Tag: translators

  • ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια Χριστίνα Ευτύχη

    ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια Χριστίνα Ευτύχη

    Το ΙnS συνεχίζει ένα κύκλο συνεντεύξεων με τους ανθρώπους που βρίσκονται «πίσω» από το επιστημονικό βιβλίο, μεταφραστές, διορθωτές, επιμελητές, εκδότες και άλλους. Είναι εκείνοι που καταθέτουν το μόχθο τους ώστε το βιβλίο να φτάσει άρτιο στο αναγνωστικό κοινό. Σε αυτήν τη συνέντευξη συζητούμε με την επιμελήτρια και μεταφράστρια επιστημονικών βιβλίων Χριστίνα Ευτύχη.InS: Θα θέλαμε να μας αναφέρετε, αρχίζοντας αυτήν τη συνέντευξη, το επιστημονικό σας υπόβαθρο. Ποιες είναι οι σπουδές σας;

    Αποφοίτησα από το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά το τελευταίο έτος των σπουδών μου το ενδιαφέρον μου στράφηκε προς τη βιολογία και τις βιοϊατρικές επιστήμες, και έτσι συνέχισα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στη μοριακή ιατρική στο Imperial College του Λονδίνου. Επέστρεψα στην Αθήνα, όπου εκπόνησα το διδακτορικό μου στη βιολογία, με κατεύθυνση την ανοσολογία, στο Ερευνητικό Κέντρο «Αλέξανδρος Φλέμινγκ». H έρευνά μου αφορούσε τη μελέτη των σηματοδοτικών μονοπατιών που εμπλέκονται στις φλεγμονώδεις αποκρίσεις, μέσα από τη δημιουργία διαγονιδιακών ποντικών. Στη συνέχεια, έκανα μεταδιδακτορικό στο Ερευνητικό Κέντρο CECAD του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, όπου διερεύνησα πώς οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του εντερικού φραγμού, του μικροβιώματος και του ανοσοποιητικού συστήματος μπορούν να οδηγήσουν στις χρόνιες φλεγμονώδεις ασθένειες του εντέρου, χρησιμοποιώντας και πάλι μοντέλα ποντικού. Παράλληλα, έχω διδάξει ανοσολογία στα Τμήματα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και Ιατρικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

    InS: Τι σας έκανε να στραφείτε στη μετάφραση;

    Ύστερα από αρκετά χρόνια στον ακαδημαϊκό χώρο ένιωσα ότι χρειαζόμουν μια αλλαγή ρυθμού, κατεύθυνσης και περιβάλλοντος. Η έρευνα υπήρξε για μένα εξαιρετικά πολύτιμη εμπειρία, όμως από ένα σημείο και μετά είχα την ανάγκη να συσχετιστώ με την επιστήμη με έναν πιο ευέλικτο τρόπο από εκείνον που μου προσέφερε το ακαδημαϊκό πλαίσιο. Η μετάφραση επιστημονικών βιβλίων προέκυψε ως μια φυσική συνέχεια αλλά και ως μια αναζωογονητική αλλαγή. Μου έδωσε τη δυνατότητα να αξιοποιήσω δημιουργικά το επιστημονικό μου υπόβαθρο, παραμένοντας σε επαφή με το επιστημονικό γίγνεσθαι, όχι πλέον μέσα από τη στενή εξειδίκευση της έρευνας αλλά μέσα από το πιο ευρύ και διαθεματικό πρίσμα των βιβλίων.

    InS: Πόσα χρόνια ασχολείστε με την επιστημονική μετάφραση και επιμέλεια βιβλίων; Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που αναλάβατε;

    Εργάζομαι ως ελεύθερη επαγγελματίας στον εκδοτικό χώρο από το 2021, δουλεύοντας στη μετάφραση ή/και στην επιστημονική επιμέλεια βιβλίων. Η πρώτη μου ανάθεση ήταν η επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου Το ζωτικό ερώτημα, του βρετανού βιοχημικού Nick Lane, σε συνεργασία με τις εκδόσεις Ροπή. Ήταν μια πολύ ωραία αρχή, αφενός λόγω της άψογης συνεργασίας μου με τη μεταφράστρια του βιβλίου την Αιμιλία-Αλεξάνδρα Κρητικού, αφετέρου γιατί είναι ένα έξοχο βιβλίο, συγκαταλέγεται στα λιγοστά εκείνα αναγνώσματα για τα οποία μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι άφησαν ένα βαθύ αποτύπωμα στον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι. Ο Lane προτείνει ένα ριζοσπαστικά καινούργιο πλαίσιο για την κατανόηση της ιστορίας της ζωής θέτοντας στο επίκεντρο τον μεταβολισμό των κυττάρων και αναδεικνύοντας τα μιτοχόνδρια, τις μονάδες παραγωγής ενέργειας των κυττάρων, ως κομβικό παράγοντα διαμόρφωσης της πορείας της ζωής και των ιδιόμορφων χαρακτηριστικών της. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα απαιτητικό βιβλίο, ακόμα και για τους αναγνώστες με επιστημονικό υπόβαθρο, που απαιτεί αδιάπτωτη προσοχή, επιμονή και υπομονή, αλλά ανταμείβει γενναιόδωρα όποιον το ακολουθήσει μέχρι τέλους. Ταυτόχρονα, είναι μια συναρπαστική ιστορία για το φαινόμενο της ζωής, η οποία εκτείνεται από τις απαρχές της ζωής μέχρι την υγεία και τη θνητότητα μας.

    InS: Από τα βιβλία στα οποία έχετε εργαστεί, ποιο θα λέγατε ότι «αγαπάτε περισσότερο» ως μεταφράστρια και ποιο ως αναγνώστρια, και γιατί;

    Η μεταφραστική διαδικασία συνιστά από μόνη της μια εντατική μορφή ανάγνωσης, γι’ αυτό μου είναι δύσκολο να διαχωρίσω την εμπειρία της ανάγνωσης από εκείνη της μετάφρασης. Ως αναγνώστρια, λοιπόν, θα ξεχώριζα Τα γονίδια συμβατότητας του Daniel Davis (ΠΕΚ, 2025). Διάβασα το πρωτότυπο στα αγγλικά αρκετά χρόνια πριν ξεκινήσω να μεταφράζω βιβλία, όταν ακόμα δίδασκα ανοσολογία στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Τότε ήταν πιο «αγνή» η εμπειρία της ανάγνωσης, χωρίς καμία επαγγελματική εμπλοκή. Με άξονα τα γονίδια συμβατότητας, ο Davis καταφέρνει να παρουσιάσει την ανοσολογία, με τρόπο βαθιά στοχαστικό και διανοητικά γόνιμο, ως μια αφήγηση για την επιβίωση, την ταυτότητα και τη σχέση μας με τους άλλους. Ως μεταφράστρια, από την άλλη, θα διάλεγα το βιβλίο ενός άλλου εξαιρετικού επιστήμονα και στοχαστή, το Ένας αφανής διάλογος του Emeran Mayer (ΠΕΚ, 2025), που αποτέλεσε ίσως και τη μεγαλύτερη μεταφραστική πρόκληση για μένα. Κι αυτό εν μέρει γιατί περιείχε κεντρικούς όρους για τους οποίους δεν υπήρχε ακριβές ισοδύναμο στα ελληνικά, κάτι που με έκανε να συνειδητοποιήσω πώς κάθε γλώσσα λειτουργεί από μόνη της ως μια μοναδική δεξαμενή γνώσης, την οποία η μετάφραση καλείται να διαμεσολαβήσει.

    InS: Πόσο δύσκολη είναι η μετάφραση ενός βιβλίου για την επιστήμη; Έχετε κάποια ιδιαίτερη στρατηγική με την οποία προσεγγίζετε τη μετάφραση ενός βιβλίου. Αλλάζει η προσέγγισή σας όταν πρόκειται για καθαρά επιστημονικά σε σχέση με τα εκλαϊκευτικά βιβλία;

    Η μετάφραση επιστημονικών βιβλίων είναι μια σχολαστική και απαιτητική εργασία με τις δικές της ιδιαιτερότητες και προκλήσεις. Απαιτεί την ακριβή απόδοση σύνθετων επιστημονικών εννοιών, κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με την εγγενή πολυσημία της γλώσσας η οποία συχνά επιτρέπει περισσότερες από μία ερμηνείες. Γι’ αυτό ο μεταφραστής πρέπει να είναι επαρκώς εξοικειωμένος με το επιστημονικό αντικείμενο του έργου ή, όπου χρειάζεται, να συνεργάζεται με ειδικούς. Εξίσου σημαντική είναι η σωστή επιλογή της ορολογίας, η οποία εξελίσσεται συνεχώς στο ταχέως μεταβαλλόμενο τοπίο της επιστήμης, καθώς και η συνεπής της χρήση, διασφαλίζοντας σαφήνεια και συνοχή σε όλο το κείμενο ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να το παρακολουθεί χωρίς δυσκολία.

    Όσον αφορά τον τρόπο που δουλεύω η βασική μου προσέγγιση είναι ίδια, ωστόσο κάθε είδος βιβλίου έχει διαφορετικές απαιτήσεις, έτσι, η μέθοδος και η προεργασία προσαρμόζονται ανάλογα. Σε κάθε περίπτωση, επεξεργάζομαι το προς μετάφραση κείμενο σε τρία στάδια. Ξεκινώ τη μετάφραση προσπαθώντας να αποδώσω όσο το δυνατόν πιστότερα το πρωτότυπο. Το πρώτο στάδιο είναι το πιο χρονοβόρο και κοπιαστικό – εδώ γίνεται το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς. Απαιτεί πολύ διάβασμα και εκτενή έρευνα στο διαδίκτυο. Επιστρατεύω κάθε λογής βιβλία, επιστημονικά συγγράμματα, λεξικολογικά και γραμματικά βοηθήματα. Προσπαθώ να αντιμετωπίζω επιτόπου τα αμφίσημα ή διφορούμενα σημεία. Κάποια δυσκολότερα, τα αφήνω να «ωριμάσουν» στο μυαλό μου και επανέρχομαι σε αυτά επανειλημμένα μέχρι να καταλήξω σε μια λύση που θεωρώ ότι υπηρετεί καλύτερα το κείμενο. Έπειτα, επιστρέφω στο μεταφρασμένο κείμενο για ένα δεύτερο πέρασμα αντιπαραβάλλοντάς το με το πρωτότυπο. Έτσι, διασαφηνίζονται πιθανές παρανοήσεις και επιλύονται τα τελευταία μεταφραστικά διλήμματα. Πολύ συχνά συζητώ τους προβληματισμούς μου με φίλους και συναδέλφους του επιστημονικού ή του εκδοτικού χώρου. Στο τέλος προσπαθώ να αποστασιοποιηθώ από το κείμενο και να το προσεγγίσω ως αναγνώστρια· το διαβάζω μεγαλόφωνα και κάνω τις τελευταίες διορθώσεις. Εφόσον ορίζεται επιστημονικός επιμελητής, υπάρχει στενή συνεργασία συνήθως καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου έως και την τελική παράδοση. Στα εκλαϊκευτικά βιβλία, πριν από τη μετάφραση, μου αρέσει να συγκεντρώνω υλικό που θεωρώ ότι θα μου φανεί χρήσιμο, πληροφορίες για τον συγγραφέα, συνεντεύξεις του σχετικά με το βιβλίο, άλλα βιβλία του ίδιου που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά, και βιβλία με συγγενή θεματολογία. Δεν συνηθίζω να διαβάζω ένα βιβλίο πριν το μεταφράσω, εκτός αν πρόκειται για τίτλο που προτείνω εγώ. Προτιμώ να προχωρώ παράλληλα με τη μετάφραση· το στοιχείο της έκπληξης λειτουργεί δημιουργικά και με βοηθά να παραμένω σε διαρκή εγρήγορση απέναντι στο κείμενο. Αυτή η μέθοδος βέβαια κρύβει παγίδες, καθώς ορισμένα σημεία φωτίζονται ή διευκρινίζονται αργότερα, γι’ αυτό ξαναγυρίζω στο κείμενο όπου χρειάζεται και το αναπροσαρμόζω.

    InS: Τα βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι ένα ιδιαίτερο και σημαντικό τμήμα των επιστημονικών εκδόσεων αφού μέσω αυτού του είδους βιβλίων φτάνουν στο ευρύτερο κοινό τα επιτεύγματα της επιστήμης. Τι πραγματικά προσφέρει το βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης στις μέρες μας; Έχει απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό αυτό το είδος βιβλίου;

    Τα βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι πολύτιμα γιατί φέρνουν την επιστήμη πιο κοντά στο ευρύ κοινό. Ο ρόλος τους εν προκειμένω είναι διττός. Αφενός παρουσιάζουν με απλό και εύληπτο τρόπο τα σύγχρονα επιστημονικά επιτεύγματα, αφετέρου συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας πιο ώριμης σχέσης της κοινωνίας με την επιστήμη και τον τρόπο με τον οποίο αυτή παράγει γνώση. Όπως πολύ εύστοχα είχε επισημάνει ο αξέχαστος Καρλ Σέιγκαν, η επιστήμη είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα αυξανόμενο σώμα γνώσης, είναι τρόπος σκέψης. Γι’ αυτό έχει σημασία πώς διαχέεται η επιστημονική γνώση. Η πληροφορικοποίηση της επιστήμης, για παράδειγμα μέσα από ειδησεογραφικά άρθρα ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποτελεί ένα πρώτο και αναγκαίο βήμα επικοινωνίας των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας. Ωστόσο, η ταχύτητα και η απλουστευτική λογική των μέσων ενημέρωσης συχνά έρχονται σε σύγκρουση με τον τρόπο παραγωγής της επιστημονικής γνώσης, με αποτέλεσμα να μεταδίδονται ενίοτε ασαφή μηνύματα, τόσο ως προς τη γενικότερη σημασία μεμονωμένων ανακαλύψεων όσο και ως προς το πώς χτίζεται η επιστημονική τεκμηρίωση. Η επιστήμη είναι μια αργή και συλλογική διαδικασία· οικοδομεί ένα δυναμικό σύστημα κατανόησης, που διαρκώς εμπλουτίζεται και μετασχηματίζεται μέσα από νέα δεδομένα. Τα βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης, λοιπόν, επιτρέπουν μια πιο εποικοδομητική αφομοίωση των ραγδαίων επιστημονικών εξελίξεων, εμπλέκοντας τον αναγνώστη στον επιστημονικό τρόπο σκέψης. Το αφηγηματικό πλαίσιο μάς βοηθά να εντάξουμε την επιστημονική γνώση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο νοήματος που αφορά το ποιοι είμαστε και πώς σχετιζόμαστε με τον κόσμο, αναδεικνύοντας συνάφειες με άλλες περιοχές της σκέψης. Μόνο έτσι μπορεί η επιστήμη να λειτουργήσει όχι απλώς ως αναλώσιμη πληροφορία, αλλά ως κατευθυντήρια γραμμή ικανή να διαμορφώσει αξίες, στάσεις και ταυτότητες.

    Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, ναι, υπάρχει ένα αναγνωστικό κοινό που δείχνει διαρκές ενδιαφέρον για τα βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης. Παρότι δεν μπορώ να μιλήσω με ποσοτικούς όρους γιατί δεν έχω σφαιρική εικόνα της ελληνικής αγοράς, το θετικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια γίνονται σταθερά βήματα από την πλευρά ορισμένων -έστω λίγων- εκδοτικών οίκων που ασχολούνται συστηματικά με το συγκεκριμένο είδος βιβλίου ώστε, μέσα από εκδηλώσεις-βιβλιοπαρουσιάσεις και γενικότερες δράσεις εξωστρέφειας, να ενσωματωθεί η επιστημονική εκλαΐκευση στην ευρύτερη αναγνωστική κουλτούρα. Σε κάθε περίπτωση, πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης και οπωσδήποτε η διεύρυνση της απήχησης της επιστημονικής εκλαΐκευσης δεν μπορεί να προκύψει αποσπασματικά ή μόνο από την εκδοτική πλευρά, αλλά προϋποθέτει μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις, μεταξύ άλλων στο εκπαιδευτικό σύστημα, οι οποίες θα καλλιεργούν από νωρίς τη σχέση με το επιστημονικό βιβλίο και θα θέτουν τις βάσεις για μεγαλύτερη εγγύτητα με την επιστημονική γνώση, προκειμένου η ανάγνωση τέτοιων βιβλίων να καταστεί μια κοινωνικά θεμελιωμένη πρακτική.

    InS: Έχετε μεταφράσει και άλλα είδη βιβλίων πέρα από αυτά που αφορούν στην επιστήμη;

    Η εμπειρία και η αίσθηση της γλώσσας που έχω αναπτύξει συνδέονται κυρίως με την εξοικείωση μου με το επιστημονικό αντικείμενο που μεταφράζω. Η καθαρή λογοτεχνία απαιτεί διαφορετική ευαισθησία και δημιουργική προσέγγιση, καθώς και άλλου τύπου γλωσσικές δεξιότητες, οπότε δεν είναι κάτι που θα επιχειρούσα ή που με ενδιαφέρει. Ωστόσο, έχω κατά καιρούς σκεφτεί κάποια παιδικά βιβλία για μετάφραση, ως μια διαφορετική κατηγορία με την οποία θα ήθελα ίσως κάποια στιγμή να ασχοληθώ, αλλά και πάλι πρόκειται για βιβλία επιστημονικού περιεχομένου.

    InS: Οι μεγάλες αλλαγές που ήδη έχουν συντελεστεί στην τεχνολογία (μεταφραστικές μηχανές) και η Τεχνητή Νοημοσύνη, που πλέον δηλώνει «βροντερό παρών» στη ζωή μας, τι αλλαγές φέρνουν στην μετάφραση; Φοβάστε για το μέλλον σας ως μεταφράστρια;

    Oι μεταφραστικές μηχανές και η ΤΝ μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα σημαντικό υποστηρικτικό εργαλείο για τον μεταφραστή αλλά σε περιορισμένο και σαφώς οριοθετημένο ρόλο. Πράγματι, όσον αφορά τα πιο τυποποιημένα και περιορισμένης έκτασης κείμενα, οι μεταφραστικές μηχανές μπορούν πλέον να δώσουν ένα σχετικά αξιόπιστο αποτέλεσμα. Ωστόσο για πιο εξειδικευμένα και σύνθετα κείμενα, η ΤΝ έχει ακόμα δρόμο να διανύσει προτού μας απασχολήσει σοβαρά το μέλλον του επαγγέλματος. Η μετάφραση, είτε αυτή αφορά επιστημονικά είτε λογοτεχνικά έργα, δεν είναι μια απλή μεταφορά λέξεων από μια γλώσσα σε μια άλλη. Περιλαμβάνει άρρητα στοιχεία, υπονοούμενα, γλωσσικές συμβάσεις και συμφραζόμενα που εντάσσονται σε ένα ευρύτερο επιστημονικό ή πολιτισμικό πλαίσιο. Για να αποδοθούν σωστά, απαιτείται ανθρώπινη κατανόηση τόσο των «ορατών» όσο και των «αόρατων» διαστάσεων του κειμένου – μια διαδικασία που δεν επιδέχεται εύκολα αυτοματοποίηση. Βέβαια, κινδυνεύει κανείς να φανεί αφελής όταν εκφράζεται με απόλυτη βεβαιότητα για το μέλλον της μετάφρασης. Οι τεχνολογίες γύρω από την ΤΝ εξελίσσονται ραγδαία και είναι σαφές ότι οι δυνατότητες των μεταφραστικών μηχανών θα συνεχίσουν να διευρύνονται. Ως επιστήμονας υιοθετώ μια διερευνητική στάση απέναντι στα νέα αυτά εργαλεία, και θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον να τα κατανοήσουμε και να τα εντάξουμε δημιουργικά στην επαγγελματική μας πρακτική. Είναι άλλωστε και ο μόνος τρόπος να τα ελέγξουμε και να τα οδηγήσουμε εκεί που εμείς θέλουμε. Η κριτική μας ανάμειξη μπορεί να αποδειχτεί πολύ πιο χρήσιμη από την πλήρη αποχή· η αποχή μας δεν πρόκειται να σταματήσει την εξέλιξή τους, ενώ η συμμετοχή μας ενδέχεται να δώσει την κατεύθυνση και το πρόσημο της διαμόρφωσής τους. Αν βρισκόμαστε σήμερα σε ένα σημείο όπου η ΤΝ μάς οδηγεί να αναστοχαστούμε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, τότε αναπόφευκτα αυτό επηρεάζει και το πώς αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο μας ως μεταφραστές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, η αίσθησή μου είναι ότι η μετάφραση θα παραμείνει μια βαθιά ανθρώπινη πράξη ερμηνείας, ιδίως όταν το ζητούμενο είναι μια πλούσια και συνεκτική αναγνωστική εμπειρία.

    InS: Τι θα συμβουλεύατε ένα νεότερο που θα ήθελε να ακολουθήσει τον δικό σας δρόμο;

    Αν έχω κάτι να πω στα νεότερα παιδιά είναι ότι η επαγγελματική πορεία που ακολουθεί κανείς μοιάζει περισσότερο με ένα ταξίδι ανακάλυψης παρά με έναν αυστηρά χαραγμένο δρόμο – και ως τέτοιο επιστρατεύει όλες μας τις δημιουργικές δυνάμεις. Έτσι, όπως συμβαίνει και με τα πραγματικά ταξίδια, άλλοτε γνωρίζουμε ακριβώς πού θέλουμε να φτάσουμε κι άλλοτε αφήνουμε την περιέργεια να μας καθοδηγήσει, και συχνά μόνο κοιτάζοντας προς τα πίσω βγάζει νόημα η διαδρομή που ακολουθήσαμε. Το σημαντικό λοιπόν είναι να παραμένει κανείς ανοιχτός στις ευκαιρίες, στις αλλαγές και στις εκπλήξεις που του επιφυλάσσει αυτό το ταξίδι, εμπιστευόμενος την εσωτερική του πυξίδα.ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

    Η Χριστίνα Ευτύχη γεννήθηκε στην Πάφο το 1979. Αποφοίτησε από το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στη βιολογία-ανοσολογία στο Ερευνητικό Κέντρο «Αλέξανδρος Φλέμινγκ» στην Αθήνα και συνέχισε με μεταδιδακτορική έρευνα στο Ερευνητικό Κέντρο CECAD του Πανεπιστημίου της Κολωνίας. Έχει διδάξει Ανοσολογία στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Λευκωσίας. Από το 2021 ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως ελεύθερη επαγγελματίας στην επιστημονική μετάφραση.

  • ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια/επιμελήτρια Μαριλένα Παπαϊωάννου

    ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια/επιμελήτρια Μαριλένα Παπαϊωάννου

    Το ΙnS συνεχίζει ένα κύκλο συνεντεύξεων με τους ανθρώπους που βρίσκονται «πίσω» από το επιστημονικό βιβλίο, μεταφραστές, διορθωτές, επιμελητές, εκδότες και άλλους. Είναι εκείνοι που καταθέτουν το μόχθο τους ώστε το βιβλίο να φτάσει άρτιο στο αναγνωστικό κοινό. Σε αυτήν τη συνέντευξη συζητούμε με την επιμελήτρια και μεταφράστρια επιστημονικών βιβλίων των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης (ΠΕΚ) Μαριλένα Παπαϊωάννου.-InS: Κατ’ αρχάς θα ήθελα να σας ρωτήσω για τον επιστημονικό σας «οπλισμό» με τον οποίο εισήλθατε στο χώρο των μεταφράσεων επιστημονικών βιβλίων. Πείτε μας κάποια λόγια για τις σπουδές σας.

    Σπούδασα μοριακή βιολογία και γενετική. Η διδακτορική μου έρευνα ήταν στο πεδίο της αναπτυξιακής βιολογίας – αφορούσε τη συμμετοχή μικρών μορίων RNA (microRNA, όπως λέγονται) στην αναπαραγωγική διαδικασία των θηλαστικών. Η μεταδιδακτορική μου έρευνα ήταν επίσης στο πεδίο της αναπτυξιακής βιολογίας – πάλι ασχολήθηκα με τα microRNA, αλλά εστιάζοντας στον ρόλο που παίζουν στην ανάπτυξη των βλαστικών κυττάρων στον άνθρωπο.

    -InS: Τι ήταν αυτό που σας έκανε να στραφείτε στη μετάφραση;

    Επέστρεψα στην Ελλάδα το 2013, μόλις ολοκλήρωσα τη μεταδιδακτορική μου έρευνα στην Αμερική, γιατί είχα αποφασίσει ότι ο κύκλος της έρευνας για εμένα είχε κλείσει. Ήθελα να φροντίσω άλλες πτυχές και άλλα ενδιαφέροντά μου που, λόγω της ενασχόλησής μου με την έρευνα, είχα εγκαταλείψει σχεδόν πλήρως. Δεν ήθελα βέβαια να αφήσω την επιστήμη εν γένει, μόνο την έρευνα. Ψάχνοντας, λοιπόν, τι θα μπορούσα να κάνω επαγγελματικά –και επειδή ανέκαθεν ήθελα να εμπλακώ με κάποιον τρόπο στην εκπαιδευτική διαδικασία, την ευρύτερη επικοινωνία της επιστήμης στο κοινό– σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να ασχοληθώ με το επιστημονικό βιβλίο. Έτσι θα μπορούσα να συνδυάσω τα δύο πράγματα που αγαπούσα πάντα, την επιστήμη και το βιβλίο. Αφού χτύπησα πολλές πόρτες, έκανα ένα δοκιμαστικό για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (ΠΕΚ) το οποίο κατέληξε εντέλει σε μια υπέροχη, δεκαετή και πλέον, συνεργασία!

    -InS: Πόσα χρόνια είστε σε αυτόν τον χώρο; Πότε κάνατε την πρώτη σας μετάφραση επιστημονικού βιβλίου και ποιο ήταν αυτό;

    Είμαι στον χώρο του επιστημονικού βιβλίου από το 2014. Η πρώτο δουλειά που ανέλαβα για τις ΠΕΚ δεν ήταν μετάφραση, αλλά επιμέλεια. Ήταν για το βιβλίο Τα ίχνη της εμπειρίας: Νευρωνική πλαστικότητα και η συνάντηση της βιολογίας με την ψυχανάλυση των François Ansermet και Pierre Magistretti. Επειδή ακριβώς ήταν το πρώτο βιβλίο που αναλάμβανα, έκανα την επιμέλεια σε συνεργασία με τον Νίκο Κουμπιά των ΠΕΚ. Η μετάφραση είχε γίνει από τη Βασιλική Βακάκη βάσει της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου, όμως την επιμέλεια την κάναμε βάσει και του γαλλικού πρωτότυπου, γιατί διαπιστώσαμε ότι η αγγλική έκδοση ήταν κάπως προβληματική. Το βιβλίο μιλά εν ολίγοις για τα ίχνη που αφήνουν οι εμπειρίες, αφενός στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αφετέρου στην ψυχή του – είναι ένα βιβλίο που περιγράφει τα σημεία συνάντησης της νευροβιολογίας με την ψυχανάλυση. Το πρώτο βιβλίο στο οποίο συμμετείχα ως μεταφράστρια ήταν ένα σύγγραμμα, η Βιολογία των Μικροοργανισμών του Brock, επίσης από τις ΠΕΚ.

    -InS: Θα θέλατε να μας θυμήσετε τις μεταφραστικές σας εργασίες που αφορούν βιβλία σχετικά με την επιστήμη;

    Έχω μεταφράσει αρκετά βιβλία τα τελευταία δέκα χρόνια, οπότε θα ξεχωρίσω τρία: Αρχικά, το Αθέατο σώμα (ΠΕΚ, 2024) του Daniel Davis. Ο Davis παρουσιάζει σημαντικές ανακαλύψεις στον τομέα της ανθρώπινης βιολογίας, οι οποίες αφορούν έξι θεματικά πεδία (το κύτταρο, το έμβρυο, τα όργανα και τα συστήματα του σώματος, τον εγκέφαλο, το μικροβίωμα και το γονιδίωμα). Ουσιαστικά, μιλά για την πολυπλοκότητα αλλά και τις δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος. Το δεύτερο βιβλίο είναι η Προσαρμοστική ογκογένεση (ΠΕΚ, 2023) του James DeGregori. Πρόκειται για πιο δύσκολο κείμενο, που απευθύνεται μάλλον σε ένα πιο περιορισμένο αναγνωστικό κοινό. Πραγματεύεται μια αρκετά δυσνόητη θεωρία –το πώς αναπτύσσεται ένας καρκινικός όγκος μέσα στο σώμα μας– υπό το πρίσμα της εξέλιξης. Και το τρίτο είναι η Συνείδηση (ΠΕΚ, 2025) της Patricia Churchland, το οποίο προσπαθεί να εξηγήσει από πού πηγάζουν οι ηθικές μας πεποιθήσεις, βάσει δεδομένων γενετικής, νευροεπιστήμης και μελετών του φυσικού περιβάλλοντος.

    -InS: Αν σας ρωτούσαν να αναφέρατε ποιο βιβλία σας «αγαπάτε περισσότερο» ως μεταφράστρια και ποιο ως αναγνώστρια, τι θα λέγατε;

    Ως αναγνώστρια αγαπώ βιβλία στα οποία δεν έχω εμπλακεί με κανέναν τρόπο – αλλιώς απολαμβάνεις ένα βιβλίο όταν το διαβάζεις χωρίς να ψάχνεις διαρκώς το λάθος! Ένα τέτοιο βιβλίο ήταν το Η μηχανή της γένεσης των Amy Webb και Andrew Hessel (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, ΠΕΚ, 2024), το οποίο νομίζω πως είναι ένα από τα πιο χρήσιμα αναγνώσματα για τους μη ειδήμονες που θέλουν να καταλάβουν πού περίπου βρισκόμαστε σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες τις συνθετικής βιολογίας. Επίσης, το βιβλίο του Σπύρου Σφενδουράκη Στον καθρέφτη του Δαρβίνου (ΠΕΚ, 2021), το οποίο εκτός από απολαυστικά γραμμένο είναι και πολύ κατατοπιστικό –άρα χρήσιμο–, καθότι αποσαφηνίζει παρεξηγημένες και μη έννοιες της εξέλιξης. Ως μεταφράστρια, αγάπησα πολύ τα Γενετήσια παιχνίδια (ΠΕΚ, 2019) του Menno Schilthuizen, αφενός γιατί το περιεχόμενο του βιβλίου ήταν κοντά στη δική μου διδακτορική έρευνα (πραγματεύεται το πώς έχουν εξελιχθεί σε βάθος χρόνου τα αναπαραγωγικά όργανα διαφόρων ειδών), αφετέρου γιατί ο Schilthuizen γράφει με χιούμορ χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην επιστημονική ακρίβεια.

    -InS: Πόσο δύσκολη είναι αυτή η δουλειά, δηλαδή η μετάφραση/επιμέλεια ενός βιβλίου για την επιστήμη; Έχετε κάποια ιδιαίτερη στρατηγική με την οποία προσεγγίζετε την μετάφραση ενός βιβλίου;

    Ασχολούμαι πολύ περισσότερο με την επιμέλεια παρά με τη μετάφραση. Έχω, εν ολίγοις, επιμεληθεί περισσότερα βιβλία απ’ όσα έχω μεταφράσει. Προσωπικά έχω την αίσθηση ότι συνήθως η επιμέλεια είναι πολύ πιο δύσκολη από τη μετάφραση. Δεν μιλάω για τις περιπτώσεις που έρχεται στα χέρια σου μια καλή μετάφραση – τότε η επιμέλεια είναι μια «ομαλή» διαδικασία, σχετικά εύκολη. Όταν όμως φτάνει στα χέρια σου μια κακή μετάφραση –ένα κακογραμμένο κείμενο γενικά –, τότε η επιμέλεια μπορεί να είναι από δύσκολη έως εξαντλητική. Και δεν είναι σπάνιες αυτές οι περιπτώσεις – καμιά φορά, μάλιστα, ένα κείμενο χρειάζεται να γραφτεί σχεδόν εξαρχής. Είναι πολλά τα στοιχεία που πρέπει να φροντίσει ο επιμελητής. Πρέπει να δει αν το κείμενο έχει ρέουσα γλώσσα, να εντοπίσει ασυνταξίες, να δει αν οι επιστημονικοί όροι και πρωτίστως το «μήνυμα» του συγγραφέα έχουν αποδοθεί ορθά, αν το ύφος έχει διατηρηθεί κατά το δυνατόν περισσότερο κ.ά. Σε μια κακή μετάφραση, η επιμέλεια μπορεί να είναι πραγματικός Γολγοθάς – σημειωτέον δε, η επιμέλεια αμείβεται κατά κανόνα λιγότερο από ό,τι η μετάφραση (πράγμα που σε περίπτωση καλής μετάφρασης είναι λογικό και δίκαιο, αλλά σε περίπτωση κακής μετάφρασης είναι άστοχο). Προσωπικά ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζω κάθε βιβλίο, είτε το επιμελούμαι είτε το μεταφράζω, έχει διαμορφωθεί βάσει της εμπειρίας μου: Αρχικά κάνω το «πρώτο χέρι» δουλειάς, που είναι πιο αδρό, δηλαδή στην περίπτωση της επιμέλειας κάνω τη βασική αντιπαραβολή με το πρωτότυπο κείμενο, χωρίς να με απασχολεί τίποτε άλλο παρά μόνον η ακρίβεια στο περιεχόμενο, ενώ στην περίπτωση της μετάφρασης αποδίδω σχεδόν επί λέξει το κείμενο, και πάλι χωρίς να νοιάζομαι για συνδετικές λέξεις, για ύφος, κ.λπ. Μετά έρχεται το «δεύτερο χέρι» της δουλειάς, το πιο λεπτομερές και χρονοβόρο, αυτό κατά το οποίο, λέξη-λέξη, μελετώ το κείμενο που έχω επιμεληθεί ή μεταφράσει, και το «σουλουπώνω», φροντίζω τη σύνταξή του, τις λεκτικές μεταβάσεις, τη ροή του κειμένου εν γένει. Και στο τέλος πια, στο «τρίτο χέρι» κάνω την τελική ανάγνωση για να εντοπίσω τυχόν παραλείψεις και να κάνω ίσως διορθώσεις.

    -InS: Εδώ και περίπου τέσσερις δεκαετίες το βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης καταλαμβάνει ένα ιδιαίτερο και σημαντικό τμήμα των επιστημονικών εκδόσεων. Μέσω αυτού του είδους βιβλίων φτάνουν στο ευρύτερο κοινό τα επιτεύγματα της επιστήμης. Τι ιδιαιτερότητες παρουσιάζει η μετάφραση αυτών των βιβλίων; Έχει απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το βιβλίο της επιστημονικής εκλαΐκευσης;

    Η βασική ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει η μετάφραση βιβλίων επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι ότι, ιδανικά, πρέπει να γίνεται από ανθρώπους που έχουν συνάφεια με το εκάστοτε αντικείμενο· και, αν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε να γίνεται η επιμέλειά του από έναν τέτοιο άνθρωπο. Υπάρχουν, φυσικά, και επαγγελματίες μεταφραστές που έχουν εξειδικευτεί στο επιστημονικό κείμενο, αλλά έχω την αίσθηση ότι είναι λίγοι και ενίοτε όχι αρκούντως εξειδικευμένοι για ένα πολύ συγκεκριμένο θέμα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στις ΠΕΚ κάνουμε συστηματικά διπλή επιμέλεια –γλωσσική και επιστημονική–, ακόμα μάλιστα κι αν η μετάφραση έχει γίνει από άνθρωπο με επιστημονική γνώση του αντικειμένου. Και αυτό, προφανώς, διότι στόχος είναι η έκδοση βιβλίων που θα πληρούν υψηλά επιστημονικά πρότυπα όντας παράλληλα προσιτά στον μέσο, μη ειδήμονα, αναγνώστη.
    Σε ό,τι αφορά την απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, ομολογώ πως δεν μπορώ να μιλήσω γενικά για το βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης. Δεν έχω ευρεία εικόνα επί του θέματος – εννοώ ότι δεν ξέρω πώς πηγαίνουν τέτοια βιβλία άλλων εκδοτικών οίκων. Πάντως, τα βιβλία των ΠΕΚ βλέπουμε ότι έχουν μεγάλη απήχηση στους αναγνώστες, κάποια μάλιστα περισσότερο απ’ ό,τι θα περιμέναμε βάσει της θεματικής τους εξειδίκευσης. Σε κάθε περίπτωση, το πώς διαμορφώνεται η απήχηση μιας σειράς βιβλίων στο κοινό είναι μια μάλλον σταδιακή διαδικασία, η οποία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Και όσο το αναγνωστικό κοινό εκτίθεται σε καλά βιβλία, προσιτά στους μη ειδήμονες, τόσο πιο κοντά θα έρχεται στο βιβλίο και στην επιστήμη εν γένει – αυτό είναι, άλλωστε, το ζητούμενο.

    -InS: Έχετε μεταφράσει και άλλα είδη βιβλίων πέρα από αυτά που αφορούν στην επιστήμη; Αν ναι, ποια;

    Όχι – δεν θα το τολμούσα ποτέ. Είμαι βιολόγος που μπορεί να επιμεληθεί και να μεταφράσει επιστημονικά κείμενα συναφή με το αντικείμενό μου. Η μετάφραση λογοτεχνίας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό – μια τέχνη, θα έλεγα, που για να την κάνεις πρέπει να έχεις διαφορετικό υπόβαθρο από το δικό μου.

    -InS: Οι μεγάλες αλλαγές που ήδη έχουν συντελεστεί στην τεχνολογία (μεταφραστικές μηχανές) και η Τεχνητή Νοημοσύνη, που πλέον δηλώνει «βροντερό παρών» στη ζωή μας, τι αλλαγές φέρνουν στην μετάφραση; Φοβάστε για το μέλλον σας ως μεταφράστρια;

    Μηχανές μετάφρασης υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια, απλώς με την έκρηξη που έχει σημειωθεί τα τελευταία 3-4 χρόνια στο πεδίο της ΤΝ, η κατάσταση έχει γίνει πράγματι πολύ πιο σύνθετη. Προσωπικά δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ μηχανή μετάφρασης. Έχουν όμως φτάσει στα χέρια μου κείμενα για να τα επιμεληθώ τα οποία πολύ γρήγορα έχω αντιληφθεί ότι είναι προϊόν μεταφραστικής μηχανής. Το πρόβλημα δεν είναι καθαυτή η χρήση μιας τέτοιας μηχανής – ώς έναν βαθμό μπορώ και να την καταλάβω, παρότι εμένα δεν μου αρέσει. Το πρόβλημα είναι ότι αρκετές φορές έχει τύχει ο μεταφραστής να παραδώσει ένα κείμενο χωρίς να το επιμεληθεί κάπως, χωρίς καν να το διαβάσει – αν το έκανε, θα διαπίστωνε ότι σε πολλά σημεία το κείμενο απλώς δεν διαβάζεται. Η μετάφραση, όμως, ακόμα και η επιστημονική που κάποιος θα έλεγε ότι είναι πιο «στεγνή», δεν συνίσταται απλώς σε μια επί λέξει απόδοση ενός κειμένου. Είναι μια διαδικασία συναρμογής, μια προσπάθεια εναρμόνισης λέξεων, τέτοιας ώστε αυτό που θα διαβάσει τελικά ο αναγνώστης να είναι αν μη τι άλλο κατανοητό, αν όχι ευχάριστο. Ασφαλώς, τα διαθέσιμα πλέον προγράμματα διαρκώς βελτιώνονται και πολλές φορές μπορεί όντως να μην καταλάβει κάποιος ότι δεν είναι προϊόν ανθρώπου, αλλά μηχανής. Αυτή είναι η πραγματικότητα, καλώς ή κακώς. Άρα, η μετάφραση κινείται πράγματι σε επισφαλή νερά· είναι μάλλον θολό το μέλλον των μεταφραστών. Έχω όμως την αίσθηση ότι η επιμέλεια θα συνεχίσει να είναι αναγκαία. Εκτός, βέβαια, κι αν η δυνατότητα μηχανικής μετάφρασης φτάσει σε τέτοιο επίπεδο τελειότητας και ακρίβειας, ώστε να καταστεί επουσιώδης και η επιμέλεια. Σε μια τέτοια περίπτωση όλοι όσοι απασχολούμαστε στον κόσμο του βιβλίου θα πρέπει να προσαρμοστούμε ανάλογα.

    -InS: Τι θα συμβουλεύατε ένα νεότερο που θα ήθελε να ακολουθήσει τον δικό σας δρόμο;

    Δεν μ’ αρέσει ιδιαίτερα να συμβουλεύω, μόνο να ενθαρρύνω. Αν πάντως έπρεπε οπωσδήποτε να του πω μια κουβέντα, θα του έλεγα απλώς να κρατά συνέχεια τα μάτια και τ’ αυτιά του ανοιχτά έτσι ώστε να μη σταματά να μαθαίνει.

    -InS: Σε εποχές διαδικτυακής «διαφάνειας» ήταν εύκολο για εμάς να ανακαλύψουμε και μια άλλη πτυχή της δραστηριότητάς σας: τη συγγραφή. Πείτε μας για αυτή την πλευρά σας. Τι σας ώθησε προς τα εκεί; Ποια θέματα σας συγκινούν και γιατί;

    Πράγματι, γράφω πεζογραφία. Το πρώτο μου μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2013. Και συνεχίζω να γράφω – το τελευταίο μου βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων, κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγους μήνες. Δεν ξέρω πώς αλλιώς θα μπορούσα να εξηγήσω γιατί γράφω, τι με ώθησε δηλαδή στη συγγραφή, παρά μόνο λέγοντας ότι από μικρή οι ιστορίες μού ασκούσαν μια ακαταμάχητη έλξη. Ήμουν πάντα ο άνθρωπος που μπορούσε να χαθεί μέσα σε μια ιστορία – είτε ακούγοντας κάποιον να την αφηγείται, είτε διαβάζοντάς την, είτε βλέποντάς την. Και πάντα θεωρούσα ότι, αν δώσει κανείς αρκετό χρόνο στον εαυτό του για να επεξεργαστεί νοητικά μια ιστορία, θα βγει κερδισμένος, ψυχικά πιο πλούσιος. Αυτό υπήρξε –και ακόμη είναι– η κινητήριος δύναμη για να γράψω. Σε τελική ανάλυση, μ’ αρέσει να μοιράζομαι ιστορίες, να τις διαμορφώνω με τέτοιον τρόπο ώστε ν’ αποτελούν αφορμή για σκέψη και συζήτηση με τους γύρω μου, πρωτίστως επειδή έτσι καταλαβαίνω καλύτερα τον άνθρωπο – την ανθρώπινη υπόσταση. Κι αυτό είναι σημαντικό ζητούμενο για εμένα, ανέκαθεν ήταν.

    -InS: Σας ευχαριστούμε πολύ για αυτήν την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση.

    Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ!ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

    Η Μαριλένα Παπαϊωάννου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982. Σπούδασε Μοριακή Βιολογία και Γενετική στην Αλεξανδρούπολη, εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στη Γενεύη και αργότερα εργάστηκε ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια στη Νέα Υόρκη. Σήμερα ασχολείται επαγγελματικά με την επιμέλεια και τη μετάφραση βιοεπιστημονικών εκδόσεων. Από τις Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας κυκλοφορούν τα βιβλία της Νικήτας Δέλτα (2013) και Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους (2016) και από τις Εκδόσεις Καστανιώτη το μυθιστόρημα Ένα πιάτο λιγότερο (2020) και η συλλογή διηγημάτων Δέκα εκατοστά (2025).