) θα επηρεάσουν το επάγγελμα; Μπορεί ο μεταφραστής να καταστεί περιττός;Σίγουρα η τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence) έχει επιφέρει τεράστιες αλλαγές στην τεχνολογία, αλλά και σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Τα συστήματα μηχανικής μετάφρασης (machine translation) είναι μια πραγματικότητα. Όλοι μας έχει τύχει να χρησιμοποιήσουμε πλατφόρμες, όπως το Google Translate. Και το επάγγελμα του μεταφραστή έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό. Ήδη υπάρχουν μεταφραστικά προγράμματα, στα οποία πολλά μεταφραστικά αποτελέσματα είναι προϊόν μηχανικής μετάφρασης. Αυτό, όμως, αντί να αναιρεί, καθιστά ακόμα πιο μεγάλη τη σημασία της ανθρώπινης παρέμβασης. Ο μεταφραστής όχι μόνο δεν καθίσταται περιττός, αλλά είναι και απαραίτητος, έχοντας πλέον τον ρόλο επιμελητή (editor), για να παρεμβαίνει και να διορθώνει και αυτά τα αποτελέσματα. Η ανθρώπινη νοημοσύνη και παρέμβαση είναι κομβικής σημασίας, προκειμένου να γίνονται ορθές μεταφραστικές επιλογές, οι οποίες βασίζονται στην ανθρώπινη κρίση και συνδυαστική σκέψη.InS:  Τι θα συμβούλευες ένα νεότερο παιδί που θα ήθελε να ακολουθήσει τον δικό σου δρόμο;Αυτό που θα συμβούλευα ένα νεότερο παιδί που θα ήθελε να ακολουθήσει τον δικό μου δρόμο είναι να είναι σίγουρος/-η ότι αγαπάει τη μετάφραση. Η μετάφραση είναι ως επί το πλείστον μια μοναχική δουλειά. Θα πρέπει κάποιος να αγαπάει πολύ το «κυνήγι» των λέξεων και να είναι πρόθυμος/-η να κάνει ατελείωτη έρευνα, προκειμένου να προβεί στις σωστές μεταφραστικές επιλογές. Καλό θα ήταν, με την πάροδο του χρόνου, να εστιάσει σε κάποια συγκεκριμένα είδη μετάφρασης, γιατί ο κλάδος της μετάφρασης εν γένει είναι χαοτικός. Ουσιαστικά, τα πάντα όσον αφορά το επιστητό συνιστούν τομείς από τους οποίους μπορούν να αντληθούν κείμενα προς μετάφραση. Οι πολλές ώρες δουλειάς είναι κι αυτό ένα κομμάτι που απαιτεί σωστή διαχείριση. Αλλά παρ’ όλα αυτά, η ικανοποίηση που παίρνει κανείς μετά την ολοκλήρωση ενός μεταφραστικού έργου, όσο μεγάλο ή μικρό και αν είναι αυτό, είναι τέτοια που ισοσκελίζει τα όποια «μειονεκτήματα» της μεταφραστικής εργασίας. Επίσης, ο/η μεταφραστής/μεταφράστρια θα πρέπει να επιμορφώνεται διαρκώς μέσα από σεμινάρια, webinars, ημερίδες και συνέδρια για το τι συμβαίνει στον χώρο του/της και για το ποιες είναι οι ιδιαίτερες απαιτήσεις του πεδίου ή των πεδίων που έχει επιλέξει.InS: Ντίνα, σε ευχαριστούμε πολύ!Εγώ σας ευχαριστώ πολύ για την πολύ αξιόλογη ευκαιρία που μου δώσατε να κουβεντιάσουμε για τη μετάφραση και για τη δουλειά μου στο επιστημονικό βιβλίο μέχρι τώρα!Η Ντίνα Γεωργούλια σπούδασε μετάφραση στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου και μετάφραση-μεταφρασεολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με τον χώρο του βιβλίου ασχολείται από το 2010, έχοντας μεταφράσει βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης, ιστορίας της επιστήμης, επιστημονικά βιβλία, βιβλία αυτοβελτίωσης, διδακτικής πράξης και θεωρίας, σύγχρονης και κλασικής λογοτεχνίας, παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, βιογραφίες και λευκώματα. Παράλληλα, συνεργάζεται με εταιρείες, φορείς και ιδιώτες, μεταφράζοντας γενικού και ειδικού περιεχομένου κείμενα. Ζει στην Αθήνα. Στους ακόλουθους συνδέσμους φαίνονται τα βιβλία που έχει μεταφράσει και που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα.

    https://osdelnet.gr/contributors/1049730#all

    https://biblionet.gr/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%89%cf%80%ce%bf/?personid=99732

  • Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

    Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

    Χρήστος Αλαβέρας / ΡΟ-Ζ-ΟΡΙ-Ο / Μολύβι σε χαρτί / 2022Ορισμένες σκέψεις και προβληματισμοί με αφορμή τη συζήτηση γύρω από τη συμμετοχή των γυναικών στην έρευνα, την προσπάθεια μείωσης των ανισοτήτων μεταξύ των φύλων στον τομέα αυτό αλλά και το λεγόμενο “φαινόμενο της γυάλινης οροφής” (glass ceiling), της συσσώρευσης, δηλαδή, των γυναικών στις χαμηλές βαθμίδες της ιεραρχίας. Η ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

    “Μα υπάρχει σήμερα ανισοτιμία;” θα αναρωτηθεί κανείς, αφού πλέον έχει αλλάξει η θέση της γυναίκας μέσα στην οικογένεια, έχει αλλάξει αρκετά και η συμπεριφορά των ανδρών, η γυναίκα εργάζεται ακόμα και σε ανδροκρατούμενους κλάδους. Τελικά έχουν κατακτήσει οι γυναίκες την ισοτιμία και τα δικαιώματά τους;

    Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία της Eurostat για το 2021, στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), στην ηλικιακή ομάδα 20-64, το ποσοστό των γυναικών που εργάζονται ανέρχεται σε 67,7% έναντι 78,5% για τους άντρες, δηλαδή το χάσμα απασχόλησης ως προς το φύλο στην αγορά εργασίας αγγίζει τις 10,8 ποσοστιαίες μονάδες [1].  Σε σχέση με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων, στην ΕΕ, κατά μέσο όρο, το 2016 η αμοιβή των γυναικών ήταν κατά 16% χαμηλότερη από των ανδρών [2] ενώ το 2018 το χάσμα ανερχόταν σε 19,8% [1]. Αντίστοιχα, το χάσμα συντάξεων ανερχόταν το 2021 σε 27,7% στην ΕΕ [1]. Επίσης “oι στατιστικές δείχνουν ότι οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται σε θέσεις λήψης αποφάσεων στην πολιτική και στις επιχειρήσεις, και η αµοιβή τους εξακολουθεί να είναι κατά 16 % χαµηλότερη από την αµοιβή των ανδρών στην ΕΕ. Η βία και η παρενόχληση µε βάση το φύλο παραµένουν ευρέως διαδεδοµένα φαινόµενα” [2].

    Στην Ελλάδα, το χάσμα απασχόλησης φτάνει τις 19,8 ποσοστιαίες μονάδες με μόλις 52,7% των γυναικών στην ηλικιακή ομάδα 20-64 να εργάζονται σε σχέση με 72,5% των ανδρών [1]. Και στη χώρα μας, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και του ΟΑΕΔ, παρότι τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, τα πρωτεία στην ανεργία τα κρατούν σταθερά οι γυναίκες, που αποτελούν το 60% περίπου των εγγεγραμμένων ανέργων (έναντι 40% των ανδρών). Μάλιστα, η πραγματική εικόνα είναι ακόμα χειρότερη, αφού η ΕΛΣΤΑΤ εξαιρεί από τους ανέργους ακόμα και εκείνους που έχουν δουλέψει έστω και μία μόνο ώρα την εβδομάδα της καταγραφής! Επιπλέον, οι γυναίκες, έχουν σημαντικά μικρότερους μισθούς από αυτούς των ανδρών: το 2015 είχαν κατά 15% και το 2018 κατά 10,4% μικρότερους μισθούς από τους άνδρες [1]. Με βάση στοιχεία του ΕΦΚΑ για το 2019 οι γυναίκες με μισθό κάτω των 500 ευρώ είναι το 25% του συνόλου, ενώ οι άνδρες το 20%. Γενικά, καταγράφεται αυξημένη εκπροσώπηση των γυναικών σε χαμηλά αμειβόμενους κλάδους, σε θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης και συχνά με μικρότερο ωράριο εργασίας, αλλά και μεγαλύτερα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας των γυναικών.

    Επίσης, όπως σημειώνεται σε μελέτη για το δημογραφικό πρόβλημα [1], “πολύ περισσότερες γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες επιλέγουν να πάρουν διάφορες μορφές γονικής άδειας ή ακόμη και να βγουν από την αγορά εργασίας είτε για κάποιο διάστημα είτε πιο μόνιμα, λόγω των αυξημένων αναγκών ανατροφής παιδιών μετά τη γέννα, με αποτέλεσμα να έχουν χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας, χαμηλότερες αποδοχές κατά τη διάρκεια της ζωής τους αλλά και χαμηλότερες συντάξεις (το φαινόμενο είναι γνωστό και ως ποινή της μητρότητας (motherhood penalty)). Σε όλη την ΕΕ, οι γυναίκες με μικρά παιδιά (έως 6 ετών) συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό στην αγορά εργασίας σε σχέση με τους άνδρες, ενώ στην Ελλάδα η διαφορά είναι πολύ πιο έντονη, με το ποσοστό απασχόλησης γυναικών ηλικίας 25-54 με παιδιά έως 6 ετών να φτάνει μόλις το 58,4% σε σύγκριση με 89,4% για τους άνδρες και 70,4% για το μέσο όρο των γυναικών στην ΕΕ. Επιπλέον, οι γυναίκες με μικρά παιδιά είναι πολύ πιο πιθανό να εργάζονται σε θέσεις μερικής απασχόλησης συγκριτικά με τους άνδρες [1].

    Διάγραμμα 1: Ποσοστά απασχόλησης ανά φύλο, ηλικίες 25-54 με παιδιά έως 6 ετών, 2020 (Πηγή: Eurostat [1])Σε ότι αφορά τις συντάξεις, οι γυναίκες είχαν το 2015 κατά 35% μικρότερες συντάξεις από τους άνδρες, ενώ το 2021 το χάσμα στις συντάξεις μειώνεται σε περίπου 25%, μείωση που οφείλεται κυρίως στις ευρείες περικοπές συντάξεων κατά την τελευταία δεκαετία, οι οποίες επηρέασαν περισσότερο όσους λάμβαναν μεγάλες συντάξεις (δηλαδή περισσότερο τους άνδρες) [1].

    Διάγραμμα 2: Χάσμα συντάξεων με βάση το φύλο, 2011-2020  (Πηγή: Eurostat [1])Ο ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

    “Μήπως όμως στο χώρο της έρευνας τα πράγματα είναι διαφορετικά; Μιας και ο κλάδος βρίσκεται στην αιχμή των επιστημονικών εξελίξεων και οι εργαζόμενοι σε αυτόν είναι επιστημονικά εξειδικευμένοι, μήπως αυτό αναιρεί την ύπαρξη της γυναικείας ανισοτιμίας;” μπορεί κάποιος να σκεφτεί.. Ας δούμε ορισμένες πλευρές για το τι ισχύει σήμερα στο χώρο και ποια είναι η κατάσταση που βιώνει η εργαζόμενη στην έρευνα, ξεκινώντας με ορισμένα στοιχεία για την απασχόληση των γυναικών σε ερευνητικές δραστηριότητες σε Ελλάδα και Ευρώπη.

    Όπως καταγράφεται στην έκθεση “She Figures 2018” της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απασχόληση των γυναικών ερευνητριών στις 28 χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και στις αντίστοιχες μελέτες του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και της Ελληνικής Εταιρείας Γυναικών Πανεπιστημιακών (ΕΛΕΓΥΠ) για την Ελλάδα [3-7], μόλις το 1/3 όσων εργάζονται στην έρευνα είναι γυναίκες. Πιο συγκεκριμένα, το ποσοστό των γυναικών ερευνητριών στην ΕΕ των 28 ανήλθε το 2015 σε 33,4%, ενώ στην Ελλάδα οι γυναίκες ερευνήτριες αποτελούσαν περίπου το 38% του συνόλου των ερευνητών. Επιπλέον, οι όροι εργασίας των ερευνητριών είναι χειρότεροι από των ανδρών συναδέλφων τους. Για παράδειγμα, με καθεστώς μερικής απασχόλησης εργάζονταν το 2016 το 13% των ερευνητριών έναντι 8% των ερευνητών στον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ οι γυναίκες που απασχολούνταν σε δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης είχαν το 2014 εισόδημα 17% χαμηλότερο από αυτό των ανδρών συναδέλφων τους. Στη χώρα μας, η “ψαλίδα” μεταξύ ανδρών και γυναικών ανοίγει ακόμα περισσότερο, με τις γυναίκες στην έρευνα να έχουν εισόδημα κατά 23% χαμηλότερο από τους άνδρες ερευνητές, όταν μάλιστα η αναντιστοιχία μεταξύ των δύο φύλων στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας κυμαίνεται περίπου στο 12,5%.

    Αντίστοιχη είναι η κατάσταση και στον ακαδημαϊκό χώρο: οι γυναίκες είναι περίπου το 31% των μελών ΔΕΠ και το 21% των τακτικών καθηγητριών στα ελληνικά πανεπιστήμια.

    Εξετάζοντας το δείκτη της χρηματοδότησης από ελληνικά και ευρωπαϊκά κονδύλια (χρηματοδότηση μεμονωμένων ερευνητών ή ερευνητικών ομάδων με επικεφαλής έναν «βασικό ερευνητή»), θα δούμε ότι η συμμετοχή των γυναικών στις δύο βασικότερες δράσεις του «Horizon2020» (ERC & MarieCurie Actions 2014-2018) είναι 24% και 38,4 % αντίστοιχα, σημαντικά δηλαδή μειωμένη σε σχέση με τους άντρες συναδέλφους τους [7]. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διακύμανση στα διάφορα επιστημονικά πεδία, καθώς οι γυναίκες φαίνεται να έχουν ισχυρή παρουσία στις λεγόμενες «ανθρωπιστικές επιστήμες» και πολύ μικρή συμμετοχή στις τεχνολογικές επιστήμες και στην επιστήμη υπολογιστών.

    Προβληματισμός επίσης υπάρχει για την επαγγελματική εξέλιξη των νέων γυναικών στον ερευνητικό και ακαδημαϊκό χώρο, δεδομένου ότι και στην Ελλάδα -όπως καταγράφεται σε όλες τις εκθέσεις- τα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών υπερτερούν των ανδρών στις χαμηλότερες ακαδημαϊκές βαθμίδες, ενώ στις υψηλότερες βαθμίδες η εικόνα αντιστρέφεται τελείως. Για παράδειγμα, παρότι η πλειοψηφία όσων φοιτούν στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι γυναίκες (περίπου το 60% επί του συνόλου των φοιτητών), είναι εξαιρετικά χαμηλά τα ποσοστά των φοιτητριών που συνεχίζουν μετά το πέρας των σπουδών τους να εξελίσσονται επαγγελματικά και ακόμα χαμηλότερα εκείνα όσων ακολουθούν ακαδημαϊκή ή ερευνητική καριέρα. Διαπιστώνεται μάλιστα ότι, ειδικά από την περίοδο της κρίσης και έπειτα, οι γυναίκες απόφοιτοι των πανεπιστημίων έρχονται πολύ συχνότερα και πιο εμφατικά αντιμέτωπες με το φάσμα της ανεργίας σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους.Διάγραμμα 3: Φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ανά τομέα και φύλο (%), ακαδημαϊκό έτος 2018-2019 (Πηγή: EΛΣΤΑΤ, υπολογισμοί [1])Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τα όσα καταγράφονται, πρέπει καταρχήν να εξετάσουμε ποιο είναι το εργασιακό τοπίο για τις γυναίκες στην έρευνα.

    Η πρώτη πλευρά αφορά τις εργασιακές σχέσεις: με δεδομένο ότι και στο χώρο της έρευνας κυριαρχούν πλέον -σε άνδρες και γυναίκες- οι ευέλικτες και ελαστικές σχέσεις εργασίας (Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών, συμβάσεις έργου, απόδειξη δαπάνης, υποτροφία, συμβάσεις Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου), η εργαζόμενη αντιμετωπίζει δυσκολίες, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αρχίζει να σκέφτεται το ενδεχόμενο να γίνει μητέρα. Και μπορεί η κατάσταση στην έρευνα να μην είναι ακριβώς ίδια με άλλους χώρους ή κλάδους, π.χ. με το εμπόριο όπου η γυναίκα εμποροϋπάλληλος ξεκάθαρα προειδοποιείται να μην μείνει έγκυος γιατί θα απολυθεί, όμως και στο χώρο της έρευνας υπάρχουν χιλιάδες συμβασιούχοι με μηδαμινά έως ανύπαρκτα δικαιώματα.

    Το Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών, που αποτελεί τον κανόνα στην εργασία των νέων ερευνητών και ερευνητριών, επιτρέπει σε εργοδότες και κράτος να γλιτώνουν από άδειες και επιδόματα, αποζημίωση απόλυσης, καθορισμένα ωράρια και πληρωμή υπερωριών, αποζημιώσεις για εργατικά «ατυχήματα», φορώντας στον εργαζόμενο την ταμπέλα του «συνεργάτη». Επιπρόσθετα, οι αποδοχές είναι σημαντικά «ψαλιδισμένες» δεδομένου ότι από το ποσό της αμοιβής καταβάλλονται ΦΠΑ, φόρος παρακράτησης και ασφαλιστικές εισφορές. Το συγκεκριμένο καθεστώς εργασίας έχει οδυνηρές συνέπειες ιδιαίτερα στη ζωή των νέων γυναικών, καθώς δεν δικαιούνται άδεια εγκυμοσύνης και ανατροφής τέκνου, δεν έχουν καθορισμένο ωράριο, αντιμετωπίζουν εκτεταμένα την περιστασιακή τηλεργασία. Η μητρότητα πρακτικά δεν συνοδεύεται από κανενός είδους δικαιώματα, ούτε καν από τα ελάχιστα δικαιώματα και παροχές που προβλέπονται για τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Για τις νέες μητέρες, για παράδειγμα, δεν προβλέπεται άδεια ούτε πριν, ούτε μετά τον τοκετό. Η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών ερευνητριών μένουν απλήρωτες για το διάστημα που θα απουσιάσουν από τη δουλειά τους. Ορισμένες σταματούν να εργάζονται μια εβδομάδα πριν γεννήσουν και επιστρέφουν στη δουλειά μόλις λίγες εβδομάδες μετά τον τοκετό..!

    Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί το γεγονός ότι -σε πολλές περιπτώσεις- δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για παύση ή παράταση των υποτροφιών για εκπόνηση διατριβής στην περίπτωση εγκυμοσύνης και τοκετού. Επιπλέον, ορισμένοι χώροι εργασίας και εργαστήρια είναι ακατάλληλα από την άποψη της έλλειψης βασικών μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, αλλά και από την άποψη της εργονομίας, εκθέτοντας σε κίνδυνο όλους τους εργαζόμενους και ακόμη περισσότερο τις εγκυμονούσες και τις νέες μητέρες.

    Εκτός από τη “ζούγκλα” των εργασιακών σχέσεων, η γυναίκα ερευνήτρια αντιμετωπίζει την έλλειψη δημόσιων και δωρεάν υπηρεσιών και υποδομών Υγείας, Πρόνοιας, απαραίτητων για τη στήριξη της οικογένειας, έλλειψη που δυσχεραίνει δραματικά την προσπάθεια μιας γυναίκας να παραμείνει στη δουλειά. Ζει καθημερινά, όπως και οι υπόλοιπες εργαζόμενες βέβαια, την τρεχάλα από τη δουλειά για να προλάβει να πάρει το παιδί από το σχολείο και την αγωνία τι θα το κάνει όταν αρρωστήσει.

    Σημαντική επίδραση στις νέες ερευνήτριες έχει και η λεγόμενη «κινητικότητα», που προωθείται κατά κόρον με στόχο τη συγκέντρωση υψηλής ειδίκευσης επιστημονικού δυναμικού οπουδήποτε επιτάσσουν τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Έτσι, η νέα επιστήμονας που θέλει να ασχοληθεί με το αντικείμενό της σπρώχνεται στο να μεταναστεύει συνεχώς από τόπο σε τόπο, κυνηγώντας τις «ευκαιρίες» που προκύπτουν πότε στη μία ήπειρο και πότε στην άλλη. Και μόλις το ερευνητικό πρόγραμμα λήξει, «φτου κι από την αρχή», θα πρέπει πάλι να βγει στη…γύρα, ψάχνοντας σε ποια χώρα, σε ποιο ερευνητικό κέντρο υπάρχει ζήτηση για την ειδικότητά της. Η ώθηση στη διαρκή κινητικότητα αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τις νέες ερευνήτριες που θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια, αλλά και για όσες έχουν ήδη κάνει οικογένεια και αναγκάζονται να μετακινούνται συνεχώς, είτε παίρνοντας μαζί τους τα παιδιά τους, είτε μεταναστεύοντας χωρίς αυτά.

    Άλλη πλευρά που πρέπει να σημειωθεί είναι η σοβαρή υποχρηματοδότηση της έρευνας από τον κρατικό προϋπολογισμό που μοιραία στρέφει ερευνητές και ερευνητικές ομάδες στο κυνήγι των ερευνητικών προγραμμάτων. Το ανηλεές κυνήγι των projects υποχρεώνει ερευνητές και ερευνήτριες να αφιερώσουν ατέλειωτες ώρες στη συγγραφή προτάσεων, κάτι που επηρεάζει ιδιαίτερα τις γυναίκες καθώς ο ελεύθερος χρόνος τους -όσος δηλαδή απομένει από την ευθύνη που έχουν για τη φροντίδα της οικογένειας, των παιδιών, του σπιτιού- περιορίζεται δραματικά.

    Όλα αυτά κάνουν το χώρο της έρευνας κάθε άλλο παρά «φιλικό» για τα δικαιώματα των γυναικών, οδηγώντας αρκετές νέες στο να εγκαταλείψουν την ερευνητική εργασία.

    Εδώ πρέπει να αναφερθούν και οι μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέες γυναίκες, όπως και οι άντρες, από τη στιγμή που θα προσπαθήσουν να ξεκινήσουν ένα μεταπτυχιακό, ένα διδακτορικό. Ακόμα και οι πενιχρές υποτροφίες που υπήρχαν παλιότερα, σήμερα αποτελούν παρελθόν. Όποιος και όποια μπορεί, στηρίζεται σε ίδια μέσα, στη βοήθεια δηλαδή της οικογένειάς του. Κατά κανόνα, δεν υπάρχει η δυνατότητα να εργάζεται παράλληλα καθώς από τους υποψήφιους διδάκτορες απαιτείται πλήρης και αποκλειστική απασχόληση. Πολύ διαδεδομένο είναι επίσης και το καθεστώς του άμισθου, όχι μόνο σε επίπεδο υποψηφίων διδακτόρων, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και μεταδιδακτόρων, με το επιχείρημα της “γέφυρας” μεταξύ των διαφόρων προγραμμάτων. Στο φόντο αυτό, μπορεί να εξηγηθεί γιατί ένα μεγάλο ποσοστό των νέων γυναικών βρίσκει την πόρτα της επαγγελματικής ενασχόλησης με την έρευνα κλειστή.

    ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ & ΣΤΟΧΟΙ

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, διακηρύσσει σταθερά το στόχο της αύξησης της συμμετοχής των γυναικών στον τομέα της έρευνας. Οργανώνει καμπάνιες και εκστρατείες που απευθύνονται κυρίως σε νέες γυναίκες, προβάλλει πρωτοβουλίες βράβευσης και ανάδειξης γυναικών που διακρίνονται σε τομείς της έρευνας και της επιστήμης. Κατά πόσο όμως ανταποκρίνονται όλα αυτά στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες στην έρευνα;

    Καταρχήν σε καμία από αυτές τις παρεμβάσεις δεν υπάρχει αναφορά στο «Γολγοθά» που ζει η εργαζόμενη στην έρευνα. Είναι χαρακτηριστικό πως οι διαπιστώσεις της ΕΕ καταλήγουν στην ανάγκη για «συμφιλίωση της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής», επαναλαμβάνοντας στις ερευνήτριες όσα λένε σε όλες τις εργαζόμενες: ότι είναι δηλαδή ατομική μας υπόθεση και ευθύνη να «συνδυάσουμε» τις απαιτήσεις της δουλειάς και της οικογένειας. Ακριβώς γιατί η ανάπτυξη δημόσιων και δωρεάν κοινωνικών υποδομών και υπηρεσιών, με βάση τις σύγχρονες ανάγκες της εργαζόμενης γυναίκας, της ερευνήτριας, για την προστασία της μητρότητας αποτελεί κόστος τόσο για τους εργοδότες όσο και για το κράτος.

    Όμως αυτό που έχει σήμερα ανάγκη η εργαζόμενη είναι το mentoring και τα σεμινάρια επιχειρηματικότητας ή ένα δίκτυο που θα τη στηρίζει ολόπλευρα; Θα ήταν άραγε ίδια τα ποσοστά της γυναικείας παρουσίας στην έρευνα αν η μητέρα εργαζόμενη δεν έπρεπε να τρέξει να πάρει τα παιδιά της από το σχολείο ή να κρατήσει τα μωρά της που δεν έγιναν δεκτά στον παιδικό σταθμό; Με άλλα λόγια, θα ήταν ίδια η κατάσταση αν μέσα από ένα δίκτυο δημόσιων και δωρεάν υποδομών εξασφαλιζόταν στήριξη της οικογένειας και των παιδιών και ελάφρυνση των μητέρων από τα πολλαπλά βάρη που καλούνται να σηκώσουν; Μάλλον όχι..

    Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι πρωτοβουλίες τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των κυβερνήσεων για τις γυναίκες: δράσεις για την αύξηση της γυναικείας απασχόλησης και τη “γυναικεία επιχειρηματικότητα”, προγράμματα για την “εναρμόνιση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής”, καμπάνιες για τις “ίσες ευκαιρίες αντρών και γυναικών” κ.α.

    Τι κρύβεται όμως πίσω από τους τίτλους; Πρόκειται για αληθινό ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των γυναικών;

    Οι απαντήσεις βρίσκονται στα δικά τους λόγια:

    -“Σύμφωνα με εκτίμηση του 2013, το χάσμα στα ποσοστά απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών κοστίζει στην οικονομία της ΕΕ 370 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως” [2]

    -“Βάσει πρόβλεψης του 2017 για τα 28 κράτη-μέλη, η προώθηση της ισότητας των φύλων θα μπορούσε να αποφέρει 10,5 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας έως το 2050 και να ενισχύσει την οικονομία της ΕΕ κατά 1,95 έως 3,15 τρισεκατομμύρια ευρώ”[2]

    – “Εάν οι γυναίκες της Ευρώπης απασχολούνταν στο χώρο της ψηφιακής οικονομίας εξίσου με τους άνδρες, το Ευρωπαϊκό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν θα αυξανόταν ετησίως κατά 9 δις ευρώ” αναφέρεται στην τοποθέτηση της πρώην Γ. Γραμματέα για την Ισότητα των Φύλων στην Επιτροπή Γυναικών του Ευρωκοινοβουλίου

    – “η ενίσχυση των πολιτικών ισότητας στην απασχόληση θα αποφέρει 12τρις δολάρια στο παγκόσμιο ΑΕΠ” σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε η εταιρεία McKinsey.

    Γι αυτό λοιπόν κόπτονται τόσο για την αύξηση της απασχόλησης των γυναικών.

    Leaky pipeline & Glass ceiling

    Πολλά άρθρα και αναλύσεις μιλούν για την επιστήμονα-ακαδημαϊκό που δε μπορεί να ξεφύγει από το φαινόμενο του “leaky pipeline”, της διαρροής δηλαδή γυναικών κατά την πορεία της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας, αναφέροντας παράλληλα ότι “η ΕΕ εργάζεται για να βοηθήσει τις γυναίκες να σπάσουν τη γυάλινη οροφή (glass ceiling)”, τη συσσώρευση, δηλαδή, των γυναικών στις χαμηλότερες βαθμίδες.

    Είναι γεγονός ότι στην πυραμίδα της ερευνητικής ιεραρχίας (υποψήφιος διδάκτορας, μεταδιδάκτορας, ερευνητής Γ΄, ερευνητής Β΄, ερευνητής Α΄- αντίστοιχα  μέλος ΔΕΠ) οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερη μείωση από τους άντρες, με αποτέλεσμα στην κορυφή να βρίσκονται λίγες, ελάχιστες σε θέσεις προέδρων, κοσμητόρων και πρυτάνεων [7]. Όμως, η ανέλιξη στην ερευνητική ιεραρχία είναι μια διαδικασία με πολλά εμπόδια, που εκφράζονται ακόμα πιο έντονα στις γυναίκες. Ως κρίσιμη καμπή αναδεικνύεται η μεταδιδακτορική περίοδος, καθώς συνήθως στη φάση αυτή η γυναίκα έρχεται αντιμέτωπη με το δίλημμα: μπορείς να πάρεις λίγη άδεια και να μειώσεις για μια περίοδο την παραγωγικότητά σου ή να αναβάλεις την απόκτηση παιδιών με την ελπίδα να αποκτήσεις μια μόνιμη θέση (καθηγήτριας/ερευνήτριας βαθμίδας).

    Συνήθως, το πρόβλημα εντοπίζεται στα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις, ενώ ως λύση προβάλλεται η εισαγωγή και θεσμοθέτηση διαδικασιών και πρωτοκόλλων «διαφάνειας». Ακόμα κι όταν η μητρότητα αναγνωρίζεται ως βασικός παράγοντας που συντελεί στην υποεκπροσώπηση των γυναικών, και πάλι ενοχοποιούνται τα «στερεότυπα» που αναθέτουν τη φροντίδα της οικογένειας κατά κύριο λόγο στις γυναίκες.

    Όσο για τις λύσεις που προτείνονται, για τη λειτουργία δωματίων θηλασμού και τη συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια με τη συνοδεία της…νταντάς, είναι φανερό ότι ούτε μπορούν να λύσουν το πρόβλημα, ούτε απευθύνονται σε όλες τις εργαζόμενες. Τελικά, μέσα από το παραπάνω πρίσμα κρύβεται το γεγονός ότι στο έδαφος των εργασιακών σχέσεων που επικρατούν, αλλά και της έλλειψης δημόσιων και δωρεάν υπηρεσιών για τη φροντίδα της οικογένειας, η ερευνήτρια που γίνεται μητέρα κινδυνεύει να αποκοπεί από τη δουλειά και την εξέλιξή της.

    Οι γυναίκες που εργάζονται σε κλάδους ανάπτυξης τεχνολογίας, έρχονται αντιμέτωπες με τον τρόπο που αναπτύσσονται η καινοτομία και η νέα γνώση. Στον τομέα της έρευνας, η πρόοδος, γενικά και ατομικά, γίνεται μέσα σε έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό (μεταξύ εταιρειών, ερευνητικών ομάδων, καθηγητών), έναν ανταγωνισμό που «μεταφέρεται» και στο πλαίσιο του χώρου εργασίας. Οι ερευνητές εργάζονται σε συνθήκες που απαιτούν συνεχή παρακολούθηση των επιστημονικών εξελίξεων και πολύ εντατική δουλειά. Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν νέα εμπόδια, καθώς σε αυτήν την «αρένα», η μητρότητα εκ των πραγμάτων τις βγάζει εκτός μάχης τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα και τελικά αντιμετωπίζεται ως «βαρίδι» στην κούρσα του ανταγωνισμού.

    ANTI ΕΠΙΛΟΓΟY

    Σήμερα όμως, που υπάρχει τόσο μεγάλη πρόοδος της επιστήμης, της έρευνας και της τεχνολογίας, υπάρχουν όλες οι δυνατότητες που μπορούν να εξασφαλίσουν μια ζωή όπως αξίζει σε εμάς και τα παιδιά μας: να έχουμε όλες μόνιμη και σταθερή εργασία, με ολόπλευρη προστασία της μητρότητας από το κράτος, με ελεύθερο χρόνο που θα τον αξιοποιούμε δημιουργικά και θα μπορούμε να συμμετέχουμε στην κοινωνική δράση. Απέναντι σε όσους καταδικάζουν τις γυναίκες στην ανεργία και τη μερική απασχόληση, τη δουλειά χωρίς δικαιώματα, τη ζωή-λάστιχο, μόνη απάντηση είναι ο κοινός αγώνας ανδρών και γυναικών για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας και την κάλυψη των σύγχρονων αναγκών μας, για τη ζωή που μπορούμε σήμερα να έχουμε. Γιατί δίπλα στην ανάγκη να διασφαλίζεται η δυνατότητα των γυναικών να εργάζονται στον τομέα της έρευνας, είναι εξίσου σημαντικό ζήτημα η έρευνα να υπηρετεί τις ανάγκες τους, να βελτιώνει τη ζωή τη δική τους και των οικογενειών τους. Και φυσικά αυτό προϋποθέτει μεγαλύτερη συμμετοχή και δραστηριοποίηση των γυναικών που εργάζονται στα ερευνητικά κέντρα στα αντίστοιχα σωματεία και τους συλλόγους, αλλά και στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, ώστε να αναπτύσσεται διεκδίκηση και αγώνας για τη ζωή που μας αξίζει. Την ίδια στιγμή, είναι σημαντικό οι αντίστοιχοι σύλλογοι και τα σωματεία να αγκαλιάζουν και να στηρίζουν ολόπλευρα τις γυναίκες ερευνήτριες, να σκύβουν στα προβλήματά τους και να διεκδικούν συλλογικά λύσεις, να παίρνουν πολύμορφες πρωτοβουλίες.

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Η Συντακτική Επιτροπή του InS ευχαριστεί θερμά τον εικαστικό Χρήστο Αλαβέρα, από τη Θεσσαλονίκη, για την δημιουργία της κεντρικής εικόνας του άρθρου.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    [1] Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών, Δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα: Προκλήσεις και προτάσεις πολιτικής, Ιούνιος 2022
    [2] https://op.europa.eu/webpub/com/factsheets/women/el/
    [3] She Figures 2018, Γενική Διεύθυνση Έρευνας και Καινοτομίας Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Δημοσίευση 11/3/2019, https://publications.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/9540ffa1-4478-11e9-a8ed-01aa75ed71a1/language-en
    [4] https://metrics.ekt.gr/women-rd
    [5] http://www.ekt.gr/el/news/22996
    [6] http://www.ekt.gr/el/news/23322
    [7] Δανάη Πλα-Καρύδη, Πλευρές της ανισοτιμίας στις γυναίκες ερευνήτριες, https://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=13/2/2021&id=18156&pageNo=27

  • Ο ΙΑΝΝΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΩΣΜΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

    Ο ΙΑΝΝΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΩΣΜΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

    Χρήστος Αλαβέρας / Iάννης Ξενάκης – Προσωπογραφία / Μολύβι σε χαρτί / 2022

    Η αντίληψη του Ιάννη Ξενάκη για τη μουσική σύνθεση ως υλοποίηση της σκέψης: Η δυναμική των αλληλεπιδράσεων μεταξύ αρχιτεκτονικής, μουσικής και μαθηματικών

    Πώς μπορεί να υπάρξει επικοινωνία μεταξύ αρχιτεκτονικής, μουσικής και μαθηματικών; Η ανάλυση της προσέγγισης του Ιάννη Ξενάκη – ο οποίος ήταν ταυτόχρονα συνθέτης, αρχιτέκτονας και μαθηματικός – είναι γόνιμη για να κατανοήσουμε τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αρχιτεκτονικής, μουσικής και μαθηματικών και τις δυνατότητες που μπορούν να προκύψουν όταν κανείς σκέφτεται αυτά τα τρία πεδία ταυτόχρονα. Το άρθρο αναλύει την αντίληψη του Ξενάκη για τη μουσική σύνθεση ως μορφοποίηση της νόησης, επιχειρώντας να τη συσχετίσει με την έμφαση που δίνουν οι φιλόσοφοι Gilles Deleuze και Félix Guattari στις δυνάμεις αποεδαφοποίησης της μουσικής.Η αξιολόγηση της μουσικής σύνθεσης από τον Ξενάκη βασίζεται στην «ποσότητα της νοημοσύνης που φέρουν οι ήχοι» (Xenakis, 1992, ix; 1963). Για αυτόν, «ο χαρακτηρισμός «όμορφος» ή «άσχημος» δεν έχει νόημα για τον ήχο, ούτε για τη μουσική που προέρχεται από αυτόν. Ο Ξενάκης υποστηρίζει ότι «η ποσότητα της νοημοσύνης που φέρουν οι ήχοι πρέπει να είναι το αληθινό κριτήριο της εγκυρότητας μιας συγκεκριμένης μουσικής»(Xenakis, 1992, ix; 1963). Όπως υποστηρίζει, «το να κάνεις μουσική σημαίνει να εκφράζεις την ανθρώπινη νοημοσύνη με ηχητικά μέσα» (Xenakis, 1992, 178; 1963). Στο επίκεντρο της συνθετικής διαδικασίας του Ξενάκη είναι «η προσπάθεια υλοποίησης κινήσεων σκέψης μέσω των ήχων» (Xenakis, 1992, ix; 1963). Αναφέρει: «Δεν είναι τόσο η αναπόφευκτη χρήση των μαθηματικών που χαρακτηρίζει τη στάση αυτών των πειραμάτων, όσο η πρωταρχική ανάγκη να θεωρηθεί ο ήχος και η μουσική ως μια τεράστια δυνητική δεξαμενή στην οποία η γνώση των νόμων της σκέψης και των δομημένων δημιουργιών της σκέψης μπορεί να βρει ένα εντελώς νέο μέσο υλοποίησης, δηλαδή επικοινωνίας» (Xenakis, 1992, ix; 1963).

    Ο Ξενάκης διακρίνει δύο κατηγορίες μουσικής σύνθεσης: μια πρώτη κατηγορία αφορά το χρόνο και μια δεύτερη κατηγορία που είναι ανεξάρτητη από το χρονικό γίγνεσθαι. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει «διάρκειες και κατασκευές (σχέσεις και πράξεις) που αναφέρονται σε στοιχεία (σημεία, αποστάσεις, συναρτήσεις) που ανήκουν και που μπορούν να εκφραστούν στον άξονα του χρόνου» (Xenakis, 1992, 207; 1963). Η δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τον Ξενάκη, σχετίζεται με τη στιγμιαία δημιουργία.

    ΤΥΧΗ, ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

    Ο Christopher Butchers, αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Ξενάκης χρησιμοποιεί την έννοια της τύχης κατά τη συνθετική του διαδικασία, σημειώνει: «ο Ξενάκης είναι . . . ο πρώτος σε κάθε καλλιτεχνικό τομέα που επικαλείται την έννοια της τύχης και τη χρησιμοποιεί με τρόπο αυστηρά αποδεκτό από τη σύγχρονη λογική» (Butchers, 1968, 3; Charitonidou, 2019). Στη σύνθεση του Ξενάκη Πιθόπρακτα (Pithoprakta) (1955–56), «το ύψος (pitch)[2] και η διάρκεια κατανέμονται πιθανολογικά με τη μορφή glissandi[3] καθώς το έργο προχωρά μέσω της συνεχούς και σταδιακής μεταμόρφωσης του ηχητικού υλικού» (Campbell, 2013, 93). Οι Deleuze και Guattari, στο βιβλίο τους με τίτλο Τί είναι Φιλοσοφία;, σχολιάζοντας τη μοντέρνα μουσική, σημειώνουν ότι εκτός από «τη διεύρυνση του χρωματισμού σε άλλα συστατικά του τόνου», η σύγχρονη μουσική χαρακτηρίζεται επίσης από «την τάση για μια ανοχρωματική εμφάνιση του ήχου σε μια άπειρη συνέχεια (ηλεκτρονική ή ηλεκτροακουστική μουσική)” (Deleuze & Guattari, 1994, 195). Ο Ξενάκης σημειώνει, στο βιβλίο του με τίτλο Μορφοποιημένη Μουσική (Formalized Music), στο κεφάλαιο με τίτλο «Όσον αφορά στον χρόνο, στο χώρο και στη μουσική»: «Η ομαλή συνέχεια καταργεί το χρόνο ή μάλλον ο χρόνος, σε μια ομαλή συνέχεια, είναι δυσανάγνωστος, απροσπέλαστος» (Xenakis, 1992, 262; 1963). Συνδέει την κατανόησή του για το ομαλό συνεχές ως «ένα μοναδικό σύνολο που γεμίζει χώρο και χρόνο» με τη φιλοσοφική προσέγγιση του Παρμενίδη. Ο Ξενάκης δηλώνει:

    Θα πρέπει να ορίσουμε περαιτέρω την έννοια μιας τέτοιας κατανομής και τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε. Υπάρχει ένα πλεονέκτημα στον ορισμό της τύχης ως αισθητικού νόμου, ως κανονικής φιλοσοφίας. Η πιθανότητα είναι το όριο της έννοιας της εξελισσόμενης συμμετρίας. Η συμμετρία τείνει στην ασυμμετρία, η οποία με αυτή την έννοια ισοδυναμεί με την άρνηση των παραδοσιακά κληρονομούμενων πλαισίων συμπεριφοράς. Αυτή η άρνηση δεν λειτουργεί μόνο σε λεπτομέρειες, αλλά κυρίως στη σύνθεση των δομών, εξού και στις τάσεις στη ζωγραφική, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική και άλλους τομείς της σκέψης. Για παράδειγμα, στην αρχιτεκτονική, τα σχέδια που δημιουργούνται με τη βοήθεια ρυθμιστικών διαγραμμάτων καθίστανται πιο σύνθετα και δυναμικά […] Όλα συμβαίνουν σαν να υπήρχαν […]  ταλαντώσεις μεταξύ συμμετρίας, τάξης, ορθολογισμού και ασυμμετρίας, αταξίας, παραλογισμού στις αντιδράσεις μεταξύ των εποχών των πολιτισμών (Xenakis, 1992, 25; 1963).Ο Le Corbusier ισχυρίζεται, στο δοκίμιό του με τίτλο «Ο άφατος χώρος» («L’espace indicible»), ότι «το κλειδί για το αισθητικό συναίσθημα είναι μια χωρική λειτουργία» (Le Corbusier, 1946, 10; Charitonidou, 2018; 2022a; 2022b). Συσχετίζει το φαινόμενο του «άφατου χώρου» στην αρχιτεκτονική με τα μαθηματικά και υποστηρίζει ότι τα μαθηματικά και το φαινόμενο του «άφατου χώρου» μοιράζονται την ικανότητά τους να προκαλούν ένα αποτέλεσμα «συμφωνίας». Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει: «Ένα φαινόμενο συμφωνίας συμβαίνει, όπως ακριβώς στα μαθηματικά»[4]. Παράλληλα, Ο Le Corbusier σχολιάζει την κατανόηση των μαθηματικών από τον καλλιτέχνη, στο «L’architecture et L’esprit Mathématique»Για τον καλλιτέχνη, τα μαθηματικά δεν ανάγονται στους διάφορους κλάδους των μαθηματικών. Δεν είναι απαραίτητα θέμα υπολογισμού αλλά μάλλον ύπαρξης κυρίαρχης εξουσίας. Ένας νόμος άπειρου συντονισμού, ομοφωνίας, οργάνωσης. Η αυστηρότητα δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που πραγματικά καταλήγει σε ένα έργο τέχνης, είτε πρόκειται για σχέδιο του Λεονάρντο, είτε για την τρομακτική ακρίβεια του Παρθενώνα (συγκρίσιμο στην κοπή του μαρμάρου του ακόμα και με αυτό των εργαλειομηχανών) είτε για το ακαταμάχητο και άψογο παιχνίδι κατασκευής στον καθεδρικό ναό, ή η ενότητα σε έναν Σεζάν, ή ο νόμος που καθορίζει ένα δέντρο, το ενιαίο μεγαλείο των ριζών, του κορμού, των κλαδιών, των φύλλων, των λουλουδιών και των φρούτων. Η τύχη δεν έχει θέση στη φύση. Μόλις καταλάβει κανείς τι είναι τα μαθηματικά – με τη φιλοσοφική έννοια – τότε μπορεί να τα διακρίνει σε όλα τους τα έργα. Η αυστηρότητα και η ακρίβεια είναι το μέσο πίσω από την επίτευξη λύσεων, η αιτία πίσω από τον χαρακτήρα, η λογική πίσω από την αρμονία. (Le Corbusier, 1948, 490)Ο Le Corbusier, στο παραπάνω απόσπασμα, ισχυρίζεται ότι η «τύχη δεν έχει θέση στη φύση» (Le Corbusier, 1948, 490). Μια τέτοια θέση για το τυχαίο έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο που ο Ξενάκης αντιλαμβάνεται το ρόλο τυχαίου κατά τη διαδικασία μουσικής σύνθεσης. Όπως σημειώνει ο Butchers, ο τελευταίος ήταν πρωτοπόρος στην εισαγωγή της έννοιας της τύχης στη μουσική σύνθεση «με τρόπο που είναι αυστηρά αποδεκτός στη σύγχρονη λογική» (Butchers, 1968, 3). Για τον Ξενάκη, «η τύχη […] δεν είναι παρά μια ακραία περίπτωση αυτής της ελεγχόμενης διαταραχής» (Butchers, 1968, 3). Ο Ξενάκης αντιλαμβάνεται τη σύνθεση της μουσικής ως «μια αποκρυστάλλωση μέσω του ήχου των φανταστικών εικονικοτήτων» (Xenakis, 1992, 181; 1963). Θεωρεί τα «μουσικά, αρχιτεκτονικά και εικαστικά του έργα» ως κομμάτια μωσαϊκού, ως «ένα δίχτυ του οποίου τα μεταβλητά πλέγματα αιχμαλωτίζουν τις φευγαλέες εικονικότητες και τις περιπλέκουν με πολλούς τρόπους» (Xenakis, 1992, vii; 1963).

    Ο Deleuze, στο βιβλίο του με τίτλο Διαφορά και Επανάληψη (Différence et répétition), διακρίνει την τύχη από την αυθαιρεσία (Deleuze, 1968; 1994; 2019). Συσχετίζει την αντίληψη της διαδικασίας μάθησης ή πειραματισμού ως επίλυσης προβλημάτων, επηρεαζόμενος από την κατανόηση του Raymond Roussel για τις «εξισώσεις των γεγονότων», με την έννοια της τύχης. Η θετική του αντίληψη για την τύχη έρχεται σε αντίθεση με την απόρριψη της τύχης από τον Le Corbusier στο «L’architecture et L’esprit Mathématique». Ο Deleuze, σε αντιδιαστολή με τον Le Corbusier, είναι κατά της «κατάργησης της τύχης» (Deleuze 1968; 1994; 2001, 198). O Deleuze συσχετίζει τη μάθηση με μια «ανανεώσιμη κάθε φορά» (Deleuze, 2001, 199; 1994), καταφατική αντίληψη της τύχης:Όταν ο Raymond Roussel θέτει τις «εξισώσεις των γεγονότων» του ως προβλήματα που πρέπει να λυθούν, ως ιδανικά γεγονότα ή γεγονότα που αρχίζουν να αντηχούν ως αποτέλεσμα μιας επιταγής της γλώσσας ή ως γεγονότα που τα ίδια είναι πλασματικά. Όταν πολλοί σύγχρονοι μυθιστοριογράφοι εγκαθίστανται σε αυτό το επικίνδυνο σημείο, σε αυτό το επιτακτικό και ερωτηματικό «τυφλό σημείο» από το οποίο το έργο αναπτύσσεται σαν πρόβλημα κάνοντας αποκλίνουσες σειρές να αντηχούν – δεν κάνουν εφαρμοσμένα μαθηματικά ή χρησιμοποιούν μαθηματική ή φυσική μεταφορά. Μάλλον, καθιερώνοντας αυτή την «επιστήμη» ή την καθολική μάθηση αμέσως σε κάθε τομέα, κάνουν το έργο μια διαδικασία μάθησης ή πειραματισμού, αλλά και κάτι συνολικό κάθε φορά, όπου το σύνολο της τύχης επιβεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση, ανανεώσιμο κάθε φορά, ίσως χωρίς καμία ουσιαστική αυθαιρεσία. (Deleuze, 2001, 199; 1994)ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΕΨΗ: ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΕΣ

    Όπως ισχυρίζεται ο James Williams για τον Deleuze, «η αίσθηση είναι μια απαραίτητη πτυχή της σκέψης» (Williams, 2013, 197). Ο Deleuze υποστηρίζει ότι ο ρυθμός είναι ουσιαστικά συνδεδεμένος με την αίσθηση. Η κατανόηση της μουσικής από τον Ξενάκη ως υλοποίησης της σκέψης είναι κοντά στην αντίληψη των Deleuze και Guattari για την τέχνη ως πέρασμα του υλικού στην αίσθηση. Οι Deleuze και Guattari υποστηρίζουν ότι «η αίσθηση μετασχηματίζεται σε υλικό χωρίς το υλικό να περάσει εντελώς στην αίσθηση, στην αντίληψη ή στο συναίσθημα» (Deleuze & Guattari, 1994, 166-67). Όπως μας υπενθυμίζει ο Edward Campbell, «η μουσική είναι για τον Deleuze απολύτως εμπλεκόμενη με τη σκέψη» (Campbell, 2013, 1).

    Ο Ξενάκης πίστευε ότι «όταν … η μαθηματική σκέψη υπηρετεί τη μουσική … θα πρέπει να συγχωνεύεται διαλεκτικά με τη διαίσθηση». Υπογραμμίζει ότι η «δράση, η σκέψη και η αυτομεταμόρφωση μέσα από τους ίδιους τους ήχους … είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθεί κανείς» (Xenakis, 1992, 181; 1963). Ο Ξενάκης μας καλεί να «ανέβουμε ξανά στο σιντριβάνι των νοητικών λειτουργιών που χρησιμοποιούνται στη σύνθεση και να επιχειρήσουμε να αποσπάσουμε τις γενικές αρχές που ισχύουν για όλα τα είδη μουσικής» (Xenakis, 1992, 155; 1963). Παρ΄όλα αυτά δεν τον ενδιαφέρει να κάνει «μια ψυχοφυσιολογική μελέτη της αντίληψης». Στο επίκεντρο της σκέψης του είναι η προσπάθεια να κατανοήσει «το φαινόμενο της ακοής και τις διαδικασίες σκέψης που εμπλέκονται κατά την ακρόαση μουσικής» (Xenakis, 1992, 155; 1963). Για τον Ξενάκη «το να κάνεις μουσική σημαίνει να εκφράζεις την ανθρώπινη νοημοσύνη με ηχητικά μέσα» (Xenakis, 1992, 178; 1963). Η έννοια της νοημοσύνης, για τον Ξενάκη, «περιλαμβάνει όχι μόνο τις ταραχές της καθαρής λογικής αλλά και τη «λογική» των συναισθημάτων και της διαίσθησης» (Xenakis, 1992, 178; 1963).

    Τα δύο τρίτα της σύνθεσης του «Metastasis», που συντέθηκαν μεταξύ 1953 και 1954, βασίζονται σε σειριακή δομή. Όπως μας πληροφορεί η Anne-Sylvie Barthel-Calvet, ο Ξενάκης αναφέρεται στην ιδέα της «diastémique sérielle» («serial diastemic») (Barthel-Calvet, 2011). Το κείμενό του Ξενάκη με τίτλο «The Crisis of Serial Music», που δημοσιεύθηκε αρχικά στο Gravesanner Blätter (Εικ. 1), σηματοδοτεί την κριτική του απέναντι στις αρχές του σειραϊσμού[5] (Xenakis, 1955). Γιατί ο Ξενάκης απορρίπτει τη σειραϊκή μουσική; Ο Ξενάκης σημειώνει: «Το 1954 κατήγγειλα τη γραμμική σκέψη (πολυφωνία) και κατέδειξα τις αντιφάσεις της σειριακής μουσικής. Στη θέση της πρότεινα έναν κόσμο ηχητικών μαζών, τεράστιων ομάδων ηχητικών γεγονότων, νεφών και γαλαξιών που διέπονται από νέα χαρακτηριστικά όπως η πυκνότητα, ο βαθμός τάξης και ο ρυθμός μεταβολής, που απαιτούσαν ορισμούς και πραγματοποιήσεις χρησιμοποιώντας τη θεωρία πιθανοτήτων». (Xenakis, 1992, 182; 1963) Η αποδοκιμασία του για τον «ντετερμινισμό της σειριακής μουσικής» σχετίζεται με την πεποίθησή του ότι «ο ουσιαστικά απόλυτος ντετερμινισμός της σειριακής μουσικής» περιόρισε το νέο μονοπάτι που άνοιξε «η τονική λειτουργία» (Xenakis, 1992, 4). Η κριτική του απέναντι στη σειριακή μουσική θα πρέπει να γίνει κατανοητή σε συνδυασμό με τη διάκριση που πρότεινε μεταξύ των κατηγοριών εξωτερικού χρόνου, εσωτερικού χρόνου και χρονικών κατηγοριών (Xenakis, 1992, 183). Για να κατανοήσουμε καλύτερα την κριτική του Ξενάκη για τη μουσική αιτιότητα και τον σειραϊσμό θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι «στις αρχές και στα μέσα της δεκαετίας του ’50 . . . Η συνολική σειριοποίηση θεωρήθηκε κάτι σαν πανάκεια σύνθεσης» (Souster, 1968, 6). Ο Ξενάκης είναι επίσης δύσπιστος για τις Δομές I του Boulez, το οποίο ήταν το τελευταίο και πιο επιτυχημένο από τα έργα του Boulez που χρησιμοποίησε την τεχνική του ολοκληρωμένου σειραϊσμού (Hopkins και Griffiths 2001). Όπως σημειώνει ο Mihu Iliescu, για τον Ξενάκη «η αντικατάσταση της παραδοσιακής αρμονικής γραφής – ασυνεχείς χορδικές οντότητες – με συνεχή πλέγματα glissandi ήταν, στην πραγματικότητα, ένας τρόπος κοπής του γόρδιου δεσμού της σειριακής υπερπολυπλοκότητας» (Iliescu, 2002, 134).Εικόνα 1: Το εξώφυλλο του περιοδικού Gravesaner Blatter, στο οποίο ο Ξενάκης δημοσίευσε το κείμενό του που τον έβαζε ενάντια στη σίριαλ μουσική του Boulez, εικονογραφήθηκε με το Modulor του Le Corbusier. © Ακαδημία των Τεχνών,  Βερολίνο, και Fondation Le Corbusier, Παρίσι.Ο Gilles Deleuze υπογραμμίζει ότι «η σύγχρονη σκέψη γεννιέται από την αποτυχία της αναπαράστασης, από την απώλεια ταυτοτήτων» και ισχυρίζεται ότι «η πρωτοκαθεδρία της ταυτότητας, όπως και αν γίνει αντιληπτή, ορίζει τον κόσμο της αναπαράστασης» (Deleuze, 1994, xix). Ο Ξενάκης συσχετίζει τις διαδικασίες αξιωματοποίησης με τη σύγχρονη σκέψη. Ισχυρίζεται: «Στην πραγματικότητα […] η αξιωματοποίηση αποτελεί έναν διαδικαστικό οδηγό, που ταιριάζει καλύτερα στη σύγχρονη σκέψη» (Xenakis, 1992, 178; 1963). Η κατανόηση της σύνθεσης εκτός χρόνου σχετίζεται με την πρόθεσή του να εφεύρει μια σύγχρονη αντίληψη της μουσικής σύνθεσης. Αυτό γίνεται φανερό όταν γράφει ότι «μπορεί κανείς . . . να σχεδιάσει χρονικές αρχιτεκτονικές – ρυθμούς – με μια σύγχρονη έννοια.» Κατανοεί την προσέγγισή του ως μια «αξιωματοποίηση των χρονικών δομών που τοποθετούνται εκτός χρόνου» (Xenakis, 1992, 264; 1963).

    Τα αισθητικά κριτήρια του Ξενάκη βασίζονται στις ακόλουθες δύο αρχές: αφενός, ο καλλιτέχνης θα πρέπει να θέτει υπό αμφισβήτηση τα κριτήριά του, ψάχνοντας κάθε στιγμή «σαν παιδί με νέα και ‘ανεξάρτητη’ άποψη για τα πράγματα», απελευθερώνοντας τον εαυτό του «από κάθε ενδεχόμενο (Xenakis, 1992, xi; 1963). Από την άλλη, ο καλλιτέχνης θα πρέπει να επιμείνει στην «αδιάκοπη ορμή προς την αλλαγή, προς την ελευθερία» (Xenakis, 1992, xii; 1963). Η άποψη του Ξενάκη για τον καλλιτέχνη δεν μπορεί να αναχθεί σε μια μεμονωμένη κατανόηση των μορφών και των αλλαγών τους, αλλά, αντίθετα, φιλοδοξεί να αγκαλιάσει «τον […] απέραντο ορίζοντα της γνώσης και της προβληματικής» (Xenakis, 1992, xii; 1963).

    Σύμφωνα με τον Christopher Butchers, «ο Ξενάκης δείχνει πόσο απλό βήμα είναι να επιστρέψεις στον ιδανικό πυθαγόρειο πάντρεμα μουσικής και μαθηματικών» (Butchers, 1968, 3). Όπως ισχυρίζεται ο Le Corbusier στο Modulor, «τα μαθηματικά είναι η μεγαλειώδης δομή που επινοήθηκε από τον άνθρωπο για να του δώσει την κατανόηση του σύμπαντος» (Le Corbusier, 2004, 71). Η αντίληψη του Deleuze για τα μαθηματικά βασίζεται στη διάκριση μεταξύ δύο τρόπων τυποποίησης – αξιωματικής και προβληματικής – που σχετίζεται με την ένταση μεταξύ εκτεταμένων και εικονικών πολλαπλοτήτων (Smith, 2006; Duffy, 2013). Η αξιωματική ιδιοποιείται συνεχώς τα περιεχόμενα της προβληματικής, ενώ η οντολογία των μαθηματικών δεν μπορεί να αναχθεί σε αξιωματικά. Ο Deleuze κατανοεί «τη διάκριση μεταξύ προβληματικών και αξιωματικών πολλαπλοτήτων με έναν καθαρά εγγενή τρόπο» (Smith, 2012, 289).

    Ο Ξενάκης θεωρεί τα μαθηματικά και τη λογική ως τα εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή νέων διαδικασιών μουσικής σύνθεσης. Ισχυρίζεται: «Για να βάλουμε τα πράγματα στη σωστή ιστορική τους προοπτική, είναι απαραίτητο να βασιστούμε σε πιο ισχυρά εργαλεία όπως τα μαθηματικά και τη λογική και να πάμε στο βάθος των πραγμάτων, στη δομή της μουσικής σκέψης και σύνθεσης» (Xenakis, 1992, 208; 1963). Όπως αναφέρει ο Daniel Smith, ο Deleuze συνδέει την αξιωματική με τη «μείζονα» ή «βασιλική» αντίληψη της επιστήμης και την προβληματική με μια «ελάσσονα» ή «νομαδική» αντίληψη αυτής (Smith, 2003). Οι Deleuze και Guattari υποστηρίζουν, στο Τί είναι Φιλοσοφία;: «Το να βλέπεις τι συμβαίνει είχε πάντα μια ουσιαστική σημασία, μεγαλύτερη από τις επιδείξεις, ακόμη και στα καθαρά μαθηματικά, τα οποία μπορούν να ονομαστούν οπτικά, εικονιστικά, ανεξάρτητα από τις εφαρμογές τους» (Deleuze & Guattari, 1994, 128). Για τον Deleuze, το μέσο για την κατάκτηση της γένεσης της αλήθειας είναι η προβληματική, όπως μας υπενθυμίζει ο Smith (Smith, 2003). Οι Deleuze και Guattari σημειώνουν:Πάνω απ’ όλα, ο διαγραμματισμός δεν πρέπει να συγχέεται με μια πράξη αξιωματικού τύπου. Μακριά από τη χάραξη δημιουργικών γραμμών πτήσης και τη σύζευξη χαρακτηριστικών θετικής αποεδαφικοποίησης, η αξιωματική μπλοκάρει όλες τις γραμμές, τις υποτάσσει σε ένα ακριβές σύστημα και σταματά τα γεωμετρικά και αλγεβρικά συστήματα γραφής που είχαν αρχίσει να τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις.(Deleuze & Guattari, 1987, 143)ΜΕΤΑΞΥ “MODULOR” ΚΑΙ “METASTASIS“: ΟΤΑΝ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

    Ο Le Corbusier εφηύρε το Modulor, το οποίο είναι ένα σύστημα καθολικών αναλογιών, βασισμένο στη Χρυσή Τομή και τη σειρά Fibonacci (1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21, …), με στόχο να βοηθήσει τον αρχιτέκτονα να βρει ομοιογένεια στις γενικές διαστάσεις των έργων. Όπως παρατηρεί ο Jean-Louis Cohen, «ο όρος Modulor συντέθηκε από τη συγχώνευση της έννοιας του module με την έννοια της χρυσής τομής» (Cohen, 2014, 1). Στο “Metastasis”, ο Ξενάκης εφάρμοσε ορισμένα εργαλεία από το σύστημα Modulor του Le Corbusier όσον αφορά την οργάνωση των δομών και τη διάρκεια της δυναμικής και των χροιών. Για να απαντήσουμε στο πως μπορεί να συμβεί η επικοινωνία μεταξύ μαθηματικών, αρχιτεκτονικής και μουσικής, θα μπορούσαμε να πάρουμε ως αφετηρία τη χρήση του συστήματος Modulor από τον Ξενάκη στη σύνθεση και τη σημειογραφία του “Metastasis”. Σχετικά με τον Le Corbusier, ο Ξενάκης παρατηρεί: «Ανακάλυψα όταν ήρθα σε επαφή με τον Le Corbusier ότι τα προβλήματα της αρχιτεκτονικής, όπως τα διατύπωσε, ήταν τα ίδια με αυτά που αντιμετώπιζα στη μουσική» (Xenakis στο Cross, 2003, 145).

    Ο Ξενάκης ενδιαφερόταν για το Modulor γιατί ήταν ταυτόχρονα μια γεωμετρική και μια  αθροιστική σειρά. Η συνθετική του προσέγγιση του Ξενάκη βασιζόταν σε μια σχέση μεταξύ μουσικής και αρχιτεκτονικής που ξεπερνούσε το μεταφορικό. Η αντίληψή του για τον ήχο ήταν χωρική. Στη σύνθεση του “Metastasis” ο ρόλος του Modulor ήταν θεμελιώδης. Όπως σημειώνει ο Iliescu, το «πρώιμο glissandi του Ξενάκη προέκυψε από την άμεση μετατροπή σε ήχο ενός οπτικού στοιχείου, της γραμμής» (Iliescu, 2002, 134). Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι «η κατεξοχήν κεντρική χειρονομία του Ξενάκη μπορεί να είναι το γραμμικό glissando» (Solomos, 1996, 155). Για τη σημειογραφία του “Metastasis” χρησιμοποίησε γραφικές παραστάσεις glissandi, που μοιάζουν με υπερβολικά παραβολοειδή, τις οποίες περιέγραψε ως «καθορισμένες επιφάνειες ήχου» » (Xenakis στο Evans, 1995, 298) (Εικ. 2). Τα glissandi του “Metastasis” που ο Ξενάκης σχεδίασε σε γραφική παράσταση με το ύψος (pitch) στον άξονα y και χρόνο στον άξονα x μοιάζουν με τα δομικά στοιχεία που θα σχεδίαζε αργότερα για το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες (Εικ. 3 και Εικ. 4).Εικόνα 2: Η σημειογραφία του “Metastasis”, 1954 © Collection Famille Xenakis.Εικόνα 3: ‘Ένα από τα αρχικά σκίτσα του Ξενάκη για το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες, 15 Οκτωβρίου 1956 © Collection Famille Xenakis.Εικόνα 4: Προοπτικό σχέδιο που έκανε ο Ιάννης Ξενάκης για το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες στις 19  Οκτωβρίου του 1956 © Fondation Le Corbusier, Παρίσι, 28583.Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον Le Corbusier, η οποία διήρκεσε από το 1947 έως το 1959, ο Ξενάκης σχεδίασε το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες (Εικ. 5, Εικ. 6 και Εικ. 7). Για το σχέδιό του για το περίπτερο, εφάρμοσε τα υπερβολικά παραβολοειδή των glissandi του «Metastasis» (Εικ. 6).  Ο Ξενάκης έχει δηλώσει τα εξής για τη συνθετική διαδικασία που ακολούθησε κατά τη συνθετική διαδικασία του περιπτέρου της Philips και τη σχέση της με το «Metastasis»: «Στο περίπτερο της Philips συνειδητοποίησα τις βασικές ιδέες του Metastasis: όπως και στη μουσική, έτσι και εδώ με ενδιέφερε το ερώτημα αν είναι δυνατόν να φτάσεις από το ένα σημείο στο άλλο χωρίς να αρθεί η συνέχεια. Στο Metastasis, αυτό το πρόβλημα οδήγησε σε glissandi, ενώ στο περίπτερο είχε ως αποτέλεσμα τα υπερβολικά παραβολοειδή σχήματα» (Varga, 1996, 24). Το σχέδιο του Ξενάκη για το Philips Pavilion ήταν το πρώτο αυτοφερόμενο υπερβολικό παραβολοειδές που κατασκευάστηκε ποτέ (Εικ. 8). Τα υπερβολικά παραβολοειδή από τη φύση τους είναι εύκολο να υπολογιστούν και να κατασκευαστούν και έχουν τη δική τους δομική ακεραιότητα (Εικ. 9, Εικ. 10 και Εικ. 11).Εικόνα 5: Ο Le Corbusier, Ο Louis Kalff και ο Ιάννης Ξενάκης με μια μακέτα του περιπτέρου της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες, περ. 1957. Πηγή: S. Kanach, C. Lovelace, eds. 2010. Iannis Xenakis: Composer, Architect, Visionary. New York: Drawing Center, 52. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 6: Ο Le Corbusier και ο Ιάννης Ξενάκης με μια μακέτα του περιπτέρου της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 7: Ο Louis Kalff, o Le Corbusier και ο Edgard Varèse μπροστά από το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 8: Το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 9: Σκίτσο από το σημειωματάριο του Ιάννη Ξενάκη για τις πιθανές ηχητικές διαδρομές εντός του περιπτέρου της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες, περ. 1957 © Collection Famille Xenakis.Εικόνα 10: Το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Archive, Eindhoven.Εικόνα 11: Το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες υπό κατασκευή. Credit: Philips Archive, Eindhoven.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΞΕΝΑΚΗ ΚΑΙ Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΜΕΣΩ ΗΧΗΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

    Συμπερασματικά, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ενσωμάτωση της έννοιας της τύχης και του εικονικού στα μαθηματικά και τις τέχνες, που είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης των Deleuze και Guattari, αποκτά μια κυριολεκτική υπόσταση στην περίπτωση του Ξενάκη. Η συνάντηση των ηχητικών, χωρικών και μαθηματικών διαδικασιών είναι στο επίκεντρο της συνθετικής διαδικασίας του Ξενάκη. Ο Deleuze ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο η μουσική σύνθεση και η αντίληψη καθιστούν αισθητές τις δυνάμεις του χρόνου. Ο Ξενάκης, όπως και ο John Cage, αντιλαμβάνεται τον χρόνο ως αιωρούμενο, αναφερόμενος σε μια διαδικασία «διαμόρφωσης του χρόνου» (Xenakis, 1992, 156). Ο Deleuze έλκεται επίσης από «τον  τρόπο με τον οποίο όλες οι επαναλήψεις συνυπάρχουν στη σύγχρονη μουσική» (Deleuze, 1994, 293). Για τον Ξενάκη, η δύναμη της μουσικής σύνθεσης έγκειται στην έκφραση της νοημοσύνης μέσω ηχητικών μέσων, ενώ, για τον Deleuze, οι δυνάμεις αποεδαφοποίησης της μουσικής σύνθεσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη δυνατότητά της να «αιχμαλωτίζει και κάνει αισθητές τις δυνάμεις του χρόνου» (Deleuze, 1998, 73). Ο Ξενάκης πιστεύει στην αναγκαιότητα αλλαγής των «διατεταγμένων δομών του χρόνου και του χώρου, αυτών της λογικής» και συσχετίζει αυτόν τον μετασχηματισμό με την επανεφεύρεση της τέχνης και των επιστημών που «πρέπει να πραγματοποιήσουν αυτή τη μετάλλαξη» (Xenakis, 1992, 241).ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την οικογένεια Ξενάκη και τη Fondation Le Corbusier στο Παρίσι, τoν υπεύθυνο των αρχείων της Philips στο Eindhoven, και την Ακαδημία των Τεχνών στο  Βερολίνο για την άδεια να συμπεριλάβω τις εικόνες στο άρθρο μου.

    Η Συντακτική Επιτροπή του InS ευχαριστεί θερμά τον εικαστικό Χρήστο Αλαβέρα, από τη Θεσσαλονίκη, για τις προσωπογραφίες του Ιάννη Ξενάκη.[1] Το ερευνητικό έργο υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της Δράσης «3η Προκήρυξη ερευνητικών έργων ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. για την ενίσχυση Μεταδιδακτορικών Ερευνητών/τριών» (Αριθμός Έργου: 7833)

    [2] Το ύψος είναι μια αντιληπτική ιδιότητα των ήχων. Είναι μια κύρια ακουστική ιδιότητα των μουσικών τόνων, μαζί με τη διάρκεια, την ένταση και τη χροιά. Παρόλο που είναι δυνατό να ποσοτικοποιηθεί ως συχνότητα, το ύψος δεν είναι μια αντικειμενική φυσική ιδιότητα, αλλά μια υποκειμενική ψυχοακουστική ιδιότητα του ήχου. Ιστορικά, η μελέτη της αντίληψης του ύψους και του τόνου ήταν ένα κεντρικό πρόβλημα στην ψυχοακουστική και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και τη δοκιμή θεωριών αναπαράστασης, επεξεργασίας και αντίληψης του ήχου.

    [3] Στη μουσική, ένα γλισσάντο, γνωστό και ως γκλις, είναι ένα μουσικό εργαλείο σύνθεσης και τεχνικής παιχνιδιού που ακούγεται σαν μια ομαλή διαφάνεια από τη μια νότα στην άλλη.

    [4] Le Corbusier, « L’espace indicible », Fondation Le Corbusier, Παρίσι, FLC B3-7-239-001. Πρωτότυπη έκφραση: “Un phénomène de concordance se présente, exact comme en mathématique”.

    [5] Ο “σειραϊσμός” είναι μέθοδος που χρησιμοποιείται στη σύγχρονη μουσική σύνθεση, σύμφωνα με την οποία η λειτουργία των μουσικών παραγόντων (τονικό ύψος, ρυθμός, δυναμική και ηχόχρωμα) καθορίζεται με βάση αριθμητικές σχέσεις, αναλογίες ή άλλους μαθηματικούς υπολογισμούς, που, αφού επιλέξει, εφαρμόζει έπειτα ο συνθέτης με συνέπεια σε όλη τη διάρκεια του μουσικού του έργου. Ο όρος “σειραϊσμός” ετυμολογείται από τη λέξη «σειρά» (δωδεκαφωνία) και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει, κατ’ επέκταση, τον προκαθορισμό, όχι μόνο του τονικού ύφους των μουσικών φθόγγων, αλλά και του ρυθμού, της δυναμικής και του ηχοχρώματος.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Barthel-Calvet, A.-S. 2011. “Xenakis et le sérialisme: L’apport d’une analyse génétique de Metastasis.” Intersections 31(2): 3–21, doi: https://doi.org/10.7202/1013211ar

    Bogue, R. 2007. “The Art of the Possible.” Revue Internationale de Philosophie 61(241): 273–286.

    Bogue, R.  2014. Deleuze on Music, Painting, and the Arts. London; New York: Routledge, doi: https://doi.org/10.4324/9781315822044

    Braidotti, R. and P. Pisters. 2014. Revisiting normativity with Deleuze. London; New York: Bloomsbury Academic: https://www.bloomsbury.com/uk/revisiting-normativity-with-deleuze-9781441128751/

    Butchers, C. 1968. “The Random Arts: Xenakis, Mathematics and Music.” Tempo 85: 2–5.

    Campbell, E. 2013. Music after Deleuze. London: Bloomsbury Academic, doi: https://doi.org/10.5040/9781472548092

    Charitonidou, M. 2018. The relationship between interpretation and elaboration of architectural form: investigating the mutations of architecture’s scope (PhD Thesis). Athens: National Technical University of Athens (NTUA), doi: https://doi.org/10.12681/eadd/44354

    Charitonidou, M. 2019. “Music as a Reservoir of Thought’s Materialisation Between Metastaseis and Modulor.” In Aberrant Nuptials: Deleuze and Artistic Research 2. Edited by Paulo de Assis and Paolo Giudici, 101-119. Leuven: Leuven University Press. doi: https://doi.org/10.2307/j.ctvmd83nt.10

    Charitonidou, M. 2022. “Le Corbusier’s ineffable space and synchronism: From architecture as clear syntax to architecture as succession of events.” Arts, 11(2). doi: https://doi.org/10.3390/arts11020048

    Charitonidou, M. 2022. Drawing and Experiencing Architecture: The Evolving Significance of City’s Inhabitants in the 20th Century. Bielefeld: Transcript Verlag, doi: https://doi.org/10.14361/9783839464885. URL: https://www.degruyter.com/document/isbn/9783839464885/html Print-ISBN 978-3-8376-6488-1. PDF-ISBN 978-3-8394-6488-5. ISSN of series: 2702-8070. eISSN of series: 2702-8089

    Cimini, A. 2010. “Gilles Deleuze and the Musical Spinoza.” In Sounding the Virtual: Gilles Deleuze and the Theory and Philosophy of Music. Edited by Brian Hulse and Nick Nesbitt, 129–144. London: Routledge, doi: https://doi.org/10.4324/9781315609966

    Cohen, J.-L. 2014. “Le Corbusier’s Modulor and the Debate on Proportion in France.” Architectural Histories 2(1): 1-14, doi: https://doi.org/10.5334/ah.by

    Le Corbusier. 1946. “L’espace indicible.” L’Architecture d’aujourd’hui, no. Special Issue “Art”: 9-10.

    Le Corbusier. 1948. “L’architecture et L’esprit Mathématique.” In Les Grands Courants De La Pensée Mathématique. Edited by François Le Lionnais, 480-489. Paris: Cahiers du sud.

    Le Corbusier. 1948. Le modulor. Boulogne: Architecture d’aujourd’hui.

    Le Corbusier. 1955. Modulor 2. Boulogne: Architecture d’aujourd’hui.

    Le Corbusier. 1991. Precisions on the Present State of Architecture and City planning. Translated by Edith Schreiber Aujame. Cambridge, Mass.: MIT Press.

    Le Corbusier. 2004. The Modulor: A Harmonious Measure to the Human Scale Universally Applicable to Architecture and Mechanics. Translated by Peter de Francia and Anna Bostock. Basel: Birkhäuser.

    Cross, J. 2003. “Composing with Numbers: Sets, Rows and Magic Squares.” In Music and Mathematics: From Pythagoras to Fractals. Edited by John Fauvel, Raymond Flood and Robin J. Wilson, 131–46. Oxford: Oxford University Press: https://books.google.gr/books/about/Music_and_Mathematics.html?id=kFH69I4Y_l0C&redir_esc=y

    Deleuze, G. 1969. Logique du sens. Paris: Minuit.

    Deleuze, G. 1968. Différence et répétition. Paris: Presses universitaires de France.

    Deleuze, G. 1986. “Occuper sans compter: Boulez, Proust et le temps.” In Eclats/Boulez. Edited by Claude Samuel, 98-100. Paris: Centre Georges Pompidou.

    Deleuze, G. 1989.  “Qu’est-ce qu’un dispositif?” In Michel Foucault philosophe : rencontre internationale Paris 9, 10, 1 Janvier 1988. Paris: Éditions du Seuil.

    Deleuze, G. 1990. The Logic of Sense. Translated by Mark Lester with Charles Stivale. Edited by Constantin V. Boundas. New York: Columbia University Press.

    Deleuze, G. 1992. “What is a Dispositif?” In Michel Foucault, Philosopher. Translated and edited by Timothy J. Armstrong, 159-167. Hemel Hempstead: Harvester Wheatsheaf.

    Deleuze, G. 1994. Difference and Repetition. Translated by Paul Patton. New York: Columbia University Press: http://cup.columbia.edu/book/difference-and-repetition/9780231081597

    Deleuze, G. 1998. “Boulez, Proust and Time: ‘Occupy Without Counting.’” Translated by Timothy S. Murphy. Angelaki 3(2): 70–74.

    Deleuze, G. 2001. Difference and Repetition. Translated by Paul Patton. London and New York: Continuum.

    Deleuze, G. 2019. Διαφορά και Επανάληψη. Πρόλογος και μετάφραση Κωνσταντίνος Μπούντας. Επιμέλεια Δήμητρα Τουλάτου. Αθήνα: Εκκρεμές.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1980. Mille plateaux: Capitalisme et schizophrénie. Paris: Minuit.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1987. A Thousand Plateaus: Capitalism and Schizophrenia. Translated by Brian Massumi. Minneapolis: University of Minnesota Press.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1991. Qu’est-ce que la philosophie? Paris: Minuit.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1994. What Is Philosophy? Translated by Hugh Tomlinson and Graham Burchell. New York: Columbia University Press: http://cup.columbia.edu/book/what-is-philosophy/9780231079891

    Duffy, S. B. 2013. Deleuze and the History of Mathematics: In Defense of the “New.” London: Bloomsbury Academic, doi: https://doi.org/10.5040/9781472547996

    Evans, R. 1995. The Projective Cast: Architecture and Its Three Geometries. Cambridge, Mass.: The MIT Press.

    Exarchos, D. 2012. “Listening Outside of Time.” In Proceedings of the international Symposium Xenakis. La musique électroacoustique / Xenakis. The electroacoustic music (Université Paris 8, May 2012). Edited by Makis Solomos. Accessed 10 May 2019: https://research.gold,ac.uk/15750/1/MUS-Exarchos_2015.pdf.

    Exarchos, D. 2015. Iannis Xenakis: La musique électroacoustique/The Electroacoustic Music. Edited by Makis Solomos, 211–224. Paris: L’Harmattan.

    Flaxman, G. 2008. “Sci Phi: Gilles Deleuze and the Future of Philosophy.” In Deleuze, Guattari and the Production of the New. Edited by Simon O’Sullivan and Stephen Zepke, 11–21. London: Continuum.

    Fondation Le Corbusier, 2015. The Modulor and Modulor 2. Berlin, München, Boston: Birkhäuser, doi: https://doi.org/10.1515/9783035604092

    Hasty, C. 2010. “The Image of Thought and Ideas of Music.” In Sounding the Virtual: Gilles Deleuze and the Theory and Philosophy of Music. Edited by Brian Hulse and Nick Nesbitt, 1-23. London: Routledge, doi: https://doi.org/10.4324/9781315609966

    Hopkins, G. W., and P. Griffiths. 2001. “Boulez, Pierre.” In The New Grove Dictionary of Music and Musicians. Edited by Stanley Sadie and John Tyrell, 2nd ed., 29 vols., vol. IV, 98-108. London: Macmillan: https://books.google.gr/books/about/The_New_Grove_Dictionary_of_Music_and_Mu.html?id=8I4YAAAAIAAJ&redir_esc=y

    Iliescu, M. 2002. “Notes on the Late-Period Xenakis.” Contemporary Music Review 21(2–3): 133–142.

    Jasper, M. 2017. Deleuze on Art: The Problem of Aesthetic Constructions. Cambridge: Cambridge Scholars Publishing: https://www.cambridgescholars.com/product/978-1-4438-7900-2

    Kanach, S., C. Lovelace, eds. 2010. Iannis Xenakis: Composer, Architect, Visionary. New York: Drawing Center.

    May, T. 2005. Gilles Deleuze: An Introduction. Cambridge: Cambridge University Press.

    Murphy, T. S. 1998. “Boulez/Deleuze: A Relay of Music and Philosophy.” Angelaki 3(2): 69–70.

    Peters, F. E. 1967. Greek Philosophical Terms: A Historical Lexicon. New York: New York University Press.

    Pottage, A. 1996. “Architectural Authorship: The Normative Ambitions of Le Corbusier’s Modulor.” AA Files 31: 64-70. URL: http://www.jstor.org/stable/29544004

    Rodowick, D. N. 1999. “The Memory of Resistance.” in A Deleuzian Century? Edited by Ian Buchanan, 37-57. Durham NC, London: Duke University Press: https://www.dukeupress.edu/a-deleuzian-century

    Smith, D. W.  2003. “Mathematics and the Theory of Multiplicities: Badiou and Deleuze Revisited.” Southern Journal of Philosophy 41(3):411–449.

    Smith, D. W.  2006. “Axiomatics and Problematics as Two Modes of Formalisation: Deleuze’s Epistemology of Mathematics.” In Virtual Mathematics: The Logic of Difference. Edited by Simon B. Duffy, 145–168. Manchester: Clinamen: https://books.google.gr/books/about/Virtual_Mathematics.html?id=6RcQAQAAIAAJ&redir_esc=y

    Smith, D. W.  2012. “Alain Badiou: Mathematics & Theory of Multiplicities.” In Essays on Deleuze, 287–311. Edinburgh: Edinburgh University Press. URL: https://www.jstor.org/stable/10.3366/j.ctt3fgqq7

    Solomos, M. 1996. Iannis Xenakis. Echos du XXe siècle. France: P.O. Éditions.

    Souster, T. 1968. “Xenakis’s ‘Nuits.’” Tempo 85: 5–18.

    Varga, B. A. 1996. Conversations with Iannis Xenakis. London: Faber and Faber.

    Williams, J. 2013. Gilles Deleuze’s Difference and Repetition: A Critical Introduction and Guide. 2nd ed. Edinburgh: Edinburgh University Press. URL: https://www.jstor.org/stable/10.3366/j.ctt1g09x57

    Xenakis, I. 1955. “La crise de la musique sérielle.” Gravesanner Blätter 1: 2–4.

    Xenakis, I. 1963. Musiques formelles: Nouveaux principes formels de composition musicale. Paris: Richard-Masse.

    Xenakis, I. 1976. Musique. Architecture. 2nd ed. Tournai: Casterman.

    Xenakis, I. 1992. Formalized Music: Thought and Mathematics in Composition. Edited by Sharon Kanach. Rev. ed. Hillsdale, NY: Pendragon Press: https://books.google.gr/books/about/Formalized_Music.html?id=y6lL3I0vmMwC&redir_esc=y

  • Podcast: Διαλέξεις για τους υπολογιστές – Richard P. Feynman

    Podcast: Διαλέξεις για τους υπολογιστές – Richard P. Feynman

    Ακούστε εδώ την εισαγωγή του βιβλίου ” Διαλέξεις για τους υπολογιστές” του Richard P. Feynman, των εκδόσεων Leader Books.

    Αγαπητές φίλες και φίλοι

    Σε αυτό το podcast το InScience παρουσιάζει το βιβλίο του μεγάλου Αμερικανού φυσικού Ρίτσαρντ Φάυνμαν, ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ, που εκδόθηκε το 2006 από τις εκδόσεις Leader Books.

    Την μετάφραση του βιβλίου είχε κάνει ο Βασίλης Λεμπέσης.

    Την επιστημονική επιμέλεια της μετάφρασης είχαν υπό την ευθύνη τους οι Δημοσθένης Έλληνας και Γιάννης Τσοχαντζής.

    Την φιλολογική επιμέλεια της μετάφρασης είχε κάνει η Έλλη Κορρού-Λεμπέση.

    Την επιμέλεια του podcast είχε η Ομάδα Αφήγησης Παραμυθανθός

    Αφηγητές: Δημήτρης Μάλλης και Καλλιρρόη Μουλά

    Την μουσική συνέθεσε αποκλειστικά για το podcast o Θωμάς Ζήσης

    H συντακτική επιτροπή του InScience αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει θερμά τις εκδόσεις Leader Books και ιδιαίτερα τον κ. Σωτήρη Καρέγλη για την ευγενική παραχώρηση της άδειας για την αναπαραγωγή του υλικού.

  • Ένας Έλληνας στο Διαστημικό Τηλεσκόπιο James Webb. Συνέντευξη με τον Πολυχρόνη Πατάπη.

    Ένας Έλληνας στο Διαστημικό Τηλεσκόπιο James Webb. Συνέντευξη με τον Πολυχρόνη Πατάπη.

    Το InScience παρουσιάζει μια συνέντευξη με τον Πολυχρόνη Πατάπη.

  • ΟΠΤΙΚΟΙ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟΙ ΑΤΟΜΩΝ – ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤO

    ΟΠΤΙΚΟΙ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟΙ ΑΤΟΜΩΝ – ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤO

    Απεικόνιση ατόμων παγιδευμένων σε οπτικό πλέγμα. Ευγενική προσφορά στο InS του I. Bloch, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian (LMU) του Μονάχου και Διευθυντή Ερευνών στο Ινστιτούτο Κβαντικής Οπτικής Max Planck στο Garching της Γερμανίας.Σε αυτό το άρθρο θα αναφερθούμε στην πιο θεαματική, ίσως, εφαρμογή της παγίδευσης της ατομικής κίνησης: τους οπτικούς κρυστάλλους. Πρόκειται για φυσικά συστήματα στα οποία παγιδεύονται άτομα μέσα σε οπτικά πλέγματα, δηλαδή σε οπτικά πεδία που η έντασή τους εμφανίζει περιοδικότητα, σε μία, δύο και τρεις διαστάσεις και θυμίζουν τη μορφή των κρυσταλλικών πλεγμάτων των στερεών σωμάτων. Η σημασία των οπτικών κρυστάλλων ατόμων πάει πολύ πιο πέρα από μια απλή ομοιότητα μορφής και γεωμετρίας με τους κρυστάλλους των στερεών σωμάτων καθώς ανοίγουν, στην κυριολεξία, νέους ορίζοντες στην ατομική φυσική και στη φυσική της συμπυκνωμένης ύλης. Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΕΝΟΣ ΟΠΤΙΚΟΥ ΠΛΕΓΜΑΤΟΣ

    Η κατασκευή ενός οπτικού πλέγματος είναι εξαιρετικά απλή. Το μόνο που χρειάζεται είναι δύο όμοιες (σε πλάτος, συχνότητα και πόλωση) δέσμες λέιζερ που διαδίδονται σε αντίθετη κατεύθυνση και συμβάλλουν μεταξύ τους. Με αυτό τον τρόπο προκύπτει ένα στάσιμο ηλεκτρομαγνητικό κύμα του οποίου η ένταση εμφανίζει περιοδικότητα σε μια διάσταση (στην διεύθυνση της διάδοσης των δύο δεσμών), όπως φαίνεται στην Εικ. 1. Με ανάλογο τρόπο, αν οδηγήσουμε σε συμβολή ζεύγη δεσμών κατά μήκος των άλλων δύο διαστάσεων του χώρου, μπορούμε να κατασκευάσουμε ηλεκτρομαγνητικά πεδία με περιοδικότητα στις δύο ή και στις τρεις διαστάσεις όπως φαίνεται και στην Εικ. 2 (Bloch, 2005).Εικόνα 1.  Το στάσιμο ηλεκτρομαγνητικό κύμα προκύπτει από τη συμβολή δύο αντίθετα διαδιδόμενων δεσμών λέιζερ. Τα σημεία μέγιστης (ελάχιστης) έντασης απέχουν μεταξύ τους απόσταση ίση με το μισό του μήκους κυμάτων λ των δύο δεσμών λέιζερ. Στα σημεία αυτά μπορούν να παγιδευτούν άτομα (κίτρινοι δίσκοι) Εικόνα 2. a) Οπτικά πλέγματα σε δύο διαστάσεις. Τα άτομα παγιδεύονται σε περιοχές με κυλινδρική γεωμετρία. β)  Οπτικά πλέγματα σε τρεις διαστάσεις. Τα άτομα παγιδεύονται γύρω από συγκεκριμένα σημεία του χώρου.Όταν ένα άτομο, που έχει προηγουμένως επιβραδυνθεί, βρεθεί μέσα σε ένα οπτικό πλέγμα υπόκειται σε ένα οπτικό διπολικό δυναμικό και παγιδεύεται στα σημεία που η τιμή της έντασης του φωτός είναι μέγιστη ή μηδενική. Το άτομο βρίσκεται στην ουσία παγιδευμένο από ένα δυναμικό που έχει τη χωρική περιοδικότητα της έντασης του πεδίου. Μια καλλιτεχνική αναπαράσταση του δυναμικού αυτού και των παγιδευμένων ατόμων δίνεται στην Εικ.3. Όπως, εύστοχα, έχει σχολιάσει ο φυσικός Ι. Deutsch, τα παγιδευμένα άτομα στα οπτικά πλέγματα μοιάζουν με αυγά τοποθετημένα σε καρτέλες. Τα πειράματα με οπτικά πλέγματα άρχισαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με πρωτοπόρες τις ερευνητικές ομάδες του G. Grynberg στην École Normale Superieure (ENS) των Παρισίων (Verkerk et al, 1992) και του W. Phillips στο National Institute of Standards and Technology (NIST) του Gaithersburg των ΗΠΑ (Jessen et al, 1992).

    Οπτικά πλέγματα μπορούν να κατασκευαστούν για οποιαδήποτε άτομα. Όμως με τα στοιχεία των αλκαλίων η κατασκευή και ο χειρισμός των ατόμων είναι ευκολότερος εξαιτίας της ύπαρξης στην ηλεκτρονική τους δομή ενός μόνο ηλεκτρονίου σθένους. Σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες τα περισσότερα άτομα συμπεριφέρονται με παρόμοιο τρόπο. Το μόνο κρίσιμο στοιχείο είναι αν είναι μποζόνια ή φερμιόνια καθώς με τα πρώτα η διαδικασία επιβράδυνσης της ατομικής κίνησης είναι ευκολότερη. Σήμερα πειράματα με οπτικά πλέγματα εκτελούνται με άτομα διαφόρων στοιχείων όπως τα μποζονικά ρουβίδιο-87, νάτριο-23, κάλιο-39 και κέσιο-13 καθώς και τα φερμιονικά κάλιο-40, λίθιο-6 και στρόντιο-87.

    Ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα τοποθετούνται σε ένα οπτικό πλέγμα ακολουθεί μια αντίστροφη λογική. Δημιουργούμε πρώτα ένα συμπύκνωμα BoseEinstein από τα άτομα. Στη συνέχεια σχηματίζουμε αργά το πλέγμα στο χώρο του συμπυκνώματος και τα άτομα αναδιατάσσονται και παίρνουν τις θέσεις τους μέσα στο πλέγμα. Αν θέλουμε να ελευθερώσουμε τα άτομα από τον οπτικό κρύσταλλο τότε, απλά, δεν έχουμε παρά να «σβήσουμε» το οπτικό πλέγμα.Εικόνα 3. Καλλιτεχνική αναπαράσταση ενός οπτικού πλέγματος και παγιδευμένων ατόμων σε αυτό.ΟΠΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΚΑ ΠΛΕΓΜΑΤΑ

    Η κίνηση των παγιδευμένων ατόμων σε έναν οπτικό κρύσταλλο προσομοιάζει με την κίνηση των ηλεκτρονίων στο κρυσταλλικό πλέγμα ενός μετάλλου. Σε αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό εδράζεται η σπουδαιότητα των οπτικών κρυστάλλων. Ωστόσο, η ομοιότητα αυτή δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει στην παραγνώριση των μεταξύ τους διαφορών, οι οποίες είναι σημαντικές (Cohen-Tannoudji & Guéry-Odelin, 2011). Κατ’ αρχάς στα οπτικά πλέγματα η περιοδικότητα στο χώρο δεν οφείλεται στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ατόμων αλλά σε ένα εξωτερικό δυναμικό που δημιουργείται από την αλληλεπίδραση των ατόμων με το φως, όπως φαίνεται παραστατικά στην Εικ. 4.  Επίσης, η σχετική κλίμακα των χωρικών διαστάσεων είναι διαφορετική. Δύο διαδοχικές θέσεις σε ένα κρυσταλλικό πλέγμα έχουν απόσταση μεταξύ τους της τάξης του Angstrom (10-10 m). Αντίθετα, σε ένα οπτικό πλέγμα η αντίστοιχη απόσταση είναι της τάξης του 1μm (10-6 m), δηλαδή σχεδόν δέκα χιλιάδες φορές μεγαλύτερη. Επιπλέον, τα οπτικά πλέγματα, σε αντιδιαστολή με τα κρυσταλλικά, έχουν χαρακτηριστικά (όπως οι χωρικές διαστάσεις και το ενεργειακό τους βάθος) που μπορούν να μεταβληθούν κατά βούληση με την απλή αλλαγή των τιμών των παραμέτρων των δεσμών λέιζερ που τα δημιουργούν. Η μεγάλη διαφορά κλίμακας μεταξύ των κρυσταλλικών και οπτικών πλεγμάτων έχει ακόμη ένα πλεονέκτημα σε πειραματικό επίπεδο καθώς για να διερευνήσουμε φαινόμενα μέσα σε οπτικό πλέγμα χρειαζόμαστε απλά οπτικά μικροσκόπια σε αντίθεση με ένα κρυσταλλικό πλέγμα στο οποίο χρειαζόμαστε μικροσκόπια ακτινών-Χ. Αντίστοιχης τάξης μεγέθους είναι και η διαφορά στην χρονική διάρκεια αντίστοιχων φαινομένων  στα οπτικά και στα κρυσταλλικά πλέγματα. Για παράδειγμα ενώ σε ένα κρυσταλλικό πλέγμα η εκδήλωση του φαινομένου σήραγγας χρειάζεται χρονικά διαστήματα της τάξης του 1 ns (10-9 s) σε ένα οπτικό πλέγμα χρειάζεται μόλις 1 ms (10-3 s).   Τέλος, τα οπτικά πλέγματα είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, απαλλαγμένα από τα φωνόνια (phonons), τις συλλογικές ταλαντώσεις ατόμων στις περιοδικές δομές των κρυστάλλων των στερεών σωμάτων.Εικόνα 4. Άτομα σε οπτικό πλέγμα και ηλεκτρόνια σε κρυσταλλικό πλέγμα. Οι γαλάζιες διακεκομμένες καμπύλες στο οπτικό πλέγμα αναπαριστούν τις κυματοσυναρτήσεις των ατόμων και αντιστοιχούν σε εκείνες των ηλεκτρονίων σθένους σε ένα πραγματικό κρύσταλλο (Greiner et al, 2015).ΙΜΑΝΤΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ

    Ένα άλλο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό των οπτικών κρυστάλλων είναι η δυνατότητα μετακίνησής τους στο χώρο. Πράγματι, οι θέσεις των μέγιστων και ελάχιστων της έντασης και του διπολικού δυναμικού μπορούν να μετακινηθούν πάνω στη διεύθυνση διάδοσης των δεσμών λέιζερ. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο: απλά μεταβάλλοντας ελαφρά τη συχνότητα του ενός από τα δύο λέιζερ! Για παράδειγμα, αν μεταξύ των δύο δεσμών υπάρχει μια διαφορά συχνοτήτων, Δf =f1-f2, τότε το οπτικό πλέγμα μετακινείται στο χώρο με μια ταχύτητα v = λΔf/2. Μάλιστα μπορεί να μετακινηθεί τόσο προς τη θετική κατεύθυνση (εάν Δf > 0) όσο και προς την αρνητική (εάν Δf < 0). Με αυτόν τον τρόπο τα μετακινούμενα πλέγματα λειτουργούν ως οπτικοί ιμάντες μεταφοράς (optical conveyors) για τα παγιδευμένα άτομα (Schrader et al, 2001). Οι οπτικοί ιμάντες μεταφοράς χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ενός συνόλου ψυχρών ατόμων μεταξύ δύο σημείων του χώρου ενώ παράλληλα τα άτομα παραμένουν παγιδευμένα και βραδυκίνητα. Αυτός ο μηχανισμός μεταφοράς ατόμων στο χώρο έχει αξιοποιηθεί στη λειτουργία των ατομικών ρολογιών (atomic clocks) (Riis et al, 1990), (Clairon et al, 1991), στην δημιουργία ατομοπομπών από ψυχρά άτομα (Weyers et al, 1997), (Cren et al, 2002) και στην συντεταγμένη μεταφορά ενός μεγάλου αριθμού ατόμων ανάμεσα σε συγκεκριμένες θέσεις στο εσωτερικό μιας οπτικής ίνας (Langbecker et al, 2018).

    Αν εκμεταλλευτούμε την πλούσια εσωτερική ενεργειακή δομή των ατόμων μπορούμε να κατασκευάσουμε ιμάντες μεταφοράς με ακόμη μεγαλύτερες δυνατότητες (Mandel et al, 2003). Όπως γνωρίζουμε, από την ατομική φυσική, ένα άτομο έχει σε κάθε ενεργειακή του κατάσταση αρκετές υποστάθμες Zeeman (Zeeman sublevels). Όταν τα άτομα βρίσκονται σε διαφορετικές υποστάθμες, τότε υπόκεινται σε ένα διαφορετικό οπτικό διπολικό δυναμικό. Φωτίζοντας το άτομο με δύο γραμμικά πολωμένες δέσμες λέιζερ, όπου οι πολώσεις τους σχηματίζουν γωνία , όπως φαίνεται στην Εικ. 5, δημιουργούμε ένα οπτικό πεδίο που είναι ισοδύναμο με αυτό που παράγεται από την συμβολή δύο στάσιμων κύματα με αντίθετες κυκλικές πολώσεις και τα οποία είναι μετατοπισμένα στο χώρο κατά μια απόσταση . Τα άτομα, λοιπόν, που βρίσκονται σε διαφορετικές υποστάθμες Zeeman, αισθάνονται την επίδραση διαφορετικών δυναμικών και παγιδεύονται σε διαφορετικές περιοχές του χώρου. Η μεταξύ τους απόσταση όμως, ευτυχώς για εμάς, εξαρτάται από τη γωνία . Ελαττώνοντας αυτή τη γωνία μπορούμε να τα φέρουμε όσο πιο κοντά θέλουμε. Τα οπτικά πλέγματα αυτού του τύπου έχουν παίξει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη ατομικών κβαντικών πυλών (atomic quantum gates) όπως θα δούμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας στους οπτικούς κρυστάλλους.Εικόνα 5. Η συμβολή δύο δεσμών που διαδίδονται σε αντίθετες κατευθύνσεις και έχουν πολώσεις οι οποίες σχηματίζουν μια γωνία μας δίνει ένα οπτικό πεδίο το οποίο είναι ισοδύναμο με αυτό δύο στάσιμων κυμάτων με δεξιόστροφη κυκλική πόλωση σ+ και αριστερόστροφη κυκλική πόλωση σαντίστοιχα. Τα δύο στάσιμα κύματα είναι χωρικά μετατοπισμένα κατά μια απόσταση. Ως αποτέλεσμα τα άτομα βρίσκονται εντός διαφορετικών οπτικών πλεγμάτων με δυναμικά V+ και V αντίστοιχα.ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΜΟΡΦΩΝ

    Τα οπτικά πλέγματα χαρακτηρίζονται από μεγάλη γεωμετρική ποικιλότητα καθώς έχουμε τη δυνατότητα διαφορετικών επιλογών, όσον αφορά στην κατεύθυνση των δεσμών, στην ένταση και στην πόλωσή τους. Για παράδειγμα, αν οι δύο δέσμες λέιζερ διαδίδονται σε κατευθύνσεις που σχηματίζουν μια γωνία μεταξύ τους, η οποία μπορεί να μεταβάλλεται κατά βούληση, τότε μπορούμε να ρυθμίζουμε τη σχετική απόσταση μεταξύ των δεσμών και κοιλιών του στάσιμου κύματος που προκύπτει από τη συμβολή των δεσμών και άρα των θέσεων που μπορούν να παγιδευτούν τα άτομα. Ποιο περίπλοκες δομές οπτικών πλεγμάτων, όπως εξαγωνικές και εδροκεντρωμένες κυβικές, είναι επίσης δυνατές και παράγονται σχετικά εύκολα σε ένα εργαστήριο οπτικής (Εικ. 6) (Grynberg et al, 1993).Εικόνα 6. Τρεις συμβάλλουσες ομοεπίπεδες δέσμες που διαδίδονται σε κατευθύνσεις που σχηματίζουν διαδοχικά γωνίες 120ο μοιρών δημιουργούν ένα οπτικό πλέγμα δύο διαστάσεων με εξαγωνική γεωμετρία. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ως οπτικό πλέγμα γραφενίου εξαιτίας της ομοιότητας του με τη δομή του διάσημου πλέον υλικού.H αξιοποίηση δεσμών λέιζερ με φωτόνια που φέρουν και στροφορμή κατά μήκος του άξονα διάδοσης, γνωστών με τον όρο οπτικοί στρόβιλοι, έδωσε νέες ποικιλίες οπτικών πλεγμάτων. Αυτά τα πλέγματα χαρακτηρίζονται από κυλινδρική συμμετρία. Σχηματίζονται από οπτικούς στρόβιλους που διαδίδονται στην ίδια κατεύθυνση αλλά έχουν φωτόνια με αντίθετη τροχιακή στροφορμή ±lħ (όπου l ένας ακέραιος αριθμός, γνωστός ως τοπολογικό φορτίο (topological charge) ή αριθμός περιέλιξης (winding number) και ħ η ανηγμένη σταθερά του Planck, ħ=h/2π). Τα πλέγματα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν ως ιμάντες περιφοράς καθώς μια διαφορά στις συχνότητες των δύο δεσμών ίση με Δf είναι ικανή να περιστρέψει το πλέγμα με μια γωνιακή ταχύτητα Ω = πΔf/l (Franke-Arnold et al, 2007). Μεταβάλλοντας το πρόσημο της διαφοράς συχνοτήτων μπορούμε να περιστρέψουμε τον ιμάντα προς τη μια ή την άλλη διεύθυνση.Εικόνα 7. Αριστερά. Ο οπτικός τροχός του Ferris (από τον ομώνυμο τροχό των λούνα-πάρκ). Το προφίλ της έντασης ενός οπτικού τροχού του Ferris που έχει παραχθεί από τη συμβολή οπτικών στροβίλων με τοπολογικούς αριθμούς l= ±4 οι οποίοι διαδίδονται στην ίδια κατεύθυνση. Δεξιά. Το οπτικό «ρεβόλβερ» είναι ένα παράδειγμα οπτικού πλέγματος με κυλινδρική συμμετρία κατασκευασμένο από τη συμβολή οπτικών στροβίλων με διαφορετικά τοπολογικά φορτία. Η διεύθυνση διάδοσης των οπτικών στροβίλων είναι από την εικόνα προς τον αναγνώστη. Οι φωτογραφίες είναι ευγενική προσφορά προς το InS της Ερευνητικής Ομάδας Οπτικής του Πανεπιστημίου της Γκλασκώβης.Αν οι δύο συμβάλλοντες οπτικοί στρόβιλοι έχουν και αντίθετη διεύθυνση διάδοσης τότε έχουμε μια τρισδιάστατη εκδοχή του παραπάνω μηχανισμού. Σε αυτήν την περίπτωση τα άτομα παγιδεύονται μέσα σε ελικοειδείς σωλήνες. Όταν δε, οι δύο δέσμες έχουν ελαφρώς διαφορετική συχνότητα, τότε το πεδίο αυτό περιστρέφεται και μπορεί να παρασύρει παγιδευμένα σωματίδια και άτομα λειτουργώντας για αυτά όπως μια σπείρα του Αρχιμήδη η οποία χρησιμοποιείται, ακόμη και σήμερα, για την άντληση νερού από ποτάμια και λίμνες προς άρδευση γεωργικών καλλιεργειών και οικιακών χρήσεων.Εικόνα 8. Μια οπτική σπείρα του Αρχιμήδη. Η ένταση του φωτός χαρακτηρίζεται από μια ελικοειδή δομή στο χώρο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αριθμοί περιέλιξης των δεσμών είναι l = ±1 με αποτέλεσμα η έλικα να διαγράφει μια περιστροφή 360ο μέσα σε μια απόσταση ίση με το μήκος κύματος του φωτός.  Με μια ελαφρά μεταβολή της συχνότητας μιας εκ των δύο συμβαλλουσών δεσμών το σύστημα αυτό περιστρέφεται στο χώρο παρασύροντας παγιδευμένα άτομα και σωματίδια προς τα πάνω ή προς τα κάτω (Al Rsheed et al, 2016)ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΚΒΑΝΤΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ

    Αναφερθήκαμε νωρίτερα στο κβαντικό φαινόμενο σήραγγας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που λαμβάνει χώρα όταν ένα σωμάτιο μπορεί να μετακινηθεί ανάμεσα σε δύο θέσεις, οι οποίες διαχωρίζονται από ένα φράγμα δυναμικής ενέργειας, ακόμη και όταν δεν έχει την απαιτούμενη κινητική ενέργεια για να υπερνικήσει τον φραγμό. Ένα άτομο παγιδευμένο σε ένα οπτικό πλέγμα αποτελεί ιδανικό σύστημα για να παρατηρήσουμε το φαινόμενο σήραγγας (Εικ.9).  Μεταβάλλοντας την ένταση του στάσιμου κύματος αλλάζουμε το βάθος του οπτικού δυναμικού στο οποίο παγιδεύονται τα άτομα, άρα και το ύψος του φραγμού δυναμικής ενέργειας ανάμεσα σε δύο γειτονικές θέσεις του οπτικού πλέγματος. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να ελέγχουμε το ρυθμό με τον οποίο τα άτομα περνούν από τη μια θέση στην άλλη αξιοποιώντας το φαινόμενο σήραγγας. Αυτό δίνει τη δυνατότητα να διερευνούμε το όριο ανάμεσα στην κατάσταση που τα άτομα είναι πλήρως εντοπισμένα στα “φρεάτια” δυναμικού του πλέγματος και στην κατάσταση που “ελευθερώνονται” από αυτά και κινούνται ελεύθερα στο πλέγμα. Σε αυτήν την περίπτωση έχουμε έναν ιδανικό προσομοιωτή για τη μετάβαση από μια κατάσταση όπου ένα σύστημα συμπεριφέρεται ως μονωτής, σε μια κατάσταση υπερρευστότητας για την οποία θα μιλήσουμε εκτενώς στο επόμενο σχετικό άρθρο (Greiner et al, 2002), (Schneider et al, 2008).Εικόνα 9. Καλλιτεχνική αναπαράσταση του φαινόμενου σήραγγας. Ευγενική προσφορά στο InS του I. Bloch, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian (LMU) του Μονάχου και Διευθυντή Ερευνών στο Ινστιτούτο Max Planck για την Κβαντική Οπτική στο Garching της Γερμανίας.Τα οπτικά πλέγματα έχουν αποδειχθεί ιδανικά πεδία για την αποθήκευση και επεξεργασία κβαντικής πληροφορίας. Αυτό οφείλεται στη δυνατότητα επιλεκτικής αλληλεπίδρασης με συγκεκριμένα άτομα σε διάφορες θέσεις του οπτικού πλέγματος για να καταχωρούμε ή να ανακτούμε  την πληροφορία από αυτά (Εικ.10). Το άτομο χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο που ένα μεμονωμένο μπιτ χρησιμοποιείται σε έναν καταγραφέα (register) ενός κλασικού υπολογιστή. Τα πρώτα πειράματα σε αυτήν την κατεύθυνση έγιναν στο Νational Institute of Standards & Technology (NIST) των ΗΠΑ από την ομάδα του W. Phillips (Porto et al, 2003) και στη Βόννη από την ομάδα του D. Meschede (Schrader et al, 2004). Σήμερα μπορούμε να επιλέγουμε, στην κυριολεξία, όποια θέση θέλουμε σε ένα οπτικό πλέγμα, να τοποθετούμε ένα άτομο σε αυτήν και στη συνέχεια να το φέρουμε σε αλληλεπίδραση με μια δέσμη λέιζερ τα χαρακτηριστικά της οποίας είναι πλήρως ελεγχόμενα από εμάς. H επιλεκτική αλληλεπίδραση απαιτεί την χρήση ισχυρά εστιασμένων δεσμών λέιζερ ώστε να μη διαταράσσονται τα γειτονικά άτομα. Οι τεχνικές αυτές έχουν αξιοποιηθεί στην υλοποίηση πυλών για κβαντικούς υπολογιστές. Η Εικ.11 μας δείχνει ένα μικρό δείγμα από τις σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες που έχουμε σήμερα στην κατά βούληση τοποθέτηση ατόμων σε διαφορετικές θέσεις ενός οπτικού πλέγματος.Εικόνα 10. Καλλιτεχνική αναπαράσταση της δυνατότητας επιλεκτικής αλληλεπίδρασης με μεμονωμένα άτομα στοχεύοντάς τα με ισχυρά εστιασμένες δέσμες λέιζερ.Εικόνα 11. Εικόνες από μεμονωμένα άτομα που έχουν τοποθετηθεί σε διάφορες θέσεις μέσα σε οπτικό πλέγμα. Ευγενική προσφορά στο InS του I. Bloch, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian (LMU) του Μονάχου και Διευθυντή Ερευνών στο Ινστιτούτο Max Planck για την Κβαντική Οπτική στο Garching της ΓερμανίαςΑφήσαμε για το τέλος αυτού του άρθρου την πιο σημαντική εφαρμογή των οπτικών πλεγμάτων στη μελέτη των θεμελιωδών εννοιών της κβαντικής φυσικής. Η στατιστική ερμηνεία της κβαντικής μηχανικής ορίζει ως μέση τιμή ενός κβαντομηχανικού μεγέθους τη μέση τιμή που παίρνουμε έπειτα από διαδοχικές μετρήσεις πάνω σε ένα ή περισσότερα σωματίδια. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι πριν από κάθε μέτρηση το σύστημα των ατόμων να έχει προετοιμαστεί στην ίδια αρχική κατάσταση (Haroche & Raimond, 2006). Στην περίπτωση ενός κβαντικού συστήματος όλη η πληροφορία για αυτό εμπεριέχεται στην κυματοσυνάρτησή του Ψ. Η εκ νέου προετοιμασία είναι αναγκαία καθώς, μετά από κάθε μέτρηση, επέρχεται η λεγόμενη κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης (collapse of the wave function), δηλαδή η απώλεια όλων των υπόλοιπων εν δυνάμει αποτελεσμάτων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη μέτρηση. Σύμφωνα με το αξίωμα της μέτρησης: οποιαδήποτε κι αν ήταν η κατάσταση ενός κβαντικού συστήματος πριν από μια μέτρηση, η κατάσταση μετά τη μέτρηση θα περιγράφεται από την ιδιοσυνάρτηση που αντιστοιχεί στην ιδιοτιμή η οποία μετρήθηκε (Τραχανάς, 2008). Με άλλα λόγια, στην κβαντική φυσική η μέτρηση είναι μια ενδογενώς μη αντιστρεπτή διαδικασία καθώς το σύστημα παραμένει, πλέον, σε μια κατάσταση που αντιστοιχεί στην ιδιοτιμή της ενέργειας που έχει μετρηθεί.Εικόνα 12. H κατάσταση ενός πολυσωματιδιακού κβαντικού συστήματος είναι μια υπέρθεση (superposition) διαφορετικών εν δυνάμει σχηματισμών. Κάθε φορά που λαμβάνουμε μια φωτογραφία του συστήματος αυτό «καταρρέει» σε έναν από αυτούς τους σχηματισμούς. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο σε ένα σύνηθες κρυσταλλικό πλέγμα. Με ένα πολυάριθμο σύνολο τέτοιων φωτογραφικών απεικονίσεων «ανασυνθέτουν» οι πειραματικοί την ολική κατάσταση του συστήματος.Η δυνατότητα να τοποθετούμε εκατοντάδες, πλέον, άτομα σε οποιαδήποτε αρχική θέση σε ένα οπτικό πλέγμα και να αλληλεπιδρούμε επιλεκτικά με αυτά, επιτρέπει την πλήρη ανακατασκευή της κυματοσυνάρτησης Ψ του συστήματος και τον υπολογισμό όχι μόνο μέσων τιμών αλλά και των κβαντικών διακυμάνσεων ενός συστήματος μεγάλου αριθμού ατόμων (Greiner et al, 2015). Ειδικά σε συστήματα ισχυρώς αλληλεπιδρώντων σωματιδίων η ουσιαστική πληροφορία δεν “κρύβεται” στις μέσες τιμές αλλά στις διακυμάνσεις και τις κβαντικές συσχετίσεις, οι οποίες για πρώτη φορά σήμερα είναι πειραματικά προσπελάσιμες. Πως γίνεται κάτι τέτοιο; Απλά με ταχύτατη φωτογράφιση του συστήματος πάρα πολλές φορές και εφόσον, πριν από κάθε νέα φωτογράφιση, αυτό έχει ετοιμαστεί στην αρχική του κατάσταση. Κάθε φωτογράφιση αποκαλύπτει μια από τις εν δυνάμει καταστάσεις του συστήματος. Μετά το πέρας των φωτογραφήσεων οι πειραματικοί έχουν στα χέρια τους την στατιστική κατανομή των διαφόρων καταστάσεων και από αυτήν «ανασυνθέτουν» την κυματοσυνάρτηση του συστήματος (Εικ. 11). Οι ερευνητές έχουν ήδη πραγματοποιήσει αξιοσημείωτη πρόοδο στην ανασύνθεση της κυματοσυνάρτησης ενός πολύπλοκου συστήματος όπως, για παράδειγμα, στην πρόσφατη περίπτωση ενός συνόλου από εκατό χιλιάδες άτομα υττερβίου που είχαν παγιδευτεί σε ένα οπτικό πλέγμα (Subhankar et al, 2019). Αν ο πλήρης έλεγχος απλών κβαντικών συστημάτων είναι ήδη μια πραγματικότητα (Haroche & Raimond, 2006) οι ερευνητές βαδίζουν ταχύτατα προς τον απόλυτο   έλεγχο πολυσωματιδιακών κβαντικών συστημάτων.

    Στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος μας στους οπτικούς κρυστάλλους θα δούμε αναλυτικότερα με ποιους τρόπους αυτά τα φυσικά συστήματα έχουν ανοίξει νέους ορίζοντες στην ατομική φυσική και στην απρόσμενη συνάντησή της με την φυσική της συμπυκνωμένης ύλης .ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Τραχανάς, Σ., 2008. ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΙΙ: ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ. ΚΒΑΝΤΙΚΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σ. 592.

    Al Rsheed, A., Lyras, A., Lembessis V., E., Aldossary, O., M., 2016. Guiding of atoms in helical optical potential structures. J. Phys. B: At. Mol. Opt. Phys. 49 (12), 125002. 10.1088/0953-4075/49/12/125002

    Bloch, I., 2005. Ultracold atoms in quantum gases. Nature Physics 1, p. 23. 10.1038/nphys138

    Clairon, A., Salomon, C., Guellati, S., and Phillips, W., D., 1991. Ramsey Resonance in a Zacharias Fountain. Europhys. Lett. 16, p. 165. 10.1209/0295-5075/16/2/008

    Cohen-Tannoudji, C., and D. Guéry-Odelin, D., 2011. ADVANCES IN ATOMIC PHYSICS: An overview. New Jersey: World Scientific, p.335. https://www.worldscientific.com/worldscibooks/10.1142/6631

    Cren, P., Roos, C., F., Aclan, A., Dalibard, J., and Guéry-Odelin, D., 2002. Loading of a cold atomic beam into a magnetic guide. Eur. Phys. J. D. 20, p. 107. https://doi.org/10.1140/epjd/e2002-00106-3

    De Mello, D., O., Schäffner, D., Werkmann, J., Preuschoff, T., Kohfahl, L., Schlosser, M. and Birkl, G., 2019. Defect-Free Assembly of 2D Clusters of More Than 100 Single-Atom Quantum Systems. Phys. Rev. Lett. 122, 203601. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.122.203601

    Franke-Arnold, S., Leach, J., Padgett, M., J., Lembessis, V., E., Ellinas, D., Wright, A., J., Girkin, J., M., Öhberg, P., and Arnold, A., S., 2007. Optical Ferris wheel for ultracold atoms. Optics Express 15, p. 8619. https://doi.org/10.1364/OE.15.008619

    Greiner, Μ., Mandel, Ο., Esslinger, Τ., Hänsch, Τ., W., and Bloch, I., 2002. Quantum phase transition from a superfluid to a Mott insulator in a gas of ultracold atoms. Nature 415, p. 39. https://doi.org/10.1038/415039a

    Greiner, M., and I. Bloch, I., 2015. Quantengase unter den Mikroskop (Quantum Gases under the Microscope). Physik Journal 14, Nr. 10, p. 33. https://www.pro-physik.de/restricted-files/86861

    Grynberg, G., Lounis, B., Verkerk, P., Courtois, J.-Y., and Salomon, C., 1993. Quantized motion of cold cesium atoms in two- and three-dimensional optical potentials. Phys. Rev. Lett. 70, p. 2249. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.70.2249

    Haroche, S. and Raimond, 2006. Exploring the Quantum: Atoms, Cavities, and Photons, Oxford: Oxford University Press. https://oxford.universitypressscholarship.com/view/10.1093/acprof:oso/9780198509141.001.0001/acprof-9780198509141

    Jessen, P., S., Gerz, C., Lett, P., D., Phillips, W., D., Rolston S., L., Spreeuw, R., J., C.,  and  Westbrook, C., I.,  1992. Observation of quantized motion of Rb atoms in an optical field. Phys. Rev. Lett. 69, p. 49. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.69.49

    Langbecker, M., Wirtz, R., Knoch, B., Noaman,  M., Speck, T., and Windpassinger, P., 2018. Highly controlled optical transport of cold atoms into a hollow-core fiber. New. J. Phys. 20, 083038. https://doi.org/10.1088/1367-2630/aad9bb

    Mandel, O., Greiner, M., Widera, A., Rom, T., Hänsch, T. W., and Bloch, I., 2003. Coherent Transport of Neutral Atoms in Spin-Dependent Optical Lattice Potentials. Phys. Rev. Lett. 91, 010407. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.91.010407

    Porto, J., V., Rolston, S., Laburthe Tolra, B., Williams, C., J., and Phillips, W., D., 2003. Quantum information with neutral atoms as qubits. Phil. Trans. R. Soc. A. 361, p.1417. http://doi.org/10.1098/rsta.2003.1211

    Riis, E., Weiss, D., Moler, K., and Chu, S., 1990. Atom funnel for the production of a slow, high-density atomic beam. Phys. Rev. Lett. 64, p. 1658. 10.1103/PhysRevLett.64.1658

    Schneider, U., Hackermüller, L., Will, S., Best, Th., Bloch, I., Costi, T., A., Helmes, R., W., Rasch, D., and Rosch, A., 2008. Metallic and insulating phases of repulsively interacting fermions in a 3D optical lattice. Science 322, p. 1520. DOI: 10.1126/science.1165449

    Schrader, D., Kuhr, S., Alt, W., Müller, M., Gomer, V., and Meschede, D., 2001. An optical conveyor belt for single atoms. Appl. Phys. B 73, p. 819. https://doi.org/10.1007/s003400100722

    Schrader, D., Dotsenko, I., Khudaverdyan, M., Miroshnychenko, Y., Rauschenbeutel, A., and Meschede D., 2004. Neutral atom quantum register. Phys. Rev. Lett. 93, 150501. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.93.150501

    Subhankar, S., Wang, Y., Tsui, T.-C., Rolston, S., L., and Porto, J., V., 2019. Nanoscale Atomic Density Microscopy. Phys. Rev. X 9, 021002. https://doi.org/10.1103/PhysRevX.9.021002

    Verkerk, P., Lounis, B., Salomon, C., Cohen-Tannoudji, C.,  Courtois, J.-Y., and Grynberg, G., 1992. Dynamics and spatial order of cold cesium atoms in a periodic optical potential. Phys. Rev. Lett. 68, p. 3861. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.68.3861

    Weyers, S., Aucouturier, E., Valentin, C., and Dimarcq, N., 1997. A continuous beam of cold cesium atoms extracted from a two-dimensional magneto-optical trap. Opt. Comm. 143, p. 30. https://doi.org/10.1016/S0030-4018(97)00312-X