Tag: ΒαΪμάρη

  • ERWIN  SCHRÖDINGER – Η θεμελιώδης ιδέα της κυματικής μηχανικής

    ERWIN SCHRÖDINGER – Η θεμελιώδης ιδέα της κυματικής μηχανικής

    Διάλεξη Νόμπελ, 12 Δεκεμβρίου, 1933

    Μετάφραση: Βαρβάρα Πετανίδου

    Επιμέλεια Μετάφρασης: Κέλη Σπυροπούλου, Βασίλης Λεμπέσης

    «…για την ανακάλυψη νέων παραγωγικών μορφών της ατομικής θεωρίας». (Από την προσφώνηση στην τελετή απονομής του βραβείου Nobel, 11 Δεκεμβρίου 1933)

    Κατά τη διαδρομή μιας ακτίνας φωτός μέσα από ένα οπτικό όργανο, όπως ένα τηλεσκόπιο ή έναν φακό φωτογραφικής μηχανής, αυτή υφίσταται αλλαγή κατεύθυνσης σε κάθε διαθλαστική ή ανακλαστική επιφάνεια. Η πορεία των ακτίνων μπορεί να ανακατασκευαστεί, αν γνωρίζουμε τους δύο απλούς νόμους που διέπουν τις αλλαγές στην κατεύθυνση: τον νόμο της διάθλασης που ανακαλύφθηκε από τον Snellius πριν από μερικές εκατοντάδες χρόνια και τον νόμο της ανάκλασης, με τον οποίο ο Αρχιμήδης ήταν εξοικειωμένος πάνω από  2.000 χρόνια πριν. Ως απλό παράδειγμα, το Σχ. 1 δείχνει μια ακτίνα Α-Β, η οποία υπόκειται σε διάθλαση σε καθεμία από τις τέσσερις συνοριακές επιφάνειες δύο φακών σύμφωνα με τον νόμο του Snellius.

    Σχήμα 1.

    Ο Φερμά (Fermat) όρισε τη συνολική διαδρομή μιας ακτίνας φωτός από μια πιο γενική άποψη. Σε διαφορετικά μέσα το φως διαδίδεται με διαφορετικές ταχύτητες και η διαδρομή της ακτινοβολίας δίνει την εντύπωση ότι το φως πρέπει να φτάσει στον προορισμό του όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Παρεμπιπτόντως, εδώ επιτρέπεται να θεωρήσουμε δύο οποιαδήποτε σημεία κατά μήκος της ακτίνας ως σημεία εκκίνησης και τερματισμού. Η ελάχιστη απόκλιση από τη διαδρομή που ακολουθείται πραγματικά θα σήμαινε καθυστέρηση. Αυτή είναι η περίφημη αρχή του ελαχίστου χρόνου για το φως του Φερμά, η οποία με θαυμαστό τρόπο καθορίζει την τύχη μιας ακτίνας φωτός με μια μόνο δήλωση και περιλαμβάνει επίσης τη γενικότερη περίπτωση, όταν η φύση του μέσου μεταβάλλεται όχι απότομα όπως σε μεμονωμένες επιφάνειες αλλά σταδιακά από σημείο σε σημείο. Η ατμόσφαιρα της γης παρέχει ένα παράδειγμα. Όσο πιο βαθιά διεισδύει σε αυτήν μια ακτίνα φωτός από το διάστημα, τόσο πιο αργά προχωρά μέσα σε έναν όλο και πιο πυκνό αέρα. Παρόλο που οι διαφορές στην ταχύτητα διάδοσης είναι απειροελάχιστες, η αρχή του Φερμά υπό αυτές τις συνθήκες απαιτεί η ακτίνα φωτός να καμπυλώνει προς τη γη (βλ. Σχ. 2), έτσι ώστε να παραμείνει λίγο περισσότερο στα υψηλότερα «ταχύτερα» στρώματα και να φτάσει στον προορισμό της πιο γρήγορα σε σχέση με τη συντομότερη ευθεία διαδρομή (διακεκομμένη γραμμή στο σχήμα- αγνοήστε το τετράγωνο, WWW1W1  προς το παρόν).

    Σχήμα 2.

    Νομίζω ότι σχεδόν κανένας από εσάς δε θα έχει παραλείψει να παρατηρήσει ότι ο ήλιος όταν είναι χαμηλά στον ορίζοντα δε φαίνεται να είναι κυκλικός αλλά πεπλατυσμένος: η κατακόρυφη διάμετρός του φαίνεται να είναι μειωμένη. Αυτό είναι ένα αποτέλεσμα της καμπυλότητας των ακτίνων.

    Σύμφωνα με την κυματική θεωρία, οι ακτίνες του φωτός, αυστηρά μιλώντας, έχουν μόνο πλασματική σημασία. Δεν είναι οι φυσικές τροχιές κάποιων σωματιδίων του φωτός αλλά μια μαθηματική κατασκευή, οι λεγόμενες ορθογώνιες τροχιές των κυματικών επιφανειών, φανταστικές γραμμές-οδηγοί κατά κάποιον τρόπο, οι οποίες δείχνουν προς την κατεύθυνση που είναι κάθετη προς την κυματική επιφάνεια στην οποία η τελευταία προχωρά (βλ. το Σχ. 3 που δείχνει την απλούστερη περίπτωση ομόκεντρων σφαιρικών κυματικών επιφανειών και αντίστοιχα ευθύγραμμων ακτίνων, ενώ το Σχ. 4 απεικονίζει την περίπτωση των καμπύλων ακτίνων).

    Σχήμα 3.

    Σχήμα 4.

    Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι μια γενική αρχή τόσο σημαντική όσο αυτή του Φερμά σχετίζεται άμεσα με αυτές τις μαθηματικές κατευθυντήριες γραμμές και όχι με τις κυματικές επιφάνειες, και για τον λόγο αυτό θα μπορούσε κανείς να τη θεωρήσει ως ένα απλό μαθηματικό αξιοπερίεργο. Κάθε άλλο. Γίνεται ορθώς κατανοητή μόνο από τη σκοπιά της κυματικής θεωρίας και παύει να είναι ένα θεϊκό θαύμα. Από την άποψη των κυμάτων, η λεγόμενη καμπυλότητα της φωτεινής ακτίνας είναι πιο εύκολα κατανοητή ως μια εκτροπή της κυματικής επιφάνειας, η οποία πρέπει προφανώς να συμβαίνει όταν γειτονικά τμήματα μιας κυματικής επιφάνειας προχωρούν με διαφορετικές ταχύτητες- με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ένα άγημα στρατιωτών βαδίζοντας προς τα εμπρός θα εκτελέσει τη διαταγή «κλίνατ’ επί δεξιά» κάνοντας βήματα διαφορετικού μήκους, ο άντρας της δεξιάς πτέρυγας το μικρότερο και ο άντρας της αριστερής πτέρυγας το μεγαλύτερο. Στην ατμοσφαιρική διάθλαση της ακτινοβολίας για παράδειγμα (Σχ. 2), το τμήμα της κυματικής επιφάνειας WW πρέπει αναγκαστικά να στραφεί προς τα δεξιά προς το W1W1, επειδή το αριστερό του μισό βρίσκεται σε ελαφρώς υψηλότερο, μικρότερης πυκνότητας αέρα, και έτσι προχωράει ταχύτερα από το δεξιό τμήμα που βρίσκεται σε χαμηλότερο σημείο. Παρεμπιπτόντως, θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα σημείο στο οποίο η αρχή του Snellius αποτυγχάνει: μια οριζόντια εκπεμπόμενη φωτεινή ακτίνα θα πρέπει να παραμένει οριζόντια, επειδή, ο δείκτης διάθλασης δε μεταβάλλεται στην οριζόντια κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα, μια οριζόντια ακτίνα καμπυλώνεται πιο έντονα από οποιαδήποτε άλλη, πράγμα που αποτελεί προφανή συνέπεια της θεωρίας του εκτρεπόμενου μετώπου κύματος. Κατά τη λεπτομερή εξέταση της αρχής του Φερμά διαπιστώνεται ότι ισοδυναμεί πλήρως με την τετριμμένη και προφανή δήλωση ότι – δεδομένης της τοπικής κατανομής των ταχυτήτων του φωτός – το μέτωπο του κύματος πρέπει να εκτρέπεται με τον τρόπο που υποδεικνύεται. Δεν μπορώ να το αποδείξω αυτό εδώ, αλλά θα προσπαθήσω να δώσω μια εύλογη εξήγηση. Θα σας ζητούσα και πάλι να φανταστείτε μια σειρά στρατιωτών που βαδίζουν προς τα εμπρός. Για να εξασφαλιστεί ότι η γραμμή παραμένει αδιάσπαστη, οι άνδρες συνδέονται με μια μακριά ράβδο που ο καθένας κρατάει σταθερά στο χέρι του. Δε δίνεται καμία εντολή ως προς την κατεύθυνση- η μόνη εντολή είναι: ο κάθε άνδρας να βαδίζει ή να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Εάν η φύση του εδάφους ποικίλλει αργά από τόπο σε τόπο, θα είναι πότε η δεξιά πτέρυγα πότε η αριστερή που θα προχωρήσει πιο γρήγορα, και οι αλλαγές στην κατεύθυνση θα συμβούν αυθόρμητα. Αφού περάσει κάποιο χρονικό διάστημα, θα φανεί ότι ολόκληρη η διαδρομή που διανύεται δεν είναι ευθύγραμμη αλλά, κατά κάποιο τρόπο, καμπυλωτή. Ότι αυτή η καμπυλωτή διαδρομή είναι ακριβώς εκείνη με την οποία ο προορισμός που θα μπορούσε να επιτευχθεί ανά πάσα στιγμή μπορεί να επιτευχθεί ταχύτερα ανάλογα με τη φύση του εδάφους είναι τουλάχιστον αρκετά εύλογο, δεδομένου ότι ο καθένας από τους άνδρες έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Θα φανεί ακόμα ότι η εκτροπή συμβαίνει επίσης σταθερά προς εκείνη την κατεύθυνση στην οποία το έδαφος είναι λιγότερο ομαλό, έτσι ώστε να καταλήξει στο τέλος να φαίνεται ότι οι άνδρες είχαν σκόπιμα “παρακάμψει” ένα μέρος όπου θα προχωρούσαν αργά.

    Η αρχή του Φερμά φαίνεται έτσι να είναι η τετριμμένη πεμπτουσία της κυματικής θεωρίας. Ήταν λοιπόν μια αξιομνημόνευτη περίσταση όταν ο Χάμιλτον (Hamilton) έκανε την ανακάλυψη ότι η πραγματική κίνηση σημειακών μαζών σε ένα πεδίο δυνάμεων (π.χ. ενός πλανήτη στην τροχιά του γύρω από τον ήλιο ή μιας πέτρας που ρίχνεται στο βαρυτικό πεδίο της γης) διέπεται επίσης από μια παρόμοια γενική αρχή, η οποία φέρει, και έχει κάνει έκτοτε διάσημο, το όνομα του εμπνευστή της. Ομολογουμένως, η αρχή Χάμιλτον δε λέει ακριβώς ότι η σημειακή μάζα επιλέγει τον ταχύτερο δρόμο, αλλά λέει κάτι τόσο παρόμοιο: η αναλογία με την αρχή του συντομότερου χρόνου που ταξιδεύει το φως είναι τόσο κοντινή, ώστε να βρεθεί κανείς μπροστά σε έναν γρίφο. Φαινόταν σαν η Φύση να είχε υπαγορεύσει τον ίδιο νόμο δύο φορές σε εντελώς διαφορετικά μέσα: πρώτα στην περίπτωση του φωτός, μέσω ενός αρκετά προφανούς παίγνιου των ακτίνων, κι έπειτα στην περίπτωση των σημειακών μαζών, που κάθε άλλο παρά προφανείς ήταν, εκτός αν έπρεπε να αποδοθεί και σ’ αυτά με κάποιον τρόπο κυματική φύση. Και αυτό φαινόταν αδύνατο να γίνει. Διότι οι «σημειακές μάζες», στις οποίες οι νόμοι της μηχανικής είχαν πράγματι επιβεβαιωθεί πειραματικά εκείνη την εποχή, ήταν μόνο τα μεγάλα, ορατά, μερικές φορές πολύ μεγάλα σώματα, οι πλανήτες, για τα οποία κάτι σαν την «κυματική φύση» φαινόταν να αποκλείεται.

    Τα μικρότερα, στοιχειώδη συστατικά της ύλης, τα οποία σήμερα, πιο συγκεκριμένα, αποκαλούμε «σημειακές μάζες», ήταν τότε καθαρά υποθετικά. Μόνο μετά την ανακάλυψη της ραδιενέργειας οι συνεχείς βελτιώσεις των μεθόδων μέτρησης επέτρεψαν τη λεπτομερή μελέτη των ιδιοτήτων αυτών των σωματιδίων και επιτρέπουν σήμερα τη φωτογράφιση των διαδρομών αυτών των σωματιδίων και την ακριβή μέτρησή τους (στερεοφωτογραμμετρικά) με τη λαμπρή μέθοδο του C. T. R. Wilson1. Όσον αφορά τις μετρήσεις, επιβεβαιώνουν ότι για τα σωματίδια ισχύουν οι ίδιοι  νόμοι της μηχανικής όπως και για τα μεγάλα σώματα, τους πλανήτες κ.λπ. Ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι ούτε το μόριο ούτε το μεμονωμένο άτομο μπορούν να θεωρηθούν ως το «απόλυτο συστατικό»: αλλά ότι ακόμη και το άτομο είναι ένα σύστημα με εξαιρετικά πολύπλοκη δομή. Στο μυαλό μας σχηματίζονται εικόνες της δομής των ατόμων που αποτελούνται από σωματίδια, οι οποίες φαίνεται να έχουν κάποια ομοιότητα με το πλανητικό σύστημα. Ήταν φυσικό, αρχικά, να γίνει η προσπάθεια ώστε να θεωρηθούν  έγκυροι οι ίδιοι νόμοι της κίνησης που είχαν αποδειχθεί ότι ικανοποιούνταν σε μεγάλη κλίμακα. Με άλλα λόγια, η μηχανική του Χάμιλτον, η οποία, όπως είπα παραπάνω, κορυφώνεται με την αρχή Χάμιλτον, εφαρμόστηκε και στην «εσωτερική ζωή» του ατόμου. Το ότι υπάρχει μια πολύ στενή αναλογία μεταξύ της αρχής του Χάμιλτον και της αρχής του Φερμά είχε εν τω μεταξύ σχεδόν ξεχαστεί. Στην περίπτωση που το θυμόντουσαν, θεωρούνταν ότι δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα περίεργο χαρακτηριστικό της μαθηματικής θεωρίας.

    Τώρα είναι πολύ δύσκολο, χωρίς να υπεισέλθουμε περαιτέρω σε λεπτομέρειες, να αποδώσουμε σωστά την αντίληψη της επιτυχίας ή της αποτυχίας αυτών των κλασικών-μηχανικών εικόνων του ατόμου. Από τη μια πλευρά, η αρχή του Χάμιλτον, ειδικότερα, αποδείχθηκε ο πιο πιστός και αξιόπιστος οδηγός, ο οποίος ήταν απλώς απαραίτητος- από την άλλη πλευρά έπρεπε να υποστεί κανείς, για να αποδώσει δικαιοσύνη στα γεγονότα, την πρόχειρη παρεμβολή εντελώς νέων ακατανόητων αξιωμάτων, των λεγόμενων κβαντικών συνθηκών και κβαντικών αξιωμάτων. Σαν μια έντονη δυσαρμονία στη συμφωνία της κλασικής μηχανικής – που όμως είναι παράξενα οικεία – παιγμένη σαν να ήταν στο ίδιο όργανο. Με μαθηματικούς όρους μπορούμε να το διατυπώσουμε ως εξής: ενώ η αρχή του Χάμιλτον απλώς αξιώνει ότι ένα δεδομένο ολοκλήρωμα πρέπει να είναι ελάχιστο, χωρίς η αριθμητική τιμή του ελαχίστου να καθορίζεται από αυτό το αξίωμα, τώρα απαιτείται η αριθμητική τιμή του ελαχίστου να περιορίζεται σε ακέραια πολλαπλάσια μιας παγκόσμιας φυσικής σταθεράς, του κβάντου δράσης του Πλανκ. Αυτό συμπτωματικά. Η κατάσταση ήταν αρκετά απελπιστική. Αν η παλιά μηχανική είχε αποτύχει εντελώς, δε θα ήταν τόσο άσχημα. Τότε ο δρόμος θα ήταν  ελεύθερος για την ανάπτυξη ενός νέου συστήματος μηχανικής. Όπως και να ‘ταν, βρισκόταν κανείς αντιμέτωπος με το δύσκολο έργο να σώσει την ψυχή του παλιού συστήματος, του οποίου το πνεύμα σαφώς κυριαρχούσε σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο, και ταυτόχρονα να το κολακεύσει, ώστε να δεχτεί τις κβαντικές συνθήκες όχι ως μεγάλη παρεμβολή αλλά ως προερχόμενες από την ίδια του την εσώτερη ουσία.

    Η διέξοδος βρισκόταν ακριβώς στη δυνατότητα που ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, να αποδοθεί στην αρχή Χάμιλτον η λειτουργία ενός κυματικού μηχανισμού στον οποίο βασίζονται ουσιαστικά οι σημειακές μηχανικές διαδικασίες, όπως ακριβώς είχε συνηθίσει κανείς να κάνει στην περίπτωση των φαινομένων που σχετίζονται με το φως και την αρχή Φερμά που τα διέπει. Ομολογουμένως, η μεμονωμένη διαδρομή μιας σημειακής μάζας χάνει την ορθή φυσική της σημασία και γίνεται τόσο πλασματική όσο και η διακριτή απομονωμένη ακτίνα φωτός. Η ουσία της θεωρίας η ελάχιστη αρχή, ωστόσο, όχι μόνο παραμένει ανέπαφη, αλλά αποκαλύπτει το αληθινό και απλό νόημά της μόνο υπό την κυματοειδή διάσταση, όπως έχει ήδη εξηγηθεί. Αυστηρά μιλώντας, η νέα θεωρία δεν είναι στην πραγματικότητα νέα, είναι μια εντελώς οργανική εξέλιξη, ώστε θα μπορούσε σχεδόν να μπει κανείς στον πειρασμό να πει μια πιο περίτεχνη εκδοχή της παλιάς θεωρίας.

    Πώς λοιπόν αυτή η νέα, πιο «περίτεχνη» εκδοχή οδήγησε σε αξιοσημείωτα διαφορετικά αποτελέσματα; Τι της επέτρεψε, όταν εφαρμόστηκε στο άτομο, να αποφύγει δυσκολίες που η παλιά θεωρία δεν μπορούσε να λύσει; Τι της επέτρεψε να καταστήσει αποδεκτές τις μεγάλες παρεμβάσεις ή ακόμη και να τις οικειοποιηθεί;

    Και πάλι, τα θέματα αυτά μπορούν να διευκρινιστούν καλύτερα αξιοποιώντας την αναλογία με την οπτική. Πολύ σωστά, πράγματι, αποκάλεσα προηγουμένως την αρχή του Φερμά ως την πεμπτουσία της κυματικής θεωρίας του φωτός, ωστόσο, δεν μπορεί να καταστήσει αναπόφευκτη μια πιο ακριβή μελέτη της ίδιας της κυματικής διαδικασίας. Τα λεγόμενα φαινόμενα διάθλασης και συμβολής του φωτός μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο αν παρακολουθήσουμε λεπτομερώς την κυματική διαδικασία, διότι αυτό που έχει σημασία δεν είναι μόνο ο τελικός προορισμός του κύματος, αλλά και το αν σε μια δεδομένη στιγμή καταφτάνει εκεί με μια κορυφή ή με μια κοιλάδα του. Στις παλαιότερες, πιο χονδροειδείς πειραματικές διατάξεις, τα φαινόμενα αυτά λάμβαναν χώρα μόνο ως μικρές λεπτομέρειες και διέφευγαν της παρατήρησης. Μόλις έγιναν αντιληπτά και ερμηνεύτηκαν σωστά μέσω των κυμάτων, ήταν εύκολο να επινοηθούν πειράματα, στα οποία η κυματική φύση του φωτός εμφανίζεται όχι μόνο σε μικρές λεπτομέρειες αλλά σε πολύ μεγάλη κλίμακα σε ολόκληρη την έκταση του φαινομένου.

    Επιτρέψτε μου να το διευκρινίσω αυτό με δύο παραδείγματα: πρώτον, το παράδειγμα ενός οπτικού οργάνου, όπως το τηλεσκόπιο, το μικροσκόπιο κ.λπ. Ο στόχος εδώ είναι να επιτευχθεί μια ευκρινής εικόνα, δηλαδή είναι επιθυμητό όλες οι ακτίνες που ξεκινούν από ένα σημείο να επανενωθούν σε ένα σημείο, τη λεγόμενη εστία (βλ. Σχ. 5α). Αρχικά θεωρήθηκε ότι μόνο οι γεωμετρικές-οπτικές δυσκολίες εμπόδιζαν την επίτευξη αυτού του στόχου. αυτές είναι πράγματι σημαντικές.

    Σχήμα 5.

    Αργότερα διαπιστώθηκε ότι ακόμη και στα καλύτερα σχεδιασμένα όργανα η εστίαση των ακτίνων ήταν σημαντικά υποδεέστερη από ό,τι θα αναμενόταν, αν κάθε ακτίνα υπάκουε ακριβώς στην αρχή του Φερμά ανεξάρτητα από τις γειτονικές ακτίνες. Το φως που εξέρχεται από ένα σημείο και συλλαμβάνεται από το όργανο ξανασμίγει πίσω από το όργανο όχι πλέον σε ένα μόνο σημείο, αλλά κατανεμημένο σε μια μικρή κυκλική περιοχή, τον λεγόμενο δίσκο περίθλασης, ο οποίος, κατά τα άλλα, είναι στις περισσότερες περιπτώσεις κυκλικός μόνο και μόνο επειδή τα ανοίγματα και τα περιγράμματα των φακών είναι γενικά κυκλικά. Διότι, η αιτία του φαινομένου που ονομάζουμε περίθλαση έγκειται στο ότι δεν μπορεί το όργανο να συμπεριλάβει όλα τα σφαιρικά κύματα που προέρχονται από το σημείο του αντικειμένου. Τα άκρα του φακού και τα τυχόν ανοίγματα απλώς αποκόπτουν ένα μέρος των κυματικών επιφανειών (βλ. Σχ. 5β) και – αν μου επιτρέπετε να χρησιμοποιήσω μια πιο υπαινικτική έκφραση – τα τραχέα περιθώρια αντιστέκονται στην πλήρη επανένωση των ακτίνων σε ένα σημείο και παράγουν την κάπως θολή ή ασαφή εικόνα. Ο βαθμός ασάφειας συνδέεται στενά με το μήκος κύματος του φωτός και είναι απολύτως αναπόφευκτος λόγω αυτής της βαθιά ριζωμένης θεωρητικής σχέσης. Δύσκολα αντιληπτή στην αρχή, διέπει και περιορίζει την απόδοση του σύγχρονου μικροσκοπίου, το οποίο έχει υπερβεί όλα τα άλλα σφάλματα αναπαραγωγής μιας εικόνας. Οι εικόνες που λαμβάνονται από δομές όχι πολύ πιο μεγάλες ή και ακόμη πιο μικρές σε μέγεθος από τα μήκη κύματος του φωτός μοιάζουν μόνο εξ αποστάσεως ή καθόλου με το πρωτότυπο.

    Ένα δεύτερο, ακόμη πιο απλό παράδειγμα είναι η σκιά ενός αδιαφανούς αντικειμένου που πέφτει πάνω σε μια οθόνη από μια μικρή σημειακή πηγή φωτός. Για να κατασκευαστεί η μορφή της σκιάς, πρέπει να ανιχνευθεί κάθε ακτίνα φωτός και να διαπιστωθεί αν το αδιαφανές αντικείμενο την εμποδίζει να φτάσει στην οθόνη. Το περίγραμμα της σκιάς σχηματίζεται από τις ακτίνες φωτός που μόλις περνούν από την άκρη του σώματος. Η εμπειρία έχει δείξει ότι το περίγραμμα της σκιάς δεν είναι απολύτως ευκρινές ακόμη και με μια σημειακή πηγή φωτός και ένα ευκρινές αντικείμενο που ρίχνει σκιά. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ο ίδιος όπως και στο πρώτο παράδειγμα. Το μέτωπο του κύματος διχοτομείται κατά κάποιον τρόπο από το σώμα (βλ. Σχ. 6) και τα ίχνη αυτής της αλλοίωσης έχουν ως αποτέλεσμα τη θόλωση του περιγράμματος της σκιάς, η οποία θα ήταν ακατανόητη, εάν οι επιμέρους ακτίνες φωτός ήταν ανεξάρτητες οντότητες που προχωρούσαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη χωρίς αναφορά στις γειτονικές τους.

    Το φαινόμενο αυτό – που ονομάζεται επίσης περίθλαση – δεν είναι κατά κανόνα αισθητό σε μεγάλα σώματα. Αν όμως το σώμα που ρίχνει τη σκιά είναι πολύ μικρό, τουλάχιστον στη μία διάσταση, η περίθλαση εκφράζεται πρώτον με το ότι δε σχηματίζεται καθόλου σωστή σκιά και δεύτερον -πολύ πιο εντυπωσιακά- με το ότι το ίδιο το μικρό σώμα είναι σαν να ήταν το ίδιο μια πηγή φωτός και εκπέμπει φως προς όλες τις κατευθύνσεις. (κατά προτίμηση βέβαια σε μικρές γωνίες σε σχέση με το  προσπίπτον φως).

    Σχήμα 6.

    Όλοι σας είστε αναμφίβολα εξοικειωμένοι με τους λεγόμενους «κόκκους σκόνης» σε μια δέσμη φωτός που πέφτει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Τα λεπτά χορταράκια και οι ιστοί αράχνης στην κορυφή ενός λόφου με τον ήλιο πίσω τους ή οι ακατάστατες μπούκλες μαλλιών ενός ανθρώπου που στέκεται με τον ήλιο πίσω του και συχνά φωτίζονται μυστηριωδώς από το περιθλώμενο φως καθώς και η ορατότητα του καπνού και της ομίχλης βασίζονται σε αυτό το φαινόμενο . Δεν προέρχεται στην πραγματικότητα από το ίδιο το σώμα αλλά από το άμεσο περιβάλλον του, μια περιοχή στην οποία η παρουσία του σώματος προκαλεί σημαντική συμβολή στα προσπίπτοντα μέτωπα των κυμάτων. Είναι ενδιαφέρον και σημαντικό για ό,τι ακολουθεί να παρατηρήσουμε ότι η περιοχή της συμβολής έχει πάντα και προς κάθε κατεύθυνση τουλάχιστον την έκταση ενός ή μερικών μηκών κύματος, όσο μικρό κι αν είναι το διαταράσσον σωματίδιο. Για άλλη μια φορά, λοιπόν, παρατηρούμε μια στενή σχέση μεταξύ του φαινομένου της περίθλασης και του μήκους κύματος. Αυτό αναδεικνύεται ίσως καλύτερα με αναφορά σε μια άλλη κυματική διαδικασία, στον ήχο. Λόγω του πολύ μεγαλύτερου μήκους κύματος, το οποίο είναι της τάξης των εκατοστών και των μέτρων, ο σχηματισμός σκιών υποχωρεί στην περίπτωση του ήχου και η περίθλαση παίζει πρακτικά σημαντικό  ρόλο: μπορούμε εύκολα να ακούσουμε έναν άνθρωπο να φωνάζει πίσω από έναν ψηλό τοίχο ή πίσω από τη γωνία ενός συμπαγούς σπιτιού, ακόμη και αν δεν τον βλέπουμε.

    Ας επιστρέψουμε από την οπτική στη μηχανική και ας εξερευνήσουμε την αναλογία στο μέγιστο βαθμό. Στην οπτική, το παλιό σύστημα της μηχανικής αντιστοιχεί σε μια νοητική εργασία με απομονωμένες αμοιβαία ανεξάρτητες ακτίνες φωτός. Η νέα κυματική μηχανική αντιστοιχεί στην κυματική θεωρία του φωτός. Αυτό που αποκομίζεται περνώντας από την παλαιά άποψη στη νέα είναι ότι τα φαινόμενα περίθλασης μπορούν να συμπεριληφθούν ή, για να το εκφράσουμε καλύτερα, αυτό που αποκομίζεται είναι κάτι αυστηρά ανάλογο με τα φαινόμενα περίθλασης του φωτός, και το οποίο στο σύνολό του πρέπει να είναι πολύ ασήμαντο, διαφορετικά η παλαιά άποψη της μηχανικής δε θα ήταν επαρκής τόσον καιρό. Είναι, ωστόσο, εύκολο να υποθέσουμε ότι το  φαινόμενο που αγνοήσαμε μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να γίνει πολύ αισθητό, οπότε θα επιβληθεί πλήρως στη μηχανική διαδικασία και το παλιό σύστημα θα έλθει αντιμέτωπο με άλυτους γρίφους, αν ολόκληρο το μηχανικό σύστημα είναι συγκρίσιμο σε μέγεθος με τα μήκη κύματος των “κυμάτων της ύλης” που παίζουν τον ίδιο ρόλο στις μηχανικές διαδικασίες με αυτόν που παίζουν τα κύματα του φωτός στις οπτικές διαδικασίες.

    Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σε αυτά τα μικροσκοπικά συστήματα, τα άτομα, ήταν βέβαιο ότι θα αποτύγχανε η παλαιά άποψη, η οποία, παρόλο που παρέμενε ακλόνητη ως μια καλή προσέγγιση για τις γενικές μηχανικές διεργασίες, δεν είναι πλέον επαρκής για τις ευαίσθητες αλληλεπιδράσεις σε περιοχές της τάξης μεγέθους ενός ή μερικών μηκών κύματος. Ήταν εκπληκτικό να παρατηρεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο όλες αυτές οι παράξενες πρόσθετες απαιτήσεις αναπτύχθηκαν αυθόρμητα από τη νέα κυματική θεώρηση, ενώ έπρεπε να επιβληθούν στην παλιά θεώρηση, για να προσαρμοστούν στην εσωτερική ζωή του ατόμου και να δώσουν κάποια εξήγηση στα παρατηρούμενα γεγονότα.

    Έτσι, το σημαντικότερο σημείο του όλου θέματος είναι ότι οι διάμετροι των ατόμων και το μήκος κύματος των υποθετικών υλικών κυμάτων είναι περίπου της ίδιας τάξης μεγέθους. Και τώρα θα πρέπει οπωσδήποτε να ρωτήσετε αν πρέπει να θεωρηθεί απλή τύχη το γεγονός ότι στη συνεχή ανάλυσή μας για τη δομή της ύλης θα καταλήξουμε από όλα τα σημεία στην τάξη μεγέθους του μήκους κύματος ή αν αυτό είναι σε κάποιο βαθμό κατανοητό. Περαιτέρω, μπορεί να ρωτήσετε πώς γνωρίζουμε ότι αυτό είναι έτσι, αφού τα υλικά κύματα αποτελούν μια εντελώς νέα απαίτηση αυτής της θεωρίας, άγνωστη οπουδήποτε αλλού. Ή μήπως απλώς πρόκειται για μια υπόθεση που έπρεπε να γίνει;

    Η συμφωνία μεταξύ των τάξεων μεγέθους δεν είναι απλά τυχαία ούτε απαιτείται κάποια ειδική υπόθεση σχετικά με αυτήν. προκύπτει αυτόματα από τη θεωρία με τον ακόλουθο αξιοσημείωτο τρόπο. Το γεγονός ότι ο βαρύς πυρήνας του ατόμου είναι πολύ μικρότερος από το άτομο και επομένως μπορεί να θεωρηθεί ως ένα σημειακό κέντρο έλξης στο επιχείρημα που ακολουθεί, όπως τεκμηριώνεται πειραματικά από τα πειράματα για τη σκέδαση των ακτίνων άλφα που έκαναν οι Rutherford και Chadwick. Αντί των ηλεκτρονίων εισάγουμε υποθετικά κύματα, των οποίων τα μήκη κύματος αφήνονται εντελώς ελεύθερα, επειδή δε γνωρίζουμε ακόμη τίποτα γι’ αυτά. Αυτό αφήνει μια σταθερά, π.χ. α, που υποδηλώνει ένα άγνωστο ακόμη μέγεθος στον υπολογισμό μας. Ωστόσο, το έχουμε συνηθίσει αυτό σε τέτοιους υπολογισμούς και δε μας εμποδίζει να υπολογίσουμε ότι ο   πυρήνας του ατόμου πρέπει να παράγει ένα είδος φαινομένου περίθλασης σε αυτά τα κύματα, παρόμοια όπως κάνει ένα μικροσκοπικό σωματίδιο σκόνης στα κύματα του φωτός.  Κατ’ αναλογία, προκύπτει ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ της έκτασης της περιοχής συμβολής με την οποία περιβάλλεται ο πυρήνας και του μήκους κύματος, και ότι τα δύο είναι της ίδιας τάξης μεγέθους. Για το τι είναι αυτό έπρεπε να το αφήσουμε ανοιχτό- αλλά το πιο σημαντικό βήμα ακολουθεί τώρα: ταυτίζουμε την περιοχή συμβολής, το φωτοστέφανο περίθλασης, με το άτομο. ισχυριζόμαστε ότι το άτομο στην πραγματικότητα είναι απλώς το αποτέλεσμα της περίθλασης ενός κύματος ηλεκτρονίων που συλλαμβάνεται, όπως λέγαμε, από τον πυρήνα του ατόμου. Δεν είναι πλέον θέμα τύχης το γεγονός ότι το μέγεθος του ατόμου και το μήκος κύματος είναι της ίδιας τάξης μεγέθους. είναι θέμα φύσης. Δε γνωρίζουμε την αριθμητική τιμή κανενός από τα δύο, γιατί έχουμε ακόμη στον υπολογισμό μας τη μία άγνωστη σταθερά, την οποία ονομάσαμε α. Υπάρχουν δύο πιθανοί τρόποι προσδιορισμού της, οι οποίοι παρέχουν αμοιβαίο έλεγχο ο ένας στον άλλον. Πρώτον, μπορούμε να την επιλέξουμε έτσι ώστε οι εκδηλώσεις της ζωής του ατόμου, κυρίως οι γραμμές του φάσματος που εκπέμπονται, να βγαίνουν σωστά ποσοτικά- αυτές άλλωστε μπορούν να μετρηθούν με μεγάλη ακρίβεια. Δεύτερον, μπορούμε να επιλέξουμε τη σταθερά α με τέτοιον τρόπο, ώστε το φωτοστέφανο περίθλασης να αποκτήσει το μέγεθος που απαιτείται για το άτομο. Αυτοί οι δύο προσδιορισμοί του α (εκ των οποίων ο δεύτερος είναι ομολογουμένως πολύ πιο ασαφής, επειδή το «μέγεθος του ατόμου» δεν είναι σαφώς καθορισμένος όρος) βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία μεταξύ τους. Τρίτον, και τελευταίο, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η σταθερά που παραμένει άγνωστη, από φυσική άποψη, δεν έχει στην πραγματικότητα τη διάσταση ενός μήκους, αλλά μιας δράσης, δηλαδή ενέργειας πολλαπλασιασμένης με τον χρόνο. Ένα προφανές βήμα, λοιπόν, είναι να την αντικαταστήσουμε με την αριθμητική τιμή του παγκόσμιου κβάντου δράσης του Planck, η οποία είναι γνωστή με ακρίβεια από τους νόμους της θερμικής ακτινοβολίας. Θα δούμε ότι επιστρέφουμε με την πλήρη, σημαντική πλέον, ακρίβεια στον πρώτο (ακριβέστερο) τρόπο προσδιορισμού.

    Ποσοτικά μιλώντας, η θεωρία επομένως τα καταφέρνει με ελάχιστες νέες παραδοχές. Περιέχει μια και μόνη διαθέσιμη σταθερά, στην οποία πρέπει να δοθεί μια αριθμητική τιμή γνωστή από την παλαιότερη κβαντική θεωρία, πρώτον για να αποδοθεί στα φωτεινά αποτυπώματα της περίθλασης το σωστό μέγεθος, ώστε να μπορούν να ταυτιστούν λογικά με τα άτομα, και δεύτερον για να εκτιμηθούν ποσοτικά και σωστά όλες οι εκδηλώσεις της ζωής του ατόμου, το φως που εκπέμπει, η ενέργεια ιονισμού κ.λπ.

    Προσπάθησα να σας παρουσιάσω τη θεμελιώδη ιδέα της κυματικής θεωρίας της ύλης στην απλούστερη δυνατή μορφή. Πρέπει να παραδεχτώ τώρα ότι στην επιθυμία μου να μην μπλέξω τις ιδέες από την αρχή, έκανα περιττές προσθήκες. Όχι όσον αφορά τον υψηλό βαθμό στον οποίο όλα τα επαρκώς προσεκτικά εξαγόμενα συμπεράσματα επιβεβαιώνονται από την εμπειρία, αλλά όσον αφορά την εννοιολογική ευκολία και απλότητα με την οποία καταλήγουμε στα συμπεράσματα. Δε μιλάω εδώ για τις μαθηματικές δυσκολίες, οι οποίες αποδεικνύονται πάντα ασήμαντες στο τέλος, αλλά για τις εννοιολογικές δυσκολίες. Είναι, βέβαια, εύκολο να πούμε ότι στρεφόμαστε από την έννοια της καμπύλης διαδρομής σε ένα σύστημα κυματικών επιφανειών κάθετων σε αυτήν. Οι κυματικές επιφάνειες, ωστόσο, ακόμη και αν εξετάσουμε μόνο μικρά τμήματά τους (βλ. Σχ. 7), περιλαμβάνουν τουλάχιστον μια στενή δέσμη πιθανών καμπύλων διαδρομών,

    Σχήμα 7.

    με όλες να υπακούουν στην ίδια σχέση. Σύμφωνα με την παλαιότερη άποψη, αλλά όχι σύμφωνα με τη νέα, μία από αυτές σε κάθε συγκεκριμένη μεμονωμένη περίπτωση διακρίνεται από όλες τις άλλες που είναι «μόνο δυνατές» ως αυτή που «πραγματικά ταξίδεψε». Βρισκόμαστε εδώ αντιμέτωποι με την πλήρη ισχύ της λογικής αντίθεσης μεταξύ του

    είτε – ή  (μηχανική του σημείου)

    και του

    τόσο – όσο  (κυματική μηχανική).

    Αυτό δε θα είχε μεγάλη σημασία, αν το παλιό σύστημα εγκαταλείπονταν εντελώς και αντικαθίστατο από το νέο. Δυστυχώς, αυτό δε συμβαίνει. Από την άποψη της κυματικής μηχανικής, η άπειρη σειρά πιθανών σημειακών διαδρομών θα ήταν απλώς πλασματική, καμία από αυτές δε θα είχε το προνόμιο έναντι των άλλων να είναι αυτή που πραγματικά ταξιδεύει σε μια μεμονωμένη περίπτωση. Έχω, ωστόσο, ήδη αναφέρει ότι έχουμε  παρατηρήσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ατομικές διαδρομές σωματιδίων στην πραγματικότητα. Η κυματική θεωρία μπορεί να το αναπαραστήσει αυτό είτε καθόλου είτε μόνο πολύ ατελώς. Μας είναι τρομερά δύσκολο να ερμηνεύσουμε τα ίχνη που βλέπουμε ως τίποτα περισσότερο από στενές δέσμες εξίσου πιθανών διαδρομών, μεταξύ των οποίων οι κυματικές επιφάνειες δημιουργούν διασταυρούμενες συνδέσεις. Ωστόσο, αυτές οι διασταυρούμενες συνδέσεις είναι απαραίτητες για την κατανόηση των φαινομένων περίθλασης και συμβολής, τα οποία μπορούν να αποδειχθούν για το ίδιο σωματίδιο με την ίδια αληθοφάνεια – και μάλιστα σε μεγάλη κλίμακα, όχι μόνο ως συνέπεια των θεωρητικών ιδεών για το εσωτερικό του ατόμου, τις οποίες αναφέραμε προηγουμένως. Οι συνθήκες είναι ομολογουμένως τέτοιες, ώστε να μπορούμε πάντα να τα καταφέρνουμε σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση χωρίς οι δύο διαφορετικές εκδοχές να οδηγούν σε διαφορετικές προσδοκίες όσον αφορά το αποτέλεσμα ορισμένων πειραμάτων. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να τα καταφέρουμε με τέτοιους παλιούς, οικείους και φαινομενικά απαραίτητους όρους όπως «πραγματικό» ή «μόνο δυνατό». Ποτέ δεν είμαστε σε θέση να πούμε τι πραγματικά είναι ή τι πραγματικά συμβαίνει, αλλά μπορούμε μόνο να πούμε τι θα παρατηρηθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Θα πρέπει να είμαστε μόνιμα ικανοποιημένοι με αυτό… ; Εν πρώτοις, ναι. Κατ’ αρχήν, δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στο αξίωμα ότι τελικά η ακριβής επιστήμη δεν πρέπει να στοχεύει σε τίποτε περισσότερο από την περιγραφή αυτού που μπορεί πραγματικά να παρατηρηθεί. Το ερώτημα είναι μόνο αν από εδώ και στο εξής θα πρέπει να απέχουμε από το να συνδέουμε την περιγραφή με μια σαφή υπόθεση για την πραγματική φύση του κόσμου. Υπάρχουν πολλοί που επιθυμούν να κηρύξουν μια τέτοια παραίτηση ακόμη και σήμερα. Πιστεύω όμως ότι αυτό σημαίνει να κάνουμε τα πράγματα υπερβολικά εύκολα για τον εαυτό μας.

    Θα όριζα την παρούσα κατάσταση των γνώσεών μας ως εξής. Η μεν ακτίνα ή η διαδρομή του σωματιδίου αντιστοιχεί σε μια διαμήκη σχέση της διαδικασίας διάδοσης (δηλαδή στη διεύθυνση διάδοσης), η δε κυματική επιφάνεια σε μια εγκάρσια σχέση (δηλαδή ορθογώνια προς αυτήν). Και οι δύο σχέσεις είναι αναμφίβολα πραγματικές. η μία αποδεικνύεται από διαδρομές σωματιδίων που έχουν φωτογραφηθεί, η άλλη από πειράματα συμβολής. Ο συνδυασμός και των δύο σε ένα ομοιόμορφο σύστημα έχει αποδειχθεί αδύνατος µέχρι σήµερα. Μόνο σε ακραίες περιπτώσεις επικρατεί σε τέτοιο βαθμό είτε η εγκάρσια κυψελοειδής είτε η ακτινική, διαμήκης σχέση, ώστε νομίζουμε ότι μπορούμε να αρκεστούμε μόνο στην κυματική θεωρία ή μόνο στη σωματιδιακή θεωρία.

    Ο Erwin Schrödinger (12 Αυγούστου 1887 – 4 Ιανουαρίου 1961) ήταν Αυστριακός θεωρητικός φυσικός, ένας από τους πρωτοπόρους της κβαντικής θεωρίας. Η σημαντικότερη συνεισφορά του ήταν η διατύπωση της ομώνυμης εξίσωσης η οποία περιγράφει την χρονική εξέλιξη της κυματοσυνάρτησης ενός κβαντικού συστήματος. Ήταν αυτός που εισήγαγε τον όρο της κβαντικής σύμπλεξης (quantum entanglement), το 1932, και ο πρώτος που επιχείρησε μια συζήτηση των συνέπειών της.

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Το πορτραίτο του Schrödinger φιλοτέχνησε ο εικαστικός Χρήστος Αλαβέρας από τη Θεσσαλονίκη.

    ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    1. Το 1910, ο Wilson συνέλαβε την ιδέα ότι θα μπορούσε να απεικονίσει τα ίχνη των φορτισμένων σωματιδίων φωτογραφίζοντας τα ρεύματα των σταγονιδίων νερού που συμπυκνώνονται σε ιόντα που δημιουργήθηκαν καθώς τα σωματίδια περνούσαν μέσα από τον θάλαμο. Η ευαισθησία ήταν τέτοια που ένα μόνο φορτισμένο σωματίδιο μπορούσε να λειτουργήσει ως κέντρο συμπύκνωσης. Ο Wilson τιμήθηκε με το Νόμπελ Φυσικής το 1927 για αυτήν την εφεύρεση.
  • Oμιλία Θόδωρου Αραμπατζή: Η Κρίση στα Θεμέλια της Φυσικής και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης

    Oμιλία Θόδωρου Αραμπατζή: Η Κρίση στα Θεμέλια της Φυσικής και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης

    Στα πλαίσια του ανοικτού αφιερωματικού κύκλου “Επιστήμη & Τεχνολογία στην εποχή της Βαϊμάρης” το InScience.gr  σας παρουσιάζει την ομιλία του Θόδωρου Αραμπατζή με θέμα:

    Η Κρίση στα Θεμέλια της Φυσικής και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης

    Περίληψη:

    Ο αμερικανός ιστορικός των επιστημών Paul Forman έχει υποστηρίξει ότι η κρίση στη φυσική στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στη γερμανόφωνη Ευρώπη μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η απόρριψη της αιτιότητας στον μικρόκοσμο από πολλούς φυσικούς δεν ήταν, σύμφωνα με τον Forman, προϊόν εσωτερικών εξελίξεων στη φυσική, αλλά αποτέλεσμα της επίδρασης εξωτερικών παραγόντων: της γενικευμένης κρίσης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και της επακόλουθης απαξίωσης του ορθού λόγου και της αιτιοκρατικής σκέψης. Η «θέση Forman» έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις για τη σχέση των επιστημονικών ιδεών με το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνονται. Σε αυτή την ομιλία θα εξετάσω τις περίπλοκες διασυνδέσεις ανάμεσα στη νεότερη φυσική και στο περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε, σχολιάζοντας παράλληλα την πρόσληψη της θέσης Forman από την κοινότητα των ιστορικών των επιστημών.Σύντομο Βιογραφικό

    Ο Θόδωρος Αραμπατζής είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Princeton και καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ. Διετέλεσε μεταδιδακτορικός υπότροφος στο ΜΙΤ και επισκέπτης ερευνητής στο Max Planck Institute for the History of Science. Από το 2010 έως το 2014 ήταν συν-διευθυντής του περιοδικού Metascience (https://link.springer.com/journal/11016), και από το 2020 έως το 2022 ήταν πρόεδρος της European Society for the History of Science (http://www.eshs.org). Το 2017 έλαβε το βραβείο καλύτερου δοκιμίου στην ιστορία και φιλοσοφία της επιστήμης από την International Union of History and Philosophy of Science and Technology (https://iuhpst.org/pages/inter-division-commissions/joint-commission/2017-essay-prize.php). Είναι αντεπιστέλλον μέλος της Académie Internationale d’Histoire des Sciences (2019-). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην ιστορία και φιλοσοφία των φυσικών επιστημών του 19ου και του 20ού αιώνα. Πληροφορίες για το έργο του είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα http://scholar.uoa.gr/tarabatz.

    Κεφάλαια της Ομιλίας

    00:00:27 Εισαγωγή – Χαιρετισμός

    00:04:20 Ομιλία

    00:50:47 Ερωτήσεις

    00:50:57 Αυτή η προσπάθεια την οποία έκανε ο Φόρμαν να εξηγήσει κατά τη δική του άποψη τις επιδράσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος πάνω σε μια μεγάλη αλλαγή και μια καμπή της επιστήμης, έχει γίνει από άλλους ιστορικούς της επιστήμης με σκοπό να προβληθεί αυτό το μοντέλο και σε άλλες ιστορικές φάσεις της επιστήμης;

    00:58:05 Ποιες είναι οι επιπτώσεις της ανάλυσης του Forman για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ πολιτισμού και επιστήμης γενικότερα;

    01:03:23 Κατά πόσον οι ιδέες του Forman έχουν επηρεάσει τις σύγχρονες συζητήσεις σχετικά με την ιστορία και τη φιλοσοφία της φυσικής επιστήμης;

    01:06:51 Παρατηρείτε, εσείς ως επιστήμονας, συνθήκες παρόμοιες με εκείνες του κλίματος που ώθησε τους φυσικούς προς την κβαντομηχανική, μια επαναστατική θεωρία τότε, στο σημερινό επιστημονικό πεδίο;

    1:13:20 ΕπίλογοςΒρείτε εδώ περισσότερο υλικό σχετικό με τον αφιερωματικό κύκλο

  • «METROPOLIS»

    «METROPOLIS»

    Σκηνοθεσία: Σκηνοθεσία: Φριτς Λανγκ

     

    Ο κινηματογράφος αναπτύχθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919-1933) στη Γερμανία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η ανάπτυξη της κινηματογραφικής βιομηχανίας στη χώρα αυτή, που μέχρι το 1917 βρισκόταν σε εμβρυακή μορφή υπήρξε θεαματική. Ο γερμανικός κινηματογράφος περνάει σε μία φάση  έντονης δημιουργικότητας και καινοτομίας, καθώς καλλιτέχνες και σκηνοθέτες εξερευνούν νέες τεχνικές και προσεγγίσεις. Η ταινία«Metropolis» (1927) του Φριτς Λάνγκ, του Γερμανού  σκηνοθέτη, που  συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του γερμανικού κινηματογράφου κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής, αποτελεί  ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό παράδειγμα για τη χρήση προηγμένων τεχνικών και καινοτομιών στα εφέ.Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ UFA

    Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία βρέθηκε σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Μία κατάσταση στην οποία ο μέσος Γερμανός δεν μπορούσε εύκολα να προσαρμοστεί. Δεν μπορούσε δηλαδή να συνηθίσει στην ιδέα ότι το όνειρο για μια μεγάλη αυτοκρατορία είχε καταρρεύσει. Έτσι στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που ακολούθησαν  έπρεπε η χώρα να ανταποκριθεί στους πολύ αυστηρούς όρους που της είχαν επιβληθεί στη συνθήκη των Βερσαλλιών και ταυτόχρονα να διατηρήσει την ισορροπία και την αρμονία στο εσωτερικό της,  στο οποίο υπήρχε έντονη αναταραχή. Το 1919 πραγματοποιήθηκε η εξέγερση του Σπάρτακου και το ανεπιτυχές πραξικόπημα του Καπ το 1920.

    Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι μεγιστάνες των τραπεζών του ηλεκτρισμού και των εξοπλισμών συνενώνονται για να στηρίξουν μία ισχυρή εταιρεία την UFA που συγκέντρωσε τους κυριότερους παραγωγούς κινηματογράφου που πατροναρίστηκαν και βοηθήθηκαν από τις κυβερνήσεις της Γερμανίας. Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, οι επενδυτές και οι διαχειριστές της UFA άλλαζαν. Η UFA (Universum Film Aktiengesellschaft) ιδρύθηκε και  χρηματοδοτήθηκε αρχικά από τους Κρουπ (Krupp), Στίννες (Stinnes), τη μελλοντική I.G. Farben, και τη Ντόιτσε Μπανκ (Deutsche Bank) κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και κατάφερε να εξασφαλίσει τον έλεγχο των κινηματογραφικών αιθουσών. Η ιδέα πίσω από τη δημιουργία της UFA ήταν να δημιουργηθεί μια κινηματογραφική εταιρεία που θα ενισχύονταν οικονομικά από τη γερμανική κυβέρνηση και θα συνέβαλλε στη διαμόρφωση της διανομής ταινιών και της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, εκτός από ιδιωτικούς επενδυτές, η κυβέρνηση απέκτησε επίσης μερίδιο ελέγχου στην UFA. Κατά τη δεκαετία του ’20, ο προεδρεύοντας του Διοικητικού Συμβουλίου της UFA, Έριχ Πόμπερ, προσπάθησε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της εταιρείας από την κυβέρνηση. Κατά τη δεκαετία του ’30 και με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η UFA έχασε την ανεξαρτησία της και ενσωματώθηκε σε κινηματογραφικά όργανα που υποστήριζαν τη ναζιστική προπαγάνδα. Συνεπώς, η δομή του ελέγχου της UFA εξελίχθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

    Αυτό που πρέπει όμως να επισημανθεί  ιδιαίτερα, είναι το παράδοξο φαινόμενο που παρατηρείται σε μία Γερμανία όπου φυσούσε ο αέρας της ήττας, να έχουν οικοδομηθεί έξοχα εφοδιασμένα στούντιο που δεν συναντούσες στην υπόλοιπη Ευρώπη. Σε αυτά τα στούντιο γυρίζονται ταινίες που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο  στην ανάπτυξη του παγκόσμιου κινηματογράφου, εισάγοντας νέες ιδέες και τεχνικές που επηρέασαν την τέχνη του κινηματογράφου σε παγκόσμιο επίπεδο.

     

    ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΜΟΥ

    Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία βρέθηκε απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Το κλείσιμο των συνόρων και η ανάγκη του κόσμου να ξεφύγει από την πίεση που του δημιουργούσε ο πόλεμος, ευνόησαν την παραγωγή ελαφρών κωμωδιών με κύριο εκπρόσωπό τους τον Ερνστ Λιούμπιτς. Ταυτόχρονα την ίδια εποχή στο ρεύμα που δημιουργήθηκε από τις επιτυχίες του Λιούμπιτς, αντιτάχθηκε ο εξπρεσιονισμός  που ήταν πιο πρωτότυπος και πιο τυπικά εθνικός (Sadoul 1948, σελ.170).

    Ο εξπρεσιονισμός αποτελεί μία πρωτοποριακή  κίνηση που αναπτύχθηκε στο Μόναχο το 1910 ως αντίδραση κατά του ιμπρεσιονισμού που έχει να κάνει με την άμεση  εντύπωση που προκαλεί ένα αντικείμενο ή μια καθημερινή εικόνα. Εναντιώνεται στη διάσπαση του ατόμου από τον ιμπρεσιονισμό που αντανακλά τις εφήμερες όψεις της φύσης καθώς και στην αστική αντίληψη αντιγραφής του νατουραλισμού (Λότε 1987, σελ. 17).Ο εξπρεσιονισμός απέρριπτε την επιστημονική αναπαράσταση του νατουραλισμού, ζητώντας να την αντικαταστήσει με την εξωτερική εμφάνιση των εντυπώσεων, σε μια προσπάθεια πρόκλησης της πραγματικότητας πέρα από την κυριαρχία της λογικής. Ο εξπρεσιονισμός αμφισβήτησε την ενότητα του χρόνου, του χώρου και της δράσης, δίνοντας έμφαση σε μια ανοιχτή δομή όπου η αίσθηση του χρόνου είναι σχεδόν ονειρική, ο χώρος εφιαλτικός και έντονος, ενώ η δράση δεν δίνει έμφαση στην πλοκή, αλλά στην απογύμνωση των κοινωνικών συμβάσεων (Krasner 2012, σελ. 141). Ο εξπρεσιονισμός παρήγαγε νέα σκηνικά λεξιλόγια, όπου η ακραία στιλιζαρισμένη κίνηση και οι υπερβολικές χειρονομίες συνιστούσαν βασικά δομικά στοιχεία της φόρμας.

    Ο εξπρεσιονισμός εμφανίζεται λοιπόν σαν μία παραμορφωμένη μεταφορά που δίνει προφητικές όψεις του πεπρωμένου της  Γερμανίας στις αρχές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μέσα  από αυτόν ξεπετάχτηκαν τρεις ισχυρές προσωπικότητες που ξεπέρασαν τις φόρμουλες της σχολής:  Ο Καρλ Μάγερ, ο Φριτς Λανγκ και ο Φρήντριχ Μουρνάου.

     

    METROPOLIS (1927)

    Το πιο σημαντικό φιλμ του Λανγκ,το Metropolis (1927), καθρεφτίζει την πειθαρχημένη κοινωνία των εργατών που κινούνται απόλυτα υποταγμένοι σαν μυρμήγκια μέσα σε εφιαλτικά απάνθρωπες συνθήκες. Η ταινία  Metropolis παρουσιάζει μία πόλη, τη Μητρόπολη  του μέλλοντος, χωρισμένη σε τρία επίπεδα  με τεράστιες σκηνογραφίες και μεγάλα πλήθη κομπάρσων.

    Στην κατώτερη πόλη, ζουν οι εξαθλιωμένοι εργάτες που δουλεύουν σκυφτά, μηχανικά, υποταγμένοι στο πεπρωμένο της μοίρας τους, πλήρως  ρομποτοποιημένοι, κινούμενοι με μηχανικές κινήσεις. Οι εργάτες  δεν έχουν ονόματα, αλλά νούμερα. Ανάμεσα στην ανώτερη πόλη των αριστοκρατών και την κατώτερη των εργατών, ζουν οι τεχνοκράτες, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την ομαλή λειτουργία των μηχανών που κρατούν την πόλη ζωντανή. Στην ανώτερη πόλη βρίσκονται οι “αιώνιοι κήποι” όπου η άρχουσα τάξη απολαμβάνει μέσα  στη χλιδή και την ασωτία  τα πλούτη και μεγαλεία που της αποφέρει ο μόχθος των εργατών. Ένας από αυτούς, είναι και ο Φρέντερ, γιος του Γιόχαν Φρέντερσεν του κυβερνήτη αυτής της πολιτείας. Η Μαρία, μία νεαρή εργάτρια, επιχειρεί να ξυπνήσει από τον λήθαργο τους εργάτες και να τους κινητοποιήσει, προκειμένου να διεκδικήσουν το δικαίωμα να ζουν και να εργάζονται σαν άνθρωποι και όχι σαν μηχανικά εξαρτήματα. Τη Μαρία ερωτεύεται ο αγαθός  γιος του κυβερνήτη Φρέντερσεν, ο Φρέντερ, και ο έρωτας αυτός στέκεται η αφορμή να αλλάξουν οι ισορροπίες πάνω στις οποίες στηρίζεται το τεράστιο οικοδόμημα της Μητρόπολης. Ο Φρέντερσεν αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο που απειλεί την αυτοκρατορία του. Διατάζει έναν κακόβουλο και παρανοϊκό εφευρέτη (παρανοϊκό υπό την έννοια ότι οι εφευρέσεις του δεν αποσκοπούν στο κοινωνικό καλό, αλλά στην ικανοποίηση προσωπικών του φιλοδοξιών που τον καθιστούν κλεισμένο σε ένα εργαστήριο αποκομμένο από τους υπόλοιπους ανθρώπους)  να κατασκευάσει ένα ρομπότ με τη μορφή της Μαρίας, προκειμένου να παρασύρει τους εργάτες που έχουν αρχίσει να εξεγείρονται, σε μία αυτοκαταστροφική επανάσταση (Βαλούκος 2003, σελ. 90). Στο τέλος η τάξη των εργατών συμφιλιώνεται με την τάξη των βιομηχάνων, κάτι που ενθουσίασε τους εθνικοσοσιαλιστές αφού η συμφιλίωση των τάξεων για αυτούς στηρίζονταν στα πρότυπα της ιμπεριαλιστικής θεωρίας που είχε εξαγγείλει ο Χίλφερτινγκ από το 1914 και είχε ασπαστεί απόλυτα ο Χίτλερ.

    Μπορεί η ταινία του Λανγκ να οικοδομήθηκε από μία UFA η οποία είχε αρχίσει να παραπαίει και έπρεπε να προστρέξει στη χώρα των ουρανοξυστών για να επιβιώσει, και μπορεί το σενάριο της να είναι γραμμένο από τη μέχρι τότε σύζυγο του Λάνγκ, της Τέα Φον Χάρμποου που αργότερα ασπάστηκε τον ναζισμό και και που η ίδια πιθανόν να ασπαζόταν και τις υπεριμπεριαλιστικές θεωρίες του Χίλφερντινγκ που εκθειάζανε τη συμφιλίωση των ανταγωνιστικών τάξεων,  όμως η ταινία Metropolis αποτέλεσε ένα γιγάντιο κάτοπτρο μέσα στο οποίο καθρεφτίζονταν τα σκιρτήματα μιας οικονομικά αναταραγμένης χώρας και η βαθιά ηθική κρίση στην οποία όδευε.

    Η σταδιακή κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης από το 1919 ως το 1933 δημιούργησε μια κοινωνία που έμοιαζε να ζει σ’ ένα είδος χάους και ταραχής, ένα χάος που ήταν οικονομικό, κοινωνικό και ψυχολογικό. Η φτώχεια, η ανεργία, ο αλματώδης πληθωρισμός και η κατάθλιψη εξαπλώθηκαν σ’ ολόκληρη την κοινωνία και η  έννοια της προσωπικής ταυτότητας έμοιαζε να έχει καταστραφεί από την συντριπτική ήττα του Πρώτου Παγκόσμιου. Η ταινία Metropolis του Φριτς Λανγκ αντανακλά τις δυσκολίες της εποχής της Βαϊμάρης με πολλούς τρόπους. Με τη διαίρεση της κοινωνίας σε αντιδιαμετρικά αντίθετες τάξεις, με την κοινωνική ανισότητα που εκπορεύεται από τη διαίρεση αυτή, την οικονομική ύφεση και ανασφάλεια των Γερμανών που αντικατοπτρίζονται μέσα από την ταινία, καθώς και  με την κοινωνική εξέγερση μέσα από την ιστορία του Φρέντερ που ο έρωτάς του με τη Μαρία και η επιθυμία του για αλλαγή αντιπροσωπεύουν τις προσπάθειες για κοινωνική δικαιοσύνη και ισονομία.

    Η ταινία Metropolis είναι ένα έργο στο οποίο ο Λανγκ συνδύασε πολιτικά, κοινωνικά, και οικονομικά ζητήματα της εποχής του για να παράγει ένα εμβληματικό κινηματογραφικό έργο που αντικατοπτρίζει τις δυσκολίες την εποχή της  Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

     

    «METROPOLIS»: Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

    Η ταινία αποτελεί τον πρόδρομο των ταινιών επιστημονικής φαντασίας που εμφανίστηκαν πολύ αργότερα στην Αμερική το 1950 με την ταινία «Προορισμός στη Σελήνη» (Pinel V. 2006, σελ.99), προσφέροντας καινοτόμες ιδέες και εφέ που άφησαν το στίγμα τους στο είδος. Με τη δημιουργία εντυπωσιακών σκηνών καθιέρωσε νέους τρόπους αφήγησης και οπτικής αισθητικής. Εμπεριέχει όλα τα στοιχεία που συνιστούν μία ταινία επιστημονικής φαντασίας, όπως τον υπερσύγχρονο μηχανοκίνητο κόσμο, τους ρομποτικούς εργάτες, τις τεχνολογικές καινοτομίες καθώς και τον έντονο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό όπου τον συναντάμε συνήθως στις ταινίες του είδους αυτού. Ενσωματώνοντας τα παραπάνω στοιχεία η «Metropolis» έδωσε μία πραγματική ώθηση στην εξέλιξη των ταινιών επιστημονικής φαντασίας.

    Πιο αναλυτικά, τα κύρια χαρακτηριστικά που τη συγκαταλέγουν στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας είναι ο χρόνος στον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα – 21ος αιώνας (το μακρινό για την εποχή εκείνη μέλλον)-, τα φουτουριστικά σκηνικά, τα εξαρτήματα-αεροπλάνα, τα αυτοκίνητα, οι ψευδοτεχνολογικές επινοήσεις όπως τα  ανθρωπόμορφα ρομπότ και το θέμα που αντανακλά τον φόβο μιας τυραννικής κοινωνίας, όπου η ατομικότητα και η προσωπική ελευθερία θα έχουν εξαφανιστεί.

    Οι καινοτομίες  που εισαγάγει η ταινία, όχι μόνο καθόρισαν το είδος, αλλά συνεχίζουν να αποτελούν σημείο αναφοράς για την επιστημονική φαντασία του 21ου αιώνα, εμπνέοντας το sci-fi  (Star Wars, Blade Runner, Matrix κ.ά.), ενώ ταυτόχρονα  η ταινία ουσιαστικά εγκαινίασε την έννοια της «υπερπαραγωγής» στον κινηματογράφο συμπεριλαμβάνοντας 36.000 κομπάρσους, 1.100 κομπάρσους με κουρεμένα κεφάλια, 750 παιδιά, 100 νέγρους, 3.500 ζευγάρια παπούτσια, 75 περούκες, 50 φουτουριστικά αυτοκίνητα, 500 έως 600 ουρανοξύστες εβδομήντα ορόφων, μερικές χιλιάδες ουτοπικές μηχανές εσωτερικής καύσης, 2.034.120 πόδια αρνητικού φιλμ και 4.265.091 πόδια θετικού φιλμ και πάνω απ’ όλα, την ευφυΐα ενός σκηνοθέτη συγκεντρωμένη σε υπεράνθρωπο βαθμό  (Kaes & Dimendberg 1994, σελ.624).

    Στo «Metropolis», ο Λανγκ χειρίζεται το φωτισμό με πραγματικά αξιοθαύμαστο τρόπο. Όλη η πολιτεία μοιάζει με μία μεγαλειώδη πυραμυδοειδή συγκέντρωση ουρανοξυστών που λάμπουν. Τα ταχυδακτυλουργικά του πλάνα δημιουργούν μία έκρηξη του φωτός που απλώνεται παντού φωτίζοντας το ομοίωμα μιας πολιτείας που φτιάχτηκε στο στούντιο. Μιας υπερμεγεθυμένης πολιτείας που το υπερβολικό της μέγεθος αποδίδεται μέσα από τη χρήση μιας σειράς καθρεφτών από όπου αντανακλάται ένα τεράστιο στούντιο και μια σειρά από αχανείς δρόμους και γέφυρες. Το φως, η ατμόσφαιρα και η αστάθμητη απόσταση συμβάλλουν ουσιαστικά στην παραμόρφωση του χώρου και των αντικειμένων. Επιπλέον τα αντικείμενα αποκτούν ενεργητική δύναμη. Για την ενεργητική δύναμη των αντικειμένων, ο Λανγκ αναφερόμενος στη σκηνή καταδίωξης της Μαρίας όπου μία δέσμη φωτός φωτίζει την κοπέλα σε  αυτή την καταδίωξη, γράφει: «Αυτή η δέσμη φωτός διαπερνούσε το κυνηγημένο πλάσμα σαν τα κοφτερά νύχια ενός ζώου, αρνιόταν να την απελευθερώσει από την αγκαλιά της, την οδηγούσε αδιάκοπα προς τα εμπρός μέχρι το σημείο του απόλυτου πανικού…Πιστεύω ότι η μεγάλη γερμανική δραματική ταινία του μέλλοντος θα έχει το αντικείμενο να παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο με τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Οι ηθοποιοί δεν θα καταλαμβάνουν πλέον έναν χώρο στον οποίο φαίνεται να έχουν εισέλθει τυχαία- μάλλον ο χώρος θα είναι κατασκευασμένος με τέτοιο τρόπο ώστε οι εμπειρίες των χαρακτήρων να φαίνονται δυνατές μόνο μέσα σε αυτόν, να φαίνονται λογικές μόνο εξαιτίας του»(Kaes & Dimendberg 1994,σελ. 622).

    Τα φωτιστικά εφέ του Λανγκ, η λευκότητα των κεριών που φέγγουν στις σκοτεινές κατακόμβες, οι ομιχλώδεις ατμοί που βγαίνουν από το εργοστάσιο, όλα αυτά αυξάνουν την ένταση της ατμόσφαιρας προσδίδοντας στην ταινία ένα δραματουργικό κρεσέντο.

     

    ΤΟ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΙΚΟ ΣΤΥΛΙΖΑΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΛΑΝΓΚ ΣΤΟ «METROPOLIS»

    Ο Λανγκ χρησιμοποίησε το εξπρεσιονιστικό στυλιζάρισμα μετατρέποντας τους εργάτες σε απρόσωπες άψυχες φιγούρες που κινούνται με ρυθμικά σπασμωδικά βήματα, στοιβάζονται σε ανελκυστήρες παρατεταγμένοι σε αυστηρά γεωμετρικούς σχηματισμούς,  ντυμένοι με ομοιόμορφες στολές στερούμενοι οποιασδήποτε ατομικής ύπαρξης.  Οι μάζες των εργατών κινούνται σε ορθογώνιους και ρομβοειδείς σχηματισμούς, απόλυτα συγχρονισμένους, όπου δεν επιτρέπουν κανενός είδους ατομική κίνηση που να διασπά τον απόλυτα ελεγχόμενο και συντονισμένο βηματισμό τους, μέσα σε ένα φόντο από εργατικές πολυκατοικίες που θυμίζουν στρατώνες, ομοιόμορφα σπίτια σε σχήμα κύβου τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Μία εξπρεσιονιστική  χορογραφία κίνησης που προμηνύει την πολιτική του «συντονισμού», δηλαδή την ευθυγράμμιση ατόμων και θεσμών με τους στόχους που έθεσαν οι εθνικιστές, στην κουλτούρα, την οικονομία, την εκπαίδευση και την δικαιοσύνη. Μία πολιτική που έθεσε σε εφαρμογή το ναζιστικό κόμμα, τους πρώτους μήνες της θητείας του Χίτλερ του 1933.

    Οι κάτοικοι της υπόγειας πολιτείας μοιάζουν με μηχανικά εξαρτήματα πολύπλοκων μηχανών. Το στυλιζάρισμα του Λανγκ τοποθετεί τα ανθρώπινα μέλη στις εσοχές των μηχανημάτων. Έτσι τα χέρια  των εργατών μετατρέπονται σε αχτίνες ενός τεράστιου τροχού, ενώ τα σώματά τους τοποθετούνται στις εσοχές ενός τεράστιου ρολογιού αποτελώντας τους δείχτες αυτού. Ο Λανγκ χρησιμοποιεί το στυλιζάρισμα και την υπερβολή, προκειμένου να αποδώσει τη μηχανοποίηση και τη μετατροπή των ανθρώπων σε μηχανικά εξαρτήματα υπερτονίζοντας με τον τρόπο αυτό την παντελή έλλειψη της ατομικής ύπαρξης, ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που αξιοποίησε στη συνέχεια ο Χίτλερ χειραγωγώντας απόλυτα ένα ολόκληρο έθνος.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Βαλούκος, Στ., 2003. Ιστορία του Κινηματογράφου. Αθήνα: Αιγόκερως.

    Λότε, Ά., 1987. Η Δαιμονική Οθόνη. Αθήνα: Αιγόκερως.

    Sadoul, G., 1948. Η Ιστορία του Παγκόσμιου κινηματογράφου. Αθήνα: Δαμιανός- Δωδώνη.

    Kaes, A., Jay, M., and Dimendberg, E., 1994. The Weimar Republic Sourcebook /Fritz Lang, The Future of the Feature Film in Germany (1926).Berkley, Los Angeles USA: University of California Press; First Edition.

    Kaes, A., Jay, M., and Dimendberg, E., 1994. The Weimar Republic Sourcebook / Cinema from Expressionism to Social Realism/ Willy Haas, Metropolis (1927). ‎ Berkley, Los Angeles USA: University of California Press; First Edition.

    Krasner, D., 2012. A History of Modern Drama, Vol. 1. Wiley-Blackwell: Chichester.

    Pinel V., (2006). Σχολές, κινήματα και είδη στον κινηματογράφο. Αθήνα: Μεταίχμιο.

    Η Καλλίτσα Βλάχου είναι εκπαιδευτικός και αντιπρόεδρος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Ολοκληρώνει το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών: Φιλοσοφία και Τέχνες στη Σχολή  Ανθρωπιστικών Σπουδών του  Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Έχει παρακολουθήσει το Πρόγραμμα Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης στο ΕΚΠΑ με τίτλο:  Κινηματογράφος: Ιστορία, Πρακτικές και Βασικές Αρχές Σκηνοθεσίας.  Αγαπάει πολύ τον Κινηματογράφο που για την ίδια δεν αποτελεί ένα απλό μέσο ψυχαγωγίας αλλά ένα μέσο που σε μεταφέρει σε ατελείωτα και συναρπαστικά ταξίδια του νου και της ψυχής. Σε τέτοια ταξίδια τη μεταφέρει και η δεύτερη μεγάλη της αγάπη, η λογοτεχνία. Όμως τι νόημα θα είχαν τα ταξίδια του νου και της ψυχής αν δεν μοιραζόταν τις εμπειρίες της με τους αγαπημένους της; Και μέσα σε αυτούς τους αγαπημένους κυρίαρχο ρόλο κατέχουν οι μαθητές της που η μοιρασιά μαζί τους αποκτά ιδιαίτερη αξία. Γιατί όταν επικοινωνείς μέσα από τα μονοπάτια της τέχνης με ανθρώπους που βρίσκονται στο ξεκίνημα της ζωής τους, ε… τότε χαίρεσαι γιατί ξέρεις ότι η τέχνη μόνο σε ξέφωτα οδηγεί και χαίρεσαι γιατί βοήθησες και βοηθάς κάποιους να βρεθούν σε αυτά…

  • Oμιλία Μαρίας Ζαρίφη: Η επιστημονική απομόνωση της Βαϊμάρης και η διέξοδος της Ελλάδας

    Oμιλία Μαρίας Ζαρίφη: Η επιστημονική απομόνωση της Βαϊμάρης και η διέξοδος της Ελλάδας

    Στα πλαίσια του ανοικτού αφιερωματικού κύκλου “Επιστήμη & Τεχνολογία στην εποχή της Βαϊμάρης” το InScience.gr  σας παρουσιάζει την ομιλία της Μαρίας Ζαρίφη με θέμα:

    Η επιστημονική απομόνωση της Βαϊμάρης και η διέξοδος της Ελλάδας.

    Περίληψη:

    Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών η ηττημένη Γερμανία, που για πρώτη φορά πλέον γίνεται δημοκρατία με ιδρυτική πράξη στην πόλη της Βαϊμάρης, απομονώνεται διεθνώς από όλους τους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των επιστημονικών. Ταυτόχρονα χάνει και τη μακρόχρονη επιρροή της στις τοπικές επιστημονικές κοινότητες. Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο, η νεαρή «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» αναζητά τρόπους που θα τη βοηθήσουν να ανακτήσει τη χαμένη αίγλη και επιρροή της χώρας.

    Τι ρόλο μπορεί να έπαιξε η Ελλάδα σε αυτή τη νέα πολιτική -και όχι μόνο- αναζήτηση της Γερμανίας; Τι μπορούσε να προσφέρει σε αυτή την επιστημονικά προηγμένη χώρα το μικρό Βαλκανικό κράτος, το οποίο δεν είχε παράδοση στην επιστημονική ή τεχνολογική καινοτομία στη νεότερη ιστορία του, ενώ ήταν μια καθημαγμένη χώρα από τους συνεχείς πολέμους που δεν έληξαν με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου;

    Η παρούσα ομιλία παρουσιάζει μια σειρά από άγνωστα ή ελάχιστα γνωστά επιστημονικά γεγονότα που συνέδεσαν την Ελλάδα με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης σε μια δυστοπική περίοδο της ιστορίας και για τις δύο κοινωνίες.Σύντομο Βιογραφικό

    Η Μαρία Ζαρίφη είναι Ιστορικός της Επιστήμης και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στην Ιστορία και τον Πολιτισμό του European University Institute (EUI) της Φλωρεντίας. Έχει διδάξει Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο για πολλά χρόνια. Έχει επίσης διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας και στο University of Regensburg στη Γερμανία ως full-time επισκέπτρια καθηγήτρια. Διετέλεσε ερευνητική συνεργάτης (fellow) στο Institute for Advanced Studies (FRIAS) στο Freiburg i.Br., στο Institute for East and Southeast European Studies (IOS) στο Regensburg, και στο Heidelberg Centre for Transcultural Studies (HCTS), Cluster of Excellence “Asia and Europe in a Global Context”, στη Γερμανία. Τα ενδιαφέροντά της τα τελευταία χρόνια εστιάζουν στην Ιστορία της Ιατρικής και της Δημόσιας Υγείας. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου Science, Culture and Politics. Germany’s cultural policy and scientific relations with Greece 1933-1945 (Saarbrücken/Germany, 2010) και μαζί με τους Γ. Βλαχάκη και Β.Χριστίδου έχει συγγράψει το διδακτικό εγχειρίδιο Επιστήμη και Τεχνολογία στη Δημόσια Σφαίρα (Πάτρα, 2022) για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου «Επικοινωνία της Επιστήμης». Έχει επίσης δημοσιεύσει κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους και άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά.

    Κεφάλαια της Oμιλίας

    00:00:27 Εισαγωγή – Χαιρετισμός

    00:04:20 Ομιλία

    00:52:05 Ερωτήσεις

    00:52:29 Ποιο ρόλο διαδραμάτισε η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος στη διαμόρφωση γεωπολιτικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων μετά τη συμφωνία της Βαϊμάρης;

    00:55:34 Πώς επηρέασε η συμφωνία της Βαϊμάρης την έρευνα και την εξέλιξη της πυρηνικής τεχνολογίας και των πυρηνικών όπλων;

    00:56:53 Ποιες ήταν οι επιπτώσεις της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου στην οικονομία και την κοινωνία της Γερμανίας κατά τη δεκαετία μετά τη συμφωνία της Βαϊμάρης;

    00:59:48 Από τον ερχομό των Γερμανών επιστημόνων στην Ελλάδα υπάρχουν ενδείξεις αν ωφελήθηκε σε κάτι η ελληνική επιστημονική κοινότητα;

    01:04:19 Στα χρόνια της Βαϊμάρης εμφανίζεται μια επιθετική στάση έναντι της επιστήμης μέσα στην Γερμανία. Θα θέλατε να το σχολιάσετε;Βρείτε εδώ περισσότερο υλικό σχετικό με τον αφιερωματικό κύκλο