Category: ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ & ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ

  • ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ, Η ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ: Ή η αντικατάσταση (;) της ψυχολογίας από την τεχνητή νοημοσύνη

    ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ, Η ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ: Ή η αντικατάσταση (;) της ψυχολογίας από την τεχνητή νοημοσύνη

    Γιώργος Βασιλείου / Συλλέγοντας το απόσταγμα ( πεμπτουσία) της ζωής / Λάδι σε καμβά 130 x 100 cmΠΕΡΙΛΗΨΗ

    Τα επιτεύγματα της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) εγείρουν πλήθος συζητήσεων οι οποίες πλέον αποκτούν διεπιστημονικό χαρακτήρα. Αυτό είναι ενδεικτικό του ρόλου και της επίδρασης της χρήσης συστημάτων ΤΝ στην κοινωνική πραγματικότητα. Παράλληλα όμως οι συζητήσεις αυτές συχνά έχουν ασταθείς βάσεις μη λαμβάνοντας υπόψη τι ακριβώς συμβαίνει σε επίπεδο παραγωγής και εφαρμογής των τεχνολογιών αυτών. Στην ίδια κατεύθυνση απουσιάζει μια κατανόηση της ιστορικής διαμόρφωσης του πεδίου. Μια τέτοια σημαντική διάσταση που σπανίως εξετάζεται ενδελεχώς είναι ο ρόλος της ψυχολογίας στη διαμόρφωση της ΤΝ. Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσουμε μια πλευρά της αλληλεπίδρασης ψυχολογίας-ΤΝ και τις επιπτώσεις στο πεδίο της ψυχολογίας.ΓΙΑΤΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ;

    Η ψυχολογία, όπως και άλλες κοινωνικές επιστήμες, συγκροτείται ως αυτόνομη επιστήμη τον 19ο αιώνα. H ψυχολογία ως επιστημονικό πεδίο παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα, η οποία έγκειται σε δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον αυτός ο κλάδος εστιάζεται στην έρευνα  της ενδότερης ψυχικής ζωής του νεωτερικού υποκειμένου, της ιδιωτικής, υποκειμενικής του εμπειρίας. Δεύτερον ο εν λόγω κλάδος  εντοπίζεται στο μεταίχμιο κοινωνικών και φυσικών επιστημών, καθώς η μελέτη αφορά τόσο το κοινωνικό υποκείμενο όσο και το βιολογικό υπόβαθρο των χαρακτηριστικών που αποδίδονται σε αυτό. Χαρακτηριστικό της ψυχολογίας ως επιστημονικού κλάδου είναι ότι δεν αποτελεί ένα ομοιογενές πεδίο. Ήδη από τον 19ο αιώνα εμφανίζονται διαφορετικές ψυχολογικές θεωρίες με διαφορετικές –και συχνά αντικρουόμενες– φιλοσοφικές παραδοχές, οι οποίες επηρεάζουν και την ταξινόμηση της ψυχολογίας ως φυσικής ή κοινωνικής επιστήμης. Αυτή η ιδιοτυπία της ψυχολογίας ως προς τη φύση και τη μέθοδο εξήγησης των νοητικών φαινομένων είναι συνυφασμένη με την εδραίωσή της ως επιστήμης τον 20ό αιώνα. Πολλές/-οι ιστορικοί της ψυχολογίας καθώς και επιστήμονες του πεδίου μιλούν για την κρίση της ψυχολογίας ως κάτι που εμφανίζεται ταυτόχρονα με τη γέννηση του πεδίου (Mülberger & Sturm, 2012).

    Στον 20ό αιώνα η κρίση της ψυχολογίας καθώς και οι τρόποι επίλυσης των θεωρητικών και μεθοδολογικών ζητημάτων που πηγάζουν από αυτήν απέκτησαν νέο χαρακτήρα με την εμφάνιση των εννοιών της πληροφορίας και του υπολογισμού. Σε αυτή τη διεργασία καταλυτική ήταν η εδραίωση της κυβερνητικής (cybernetics) μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η κυβερνητική ενέταξε στον εννοιολογικό της εξοπλισμό τις έννοιες της πληροφορίας και του υπολογισμού και επεκτάθηκε στη μελέτη κάθε φαινομένου (κοινωνικού και φυσικού) βάσει της παραδοχής πως όλα τα φαινόμενα διέπονται από τις ίδιες αρχές του ελέγχου και της επικοινωνίας (Wiener, 1948). Η κυβερνητική προώθησε τη γνωσιακή επανάσταση στα μέσα του 20ού αιώνα που μετασχημάτισε θεμελιωδώς πλήθος επιστημονικών πεδίων (ψυχολογία, γλωσσολογία, κοινωνιολογία κ.α.) και οδήγησε στην εμφάνιση νέων (τεχνητή νοημοσύνη, νευροεπιστήμες, γνωσιακή επιστήμη κ.α.).Ως γνωσιακή επανάσταση αναφέρεται η θεωρητική στροφή που υιοθέτησε το μοντέλο του νου ως μηχανής επεξεργασίας πληροφοριών και επηρέασε πλήθος επιστημονικών πεδίων. Η ανάπτυξη της θεωρίας της πληροφορίας και του ψηφιακού ηλεκτρονικού υπολογιστή τις δεκαετίες 1940-1950 που προηγήθηκαν της γνωσιακής επανάστασης ήταν κομβική για την προώθηση της τελευταίας. Η γνωστική ψυχολογία αναδύθηκε την ίδια περίοδο ως αποτέλεσμα της γνωσιακής επανάστασης και μελετούσε τον νου ως μηχανή επεξεργασίας πληροφοριών. Γι’ αυτό και την πρώτη περίοδο αναφερόταν ως ψυχολογία της επεξεργασίας πληροφοριών. Το παράδειγμα της θεωρίας της πληροφορίας παρέμεινε κομβικό για την γνωστική ψυχολογία, αλλά στην πορεία εμφανίστηκαν διάφορα μοντέλα στην προσπάθεια να εξηγηθούν οι γνωστικές λειτουργίες βάσει του παραλληλισμού νου-υπολογιστή.Η επίδραση της κυβερνητικής στα διάφορα επιστημονικά πεδία αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου διαδόθηκε η μεταφορά ανθρώπου-μηχανής και συγκεκριμένα η μεταφορά του εγκεφάλου/νου ως υπολογιστή. Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τον ρόλο που διαδραμάτισε η ψυχολογία κατά τη διαμόρφωση του πεδίου της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) και τις επιδράσεις της ανάπτυξης της τελευταίας στην ψυχολογία, ούτως ώστε να εξεταστεί η μεταξύ τους σχέση στην διαδικασία εκμηχάνισης των νοητικών διαδικασιών. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι στο παρόν άρθρο εξετάζεται η ιστορική διαμόρφωση του πεδίου της ΤΝ. Αυτό σημαίνει ότι οι παγιωμένες θέσεις που εμφανίζονται στο πεδίο σήμερα δεν είχαν τέτοιον χαρακτήρα κατά τις πρώτες τρεις δεκαετίες που θα εξετάσουμε. Αυτό ακριβώς είναι το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται ο ρόλος της ψυχολογίας: η αλληλεπίδραση των πεδίων και η διαδικασία οριοθέτησης του νέο-αναδυόμενου πεδίου της ΤΝ με επίκεντρο το επίδικο ζήτημα της μελέτης και εξήγησης των νοητικών διαδικασιών ως μέρος της διαδικασίας εκμηχάνισής τους.Ως εκμηχάνιση των νοητικών διαδικασιών αναφέρεται η διαδικασία κατά την οποία πλευρές της ανθρώπινης γνωστικής ικανότητας (cognition) μεταφέρονται σε μηχανικές συναρμογές. Τέτοιες πλευρές είναι, για παράδειγμα, η επίλυση προβλημάτων, η λήψη αποφάσεων, η ταξινόμηση δεδομένων κ.ο.κ. Προκειμένου να επιτευχθεί η εκμηχάνιση των νοητικών διαδικασιών προηγουμένως απαιτείται η μοντελοποίησή τους με συγκεκριμένο τρόπο: η ανάδειξη ομοιοτήτων στη λειτουργία του νου/εγκεφάλου με τον ψηφιακό ηλεκτρονικό υπολογιστή ως η μηχανική συναρμογή που εκτελεί εργασίες αντίστοιχες με αυτές του νου/εγκεφάλου. Τέτοιου είδους μοντέλα αναπτύχθηκαν, μεταξύ άλλων, από την ΤΝ και τη γνωστική ψυχολογία.ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ

    Η εποχή της ΤΝ αναδύθηκε ως η σύνδεση του υπολογισμού και της γνωστικής ικανότητας (cognition). Πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις μπορούν να αξιοποιηθούν στη συζήτηση της μεταξύ τους σχέσης. Για παράδειγμα, η φιλοσοφία του νου –και εν μέρει η γνωσιακή επιστήμη– θέτει το πλαίσιο συζήτησης προσεγγίζοντας ή ορίζοντας τις δύο έννοιες και εστιάζοντας στις ομοιότητες και τις διαφορές τους, συνήθως με αφηρημένο τρόπο (βλ. για παράδειγμα Chalmers, 1995· Churchland & Churchland, 1990· Putnam, 1960). Στο παρόν άρθρο φιλοδοξούμε να αποφύγουμε τη συνήθη αντίληψη ότι οι έννοιες αυτές είναι σταθερές. Για τον λόγο αυτό η ανάλυση κατευθύνεται από τα παρακάτω ερωτήματα: Πώς κατέληξαν οι έννοιες του υπολογισμού και της γνωστικής ικανότητας να αποτελούν το αντικείμενο της ΤΝ; Ποιες ήταν οι φιλοδοξίες της ΤΝ; Ποιος είναι ο ρόλος της ψυχολογίας σε αυτές τις διαδικασίες;

    Όταν συζητά κανείς για την ΤΝ διάφοροι περιορισμοί προκύπτουν κυρίως λόγω του μεγέθους των εξελίξεων στο πεδίο καθώς και του εύρους των εφαρμογών: αναγνώριση προτύπων, σημασιολογική αναπαράσταση (semantic representation), ευρετικά προγράμματα (heuristic programs), επεξεργασία φυσικής γλώσσας (natural language processing), έμπειρα συστήματα (expert systems), ρομπότ, μηχανική μάθηση (machine learning) κ.λπ. Στην προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε τα προαναφερθέντα ερωτήματα θα επικεντρωθούμε στις θεωρητικές εξελίξεις του πεδίου. Η επιλογή αυτή δικαιολογείται από τις πρώιμες εξελίξεις στην ΤΝ, οι οποίες βασίζονται κυρίως στο έργο των Allen Newell και Herbert Simon –δηλαδή στη δημιουργία του θεωρητικού πλαισίου που άνοιξε τον δρόμο για το κίνημα που είχε ήδη ξεκινήσει με την κυβερνητική– καθώς και από την κυρίαρχη αφήγηση της ιστορίας της ΤΝ. Η εστίαση στις θεωρητικές εξελίξεις δικαιολογείται περαιτέρω από τη θεματική του άρθρου, δηλαδή την εξέταση του ανθρώπου ως μηχανή, του εγκεφάλου ως υπολογιστή και του αντίκτυπου αυτής της προοπτικής στην ψυχολογία. Αν και η σύνδεση της λειτουργίας ανθρώπου-υπολογιστή/μηχανής ήταν διαδεδομένη πριν από την έλευση της ΤΝ, μόνο μέσω της ΤΝ αυτή η μεταφορά κατέστη το καθολικό πρίσμα μέσα από το οποίο εξετάζεται η διανοητική ζωή του υποκειμένου. Η ΤΝ μετέτρεψε την προσέγγιση αυτή σε επιστημονική θεωρία.

    Ένα από τα ζητήματα που προκύπτουν κατά την αξιολόγηση των παρελθοντικών επιτευγμάτων της ΤΝ και την εξέταση της ιστορικής της διαμόρφωσης είναι η δυσκολία κατηγοριοποίησης των διάφορων  θεωρητικών και πρακτικών εξελίξεων· να διαχωριστεί δηλαδή η θεωρία από την πράξη στην αποτίμηση της συνολικής εξέλιξης του πεδίου. Παρ’ όλα αυτά, η σύγκρουση μεταξύ αυτών που προσδιορίζονταν ως neats (καθαροί, τακτοποιημένοι) και scruffies (ατημέλητοι) ήταν κάτι που χαρακτήριζε το πεδίο και δύναται να υποδείξει έναν τρόπο εξέτασης της ιστορικής της διαμόρφωσης. Οι scruffies ασχολούνταν με τα συστήματα που αποτελούνται από ένα σύνολο από ρουτίνες οι οποίες προέκυπταν πειραματικά και σχεδιάζονταν για την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων, ενώ οι neats ασχολούνταν με τα προγράμματα που βασίζονται σε θεωρητικά θεμελιωμένες αρχές (Nilsson, 2010). Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τη διάκριση μεταξύ neats και scruffies. Εδώ αρκεί να τονιστεί ότι η διάκριση παρουσιάζει μια μεθοδολογική διάσταση. Οι πρώτες τρεις δεκαετίες της εδραίωσης της ΤΝ χαρακτηρίστηκαν από άφθονη χρηματοδότηση, κυρίως από στρατιωτικά προγράμματα, όμως αρκετά σύντομα υπήρξε αυτό που χαρακτηρίζεται ως «χειμώνας της ΤΝ», μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από επιφύλαξη και απογοήτευση από τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις των προηγούμενων χρόνων (Nilsson, 2010). Αυτή η περίοδος σταματάει στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και η σημαντική ανάπτυξη που γνώρισε το πεδίο αποδίδεται στην υπαγωγή της ΤΝ στην επιστημονική μέθοδο, η οποία μεθοδολογικά συνδέεται με την επικράτηση των neats έναντι των scruffies (Norvig & Russell, 2021). Το γεγονός ότι η ΤΝ απέκτησε status επιστημονικού κλάδου αποδίδεται λοιπόν στο ότι δεν βασίστηκε σε συγκεκριμένα συστήματα που αναπτύχθηκαν, αλλά στη συγκεκριμένη εννοιολογική σύλληψη του αντικειμένου της που επετεύχθη στο θεωρητικό πλαίσιο της ΤΝ. Στον πυρήνα της εννοιολογικής σύλληψης εμφανίζεται με διάφορους τρόπους η διαδικασία εκμηχάνισης των νοητικών διαδικασιών.

    ΔΙΑΜΑΧΕΣ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

    Στις περισσότερες αφηγήσεις για τη διαμόρφωση της ΤΝ ως επιστημονικού κλάδου αναφέρεται ότι εξαρχής υπήρχε μια διαμάχη σχετικά με το καταλληλότερο θεωρητικό μοντέλο που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την προσομοίωση πτυχών της ανθρώπινης νόησης. Από τη μία πλευρά, οι Allen Newell, John Shaw και Herbert Simon πρότειναν το πρόγραμμα Logic Theorist, ως μια εξήγηση της παρατηρούμενης συμπεριφοράς «που παρέχεται από ένα πρόγραμμα που αποτελείται από πρωταρχικές (primitive) πληροφοριακές διεργασίες το οποίο παράγει αυτή τη συμπεριφορά» (Newell, Shaw & Simon, 1958: 151). Το πρόγραμμα έμεινε γνωστό ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της συμβολικής ΤΝ, θεμελιωμένο στο παράδειγμα της (συμβολικής) επεξεργασίας πληροφοριών. Από την άλλη πλευρά, υπήρχαν θεωρίες όπως το αντίληπτρο (νευρώνας Perceptron) του Rosenblatt (Rosenblatt, 1958), το Pandemonium του Selfridge (Selfridge, 1959) και, αργότερα, το μοντέλο παράλληλης-κατανεμημένης επεξεργασίας (Parallel Distributed Processing or PDP) (McClelland, Rumelhart & The PDP Research Group, 1986), οι οποίες εντάσσονται στο παράδειγμα των νευρωνικών δικτύων. Η ιστορία που διηγούνται όσοι ασχολούνται με την ιστορία της ΤΝ είναι ότι η συμβολική ΤΝ κυριάρχησε μεταξύ 1960-1980, αλλά απέτυχε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες και να ξεπεράσει τα θεωρητικά εμπόδια που προέκυψαν μετά από χρόνια εργασίας πάνω σε συστήματα ΤΝ. Στη συνέχεια –ή ως αποτέλεσμα– το μοντέλο παράλληλης-κατανεμημένης επεξεργασίας (PDP) που εμφανίστηκε το 1986 περιγράφεται ως το μοντέλο που ήρθε να σώσει την ΤΝ από το αδιέξοδο (Norvig & Russell, 2021· Nilsson, 2010).

    Βέβαια, όπως είναι ευρέως γνωστό, η θεωρία των νευρωνικών δικτύων που κυριάρχησε στο πεδίο τη δεκαετία του 1980 δεν ήταν καινούργια και προηγείται της θεμελίωσης του πεδίου της ΤΝ. Η θεωρία των νευρωνικών δικτύων εισήχθη για πρώτη φορά το 1943 από τους κυβερνητιστές Warren McCulloch και Walter Pitts. Η εμφάνιση του πεδίου της ΤΝ εντοπίζεται συνήθως στο 1956, όταν έλαβε χώρα το εργαστήριο στο κολλέγιο Dartmouth, στο οποίο συμμετείχαν οι ερευνητές που θα καθόριζαν την πορεία του πεδίου. Στον τίτλο της πρότασης για το ερευνητικό πρόγραμμα εμφανίζεται και η έννοια της ΤΝ (McCarthy et al, 2006). H διαμόρφωση της ΤΝ ως επιστημονικού κλάδου το 1956 στο πλαίσιο του εργαστηρίου στο κολλέγιο Dartmouth περιγράφεται ως μια εργασία οριοθέτησης που ενορχηστρώθηκε κυρίως από τον John McCarthy, ο οποίος ξεκίνησε την ιδέα ενός εργαστηρίου για τη θεωρία του εγκεφάλου και των αυτομάτων (Kline, 2011). Η εργασία οριοθέτησης αφορούσε τη διαφοροποίηση του αντικειμένου της ΤΝ από εκείνο της μελέτης των αυτομάτων (Automata Studies) και της κυβερνητικής. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζουν και τα πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα που προώθησαν την προσέγγιση που κατέληξε να ονομάζεται συμβολική ΤΝ, αντί της προηγούμενης μεθόδου μοντελοποίησης του εγκεφάλου που βασιζόταν σε μια νευροφυσιολογική προσέγγιση σχετική με την κυβερνητική και τα νευρωνικά δίκτυα (Kline, 2011).

    H εργασίας οριοθέτησης που επιχείρησε η ΤΝ κατά τη διαμόρφωσή της και ο χαρακτήρας της διαφοροποίησής της από την κυβερνητική αποτελούν κομβικά χαρακτηριστικά στην ιστορία του πεδίου. Στη συνέχεια, θα εξετάσουμε τον ρόλο της ψυχολογίας στη θεωρητική σύγκρουση μεταξύ συμβολικής ΤΝ και νευρωνικών δικτύων. Στόχος είναι να εξεταστεί ο ρόλος της ψυχολογίας στη συζήτηση μεταξύ των δύο «παραδειγμάτων» καθώς και η σχέση της ψυχολογίας με το καθένα από τα δύο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιχειρείται τελικώς η σκιαγράφηση της σχέση μεταξύ των δύο προσεγγίσεων εντός του πεδίου της ΤΝ.

    ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

    Η αναζήτηση της αφετηρίας για μια προκαταρκτική εξέταση του ρόλου της ψυχολογίας στην ανάπτυξη του πεδίου της ΤΝ δεν είναι κάτι δεδομένο ή τετριμμένο. Από τη μία πλευρά, όσον αφορά τη συμβολική ΤΝ, οι Newell, Shaw και Simon ισχυρίστηκαν ότι το Logic Theorist –το εργαλείο που ενίσχυσε τα θεμέλια της ΤΝ– ήταν στην πραγματικότητα μια θεωρία περί της γνωστικής ικανότητας και όχι απλώς ένα προσχέδιο ενός γενικού λύτη προβλημάτων. Η φιλοδοξία ότι το πρόγραμμα είναι μια θεωρία που εξηγεί τη λειτουργία του νου βασιζόταν στην δυνατότητα πρόβλεψης της συμπεριφοράς του οργανισμού προϋποθέτοντας ομοιότητες μεταξύ του οργανισμού και του προγράμματος στη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων (Newell et al, 1958). Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ταύτισης του επιφαινόμενου της συμπεριφοράς –δηλαδή αυτού που εμπειρικά προσλαμβάνεται– με τη δομή που διέπει την εκάστοτε συμπεριφορά. Η υιοθέτησης μιας τέτοιου είδους εμπειρικής προσέγγισης φαίνεται ότι ήταν προϋπόθεση για την κυριαρχία της ΤΝ έναντι της ψυχολογίας. Ο στόχος των συγγραφέων να αναγνωριστεί το πρόγραμμα ως μια θεωρία περί της γνωστικής ικανότητας καθίσταται φανερός στο τέλος του άρθρου τους και συνδέεται με αυτό που οι ίδιοι αναγνωρίζουν ως την προβληματική φύση της ψυχολογίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, «οι αοριστίες που ταλαιπώρησαν τη θεωρία των ανώτερων νοητικών διεργασιών και άλλα μέρη της ψυχολογίας εξαφανίζονται όταν τα φαινόμενα περιγράφονται ως προγράμματα» (Newell et al, 1958: 166). Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο πεδίων: η ψυχολογία διαγιγνώσκεται ως ανεπαρκής να εξηγήσει τα φαινόμενα που μελετά (το οποίο έχει σχετιστεί και με την κρίση στο πεδίο που αναφέρθηκε στην αρχή) και ένα πεδίο με διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετικά θεωρητικά εργαλεία αναλαμβάνει να καλύψει τις ανεπάρκειες της ψυχολογίας. Για τον ίδιο λόγο, οι μεταγενέστερες εργασίες των Newell και Simon δεν βασίστηκαν σε μια εξιδανικευμένη αντίληψη της επίλυσης προβλημάτων. Αντίθετα, επικεντρώθηκαν σε πειράματα με ανθρώπινα υποκείμενα για να εξετάσουν τον συγκεκριμένο τρόπο επίλυσης προβλημάτων στον άνθρωπο (Newell & Simon, 1972).

    Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τη θεωρία των νευρωνικών δικτύων, αυτή δεν επηρεάζεται απλώς από τις ψυχολογικές προσεγγίσεις των νοητικών λειτουργιών. Oι πιο γνωστές εξελίξεις στην ιστορία της ΤΝ όσον αφορά τα νευρωνικά δίκτυα εκπονήθηκαν από ψυχολόγους (Warren McCulloch, Frank Rosenblatt, David McClelland, David Rumelhart). Ένα κοινό χαρακτηριστικό ήδη από την πρώτη εμφάνιση της θεωρίας των νευρωνικών δικτύων από τους McCulloch και Pitts είναι ο ρόλος της στην επίλυση των θεωρητικών προβλημάτων της ψυχολογίας. Έτσι οι συγγραφείς επιχείρησαν την αναγωγή του συνόλου της ψυχικής και νοητικής λειτουργίας στη νευρωνική δραστηριότητα και στη συνέχεια την αναπαράσταση της νευρωνικής δραστηριότητας μέσω της λογικής (στη θεωρία των νευρωνικών δικτύων). Η προαναφερθείσα διαδικασία θεωρείται ότι μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τον νου αφαιρώντας τα μυστικιστικά χαρακτηριστικά που παρέμειναν κατά την ψυχολογική έρευνα. Έτσι η φυσιολογία και η λογική αναπαράσταση αποτελούν τη βάση για την κατανόηση των ψυχονοητικών φαινομένων ή όπως γλαφυρά αναφέρουν οι McCulloch και Pitts (McCulloch & Pitts, 1943: 132) «ο νους» πλέον δεν κινείται «σαν φάντασμα, περισσότερο ακόμη κι από ένα φάντασμα». Δεν είναι άτοπο, λοιπόν, να θέσουμε ερωτήματα για τον ρόλο της ψυχολογίας στη διαμόρφωση της ΤΝ: Ήταν ο ρόλος της ψυχολογίας καθοριστικός; Ποιες ψυχολογικές προσεγγίσεις χρησιμοποιήθηκαν στη διαμόρφωση των θεωριών της ΤΝ; Γιατί επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες ψυχολογικές προσεγγίσεις έναντι άλλων;

    Παρότι διαισθητικά μπορεί να πιστεύουμε ότι υπάρχουν πολλά κοινά σημεία μεταξύ της ΤΝ και της ψυχολογίας, οι συγκεκριμένες συγκλίσεις και αποκλίσεις δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς, μέσω δηλαδή της εξέτασης της ιστορικής διαμόρφωσής τους κατά τη διάρκεια των εξελίξεων της ΤΝ. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την αξιολόγηση του έργου της ΤΝ στο σύνολό του, τη σχέση μεταξύ υπολογισμού και γνωστικής ικανότητας, τη δυνατότητα μοντελοποίησης του ανθρώπινου εγκεφάλου από συστήματα ΤΝ, τίθεται το ερώτημα: ποια είναι άραγε η αφετηρία για την εξέταση των προαναφερθεισών εννοιών από την ΤΝ και τη σχέση τους με την ψυχολογία; Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν τις εξετάσουμε από την οπτική γωνία της σύγκρουσης μεταξύ της συμβολικής ΤΝ και των νευρωνικών δικτύων.

    Στην πρόταση του εργαστηρίου που έλαβε χώρα στο κολλέγιο Dartmouth, όπου και τοποθετείται η θεμελίωση του πεδίου, η μελέτη του αντικειμένου της ΤΝ βασίζεται στην υπόθεση ότι «κάθε πτυχή της μάθησης ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό της νοημοσύνης μπορεί κατ’ αρχήν να προβλεφθεί με τόση ακρίβεια ώστε να μπορεί να την προσομοιώσει μια μηχανή» (McCarthy et al, 2006: 12). Ίσως να θεωρείται τετριμμένο, όμως οφείλουμε να εστιάσουμε στο γεγονός ότι σε αυτόν τον πρώτο ορισμό της ΤΝ κυριαρχεί η έννοια της εκμηχάνισης πτυχών της ανθρώπινης δραστηριότητας, της γνωστικής ικανότητας, της νοημοσύνης κ.λ.π. Η έννοια της εκμηχάνισης βρίσκεται στο επίκεντρο της ΤΝ μέσω της διαδικασίας σαφή ορισμού πλευρών της νοημοσύνης με απώτερο στόχο τον σχεδιασμό μηχανών που προσομοιώνουν πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και γνωστικής ικανότητας. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να δείξουμε ότι η μελέτη και η θεωρητική σύλληψη της ανθρώπινης δραστηριότητας καθώς και η διαδικασία σχεδιασμού θεωριών για την κατασκευή μηχανών που προσομοιώνουν στον άνθρωπο, αφ’ ης στιγμής εμφάνισης της ΤΝ, είναι αλληλένδετες με τη διαδικασία εκμηχάνισης πτυχών της ανθρώπινης δραστηριότητας.

    Σε αυτό το πλαίσιο τίθεται ένα ερώτημα αναφορικά με τον χαρακτήρα της σχέσης ψυχολογίας-ΤΝ. Ποιο πεδίο ήταν κυρίαρχο σε αυτή την αλληλεπίδρασή που είχε στον πυρήνα της τη διαδικασία εκμηχάνισης πλευρών της γνωστικής ικανότητας; Ήταν η ψυχολογία με εργαλείο της επιστημονικές θεωρίες της για την ανθρώπινη γνωστική ικανότητα ή η ΤΝ με τα νέο-εισηγηθέντα θεωρητικά μοντέλα;

    ΜΙΑ ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ

    Στη σχετική βιβλιογραφία, η σύγκρουση μεταξύ συμβολικής ΤΝ και νευρωνικών δικτύων συνήθως θεωρείται δεδομένη. Εξετάζοντας όμως την ιστορία της ΤΝ και τα διάφορα συστήματα που αναπτύχθηκαν, είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί ότι η σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών παραδειγμάτων ήταν κυρίαρχο φαινόμενο. Αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την ανάλυση του ρόλου που διαδραμάτισε η ψυχολογία στη διαμόρφωση και εδραίωση της ΤΝ. Έτσι από την οπτική της ψυχολογίας, η αναλυτική κατηγορία της σύγκρουσης μεταξύ δύο παραδειγμάτων που το ένα επικράτησε έναντι του άλλου μπορεί να μην είναι η καταλληλότερη προσέγγιση για την κατανόηση της διαδικασίας εκμηχάνισης της ανθρώπινης δραστηριότητας.

    Μια πιο διαφωτιστική προσέγγιση για την αξιολόγηση του έργου που επιτελείται στην ΤΝ μπορεί να βασιστεί στην ιδέα μιας προοδευτικά ριζοσπαστικότερης εκμηχάνισης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση θεμελιώνεται με την εμφάνιση της συμβολικής ΤΝ τη δεκαετία του 1950 και κορυφώνεται με την επικράτηση της θεωρίας των νευρωνικών δικτύων μετά το 1980. Η κορύφωση της ριζοσπαστικοποίησης συνοδεύεται από την σκληροπυρηνικά υλιστική θέση σύμφωνα με την οποία πλευρές της διανοητικής ζωής ανάγονται στη νευρική δραστηριότητα του εγκεφάλου –και όχι στην αφηρημένη επεξεργασία συμβόλων που εξετάζεται από τη συμβολική ΤΝ.

    Η ιδέα της ριζοσπαστικοποίησης και της γενίκευσης των αποτελεσμάτων της ΤΝ μέσω της θεωρίας των νευρωνικών δικτύων γίνεται σαφέστερη αν εξετάσουμε τις διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις που περιλαμβάνουν τα δύο θεμελιώδη θεωρητικά μοντέλα. Στην περίπτωση της συμβολικής ΤΝ, στο επίκεντρο βρίσκεται η επεξεργασία συμβόλων και το ίδιο συμβαίνει με την προέκταση των επιστημολογικών παραδοχών της συμβολικής ΤΝ σε άλλα πεδία, όπως π.χ. στην ψυχολογία (με την εμφάνιση της ψυχολογία της επεξεργασίας πληροφοριών) και στη γνωσιακή επιστήμη (με την εμφάνιση της υπολογιστικής-αναπαραστατικής θεωρίας του νου) (Lachman et al, 1979· Thagard, 2005). Στην περίπτωση των νευρωνικών δικτύων στο επίκεντρο βρίσκεται ο τρόπος που συνδέονται και επικοινωνούν οι νευρώνες μεταξύ τους, ενώ οι επιστημολογικές προεκτάσεις της θεωρίας σχετίζονται με την ανάδυση ενός νέου συνδετισμού (connectionism). Όμως το παράδειγμα του νέου συνδετισμού εμφανίζεται στο πεδίο της γνωσιακής επιστήμης, συγκεκριμένα στη διασταύρωση των νευροεπιστημών και της ΤΝ, όπου η υπολογιστική δραστηριότητα του εγκεφάλου καθίσταται πλέον ερευνητικό αντικείμενο (Schwartz, 1988). Η κεντρική ιδέα εδώ είναι η μετατόπιση της έρευνας από τον νου στον εγκέφαλο και η αναγωγιστική υλιστική θέση που συνοδεύει αυτή τη μετάβαση αποκτά καθοριστική σημασία. Όπως εξηγεί ο γνωστικός ψυχολόγος Neisser (Neisser, 2014), παραδοσιακά η γνωστική ψυχολογία δεν επικεντρώθηκε στις νευροφυσιολογικές πτυχές της γνωστικής ικανότητας. Κατά συνέπεια η ριζοσπαστικοποίηση που επιτελείται από την εμφάνιση και κυριαρχία της θεωρίας των νευρωνικών δικτύων μπορεί να γίνει πλήρως αντιληπτή μόνο αν ληφθεί υπόψη ο εξοβελισμός της ψυχολογίας από τη συζήτηση για την εκμηχάνιση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αν στην πρώτη περίοδο της ΤΝ, όταν κυριαρχούσε η συμβολική ΤΝ, η ψυχολογία ακολούθησε το παράδειγμα της επεξεργασίας πληροφοριών επιτυγχάνοντας την ίδρυση του υποπεδίου της γνωστικής ψυχολογίας, τίθεται το ερώτημα αναφορικά με τον ρόλο της ψυχολογίας στη δεύτερη περίοδο. Όταν, δηλαδή, η θεωρία των νευρωνικών δικτύων και το μοντέλο παράλληλης-κατανεμημένης επεξεργασίας άνθισαν και κυριάρχησαν, τι είδους αλλαγές επέφερε στην ψυχολογία αυτή η θεωρητική ηγεμονία;Ο συνδετισμός (connectionism) μπορεί να οριστεί ως η υπολογιστική θεωρία των νευρωνικών δικτύων. Ως προσέγγιση εμφανίστηκε στο πλαίσιο της γνωσιακής επιστήμης και αφορά στην εξήγηση της γνωστικής ικανότητας αξιοποιώντας τις ιδιότητες των τεχνητών (τυπικών) νευρωνικών δικτύων, δηλαδή απλοποιημένων μοντέλων του εγκεφάλου.Η υπόθεσή είναι πως ό,τι δεν κατάφεραν οι Newell, Shaw και Simon δηλώνοντας την εκ νέου αντικατάσταση των ψυχολογικών θεωριών από προγράμματα υπολογιστών, το πέτυχαν οι υποστηρικτές του συνδετισμού εξαλείφοντας την έννοια του νου και εμμένοντας στην αναγωγιστική νατουραλιστική θεώρηση της μεθοδολογικής κυριαρχίας του εγκεφάλου στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Αυτό δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι οι προσεγγίσεις αυτές διατυπώθηκαν από ψυχολόγους: ψυχολόγους εμπνευσμένους από την κυβερνητική (όπως ο McCulloch), από τη γνωσιακή επανάσταση (όπως ο Rosenblatt) και από τις εξελίξεις στην ΤΝ (όπως οι McClelland και Rumelhart). Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό δεν αφορά άμεσα την ψυχολογία· δηλαδή ότι η ψυχολογία ως ένα διακριτό, ετερογενές, επιστημονικό πεδίο δεν μπορεί να επηρεαστεί από αυτές τις εξελίξεις. Όμως η διακήρυξη των McCulloch και Pitt για μια προσέγγιση όπου κάθε ψυχολογικό φαινόμενο θα περιγράφεται στις θεμελιώδεις σχέσεις της προτασιακής λογικής, καθιστώντας το νου λιγότερο πνευματικό (McCulloch & Pitts, 1943), εκπληρώθηκε με την επίδραση του νέου συνδετισμού.

    Ο συνδετισμός υποστηρίχθηκε επίσης από τον εξαλειπτικό υλισμό (eliminative materialism) στο πλαίσιο της θεμελίωσης της γνωσιακής επιστήμης. Σύμφωνα με τον εξαλειπτικό υλισμό, η μελέτη κάθε πτυχής της δραστηριότητας του υποκειμένου μπορεί να αναχθεί εξ ολοκλήρου στη μελέτη της εγκεφαλικής δραστηριότητας και στη συνακόλουθη υπολογιστική θεωρία του εγκεφάλου (Churchland, 1981· Churchland & Sejnowski, 1992). Τούτων δοθέντων η συζήτηση αναφορικά με την κρίση της ψυχολογίας, τον ρόλο της θεωρίας της πληροφορίας στην επίλυση των επιστημολογικών προβλημάτων της ψυχολογίας και τον αντίκτυπο της γνωσιακής επανάστασης αποκτούν μια νέα διάσταση: οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες μπορούν να απεκδυθούν του μυστικιστικού τους χαρακτήρα και να μελετηθούν επιστημονικά μόνο εξετάζοντας την υπολογιστική τους φύση. Αυτό συνεπάγεται την αντικατάσταση της ψυχολογίας από την τεχνητή νοημοσύνη, μια κίνηση που διακηρύχθηκε από τους Newell και Simon, McCulloch και Pitts –και επετεύχθη με τον νέο συνδετισμό.

    Υπό το πρίσμα αυτής της ανάλυσης εξηγείται και η απουσία ενός υποπεδίου που να σχετίζεται με τη θεωρία της ΤΝ για τα νευρωνικά δίκτυα στην ψυχολογία. Το παράδειγμα της επεξεργασίας πληροφοριών έδωσε στην ψυχολογία το πολυπόθητο υποπεδίο της γνωστικής ψυχολογίας. Το παράδειγμα των νευρωνικών δικτύων δεν θα μπορούσε να δώσει στην ψυχολογία ένα ξεχωριστό υποπεδίο εξαιτίας της κυριαρχίας του νέου συνδετισμού στην εξέταση των ανώτερων νοητικών λειτουργιών. Στη συνέχεια την έρευνα ανέλαβαν η γνωσιακή επιστήμη, η γνωσιακή νευροεπιστήμη, η τεχνητή νοημοσύνη και άλλα παρόμοια πεδία. Η ψυχολογία –ως διακριτός επιστημονικός κλάδος– δεν συμμετείχε πλέον στη συζήτηση για την εκμηχάνιση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αυτός μπορεί να είναι ο λόγος για τον οποίο, αν και διαισθητικά κατανοούμε τη σχέση μεταξύ ψυχολογίας και ΤΝ, όταν πρόκειται να περιγράψουμε με ακρίβεια τη σχέση τους, τα δάνεια μεταξύ τους, τις διασυνδέσεις τους και την αλληλεπίδρασή τους, σπάνια έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα· το μόνο που έχουμε είναι αποσπασματικές πληροφορίες. Έχοντας κατά νου τις δηλώσεις των πρωτοπόρων της ΤΝ –και εκείνες των κυβερνητιστών που επέδρασαν στην εξέλιξη της ΤΝ– σχετικά με τον ανώφελο χαρακτήρα της ψυχολογίας σε μια συζήτηση για τον νου και την ικανότητα των προγραμμάτων και των θεωριών της ΤΝ να εξηγούν και να προβλέπουν τη συμπεριφορά και τη νόηση του υποκειμένου, τι θα μπορούσαμε να πούμε για την τύχη της ψυχολογίας; Το τελευταίο κομμάτι του παζλ συμπληρώνεται από την υπόθεση ότι οι φιλοδοξίες της ΤΝ και ο βαθύτερος στόχος της ήταν να αντικαταστήσει την ψυχολογία. Αλλά αυτή η ιδέα απαιτεί περαιτέρω εξέταση για την αξιολόγηση των δυνατοτήτων μιας τέτοιας αντικατάστασης καθώς και των συνεπειών της.

    ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ (;) ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

    Η αντικατάσταση της ψυχολογίας από την ΤΝ περιγράφεται έμμεσα στην ανάλυση των βιολόγων Reeke και Edelman στο περιοδικό Daedalus στην ειδική έκδοση για την ΤΝ το 1988. Ήταν μια εποχή που το πεδίο φαινόταν να βρίσκεται σε κρίση, δεδομένου του περιορισμού της χρηματοδότησης (συγκριτικά με ό,τι επικρατούσε μεταξύ 1960-1980) και των θεωρητικών εξελίξεων στα νευρωνικά δίκτυα (Nilsson, 2010). Παρ’ ότι οι συγγραφείς δεν αναφέρουν συγκεκριμένα την αντικατάσταση, διαγιγνώσκουν ορισμένα χαρακτηριστικά της ΤΝ που συνηγορούν υπέρ αυτής. Περιγράφουν πώς τα προβλήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των θεωριών στην ΤΝ αντιμετωπίστηκαν με αυτό που αποκαλούν «κοιτάζοντας πλαγίως της βιολογίας» ή «την προσέγγιση του φυσικού [επιστήμονα] στα νευρωνικά δίκτυα» (Reeke & Edelman, 1988: 144). Αυτή η προτίμηση των επιστημών του τεχνητού έναντι των επιστημών της ζωής κατά τη μοντελοποίηση ενός ζωντανού οργανισμού είναι ένα από τα βασικά σημεία που συμβάλλουν στην υποβάθμιση της ψυχολογίας και ωθούν στην αντικατάστασή της. Επιπλέον, οι Reeke και Edelman εστιάζουν στο άλμα που κάνει η ΤΝ από τα νευρωνικά δίκτυα στη βιολογική τους διάσταση στα νευρωνικά δίκτυα ως συστήματα επεξεργασίας πληροφοριών, η ανάλυση των οποίων μπορεί να είναι χρήσιμη για τη σκιαγράφηση της ιδιαίτερης θεώρησης του ανθρώπου που αναπτύσσει η ΤΝ.

    Λέμε ότι τα συνδετιστικά μοντέλα «κοιτάζουν πλαγίως της βιολογίας» επειδή αντλούν την έμπνευσή τους και μεγάλο μέρος της ορολογίας τους από τα νευρωνικά δίκτυα στους ζωντανούς οργανισμούς, αλλά δεν είναι μοντέλα νευρωνικών δικτύων (ούτε σκοπεύουν να είναι). Αναζητώντας την απλότητα, οι φυσικοί δεν είναι προετοιμασμένοι να ασχοληθούν με συστήματα των οποίων η θεμελιώδης πτυχή έγκειται στη μεταβλητότητα και όχι στην κανονικότητα. Στην προσπάθεια να βρεθεί κανονικότητα στα βιολογικά συστήματα, έχουν εισαχθεί πολλά χαρακτηριστικά στην προσομοίωσή τους σε συνδετιστικά συστήματα, τα οποία [χαρακτηριστικά] είναι εντελώς αντι-βιολογικά (Reeke & Edelman, 1988: 152).

    Αλλά, ας σκεφτούμε το ερώτημα: Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να αντικαταστήσει την ψυχολογία; Από τη σκοπιά της τεχνητής νοημοσύνης, φαίνεται ότι η απάντηση είναι θετική. Όλες οι πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας ανάγονται στην εγκεφαλική δραστηριότητα και με βάση το παράδειγμα του εγκεφάλου-υπολογιστή παράγουμε τη θεωρία των ανώτερων νοητικών λειτουργιών. Αλλά η ιδέα της αντικατάστασης της ψυχολογίας δεν συλλαμβάνει την ψυχολογία ως ένα ετερογενές, «πολυπαραδειγματικό» πεδίο, όπως υποστηρίζουν πολλοί θεωρητικοί (βλ. για παράδειγμα, Drob, 2003· Goertzen, 2008· Staats, 1999· Tolman & Lemery, 1990). Η διατύπωση τέτοιου είδους μεγαλεπήβολων προτάσεων μικρή σχέση έχει με την πραγματικότητα της ποικιλομορφίας της ψυχολογίας και της ιστορίας της.

    Εξετάζοντας την υπόθεση που εκφράζεται στις φιλοδοξίες της ΤΝ να αντικαταστήσει την ψυχολογία, τους πιθανούς τρόπους επίτευξής της και τις συνθήκες που ευνοούν αυτού του είδους την αντικατάσταση, μπορεί να εξεταστεί και η επιρροή της ΤΝ στην εφαρμοσμένη ψυχολογία. Δεδομένου ότι εξέχουσες προσωπικότητες της ΤΝ δήλωσαν ότι με το έργο τους μπορεί να επιτευχθεί η αντικατάσταση της ψυχολογίας ως μελέτη της γνωστικής ικανότητας, καθίσταται σαφές ότι η ψυχολογία αποτελούσε κατεξοχήν το πλαίσιο εντός του οποίου εμφανίζονταν οι απόπειρες κατανόησης της γνωστικής ικανότητας. Όμως, η ψυχολογία δεν θα μπορούσε και δεν θα έπρεπε να νοηθεί μόνο ως θεωρία –πολλώ δε μάλλον ως μία ενιαία θεωρία– των ανώτερων νοητικών λειτουργιών. Η ψυχολογία έχει έναν εφαρμοσμένο χαρακτήρα ο οποίος δεν μπορεί να εξαντληθεί σε εργαστηριακά πειράματα, όπως αυτά που είναι γνωστά από τη γνωστική ψυχολογία ή τον συμπεριφορισμό (πεδία που σχετίζονται περισσότερο με το πεδίο της ΤΝ). Φυσικά, αυτά έχουν συμβάλει πολλαπλώς στο πεδίο· όμως η ψυχολογία είναι επίσης βαθιά συνδεδεμένη με τις εφαρμογές της και την κλινική πρακτική (ψυχοθεραπεία, κλινική ψυχολογία, εφαρμοσμένη εκπαιδευτική ψυχολογία κ.λπ.). Αυτοί οι τομείς που είναι εξαιρετικά σημαντικοί για την ιστορία της ψυχολογίας και τη διαμόρφωση της θεωρίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της επίδρασης της ΤΝ. Η σημασία τους έγκειται στο γεγονός ότι από την ψυχανάλυση και την ψυχοθεραπεία μέχρι την κλινική και την εκπαιδευτική ψυχολογία οι θεωρίες που αναπτύσσονται δεν είναι άσχετες από την εφαρμογή τους. Πάντα υπήρχε μια αλληλεπίδραση, μια διαδικασία ανατροφοδότησης μεταξύ των θεωριών και της αξιολόγησης της εφαρμογής τους. Δεδομένων των προαναφερθέντων μπορεί να τεθεί το ερώτημα: είναι η ΤΝ σε θέση να επηρεάσει συνολικά το ευρύτερο πλαίσιο αλληλεπιδράσεων εντός του πεδίου; Για παράδειγμα, είναι δυνατόν η ΤΝ να επηρεάσει την κλινική ψυχολογία, της οποίας το αντικείμενο είναι η ψυχοπαθολογία –και όχι η βέλτιστη ανθρώπινη γνωστική ικανότητα, όπως αυτή της ΤΝ;

    ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Στην προσπάθειά μας να εξετάσουμε τις διασυνδέσεις μεταξύ ψυχολογίας και ΤΝ υπό το πρίσμα της φιλοδοξίας της ΤΝ να αντικαταστήσει την ψυχολογία, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ιστορία και η επιστημολογία της ψυχολογίας ήταν ανέκαθεν περίπλοκη. Το γεγονός ότι η ψυχολογία βρίσκεται στο σταυροδρόμι των κοινωνικών και φυσικών επιστημών δεν θα μπορούσε να σκιαγραφηθεί σαφέστερα απ’ ότι στην εξέταση της σχέσης της με την ΤΝ. Όμως, παρά την περίπλοκη ιστορία και εξέλιξη της ψυχολογίας, καθώς και την κριτική που βασίζεται στην αοριστία ή την αμφισβήτηση της χρησιμότητάς της, θα πρέπει να έχουμε κατά νου τη εξαιρετική ιδέα ενός εκ των επιφανέστερων ψυχαναλυτών για την φύση και το status της ψυχολογίας, του Carl Jung. Όταν ο Jung ρωτήθηκε για το μέλλον της ψυχολογίας, δήλωσε ότι «χρειαζόμαστε περισσότερη ψυχολογία, χρειαζόμαστε περισσότερη κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, διότι ο μόνος πραγματικός κίνδυνος που υπάρχει είναι ο ίδιος ο άνθρωπος» (Jung, 1959). Στην εποχή της ΤΝ, όπου η επιστήμη καθίσταται παραγωγική δύναμη (Πατέλης, 2019· Παυλίδης, 2012) και ο άνθρωπος βρίσκεται και στις δύο πλευρές της τραμπάλας (από τη μία ως το άτομο που ερευνά και διατυπώνει θεωρίες και από την άλλη ως το άτομο που μελετάται για να διατυπωθούν οι θεωρίες) η δήλωση αυτή φαίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ.ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Η Συντακτική Επιτροπή του InS ευχαριστεί θερμά τον εικαστικό Γιώργο Βασιλείου, από τη Σαλαμίνα, που μας παραχώρησε την φωτογραφία από τον πίνακά του με τίτλο “Συλλέγοντας το απόσταγμα ( πεμπτουσία) της ζωής” για την κεντρική εικόνα του άρθρου. Ο Γ. Βασιλείου είναι εισηγητής και δημιουργός του Υπερβατικού Σουρεαλισμού στις εικαστικές τέχνες.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Πατέλης, Δ., 2019. Έρευνα, τεχνολογία και η προοπτική ενοποίησης της ανθρωπότητας. Αθήνα: ΚΨΜ.
    Παυλίδης, Π., 2012. Η γνώση στη διαλεκτική της κοινωνικής εξέλιξης. Αθήνα: Επίκεντρο.
    Chalmers, D., 1995. On implementing a computation. Minds and Machines, 4, pp. 391-402. https://doi.org/10.1007/bf00974166
    Churchland, P., 1981. Eliminative materialism and the propositional attitudes. Journal of Philosophy, 78(2), 67-90. https://doi.org/10.2307/2025900
    Churchland, P. & Churchland, P., 1990. Could a machine think?. Scientific American, 262(1), 32-37. https://doi.org/10.1038/scientificamerican0190-32
    Churchland, P. & Sejnowski, T., 1992. The computational brain. Massachusetts: MIT Press.
    Drob, S., 2003. Fragmentation in contemporary psychology: A dialectical solution. Journal of Humanistic Psychology, 43(4), 102-123. https://doi.org/10.1177/0022167803257110
    Goertzen, J., 2008. On the possibility of unification: The reality and nature of the crisis in psychology. Theory & Psychology, 18(6), 829-852. https://doi.org/10.1177/09593543080972
    Jung, C., 1959. Face to face (October 1959). https://www.youtube.com/watch?v=2AMu-G51yTY&list=PLuyJdbBL2WAkLIwpzmGK8gvKumPhoutjE&index=3&t=5s
    Kline, R., 2011. Cybernetics, automata studies, and the Dartmouth Conference. IEEE Annals of the History of Computing, 33(4), 5-16. http://doi.org/10.1109/MAHC.2010.44
    Lachman, R., Lachman, J. L. & Butterfield , E., 1979. Cognitive psychology and information processing. Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum Associates.
    McCarthy, J., Minsky, M., Rochester, N. & Shannon, C., 2006. A proposal for the Dartmouth summer research project on artificial intelligence, August 31, 1955. AI Magazine, 27(4), 12-14. https://doi.org/10.1609/aimag.v27i4.1904
    McClelland, J., Rumelhart, D. & The PDP Research Group, 1986. Parallel distributed processing: Explorations in the microstructures of cognition. Massachusetts: MIT Press.
    McCulloch, W. & Pitts, W., 1943. A logical calculus of the ideas immanent in nervous activity. Bulletin of Mathematical Biophysics, 5, 115-133. http://doi.org/10.1007/bf02478259
    Mülberger, A. & Sturm, T., 2012. Crisis discussions in psychology: New historical and philosophical perspectives. Studies in the History and Philosophy of Biological and Biomedical Studies, 43, pp. 425-433. http://doi.org/10.1016/j.shpsc.2011.11.001
    Neisser, U., 2014. Cognitive psychology. New York: Psychology Press.
    Newell, A., Shaw, J. & Simon, H., 1958. Elements of a theory of human problem solving. Psychological Review, 65(3), 151-166. http://doi.org/10.1037/h0048495
    Newell, A. & Simon, H., 1972. Human problem solving. Englewood Cliffs, N.J.: Prentice-Hall.
    Nilsson, N., 2010. The quest for artificial intelligence. Cambridge: Cambridge University Press.
    Norvig, P. & Russell, S., 2021. Artificial intelligence. 4th ed. Harlow: Pearson.
    Putnam, H., 1960. Minds and machines. In: S. Hook, ed. Dimensions of mind. New York: New York University Press, 20-33. http://doi.org/10.2307/2271581
    Reeke, G. & Edelman, G., 1988. Real brains and artificial intelligence. Daedalus, 117(1), 143-173.
    Rosenblatt, F., 1958. The perceptron: A probabilistic model for information storage and organization in the brain. Psychological review, 65(6), 386-408. https://doi.org/10.1037/h0042519
    Schwartz, J., 1988. The new connectionism: Developing relationships between Neuroscience and artificial intelligence. Daedalus, 117(1), 123-141.
    Selfridge, O., 1959. Pandemonium: A paradigm for learning. In: D. Blake & A. Uttley, eds. Proceedings of the Symposium on Mechanisation of Thought Processes. London: Her Majesty’s Stationery Office, 511-529.
    Staats, A., 1999. Unifying psychology requires new infrastracture, theory, method, and a research agenda. Review of General Psychology, 3(1), 3-13. https://doi.org/10.1037/1089-2680.3.1.
    Thagard, P., 2005. Mind. Massachusetts: MIT Press.
    Tolman, C. & Lemery, C., 1990. How to reconcile theoretical differences in psychology. New Ideas in Psychology, 8(3), 397-402. https://doi.org/10.1016/0732-118X(94)90027-2
    Wiener, N., 1948. Cybernetics, or control and communication in the animal and the machine. Cambridge, Massachusetts: MIT Press.
    Η Νικόλ Σαρλά είναι ψυχολόγος, εκπαιδευόμενη συστημική ψυχοθεραπεύτρια και υποψήφια Δρ. Κοινωνικής Θεωρίας του Ψηφιακού. Η διατριβή της με θέμα «Πληροφορία, υπολογισμός και οι μεταμορφώσεις της ψυχολογίας στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Από την επιστημονική μελέτη των νοητικών φαινομένων στην τεχνητή νοημοσύνη» αποτελεί συνέχεια της μεταπτυχιακής της εργασίας στο πλαίσιο του ΠΜΣ Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, με θεματική «Η εξορία της συνείδησης: Η σύμπραξη  κυβερνητικής και ψυχολογίας, 1946-1953». Το ενδιαφέρον της για τη σχέση κυβερνητικής και ψυχολογίας την οδήγησε να εκπαιδευτεί ως συστημική ψυχοθεραπεύτρια. Στόχος της είναι η σύνδεση των σημαντικών θεωρητικών ζητημάτων της ψυχολογίας με την κλινική πρακτική. Εργάζεται ως ερευνήτρια για την ηθική και ακεραιότητα της έρευνας στο ΕΜΠ και διατηρεί γραφείο ως ψυχοθεραπεύτρια στην Αθήνα.

  • Ομιλία Χρίστου Παπαδημητρίου “Περί Φυσικής και Τεχνητής Νοημοσύνης”

    Ομιλία Χρίστου Παπαδημητρίου “Περί Φυσικής και Τεχνητής Νοημοσύνης”

    Το InScience παρουσιάζει την ομιλία του καθηγητή του Πανεπιστημίου Columbia Χρίστου Παπαδημητρίου, με τίτλο «Περί Φυσικής και Τεχνητής Νοημοσύνης», στην εκδήλωση που διοργανώθηκε προς τιμήν του από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ) και τον Σύλλογο Αποφοίτων της Βαρβακείου Σχολής. Η ομιλία έλαβε χώρα την Τετάρτη 31 Μαΐου 2023. Η παρουσίαση γίνεται μετά από σχετική άδεια του ΕΙΕ. Το βίντεο από την εκδήλωση ανακτήθηκε από την διεύθυνση https://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/18501 του ιστότοπου του ΕΙΕ.

    Σύντομο Βιογραφικό

    Ο Χρίστος Παπαδημητρίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα. Σπούδασε ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος στο Πολυτεχνείο της Αθήνας και κατόπιν έκανε διδακτορικό στη θεωρία των υπολογιστών στο Princeton. Έχει διδάξει στο ΕΜΠ και στα πανεπιστήμια Harvard, ΜΙΤ, Stanford, Berkeley και Columbia των ΗΠΑ. Η έρευνά του κινείται κυρίως στους τομείς της θεωρίας των αλγορίθμων, της υπολογιστικής πολυπλοκότητας και της θεωρίας παιγνίων. Έχει δημοσιεύσει εκατοντάδες πρωτότυπα επιστημονικά άρθρα. Τα βιβλία του Elements of the Theory of Computation, Computational Complexity και Combinatorial Optimization: Algorithms and Complexity, καθώς και το πιο πρόσφατο Algorithms είναι ήδη κλασικά στο είδος τους. Ο Χρίστος Παπαδημητρίου έχει γράψει επίσης το μυθιστόρημα Τούρινγκ, Μαθήματα Αγάπης (Λιβάνης, 2003), καθώς και τα βιβλία Ισόβια στους Χάκερ; Απόψεις για το Ιnternet, την Επιστήμη και όλα τα υπόλοιπα (Καστανιώτης, 2004), και Ανεξαρτησία (Πατάκης, 2012) ενώ συμμετείχε και στην ομάδα συγγραφής του Logicomix. Είναι μέλος του American Academy of Arts and Sciences, του National Academy of Sciences και του National Academy of Engineering των Η.Π.Α. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία: Knuth, Gödel, EATCS, IEEE’s John von Neumann Medal, IEEE Computer Society Charles Babbage Award, Technion’s 2019 Harvey Prize, ACM EC’s inaugural career award, και IEEE’s Women of the Edvac Computer Pioneer Award.  Το 2015, ο Προέδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας τον τίμησε με το μετάλλιο του Τάγματος του Φοίνικα.

  • ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ, ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΟΓΚΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

    ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ, ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΟΓΚΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

    ΠΕΡΙΛΗΨΗ

    Η επανατοποθέτηση φαρμάκων επιταχύνει σημαντικά την ανακάλυψη και ανάπτυξη φαρμάκων με ουσιαστική απήχηση στα σπάνια νοσήματα. Σε συνεργασία με τα δεδομένα μεγάλου όγκου και τις τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης (AI) ενισχύει την αξιοπιστία των προβλέψεων, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα, αλλά και την τοξικότητα του επαναστοχευμένου φαρμάκου. Τα σύγχρονα υπολογιστικά εργαλεία, πλέον, καθοδηγούν και εμπλουτίζουν τις εργαστηριακές προσεγγίσεις, ενώ οι τελευταίες επικυρώνουν τις υποθέσεις εργασίας ή δημιουργούν νέες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα καινοτόμων συνεργειών αποτελεί η πλατφόρμα επανατοποθέτησης φαρμάκων Cloudscreen©, προϊόν καινοτομίας της Cloudpharm PC, μιας ελληνικής νεοφυούς εταιρείας και του Εργαστηρίου Ανάδειξης Βιοδεικτών & Μεταφραστικής Έρευνας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Η ανακάλυψη και ανάπτυξη φαρμάκων απαιτεί, συνολικά, σημαντικές δαπάνες και περιλαμβάνει πλήθος ενδιάμεσων σταδίων, μέχρι την έγκριση από τους ρυθμιστικούς οργανισμούς και τη διάθεσή τους στον πολίτη. Σημειώνεται, εδώ, ότι μόνο το 10% νέων φαρμάκων λαμβάνουν έγκριση προς διάθεση στην αγορά (Hernandez et al, 2017). Η επανατοποθέτηση φαρμάκων είναι μια μέθοδος λιγότερο δαπανηρή και χρονοβόρα σε σχέση με την παραδοσιακή μέθοδο ανάπτυξης φαρμάκων. Ο όρος επανατοποθέτηση ή επαναστόχευση φαρμάκων αναφέρεται στην ανεύρεση νέων χρήσεων για εγκεκριμένα ή υπό διερεύνηση φάρμακα για διαφορετικές ιατρικές ενδείξεις από αυτές για τις οποίες χρησιμοποιούνται ήδη. Το φάρμακο το οποίο καταφέρνει να βρει εφαρμογή σε μία νέα ασθένεια καλείται επαναστοχευμένο φάρμακο (Pushpakom et al, 2019).

    Η επανατοποθέτηση φαρμάκων επιταχύνει σημαντικά την ανακάλυψη και ανάπτυξη φαρμάκων, γεγονός εξαιρετικής απήχησης στα σπάνια νοσήματα. Σημαντικά, η επανατοποθέτηση φαρμάκων εκτιμάται πως μειώνει, συνολικά, το κόστος και τον χρόνο έρευνας και ανάπτυξης ενός φαρμάκου, περιορίζοντας τον κίνδυνο αποτυχίας.  Χαρακτηριστικά, το 30% φαρμάκων, κατόπιν επανατοποθέτησης, έχει λάβει έγκριση, δίνοντας κίνητρο στην φαρμακευτική βιομηχανία και τις βιοτεχνολογικές εταιρείες να επαναστοχεύσουν υπάρχοντα προϊόντα (Ashburn et al, 2004). Η επανατοποθέτηση φαρμάκων γίνεται μία ολοένα και περισσότερο ελκυστική και παραγωγική προσέγγιση για τον προσδιορισμό νέων θεραπευτικών ενδείξεων ήδη υπαρχόντων εγκεκριμένων φαρμάκων ή κλινικά αποτυχημένων/ υπό διερεύνηση βιοδραστικών μορίων (Sommerford, 2022).

    ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

    Υπάρχουν τρεις κύριες προσεγγίσεις για την επανατοποθέτηση φαρμάκων: α) με βάση την ασθένεια, β) με βάση την πρωτεΐνη-στόχο και γ) με βάση το φάρμακο. Στην προσέγγιση με βάση τη ασθένεια προσδιορίζονται οι σχέσεις μεταξύ μιας νέας και μιας παλαιότερης ένδειξης. Στην περίπτωση αυτή, η ασθένεια για την οποία ερευνάται μια πιθανή επαναστόχευση έρχεται στο προσκήνιο και γίνεται προσπάθεια εντοπισμού φαρμάκων, τα οποία θα έχουν κάποια δράση έναντι της υπό μελέτης ασθένειας. Στη δεύτερη προσέγγιση πραγματοποιείται η συσχέτιση γνωστών φαρμακευτικών στόχων και των καθιερωμένων φαρμάκων τους με νέες ενδείξεις. Σε αυτή την περίπτωση στο προσκήνιο μπαίνει ο φαρμακευτικός στόχος και το καθιερωμένο φάρμακο που έχει δράση σε αυτόν τον στόχο και γίνεται προσπάθεια σύνδεσης του συγκεκριμένου ζεύγους στόχος-φάρμακο με μία νέα διαφορετική ασθένεια ή παθολογική κατάσταση. Τέλος, σε μία προσέγγιση με βάση το φάρμακο γίνεται η σύνδεση ενός γνωστού φαρμάκου με έναν νέο φαρμακευτικό στόχο και τη σχετική ένδειξη. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην παρούσα περίπτωση έχει το φάρμακο για το οποίο διερευνάται μια πιθανή επαναστόχευση. Εδώ γίνεται προσπάθεια συσχέτισης του υπό μελέτη φαρμάκου με νέους φαρμακευτικούς στόχους και τις αντίστοιχες ιατρικές ενδείξεις (Sommerford, 2022).

    ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

    Η τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence, ΑΙ) ενισχύει τον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης φαρμάκων, εντοπίζοντας και εξάγοντας μοτίβα και στοιχεία από βιοϊατρικά και χημειοπληροφορικά δεδομένα. Οι καινοτόμες τεχνικές ΑΙ και μηχανικής μάθησης (machine learning, ML) αξιοποιούνται στην επανατοποθέτηση φαρμάκων για να συσχετίσουν υπάρχοντα φάρμακα με συγκεκριμένες ενδείξεις ή να συνδυάσουν φάρμακα, ώστε να αντιμετωπιστούν επείγουσες ιατρικές ανάγκες. Η χρήση μεθόδων AI/ML επιταχύνει τη διαδικασία έρευνας και ανάπτυξης νέων φαρμάκων και προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία σε φάρμακα που έχουν αποσυρθεί ή αποτύχει για κάποιες ενδείξεις, να επαναχρησιμοποιηθούν με επιτυχία σε νέες.

    Οι προσεγγίσεις AI έχουν ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών, που ξεκινά από τις αλληλεπιδράσεις σε μοριακό επίπεδο μεταξύ φαρμάκου και πρωτεΐνης, μέχρι την ενδελεχή επιλογή εκατομμυρίων αρχείων (δεδομένων μεγάλου όγκου) για την εύρεση φαρμάκων και την ενδεχόμενη εφαρμογή τους στη θεραπεία άλλων παθήσεων. Συνοπτικά, αυτές οι στρατηγικές ΑΙ υποστηρίζουν βέλτιστα την εξαγωγή βιβλιογραφίας, την εφαρμογή της μηχανικής μάθησης σε φαρμακογονιδιωματικά δεδομένα και δεδομένα βιοπληροφορικής και χημειοπληροφορικής, καθώς και την εξόρυξη δεδομένων (data mining) από ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία (Electronic Medical Records, EMR).

    Με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης ελέγχονται τεράστιες ποσότητες δεδομένων, ώστε να εντοπιστούν φάρμακα που χρησιμοποιούνται ήδη, με επιτυχία, με σκοπό την επανατοποθέτησή τους σε νέα ένδειξη για μέγιστο κλινικό όφελος και περιορισμό των ανεπιθύμητων ενεργειών, πόσο δε μάλλον για ενδείξεις που στερούνται φαρμακευτικής αγωγής. Δεδομένου ότι η ασφάλεια των φαρμάκων που κυκλοφορούν στην αγορά έχει ελεγχθεί σε κλινικές δοκιμές, η επανατοποθέτηση γνωστών φαρμάκων δύναται να δώσει την φαρμακευτική αγωγή στον ασθενή πιο άμεσα και με σημαντικά μειωμένο κόστος (Sommerford, 2022). Αντίστοιχα, αναφορικά με τα βιοδραστικά μόρια που έχουν αποτύχει, διερευνάται ο χημικός χώρος (chemical space) εκ νέου, συνδυαστικά και απορρέουν προβλέψεις επανατοποθέτησης. Ως χημικός χώρος ορίζεται ένας θεωρητικός χώρος, οποίος περιλαμβάνει όλα τα πιθανά χημικά μόρια (χημικές ενώσεις) που μπορούν να συντεθούν. Το θεωρητικό μέγεθος του χώρου αυτού εκτιμάται στα περίπου 1060 χημικά μόρια (Reymond et al, 2012).

    Η ΑΙ, στο αυτό πλαίσιο, συμβάλλει στη βελτιστοποίηση των κλασσικών υπολογιστικών μεθόδων, όπως είναι η μοριακή πρόσδεση (molecular docking). Η μέθοδος της μοριακής πρόσδεσης είναι μια τεχνική μοριακής μοντελοποίησης, με την οποία διερευνώνται σε τρισδιάστατο επίπεδο οι σχέσεις χημικών ενώσεων (ή φαρμάκων) με πρωτεΐνες, οι οποίες αποτελούν απαραίτητα δομικά στοιχεία για κάθε ζωντανό οργανισμό. Η τεχνική αυτή είναι ευρέως διαδεδομένη και χρησιμοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια από την επιστημονική κοινότητα, αλλά και από τις φαρμακοβιομηχανίες για τον σχεδιασμό φαρμάκων. Ωστόσο, παρά το υψηλό ποσοστό θετικών αποτελεσμάτων, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η συγκεκριμένη τεχνική αποδίδει ψευδώς αληθή αποτελέσματα, τα οποία δεν είναι αντιπροσωπευτικά. Με τη χρήση αλγορίθμων ΑΙ μπορούν να εντοπιστούν αυτά τα λανθασμένα ευρήματα και να χρησιμοποιηθούν για τη βελτιστοποίηση της μεθοδολογίας της μοριακής πρόσδεσης, ώστε να αυξηθεί η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Με αυτόν τον τρόπο η διαδικασία του σχεδιασμού νέων φαρμάκων μπορεί να επιταχυνθεί με αξιοπιστία (Adeshina et al, 2020).

    ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

    Με τις κλασικές τεχνικές έρευνας και ανάπτυξης φαρμάκων, η γνώση των αποτυχημένων δοκιμών και υπολογισμών είναι περιορισμένη και συχνά δεν βλέπει το φως της δημοσιότητας. Ως εκ τούτου, η επανατοποθέτηση φαρμάκων χαρακτηρίζεται από ποικίλα ζητήματα και περιορισμούς, που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Μερικές φορές είναι αδύνατο να είναι διαθέσιμα τα απαραίτητα δεδομένα για την κατάλληλη ανάλυση παλαιότερων φαρμάκων, καθώς ενίοτε δεν επιτυγχάνεται η βελτιστοποίηση του κλινικού oφέλους του υπό μελέτη φαρμάκου σε βιολογικό επίπεδο ή ο σχεδιασμός της μελέτης ήταν διαφορετικός. Κάποιες φορές υπάρχουν κλινικές δοκιμές με μικρό αριθμό συμμετεχόντων, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, οπότε και απαιτούνται διαφορετικοί χειρισμοί, ειδικά, όταν πρόκειται για σπάνια νοσήματα (Zhou et al, 2020).

    Η στρατηγική της επανατοποθέτησης φαρμάκων γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγει την πόρτα σε νέες γνώσεις, αναφορικά με τους φαρμακευτικούς στόχους και την παθοβιοχημεία των ασθενειών, επιταχύνοντας και αυξάνοντας τις πιθανότητες επιτυχίας των επαναστοχευμένων φαρμάκων, ενώ παράλληλα κατακτάται σε μεγαλύτερο βαθμό η γνώση του χημικού χώρου. Εν κατακλείδι, αυτή η διαδικασία φέρει την υπόσχεση του κλινικού όφελους και της πιο άμεσης πρόσβασης στις κατάλληλες θεραπευτικές προσεγγίσεις.

    Η ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ CLOUDSCREEN©

    Η νεοφυής εταιρεία Cloudpharm PC, σε συνεργασία με το Εργαστήριο Ανάδειξης Βιοδεικτών & Μεταφραστικής Έρευνας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, αναπτύσσουν την πλατφόρμα επανατοποθέτησης φαρμάκων Cloudscreen©. Με τη χρήση αλγορίθμων AI και ML, η πλατφόρμα αξιοποιεί ψηφιοποιημένη επιστημονική πληροφορία από έναν μεγάλο όγκο δεδομένων, η οποία σε συνδυασμό με πειραματική επαλήθευση των προβλέψεων έχει ως στόχο να προτείνει νέες ενδείξεις για εμπορικά διαθέσιμα ή υπό εξέταση φαρμακευτικά προϊόντα και για συγκεκριμένες κατηγορίες πληθυσμού, με εκτίμηση τοξικότητας. Με αυτόν το τρόπο, μπορούν να προβλεφθούν νέες θεραπευτικές λύσεις για νέες παθήσεις.

    Η παρούσα έρευνα υποστηρίζεται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εθνικούς πόρους μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία, στο πλαίσιο της πρόσκλησης ΕΡΕΥΝΩ—ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ— ΚΑΙΝΟΤΟΜΩ (κωδικός έργου: T2ΕΔΚ-03153)ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Adeshina, Y. O., Deeds, E. J., and Karanicolas, J., 2020. Machine learning classification can reduce false positives in structure-based virtual screening. Proc Natl Acad Sci U.S.A., 117(31), 18477-18488. https://doi.org/10.1073/pnas.2000585117

    Ashburn, T. T., and Thor, K. B., 2004. Drug repositioning: identifying and developing new uses for existing drugs. Nat Rev Drug Discov., 3(8), 673–683. https://doi.org/10.1038/nrd1468

    Hernandez, J. J., Pryszlak, M., Smith, L., Yanchus, C., Kurji, N., Shahani, V. M., and Molinski, S. V., 2017. Giving Drugs a Second Chance: Overcoming Regulatory and Financial Hurdles in Repurposing Approved Drugs As Cancer Therapeutics. Front Oncol, 7, p. 273. https://doi.org/10.3389/fonc.2017.00273

    Pushpakom, S., Iorio, F., Eyers, P. A., Escott, K. J., Hopper, S., Wells, A., Doig, A., Guilliams, T., Latimer, J., McNamee, C., Norris, A., Sanseau, P., Cavalla, D., & Pirmohamed, M., 2019. Drug repurposing: progress, challenges and recommendations. Nat Rev Drug Discov, 18(1), 41–58. https://doi.org/10.1038/nrd.2018.168

    Reymond, J. L., and Awale, M., 2012. Exploring chemical space for drug discovery using the chemical universe database. ACS Chem Neurosci, 3(9), 649–657. https://doi.org/10.1021/cn3000422

    Sommerford, Ν., 2022. Drug Repurposing Basics, https://www.iqvia.com/ , May 12.

    Zhou, Y., Wang, F., Tang, J., Nussinov, R., and Cheng, F., 2020. Artificial intelligence in COVID-19 drug repurposing. Lancet Digit Health, 2(12), e667–e676. https://doi.org/10.1016/S2589-7500(20)30192-8
    Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Tμήμα Μηχανικών Βιοϊατρικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και Cloupharm PC

    Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος (email: vpanagiotopoulos@cloudpharm.eu) είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Μηχανικών Βιοϊατρικής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και εργάζεται ως επιστήμονας έρευνας και ανάπτυξης σε μια εταιρεία βιοτεχνολογίας, η οποία εστιάζει στην υπολογιστική έρευνα για την ανάπτυξη φαρμάκων. Τα κύρια ερευνητικά του ενδιαφέροντα σχετίζονται με εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης και ανάλυσης δεδομένων μεγάλου όγκου στο πεδίο της υπολογιστικής χημείας και της ανακάλυψης φαρμάκων. Έχει συμμετάσχει ως ερευνητής σε 2 εθνικά χρηματοδοτούμενα προγράμματα και είναι συγγραφέας 2 επιστημονικών δημοσιεύσεων. Επιπλέον, έχει πραγματοποιήσει μία ομιλία σε διεθνές συνέδριο και έχει συμμετάσχει με αναρτημένες δημοσιεύσεις σε ένα εθνικό και 3 διεθνή συνέδρια. Έχει βραβευτεί με υπολογιστικό χρόνο σε ένα εθνικό και ένα διεθνές σύγχρονο υπερυπολογιστικό κέντρο για την υλοποίηση υπολογιστικών διεργασιών σχετικών με την έρευνά του.Μίνωας-Τιμόθεος Ματσούκας, Tμήμα Μηχανικών Βιοϊατρικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και Cloupharm PC

    Ο Μίνως Ματσούκας είναι Επίκουρος Καθηγητής του τμήματος Μηχανικών Βιοϊατρικής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής από τον Μάρτιο του 2022. Γεννήθηκε το 1981 και αποφοίτησε το 2004 από το τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών. Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές (2006) και εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή (2012) στην Ιατρική Χημεία, διατμηματικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Πατρών. Από το 2012 έως και το 2015 διετέλεσε μεταδιδακτορικός ερευνητής στο εργαστήριο Υπολογιστικής Ιατρικής, του τμήματος Ιατρικής, στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο Βαρκελώνης. Από το 2015 έως και το 2021 συνέχισε τη μεταδιδακτορική του έρευνα στο Εργαστήριο Μοριακού Σχεδιασμού και Βιομοριακού NMR, του τμήματος Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Έχει βραβευτεί για την έρευνά του με πέντε υποτροφίες μεταδιδακτορικής έρευνας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και έχει συμμετάσχει σε χρηματοδοτικά προγράμματα ως Επιστημονικός Υπεύθυνος και ως Συντονιστής. Παράλληλα με την ερευνητική του δραστηριότητα, διετέλεσε διαχειριστής έργων, επιστημονικός συνεργάτης, σύμβουλος και είναι συνιδρυτής της εταιρία Cloudpharm, η οποία εστιάζει στην υπολογιστική έρευνα για την ανάπτυξη φαρμάκων.

  • Μαθηματικοί Κύκλοι

    Μαθηματικοί Κύκλοι

    ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΦΑΛΤΗΡΙΟ

    Επιμέλεια: Dmitri Fomin, Sergey Genkin, Ilia Itenberg

    Μετάφραση: Γιάννης Παπαδόγγονας

    Επιστημονική Επιμέλεια στην Ελληνική Έκδοση: Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος, Πέτρος Μπρέγιαννης 
    ISBN: 978-618-854-655-4
    Διαστάσεις: 17 x 24 cm
    Αριθμός σελίδων: 366

    Ημερομηνία Έκδοσης: Δεκέμβριος 2022

    Τιμή: 20€

    Περιγραφή

    Τι είδους βιβλίο είναι αυτό; Είναι ένα βιβλίο που έχει γραφτεί στο πλαίσιο μιας σημαντικής άτυπης εκπαιδευτικής παράδοσης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, η οποία ενθάρρυνε τη δημιουργία ομάδων μαθητών, δασκάλων και μαθηματικών, που ονομάζονταν «μαθηματικοί κύκλοι». Η βασική αντίληψη που το διέπει είναι ότι η μελέτη των μαθηματικών μπορεί να γεννήσει τον ίδιο ενθουσιασμό που προκαλεί και ένα ομαδικό άθλημα – χωρίς να είναι απαραίτητα ανταγωνιστική. Το βιβλίο απευθύνεται σε μαθητές και δασκάλους που αγαπούν τα μαθηματικά και θέλουν να μελετήσουν τους διάφορους κλάδους τους πέρα από τα στενά όρια του σχολικού προγράμματος. Είναι επίσης ένα βιβλίο ψυχαγωγικών μαθηματικών και, ταυτόχρονα, ένα έργο που περιέχει έναν τεράστιο πλούτο θεωρητικής ύλης και προβλημάτων σε βασικούς τομείς «εξωσχολικών μαθηματικών». Το βιβλίο βασίζεται στη μοναδική εμπειρία που έχουν αποκομίσει πολλές γενιές Ρώσων εκπαιδευτών και πανεπιστημιακών δασκάλων.

    Κριτικές

    Υπάρχουν πολλά που μπορούν να ανακαλύψουν, να μάθουν και να απολαύσουν σε αυτό το έργο τόσο οι μαθητές όσο και οι δάσκαλοι… Οι ερασιτέχνες λάτρεις των μαθηματικών επίσης θα γοητευτούν από αυτό… Σε όλα τα κεφάλαια, η παρουσίαση και το ύφος γραφής είναι εξαίσια ελκυστικά και «ανάλαφρα», ακόμα κι όταν εξετάζονται πιο δύσκολα αντικείμενα. Σίγουρα έχει θέση σε κάθε σχολική και προσωπική βιβλιοθήκη.

    Mathematical Reviews

  • Ο ΙΑΝΝΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΩΣΜΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

    Ο ΙΑΝΝΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΩΣΜΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

    Χρήστος Αλαβέρας / Iάννης Ξενάκης – Προσωπογραφία / Μολύβι σε χαρτί / 2022

    Η αντίληψη του Ιάννη Ξενάκη για τη μουσική σύνθεση ως υλοποίηση της σκέψης: Η δυναμική των αλληλεπιδράσεων μεταξύ αρχιτεκτονικής, μουσικής και μαθηματικών

    Πώς μπορεί να υπάρξει επικοινωνία μεταξύ αρχιτεκτονικής, μουσικής και μαθηματικών; Η ανάλυση της προσέγγισης του Ιάννη Ξενάκη – ο οποίος ήταν ταυτόχρονα συνθέτης, αρχιτέκτονας και μαθηματικός – είναι γόνιμη για να κατανοήσουμε τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αρχιτεκτονικής, μουσικής και μαθηματικών και τις δυνατότητες που μπορούν να προκύψουν όταν κανείς σκέφτεται αυτά τα τρία πεδία ταυτόχρονα. Το άρθρο αναλύει την αντίληψη του Ξενάκη για τη μουσική σύνθεση ως μορφοποίηση της νόησης, επιχειρώντας να τη συσχετίσει με την έμφαση που δίνουν οι φιλόσοφοι Gilles Deleuze και Félix Guattari στις δυνάμεις αποεδαφοποίησης της μουσικής.Η αξιολόγηση της μουσικής σύνθεσης από τον Ξενάκη βασίζεται στην «ποσότητα της νοημοσύνης που φέρουν οι ήχοι» (Xenakis, 1992, ix; 1963). Για αυτόν, «ο χαρακτηρισμός «όμορφος» ή «άσχημος» δεν έχει νόημα για τον ήχο, ούτε για τη μουσική που προέρχεται από αυτόν. Ο Ξενάκης υποστηρίζει ότι «η ποσότητα της νοημοσύνης που φέρουν οι ήχοι πρέπει να είναι το αληθινό κριτήριο της εγκυρότητας μιας συγκεκριμένης μουσικής»(Xenakis, 1992, ix; 1963). Όπως υποστηρίζει, «το να κάνεις μουσική σημαίνει να εκφράζεις την ανθρώπινη νοημοσύνη με ηχητικά μέσα» (Xenakis, 1992, 178; 1963). Στο επίκεντρο της συνθετικής διαδικασίας του Ξενάκη είναι «η προσπάθεια υλοποίησης κινήσεων σκέψης μέσω των ήχων» (Xenakis, 1992, ix; 1963). Αναφέρει: «Δεν είναι τόσο η αναπόφευκτη χρήση των μαθηματικών που χαρακτηρίζει τη στάση αυτών των πειραμάτων, όσο η πρωταρχική ανάγκη να θεωρηθεί ο ήχος και η μουσική ως μια τεράστια δυνητική δεξαμενή στην οποία η γνώση των νόμων της σκέψης και των δομημένων δημιουργιών της σκέψης μπορεί να βρει ένα εντελώς νέο μέσο υλοποίησης, δηλαδή επικοινωνίας» (Xenakis, 1992, ix; 1963).

    Ο Ξενάκης διακρίνει δύο κατηγορίες μουσικής σύνθεσης: μια πρώτη κατηγορία αφορά το χρόνο και μια δεύτερη κατηγορία που είναι ανεξάρτητη από το χρονικό γίγνεσθαι. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει «διάρκειες και κατασκευές (σχέσεις και πράξεις) που αναφέρονται σε στοιχεία (σημεία, αποστάσεις, συναρτήσεις) που ανήκουν και που μπορούν να εκφραστούν στον άξονα του χρόνου» (Xenakis, 1992, 207; 1963). Η δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τον Ξενάκη, σχετίζεται με τη στιγμιαία δημιουργία.

    ΤΥΧΗ, ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

    Ο Christopher Butchers, αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Ξενάκης χρησιμοποιεί την έννοια της τύχης κατά τη συνθετική του διαδικασία, σημειώνει: «ο Ξενάκης είναι . . . ο πρώτος σε κάθε καλλιτεχνικό τομέα που επικαλείται την έννοια της τύχης και τη χρησιμοποιεί με τρόπο αυστηρά αποδεκτό από τη σύγχρονη λογική» (Butchers, 1968, 3; Charitonidou, 2019). Στη σύνθεση του Ξενάκη Πιθόπρακτα (Pithoprakta) (1955–56), «το ύψος (pitch)[2] και η διάρκεια κατανέμονται πιθανολογικά με τη μορφή glissandi[3] καθώς το έργο προχωρά μέσω της συνεχούς και σταδιακής μεταμόρφωσης του ηχητικού υλικού» (Campbell, 2013, 93). Οι Deleuze και Guattari, στο βιβλίο τους με τίτλο Τί είναι Φιλοσοφία;, σχολιάζοντας τη μοντέρνα μουσική, σημειώνουν ότι εκτός από «τη διεύρυνση του χρωματισμού σε άλλα συστατικά του τόνου», η σύγχρονη μουσική χαρακτηρίζεται επίσης από «την τάση για μια ανοχρωματική εμφάνιση του ήχου σε μια άπειρη συνέχεια (ηλεκτρονική ή ηλεκτροακουστική μουσική)” (Deleuze & Guattari, 1994, 195). Ο Ξενάκης σημειώνει, στο βιβλίο του με τίτλο Μορφοποιημένη Μουσική (Formalized Music), στο κεφάλαιο με τίτλο «Όσον αφορά στον χρόνο, στο χώρο και στη μουσική»: «Η ομαλή συνέχεια καταργεί το χρόνο ή μάλλον ο χρόνος, σε μια ομαλή συνέχεια, είναι δυσανάγνωστος, απροσπέλαστος» (Xenakis, 1992, 262; 1963). Συνδέει την κατανόησή του για το ομαλό συνεχές ως «ένα μοναδικό σύνολο που γεμίζει χώρο και χρόνο» με τη φιλοσοφική προσέγγιση του Παρμενίδη. Ο Ξενάκης δηλώνει:

    Θα πρέπει να ορίσουμε περαιτέρω την έννοια μιας τέτοιας κατανομής και τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε. Υπάρχει ένα πλεονέκτημα στον ορισμό της τύχης ως αισθητικού νόμου, ως κανονικής φιλοσοφίας. Η πιθανότητα είναι το όριο της έννοιας της εξελισσόμενης συμμετρίας. Η συμμετρία τείνει στην ασυμμετρία, η οποία με αυτή την έννοια ισοδυναμεί με την άρνηση των παραδοσιακά κληρονομούμενων πλαισίων συμπεριφοράς. Αυτή η άρνηση δεν λειτουργεί μόνο σε λεπτομέρειες, αλλά κυρίως στη σύνθεση των δομών, εξού και στις τάσεις στη ζωγραφική, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική και άλλους τομείς της σκέψης. Για παράδειγμα, στην αρχιτεκτονική, τα σχέδια που δημιουργούνται με τη βοήθεια ρυθμιστικών διαγραμμάτων καθίστανται πιο σύνθετα και δυναμικά […] Όλα συμβαίνουν σαν να υπήρχαν […]  ταλαντώσεις μεταξύ συμμετρίας, τάξης, ορθολογισμού και ασυμμετρίας, αταξίας, παραλογισμού στις αντιδράσεις μεταξύ των εποχών των πολιτισμών (Xenakis, 1992, 25; 1963).Ο Le Corbusier ισχυρίζεται, στο δοκίμιό του με τίτλο «Ο άφατος χώρος» («L’espace indicible»), ότι «το κλειδί για το αισθητικό συναίσθημα είναι μια χωρική λειτουργία» (Le Corbusier, 1946, 10; Charitonidou, 2018; 2022a; 2022b). Συσχετίζει το φαινόμενο του «άφατου χώρου» στην αρχιτεκτονική με τα μαθηματικά και υποστηρίζει ότι τα μαθηματικά και το φαινόμενο του «άφατου χώρου» μοιράζονται την ικανότητά τους να προκαλούν ένα αποτέλεσμα «συμφωνίας». Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει: «Ένα φαινόμενο συμφωνίας συμβαίνει, όπως ακριβώς στα μαθηματικά»[4]. Παράλληλα, Ο Le Corbusier σχολιάζει την κατανόηση των μαθηματικών από τον καλλιτέχνη, στο «L’architecture et L’esprit Mathématique»Για τον καλλιτέχνη, τα μαθηματικά δεν ανάγονται στους διάφορους κλάδους των μαθηματικών. Δεν είναι απαραίτητα θέμα υπολογισμού αλλά μάλλον ύπαρξης κυρίαρχης εξουσίας. Ένας νόμος άπειρου συντονισμού, ομοφωνίας, οργάνωσης. Η αυστηρότητα δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που πραγματικά καταλήγει σε ένα έργο τέχνης, είτε πρόκειται για σχέδιο του Λεονάρντο, είτε για την τρομακτική ακρίβεια του Παρθενώνα (συγκρίσιμο στην κοπή του μαρμάρου του ακόμα και με αυτό των εργαλειομηχανών) είτε για το ακαταμάχητο και άψογο παιχνίδι κατασκευής στον καθεδρικό ναό, ή η ενότητα σε έναν Σεζάν, ή ο νόμος που καθορίζει ένα δέντρο, το ενιαίο μεγαλείο των ριζών, του κορμού, των κλαδιών, των φύλλων, των λουλουδιών και των φρούτων. Η τύχη δεν έχει θέση στη φύση. Μόλις καταλάβει κανείς τι είναι τα μαθηματικά – με τη φιλοσοφική έννοια – τότε μπορεί να τα διακρίνει σε όλα τους τα έργα. Η αυστηρότητα και η ακρίβεια είναι το μέσο πίσω από την επίτευξη λύσεων, η αιτία πίσω από τον χαρακτήρα, η λογική πίσω από την αρμονία. (Le Corbusier, 1948, 490)Ο Le Corbusier, στο παραπάνω απόσπασμα, ισχυρίζεται ότι η «τύχη δεν έχει θέση στη φύση» (Le Corbusier, 1948, 490). Μια τέτοια θέση για το τυχαίο έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο που ο Ξενάκης αντιλαμβάνεται το ρόλο τυχαίου κατά τη διαδικασία μουσικής σύνθεσης. Όπως σημειώνει ο Butchers, ο τελευταίος ήταν πρωτοπόρος στην εισαγωγή της έννοιας της τύχης στη μουσική σύνθεση «με τρόπο που είναι αυστηρά αποδεκτός στη σύγχρονη λογική» (Butchers, 1968, 3). Για τον Ξενάκη, «η τύχη […] δεν είναι παρά μια ακραία περίπτωση αυτής της ελεγχόμενης διαταραχής» (Butchers, 1968, 3). Ο Ξενάκης αντιλαμβάνεται τη σύνθεση της μουσικής ως «μια αποκρυστάλλωση μέσω του ήχου των φανταστικών εικονικοτήτων» (Xenakis, 1992, 181; 1963). Θεωρεί τα «μουσικά, αρχιτεκτονικά και εικαστικά του έργα» ως κομμάτια μωσαϊκού, ως «ένα δίχτυ του οποίου τα μεταβλητά πλέγματα αιχμαλωτίζουν τις φευγαλέες εικονικότητες και τις περιπλέκουν με πολλούς τρόπους» (Xenakis, 1992, vii; 1963).

    Ο Deleuze, στο βιβλίο του με τίτλο Διαφορά και Επανάληψη (Différence et répétition), διακρίνει την τύχη από την αυθαιρεσία (Deleuze, 1968; 1994; 2019). Συσχετίζει την αντίληψη της διαδικασίας μάθησης ή πειραματισμού ως επίλυσης προβλημάτων, επηρεαζόμενος από την κατανόηση του Raymond Roussel για τις «εξισώσεις των γεγονότων», με την έννοια της τύχης. Η θετική του αντίληψη για την τύχη έρχεται σε αντίθεση με την απόρριψη της τύχης από τον Le Corbusier στο «L’architecture et L’esprit Mathématique». Ο Deleuze, σε αντιδιαστολή με τον Le Corbusier, είναι κατά της «κατάργησης της τύχης» (Deleuze 1968; 1994; 2001, 198). O Deleuze συσχετίζει τη μάθηση με μια «ανανεώσιμη κάθε φορά» (Deleuze, 2001, 199; 1994), καταφατική αντίληψη της τύχης:Όταν ο Raymond Roussel θέτει τις «εξισώσεις των γεγονότων» του ως προβλήματα που πρέπει να λυθούν, ως ιδανικά γεγονότα ή γεγονότα που αρχίζουν να αντηχούν ως αποτέλεσμα μιας επιταγής της γλώσσας ή ως γεγονότα που τα ίδια είναι πλασματικά. Όταν πολλοί σύγχρονοι μυθιστοριογράφοι εγκαθίστανται σε αυτό το επικίνδυνο σημείο, σε αυτό το επιτακτικό και ερωτηματικό «τυφλό σημείο» από το οποίο το έργο αναπτύσσεται σαν πρόβλημα κάνοντας αποκλίνουσες σειρές να αντηχούν – δεν κάνουν εφαρμοσμένα μαθηματικά ή χρησιμοποιούν μαθηματική ή φυσική μεταφορά. Μάλλον, καθιερώνοντας αυτή την «επιστήμη» ή την καθολική μάθηση αμέσως σε κάθε τομέα, κάνουν το έργο μια διαδικασία μάθησης ή πειραματισμού, αλλά και κάτι συνολικό κάθε φορά, όπου το σύνολο της τύχης επιβεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση, ανανεώσιμο κάθε φορά, ίσως χωρίς καμία ουσιαστική αυθαιρεσία. (Deleuze, 2001, 199; 1994)ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΕΨΗ: ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΕΣ

    Όπως ισχυρίζεται ο James Williams για τον Deleuze, «η αίσθηση είναι μια απαραίτητη πτυχή της σκέψης» (Williams, 2013, 197). Ο Deleuze υποστηρίζει ότι ο ρυθμός είναι ουσιαστικά συνδεδεμένος με την αίσθηση. Η κατανόηση της μουσικής από τον Ξενάκη ως υλοποίησης της σκέψης είναι κοντά στην αντίληψη των Deleuze και Guattari για την τέχνη ως πέρασμα του υλικού στην αίσθηση. Οι Deleuze και Guattari υποστηρίζουν ότι «η αίσθηση μετασχηματίζεται σε υλικό χωρίς το υλικό να περάσει εντελώς στην αίσθηση, στην αντίληψη ή στο συναίσθημα» (Deleuze & Guattari, 1994, 166-67). Όπως μας υπενθυμίζει ο Edward Campbell, «η μουσική είναι για τον Deleuze απολύτως εμπλεκόμενη με τη σκέψη» (Campbell, 2013, 1).

    Ο Ξενάκης πίστευε ότι «όταν … η μαθηματική σκέψη υπηρετεί τη μουσική … θα πρέπει να συγχωνεύεται διαλεκτικά με τη διαίσθηση». Υπογραμμίζει ότι η «δράση, η σκέψη και η αυτομεταμόρφωση μέσα από τους ίδιους τους ήχους … είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθεί κανείς» (Xenakis, 1992, 181; 1963). Ο Ξενάκης μας καλεί να «ανέβουμε ξανά στο σιντριβάνι των νοητικών λειτουργιών που χρησιμοποιούνται στη σύνθεση και να επιχειρήσουμε να αποσπάσουμε τις γενικές αρχές που ισχύουν για όλα τα είδη μουσικής» (Xenakis, 1992, 155; 1963). Παρ΄όλα αυτά δεν τον ενδιαφέρει να κάνει «μια ψυχοφυσιολογική μελέτη της αντίληψης». Στο επίκεντρο της σκέψης του είναι η προσπάθεια να κατανοήσει «το φαινόμενο της ακοής και τις διαδικασίες σκέψης που εμπλέκονται κατά την ακρόαση μουσικής» (Xenakis, 1992, 155; 1963). Για τον Ξενάκη «το να κάνεις μουσική σημαίνει να εκφράζεις την ανθρώπινη νοημοσύνη με ηχητικά μέσα» (Xenakis, 1992, 178; 1963). Η έννοια της νοημοσύνης, για τον Ξενάκη, «περιλαμβάνει όχι μόνο τις ταραχές της καθαρής λογικής αλλά και τη «λογική» των συναισθημάτων και της διαίσθησης» (Xenakis, 1992, 178; 1963).

    Τα δύο τρίτα της σύνθεσης του «Metastasis», που συντέθηκαν μεταξύ 1953 και 1954, βασίζονται σε σειριακή δομή. Όπως μας πληροφορεί η Anne-Sylvie Barthel-Calvet, ο Ξενάκης αναφέρεται στην ιδέα της «diastémique sérielle» («serial diastemic») (Barthel-Calvet, 2011). Το κείμενό του Ξενάκη με τίτλο «The Crisis of Serial Music», που δημοσιεύθηκε αρχικά στο Gravesanner Blätter (Εικ. 1), σηματοδοτεί την κριτική του απέναντι στις αρχές του σειραϊσμού[5] (Xenakis, 1955). Γιατί ο Ξενάκης απορρίπτει τη σειραϊκή μουσική; Ο Ξενάκης σημειώνει: «Το 1954 κατήγγειλα τη γραμμική σκέψη (πολυφωνία) και κατέδειξα τις αντιφάσεις της σειριακής μουσικής. Στη θέση της πρότεινα έναν κόσμο ηχητικών μαζών, τεράστιων ομάδων ηχητικών γεγονότων, νεφών και γαλαξιών που διέπονται από νέα χαρακτηριστικά όπως η πυκνότητα, ο βαθμός τάξης και ο ρυθμός μεταβολής, που απαιτούσαν ορισμούς και πραγματοποιήσεις χρησιμοποιώντας τη θεωρία πιθανοτήτων». (Xenakis, 1992, 182; 1963) Η αποδοκιμασία του για τον «ντετερμινισμό της σειριακής μουσικής» σχετίζεται με την πεποίθησή του ότι «ο ουσιαστικά απόλυτος ντετερμινισμός της σειριακής μουσικής» περιόρισε το νέο μονοπάτι που άνοιξε «η τονική λειτουργία» (Xenakis, 1992, 4). Η κριτική του απέναντι στη σειριακή μουσική θα πρέπει να γίνει κατανοητή σε συνδυασμό με τη διάκριση που πρότεινε μεταξύ των κατηγοριών εξωτερικού χρόνου, εσωτερικού χρόνου και χρονικών κατηγοριών (Xenakis, 1992, 183). Για να κατανοήσουμε καλύτερα την κριτική του Ξενάκη για τη μουσική αιτιότητα και τον σειραϊσμό θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι «στις αρχές και στα μέσα της δεκαετίας του ’50 . . . Η συνολική σειριοποίηση θεωρήθηκε κάτι σαν πανάκεια σύνθεσης» (Souster, 1968, 6). Ο Ξενάκης είναι επίσης δύσπιστος για τις Δομές I του Boulez, το οποίο ήταν το τελευταίο και πιο επιτυχημένο από τα έργα του Boulez που χρησιμοποίησε την τεχνική του ολοκληρωμένου σειραϊσμού (Hopkins και Griffiths 2001). Όπως σημειώνει ο Mihu Iliescu, για τον Ξενάκη «η αντικατάσταση της παραδοσιακής αρμονικής γραφής – ασυνεχείς χορδικές οντότητες – με συνεχή πλέγματα glissandi ήταν, στην πραγματικότητα, ένας τρόπος κοπής του γόρδιου δεσμού της σειριακής υπερπολυπλοκότητας» (Iliescu, 2002, 134).Εικόνα 1: Το εξώφυλλο του περιοδικού Gravesaner Blatter, στο οποίο ο Ξενάκης δημοσίευσε το κείμενό του που τον έβαζε ενάντια στη σίριαλ μουσική του Boulez, εικονογραφήθηκε με το Modulor του Le Corbusier. © Ακαδημία των Τεχνών,  Βερολίνο, και Fondation Le Corbusier, Παρίσι.Ο Gilles Deleuze υπογραμμίζει ότι «η σύγχρονη σκέψη γεννιέται από την αποτυχία της αναπαράστασης, από την απώλεια ταυτοτήτων» και ισχυρίζεται ότι «η πρωτοκαθεδρία της ταυτότητας, όπως και αν γίνει αντιληπτή, ορίζει τον κόσμο της αναπαράστασης» (Deleuze, 1994, xix). Ο Ξενάκης συσχετίζει τις διαδικασίες αξιωματοποίησης με τη σύγχρονη σκέψη. Ισχυρίζεται: «Στην πραγματικότητα […] η αξιωματοποίηση αποτελεί έναν διαδικαστικό οδηγό, που ταιριάζει καλύτερα στη σύγχρονη σκέψη» (Xenakis, 1992, 178; 1963). Η κατανόηση της σύνθεσης εκτός χρόνου σχετίζεται με την πρόθεσή του να εφεύρει μια σύγχρονη αντίληψη της μουσικής σύνθεσης. Αυτό γίνεται φανερό όταν γράφει ότι «μπορεί κανείς . . . να σχεδιάσει χρονικές αρχιτεκτονικές – ρυθμούς – με μια σύγχρονη έννοια.» Κατανοεί την προσέγγισή του ως μια «αξιωματοποίηση των χρονικών δομών που τοποθετούνται εκτός χρόνου» (Xenakis, 1992, 264; 1963).

    Τα αισθητικά κριτήρια του Ξενάκη βασίζονται στις ακόλουθες δύο αρχές: αφενός, ο καλλιτέχνης θα πρέπει να θέτει υπό αμφισβήτηση τα κριτήριά του, ψάχνοντας κάθε στιγμή «σαν παιδί με νέα και ‘ανεξάρτητη’ άποψη για τα πράγματα», απελευθερώνοντας τον εαυτό του «από κάθε ενδεχόμενο (Xenakis, 1992, xi; 1963). Από την άλλη, ο καλλιτέχνης θα πρέπει να επιμείνει στην «αδιάκοπη ορμή προς την αλλαγή, προς την ελευθερία» (Xenakis, 1992, xii; 1963). Η άποψη του Ξενάκη για τον καλλιτέχνη δεν μπορεί να αναχθεί σε μια μεμονωμένη κατανόηση των μορφών και των αλλαγών τους, αλλά, αντίθετα, φιλοδοξεί να αγκαλιάσει «τον […] απέραντο ορίζοντα της γνώσης και της προβληματικής» (Xenakis, 1992, xii; 1963).

    Σύμφωνα με τον Christopher Butchers, «ο Ξενάκης δείχνει πόσο απλό βήμα είναι να επιστρέψεις στον ιδανικό πυθαγόρειο πάντρεμα μουσικής και μαθηματικών» (Butchers, 1968, 3). Όπως ισχυρίζεται ο Le Corbusier στο Modulor, «τα μαθηματικά είναι η μεγαλειώδης δομή που επινοήθηκε από τον άνθρωπο για να του δώσει την κατανόηση του σύμπαντος» (Le Corbusier, 2004, 71). Η αντίληψη του Deleuze για τα μαθηματικά βασίζεται στη διάκριση μεταξύ δύο τρόπων τυποποίησης – αξιωματικής και προβληματικής – που σχετίζεται με την ένταση μεταξύ εκτεταμένων και εικονικών πολλαπλοτήτων (Smith, 2006; Duffy, 2013). Η αξιωματική ιδιοποιείται συνεχώς τα περιεχόμενα της προβληματικής, ενώ η οντολογία των μαθηματικών δεν μπορεί να αναχθεί σε αξιωματικά. Ο Deleuze κατανοεί «τη διάκριση μεταξύ προβληματικών και αξιωματικών πολλαπλοτήτων με έναν καθαρά εγγενή τρόπο» (Smith, 2012, 289).

    Ο Ξενάκης θεωρεί τα μαθηματικά και τη λογική ως τα εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή νέων διαδικασιών μουσικής σύνθεσης. Ισχυρίζεται: «Για να βάλουμε τα πράγματα στη σωστή ιστορική τους προοπτική, είναι απαραίτητο να βασιστούμε σε πιο ισχυρά εργαλεία όπως τα μαθηματικά και τη λογική και να πάμε στο βάθος των πραγμάτων, στη δομή της μουσικής σκέψης και σύνθεσης» (Xenakis, 1992, 208; 1963). Όπως αναφέρει ο Daniel Smith, ο Deleuze συνδέει την αξιωματική με τη «μείζονα» ή «βασιλική» αντίληψη της επιστήμης και την προβληματική με μια «ελάσσονα» ή «νομαδική» αντίληψη αυτής (Smith, 2003). Οι Deleuze και Guattari υποστηρίζουν, στο Τί είναι Φιλοσοφία;: «Το να βλέπεις τι συμβαίνει είχε πάντα μια ουσιαστική σημασία, μεγαλύτερη από τις επιδείξεις, ακόμη και στα καθαρά μαθηματικά, τα οποία μπορούν να ονομαστούν οπτικά, εικονιστικά, ανεξάρτητα από τις εφαρμογές τους» (Deleuze & Guattari, 1994, 128). Για τον Deleuze, το μέσο για την κατάκτηση της γένεσης της αλήθειας είναι η προβληματική, όπως μας υπενθυμίζει ο Smith (Smith, 2003). Οι Deleuze και Guattari σημειώνουν:Πάνω απ’ όλα, ο διαγραμματισμός δεν πρέπει να συγχέεται με μια πράξη αξιωματικού τύπου. Μακριά από τη χάραξη δημιουργικών γραμμών πτήσης και τη σύζευξη χαρακτηριστικών θετικής αποεδαφικοποίησης, η αξιωματική μπλοκάρει όλες τις γραμμές, τις υποτάσσει σε ένα ακριβές σύστημα και σταματά τα γεωμετρικά και αλγεβρικά συστήματα γραφής που είχαν αρχίσει να τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις.(Deleuze & Guattari, 1987, 143)ΜΕΤΑΞΥ “MODULOR” ΚΑΙ “METASTASIS“: ΟΤΑΝ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

    Ο Le Corbusier εφηύρε το Modulor, το οποίο είναι ένα σύστημα καθολικών αναλογιών, βασισμένο στη Χρυσή Τομή και τη σειρά Fibonacci (1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21, …), με στόχο να βοηθήσει τον αρχιτέκτονα να βρει ομοιογένεια στις γενικές διαστάσεις των έργων. Όπως παρατηρεί ο Jean-Louis Cohen, «ο όρος Modulor συντέθηκε από τη συγχώνευση της έννοιας του module με την έννοια της χρυσής τομής» (Cohen, 2014, 1). Στο “Metastasis”, ο Ξενάκης εφάρμοσε ορισμένα εργαλεία από το σύστημα Modulor του Le Corbusier όσον αφορά την οργάνωση των δομών και τη διάρκεια της δυναμικής και των χροιών. Για να απαντήσουμε στο πως μπορεί να συμβεί η επικοινωνία μεταξύ μαθηματικών, αρχιτεκτονικής και μουσικής, θα μπορούσαμε να πάρουμε ως αφετηρία τη χρήση του συστήματος Modulor από τον Ξενάκη στη σύνθεση και τη σημειογραφία του “Metastasis”. Σχετικά με τον Le Corbusier, ο Ξενάκης παρατηρεί: «Ανακάλυψα όταν ήρθα σε επαφή με τον Le Corbusier ότι τα προβλήματα της αρχιτεκτονικής, όπως τα διατύπωσε, ήταν τα ίδια με αυτά που αντιμετώπιζα στη μουσική» (Xenakis στο Cross, 2003, 145).

    Ο Ξενάκης ενδιαφερόταν για το Modulor γιατί ήταν ταυτόχρονα μια γεωμετρική και μια  αθροιστική σειρά. Η συνθετική του προσέγγιση του Ξενάκη βασιζόταν σε μια σχέση μεταξύ μουσικής και αρχιτεκτονικής που ξεπερνούσε το μεταφορικό. Η αντίληψή του για τον ήχο ήταν χωρική. Στη σύνθεση του “Metastasis” ο ρόλος του Modulor ήταν θεμελιώδης. Όπως σημειώνει ο Iliescu, το «πρώιμο glissandi του Ξενάκη προέκυψε από την άμεση μετατροπή σε ήχο ενός οπτικού στοιχείου, της γραμμής» (Iliescu, 2002, 134). Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι «η κατεξοχήν κεντρική χειρονομία του Ξενάκη μπορεί να είναι το γραμμικό glissando» (Solomos, 1996, 155). Για τη σημειογραφία του “Metastasis” χρησιμοποίησε γραφικές παραστάσεις glissandi, που μοιάζουν με υπερβολικά παραβολοειδή, τις οποίες περιέγραψε ως «καθορισμένες επιφάνειες ήχου» » (Xenakis στο Evans, 1995, 298) (Εικ. 2). Τα glissandi του “Metastasis” που ο Ξενάκης σχεδίασε σε γραφική παράσταση με το ύψος (pitch) στον άξονα y και χρόνο στον άξονα x μοιάζουν με τα δομικά στοιχεία που θα σχεδίαζε αργότερα για το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες (Εικ. 3 και Εικ. 4).Εικόνα 2: Η σημειογραφία του “Metastasis”, 1954 © Collection Famille Xenakis.Εικόνα 3: ‘Ένα από τα αρχικά σκίτσα του Ξενάκη για το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες, 15 Οκτωβρίου 1956 © Collection Famille Xenakis.Εικόνα 4: Προοπτικό σχέδιο που έκανε ο Ιάννης Ξενάκης για το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες στις 19  Οκτωβρίου του 1956 © Fondation Le Corbusier, Παρίσι, 28583.Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον Le Corbusier, η οποία διήρκεσε από το 1947 έως το 1959, ο Ξενάκης σχεδίασε το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες (Εικ. 5, Εικ. 6 και Εικ. 7). Για το σχέδιό του για το περίπτερο, εφάρμοσε τα υπερβολικά παραβολοειδή των glissandi του «Metastasis» (Εικ. 6).  Ο Ξενάκης έχει δηλώσει τα εξής για τη συνθετική διαδικασία που ακολούθησε κατά τη συνθετική διαδικασία του περιπτέρου της Philips και τη σχέση της με το «Metastasis»: «Στο περίπτερο της Philips συνειδητοποίησα τις βασικές ιδέες του Metastasis: όπως και στη μουσική, έτσι και εδώ με ενδιέφερε το ερώτημα αν είναι δυνατόν να φτάσεις από το ένα σημείο στο άλλο χωρίς να αρθεί η συνέχεια. Στο Metastasis, αυτό το πρόβλημα οδήγησε σε glissandi, ενώ στο περίπτερο είχε ως αποτέλεσμα τα υπερβολικά παραβολοειδή σχήματα» (Varga, 1996, 24). Το σχέδιο του Ξενάκη για το Philips Pavilion ήταν το πρώτο αυτοφερόμενο υπερβολικό παραβολοειδές που κατασκευάστηκε ποτέ (Εικ. 8). Τα υπερβολικά παραβολοειδή από τη φύση τους είναι εύκολο να υπολογιστούν και να κατασκευαστούν και έχουν τη δική τους δομική ακεραιότητα (Εικ. 9, Εικ. 10 και Εικ. 11).Εικόνα 5: Ο Le Corbusier, Ο Louis Kalff και ο Ιάννης Ξενάκης με μια μακέτα του περιπτέρου της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες, περ. 1957. Πηγή: S. Kanach, C. Lovelace, eds. 2010. Iannis Xenakis: Composer, Architect, Visionary. New York: Drawing Center, 52. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 6: Ο Le Corbusier και ο Ιάννης Ξενάκης με μια μακέτα του περιπτέρου της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 7: Ο Louis Kalff, o Le Corbusier και ο Edgard Varèse μπροστά από το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 8: Το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 9: Σκίτσο από το σημειωματάριο του Ιάννη Ξενάκη για τις πιθανές ηχητικές διαδρομές εντός του περιπτέρου της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες, περ. 1957 © Collection Famille Xenakis.Εικόνα 10: Το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Archive, Eindhoven.Εικόνα 11: Το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες υπό κατασκευή. Credit: Philips Archive, Eindhoven.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΞΕΝΑΚΗ ΚΑΙ Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΜΕΣΩ ΗΧΗΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

    Συμπερασματικά, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ενσωμάτωση της έννοιας της τύχης και του εικονικού στα μαθηματικά και τις τέχνες, που είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης των Deleuze και Guattari, αποκτά μια κυριολεκτική υπόσταση στην περίπτωση του Ξενάκη. Η συνάντηση των ηχητικών, χωρικών και μαθηματικών διαδικασιών είναι στο επίκεντρο της συνθετικής διαδικασίας του Ξενάκη. Ο Deleuze ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο η μουσική σύνθεση και η αντίληψη καθιστούν αισθητές τις δυνάμεις του χρόνου. Ο Ξενάκης, όπως και ο John Cage, αντιλαμβάνεται τον χρόνο ως αιωρούμενο, αναφερόμενος σε μια διαδικασία «διαμόρφωσης του χρόνου» (Xenakis, 1992, 156). Ο Deleuze έλκεται επίσης από «τον  τρόπο με τον οποίο όλες οι επαναλήψεις συνυπάρχουν στη σύγχρονη μουσική» (Deleuze, 1994, 293). Για τον Ξενάκη, η δύναμη της μουσικής σύνθεσης έγκειται στην έκφραση της νοημοσύνης μέσω ηχητικών μέσων, ενώ, για τον Deleuze, οι δυνάμεις αποεδαφοποίησης της μουσικής σύνθεσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη δυνατότητά της να «αιχμαλωτίζει και κάνει αισθητές τις δυνάμεις του χρόνου» (Deleuze, 1998, 73). Ο Ξενάκης πιστεύει στην αναγκαιότητα αλλαγής των «διατεταγμένων δομών του χρόνου και του χώρου, αυτών της λογικής» και συσχετίζει αυτόν τον μετασχηματισμό με την επανεφεύρεση της τέχνης και των επιστημών που «πρέπει να πραγματοποιήσουν αυτή τη μετάλλαξη» (Xenakis, 1992, 241).ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την οικογένεια Ξενάκη και τη Fondation Le Corbusier στο Παρίσι, τoν υπεύθυνο των αρχείων της Philips στο Eindhoven, και την Ακαδημία των Τεχνών στο  Βερολίνο για την άδεια να συμπεριλάβω τις εικόνες στο άρθρο μου.

    Η Συντακτική Επιτροπή του InS ευχαριστεί θερμά τον εικαστικό Χρήστο Αλαβέρα, από τη Θεσσαλονίκη, για τις προσωπογραφίες του Ιάννη Ξενάκη.[1] Το ερευνητικό έργο υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της Δράσης «3η Προκήρυξη ερευνητικών έργων ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. για την ενίσχυση Μεταδιδακτορικών Ερευνητών/τριών» (Αριθμός Έργου: 7833)

    [2] Το ύψος είναι μια αντιληπτική ιδιότητα των ήχων. Είναι μια κύρια ακουστική ιδιότητα των μουσικών τόνων, μαζί με τη διάρκεια, την ένταση και τη χροιά. Παρόλο που είναι δυνατό να ποσοτικοποιηθεί ως συχνότητα, το ύψος δεν είναι μια αντικειμενική φυσική ιδιότητα, αλλά μια υποκειμενική ψυχοακουστική ιδιότητα του ήχου. Ιστορικά, η μελέτη της αντίληψης του ύψους και του τόνου ήταν ένα κεντρικό πρόβλημα στην ψυχοακουστική και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και τη δοκιμή θεωριών αναπαράστασης, επεξεργασίας και αντίληψης του ήχου.

    [3] Στη μουσική, ένα γλισσάντο, γνωστό και ως γκλις, είναι ένα μουσικό εργαλείο σύνθεσης και τεχνικής παιχνιδιού που ακούγεται σαν μια ομαλή διαφάνεια από τη μια νότα στην άλλη.

    [4] Le Corbusier, « L’espace indicible », Fondation Le Corbusier, Παρίσι, FLC B3-7-239-001. Πρωτότυπη έκφραση: “Un phénomène de concordance se présente, exact comme en mathématique”.

    [5] Ο “σειραϊσμός” είναι μέθοδος που χρησιμοποιείται στη σύγχρονη μουσική σύνθεση, σύμφωνα με την οποία η λειτουργία των μουσικών παραγόντων (τονικό ύψος, ρυθμός, δυναμική και ηχόχρωμα) καθορίζεται με βάση αριθμητικές σχέσεις, αναλογίες ή άλλους μαθηματικούς υπολογισμούς, που, αφού επιλέξει, εφαρμόζει έπειτα ο συνθέτης με συνέπεια σε όλη τη διάρκεια του μουσικού του έργου. Ο όρος “σειραϊσμός” ετυμολογείται από τη λέξη «σειρά» (δωδεκαφωνία) και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει, κατ’ επέκταση, τον προκαθορισμό, όχι μόνο του τονικού ύφους των μουσικών φθόγγων, αλλά και του ρυθμού, της δυναμικής και του ηχοχρώματος.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Barthel-Calvet, A.-S. 2011. “Xenakis et le sérialisme: L’apport d’une analyse génétique de Metastasis.” Intersections 31(2): 3–21, doi: https://doi.org/10.7202/1013211ar

    Bogue, R. 2007. “The Art of the Possible.” Revue Internationale de Philosophie 61(241): 273–286.

    Bogue, R.  2014. Deleuze on Music, Painting, and the Arts. London; New York: Routledge, doi: https://doi.org/10.4324/9781315822044

    Braidotti, R. and P. Pisters. 2014. Revisiting normativity with Deleuze. London; New York: Bloomsbury Academic: https://www.bloomsbury.com/uk/revisiting-normativity-with-deleuze-9781441128751/

    Butchers, C. 1968. “The Random Arts: Xenakis, Mathematics and Music.” Tempo 85: 2–5.

    Campbell, E. 2013. Music after Deleuze. London: Bloomsbury Academic, doi: https://doi.org/10.5040/9781472548092

    Charitonidou, M. 2018. The relationship between interpretation and elaboration of architectural form: investigating the mutations of architecture’s scope (PhD Thesis). Athens: National Technical University of Athens (NTUA), doi: https://doi.org/10.12681/eadd/44354

    Charitonidou, M. 2019. “Music as a Reservoir of Thought’s Materialisation Between Metastaseis and Modulor.” In Aberrant Nuptials: Deleuze and Artistic Research 2. Edited by Paulo de Assis and Paolo Giudici, 101-119. Leuven: Leuven University Press. doi: https://doi.org/10.2307/j.ctvmd83nt.10

    Charitonidou, M. 2022. “Le Corbusier’s ineffable space and synchronism: From architecture as clear syntax to architecture as succession of events.” Arts, 11(2). doi: https://doi.org/10.3390/arts11020048

    Charitonidou, M. 2022. Drawing and Experiencing Architecture: The Evolving Significance of City’s Inhabitants in the 20th Century. Bielefeld: Transcript Verlag, doi: https://doi.org/10.14361/9783839464885. URL: https://www.degruyter.com/document/isbn/9783839464885/html Print-ISBN 978-3-8376-6488-1. PDF-ISBN 978-3-8394-6488-5. ISSN of series: 2702-8070. eISSN of series: 2702-8089

    Cimini, A. 2010. “Gilles Deleuze and the Musical Spinoza.” In Sounding the Virtual: Gilles Deleuze and the Theory and Philosophy of Music. Edited by Brian Hulse and Nick Nesbitt, 129–144. London: Routledge, doi: https://doi.org/10.4324/9781315609966

    Cohen, J.-L. 2014. “Le Corbusier’s Modulor and the Debate on Proportion in France.” Architectural Histories 2(1): 1-14, doi: https://doi.org/10.5334/ah.by

    Le Corbusier. 1946. “L’espace indicible.” L’Architecture d’aujourd’hui, no. Special Issue “Art”: 9-10.

    Le Corbusier. 1948. “L’architecture et L’esprit Mathématique.” In Les Grands Courants De La Pensée Mathématique. Edited by François Le Lionnais, 480-489. Paris: Cahiers du sud.

    Le Corbusier. 1948. Le modulor. Boulogne: Architecture d’aujourd’hui.

    Le Corbusier. 1955. Modulor 2. Boulogne: Architecture d’aujourd’hui.

    Le Corbusier. 1991. Precisions on the Present State of Architecture and City planning. Translated by Edith Schreiber Aujame. Cambridge, Mass.: MIT Press.

    Le Corbusier. 2004. The Modulor: A Harmonious Measure to the Human Scale Universally Applicable to Architecture and Mechanics. Translated by Peter de Francia and Anna Bostock. Basel: Birkhäuser.

    Cross, J. 2003. “Composing with Numbers: Sets, Rows and Magic Squares.” In Music and Mathematics: From Pythagoras to Fractals. Edited by John Fauvel, Raymond Flood and Robin J. Wilson, 131–46. Oxford: Oxford University Press: https://books.google.gr/books/about/Music_and_Mathematics.html?id=kFH69I4Y_l0C&redir_esc=y

    Deleuze, G. 1969. Logique du sens. Paris: Minuit.

    Deleuze, G. 1968. Différence et répétition. Paris: Presses universitaires de France.

    Deleuze, G. 1986. “Occuper sans compter: Boulez, Proust et le temps.” In Eclats/Boulez. Edited by Claude Samuel, 98-100. Paris: Centre Georges Pompidou.

    Deleuze, G. 1989.  “Qu’est-ce qu’un dispositif?” In Michel Foucault philosophe : rencontre internationale Paris 9, 10, 1 Janvier 1988. Paris: Éditions du Seuil.

    Deleuze, G. 1990. The Logic of Sense. Translated by Mark Lester with Charles Stivale. Edited by Constantin V. Boundas. New York: Columbia University Press.

    Deleuze, G. 1992. “What is a Dispositif?” In Michel Foucault, Philosopher. Translated and edited by Timothy J. Armstrong, 159-167. Hemel Hempstead: Harvester Wheatsheaf.

    Deleuze, G. 1994. Difference and Repetition. Translated by Paul Patton. New York: Columbia University Press: http://cup.columbia.edu/book/difference-and-repetition/9780231081597

    Deleuze, G. 1998. “Boulez, Proust and Time: ‘Occupy Without Counting.’” Translated by Timothy S. Murphy. Angelaki 3(2): 70–74.

    Deleuze, G. 2001. Difference and Repetition. Translated by Paul Patton. London and New York: Continuum.

    Deleuze, G. 2019. Διαφορά και Επανάληψη. Πρόλογος και μετάφραση Κωνσταντίνος Μπούντας. Επιμέλεια Δήμητρα Τουλάτου. Αθήνα: Εκκρεμές.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1980. Mille plateaux: Capitalisme et schizophrénie. Paris: Minuit.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1987. A Thousand Plateaus: Capitalism and Schizophrenia. Translated by Brian Massumi. Minneapolis: University of Minnesota Press.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1991. Qu’est-ce que la philosophie? Paris: Minuit.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1994. What Is Philosophy? Translated by Hugh Tomlinson and Graham Burchell. New York: Columbia University Press: http://cup.columbia.edu/book/what-is-philosophy/9780231079891

    Duffy, S. B. 2013. Deleuze and the History of Mathematics: In Defense of the “New.” London: Bloomsbury Academic, doi: https://doi.org/10.5040/9781472547996

    Evans, R. 1995. The Projective Cast: Architecture and Its Three Geometries. Cambridge, Mass.: The MIT Press.

    Exarchos, D. 2012. “Listening Outside of Time.” In Proceedings of the international Symposium Xenakis. La musique électroacoustique / Xenakis. The electroacoustic music (Université Paris 8, May 2012). Edited by Makis Solomos. Accessed 10 May 2019: https://research.gold,ac.uk/15750/1/MUS-Exarchos_2015.pdf.

    Exarchos, D. 2015. Iannis Xenakis: La musique électroacoustique/The Electroacoustic Music. Edited by Makis Solomos, 211–224. Paris: L’Harmattan.

    Flaxman, G. 2008. “Sci Phi: Gilles Deleuze and the Future of Philosophy.” In Deleuze, Guattari and the Production of the New. Edited by Simon O’Sullivan and Stephen Zepke, 11–21. London: Continuum.

    Fondation Le Corbusier, 2015. The Modulor and Modulor 2. Berlin, München, Boston: Birkhäuser, doi: https://doi.org/10.1515/9783035604092

    Hasty, C. 2010. “The Image of Thought and Ideas of Music.” In Sounding the Virtual: Gilles Deleuze and the Theory and Philosophy of Music. Edited by Brian Hulse and Nick Nesbitt, 1-23. London: Routledge, doi: https://doi.org/10.4324/9781315609966

    Hopkins, G. W., and P. Griffiths. 2001. “Boulez, Pierre.” In The New Grove Dictionary of Music and Musicians. Edited by Stanley Sadie and John Tyrell, 2nd ed., 29 vols., vol. IV, 98-108. London: Macmillan: https://books.google.gr/books/about/The_New_Grove_Dictionary_of_Music_and_Mu.html?id=8I4YAAAAIAAJ&redir_esc=y

    Iliescu, M. 2002. “Notes on the Late-Period Xenakis.” Contemporary Music Review 21(2–3): 133–142.

    Jasper, M. 2017. Deleuze on Art: The Problem of Aesthetic Constructions. Cambridge: Cambridge Scholars Publishing: https://www.cambridgescholars.com/product/978-1-4438-7900-2

    Kanach, S., C. Lovelace, eds. 2010. Iannis Xenakis: Composer, Architect, Visionary. New York: Drawing Center.

    May, T. 2005. Gilles Deleuze: An Introduction. Cambridge: Cambridge University Press.

    Murphy, T. S. 1998. “Boulez/Deleuze: A Relay of Music and Philosophy.” Angelaki 3(2): 69–70.

    Peters, F. E. 1967. Greek Philosophical Terms: A Historical Lexicon. New York: New York University Press.

    Pottage, A. 1996. “Architectural Authorship: The Normative Ambitions of Le Corbusier’s Modulor.” AA Files 31: 64-70. URL: http://www.jstor.org/stable/29544004

    Rodowick, D. N. 1999. “The Memory of Resistance.” in A Deleuzian Century? Edited by Ian Buchanan, 37-57. Durham NC, London: Duke University Press: https://www.dukeupress.edu/a-deleuzian-century

    Smith, D. W.  2003. “Mathematics and the Theory of Multiplicities: Badiou and Deleuze Revisited.” Southern Journal of Philosophy 41(3):411–449.

    Smith, D. W.  2006. “Axiomatics and Problematics as Two Modes of Formalisation: Deleuze’s Epistemology of Mathematics.” In Virtual Mathematics: The Logic of Difference. Edited by Simon B. Duffy, 145–168. Manchester: Clinamen: https://books.google.gr/books/about/Virtual_Mathematics.html?id=6RcQAQAAIAAJ&redir_esc=y

    Smith, D. W.  2012. “Alain Badiou: Mathematics & Theory of Multiplicities.” In Essays on Deleuze, 287–311. Edinburgh: Edinburgh University Press. URL: https://www.jstor.org/stable/10.3366/j.ctt3fgqq7

    Solomos, M. 1996. Iannis Xenakis. Echos du XXe siècle. France: P.O. Éditions.

    Souster, T. 1968. “Xenakis’s ‘Nuits.’” Tempo 85: 5–18.

    Varga, B. A. 1996. Conversations with Iannis Xenakis. London: Faber and Faber.

    Williams, J. 2013. Gilles Deleuze’s Difference and Repetition: A Critical Introduction and Guide. 2nd ed. Edinburgh: Edinburgh University Press. URL: https://www.jstor.org/stable/10.3366/j.ctt1g09x57

    Xenakis, I. 1955. “La crise de la musique sérielle.” Gravesanner Blätter 1: 2–4.

    Xenakis, I. 1963. Musiques formelles: Nouveaux principes formels de composition musicale. Paris: Richard-Masse.

    Xenakis, I. 1976. Musique. Architecture. 2nd ed. Tournai: Casterman.

    Xenakis, I. 1992. Formalized Music: Thought and Mathematics in Composition. Edited by Sharon Kanach. Rev. ed. Hillsdale, NY: Pendragon Press: https://books.google.gr/books/about/Formalized_Music.html?id=y6lL3I0vmMwC&redir_esc=y

  • Podcast: Διαλέξεις για τους υπολογιστές – Richard P. Feynman

    Podcast: Διαλέξεις για τους υπολογιστές – Richard P. Feynman

    Ακούστε εδώ την εισαγωγή του βιβλίου ” Διαλέξεις για τους υπολογιστές” του Richard P. Feynman, των εκδόσεων Leader Books.

    Αγαπητές φίλες και φίλοι

    Σε αυτό το podcast το InScience παρουσιάζει το βιβλίο του μεγάλου Αμερικανού φυσικού Ρίτσαρντ Φάυνμαν, ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ, που εκδόθηκε το 2006 από τις εκδόσεις Leader Books.

    Την μετάφραση του βιβλίου είχε κάνει ο Βασίλης Λεμπέσης.

    Την επιστημονική επιμέλεια της μετάφρασης είχαν υπό την ευθύνη τους οι Δημοσθένης Έλληνας και Γιάννης Τσοχαντζής.

    Την φιλολογική επιμέλεια της μετάφρασης είχε κάνει η Έλλη Κορρού-Λεμπέση.

    Την επιμέλεια του podcast είχε η Ομάδα Αφήγησης Παραμυθανθός

    Αφηγητές: Δημήτρης Μάλλης και Καλλιρρόη Μουλά

    Την μουσική συνέθεσε αποκλειστικά για το podcast o Θωμάς Ζήσης

    H συντακτική επιτροπή του InScience αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει θερμά τις εκδόσεις Leader Books και ιδιαίτερα τον κ. Σωτήρη Καρέγλη για την ευγενική παραχώρηση της άδειας για την αναπαραγωγή του υλικού.

  • Ένας Έλληνας στο Διαστημικό Τηλεσκόπιο James Webb. Συνέντευξη με τον Πολυχρόνη Πατάπη.

    Ένας Έλληνας στο Διαστημικό Τηλεσκόπιο James Webb. Συνέντευξη με τον Πολυχρόνη Πατάπη.

    Το InScience παρουσιάζει μια συνέντευξη με τον Πολυχρόνη Πατάπη.

  • OI ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΙ

    OI ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΙ

    Ο βίος και τα επιτεύγματα σπουδαίων μαθηματικών, από τον Ζήνωνα έως τον Poincaré (ενιαίος τόμος)

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

    ERIC TEMPLE BELL

    Μετάφραση: Μανώλης Μαγειρόπουλος Νικηφόρος ΣταματάκηςΤί είδους άνθρωποι ήταν αυτοί που δημιούργησαν τα μαθηματικά, από τους αρχαίους Έλληνες έως τον Poincaré; Mε έμφαση στην προσωπικότητα των μεγάλων αυτών μαθηματικών, με γλαφυρότατες αναφορές στο πνεύμα της κάθε εποχής και στο κοινωνικό, πολιτικό, φιλοσοφικό ή θρησκευτικό πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν οι μεγάλες μαθηματικές ιδέες, άλλοτε με την ενθάρρυνση, συχνότερα όμως με την εχθρότητα ή η στενοκεφαλιά αυτού του κοινωνικού περιγύρου, στο βιβλίο παρουσιάζονται, εν είδει μυθιστορηματικής βιογραφίας, με πολύ χιούμορ, σαρκασμό συχνά, αλλά με το σπινθηροβόλο πάντα πνεύμα του συγγραφέα, τα επιτεύγματα της μαθηματικής επιστήμης. Oι μεγάλοι μαθηματικοί έχουν παίξει έναν ρόλο στην εξέλιξη της επιστήμης συγκρίσιμο με εκείνον που έπαιξαν οι φιλόσοφοι και οι φυσικοί επιστήμονες. Ωστόσο, οι βασικές ιδέες με τις οποίες έχουν υφανθεί τα μαθηματικά είναι απλές, όμορφες, και μέσα στα πλαίσια κατανόησης κάθε ανθρώπου που διαθέτει μια μέση νοημοσύνη. Mέσα από αυτό το ευχάριστο και πνευματώδες βιβλίο, ο αναγνώστης θα αποκτήσει μια γνώση πολύτιμη, αλλά και μια εμπειρία μοναδική για τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται οι επιστήμες, με γνώμονα τη ζωή των δημιουργών τους.ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

    Ο Eric Temple Bell γεννήθηκε το 1883 στην Aberdeen της Σκωτίας και έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Αγγλία. Μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1902 και αργότερα ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο του Stanford, απ’ όπου αποφοίτησε το 1904. Το 1908 ήταν βοηθός καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Washington, όπου και πήρε το Master of Arts το 1909. Κατόπιν, το 1911, ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο της Columbia από το οποίο πήρε διδακτορικό δίπλωμα το 1912. Επέστρεψε στην Washington ως λέκτορας των Μαθηματικών και έγινε καθηγητής εκεί το 1921. Μεταξύ του 1924 και του 1928 δίδαξε στους θερινούς κύκλους μαθημάτων του Πανεπιστημίου του Σικάγου, και στο πρώτο εξάμηνο του 1926 στο Harvard. Το 1927 εξελέγη καθηγητής των Μαθηματικών στο Caltech. Διετέλεσε Πρόεδρος της Mathematical Association of America και Αντιπρόεδρος της Αμερικανικής Μαθηματικής Εταιρείας, καθώς και της American Association for the Advancement of Science. Διετέλεσε επίσης μέλος της εκδοτικής επιτροπής του Transactions of the A.M.S., του American Journal of Mathematics και του Journal of the Philosophy of Science. Υπήρξε μέλος πολλών μαθηματικών εταιρειών ανά τον κόσμο, καθώς και της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ. Για το ερευνητικό του έργο τιμήθηκε με το βραβείο Bôcher της Αμερικανικής Μαθηματικής Εταιρείας. Συνέγραψε συνολικά 12 βιβλία, μεταξύ των οποίων τα Purple Supphire (1924), Algebraic Arithmetic (1927), Debunking Science και Queen of the Sciences (1931), Numerology (1933) και το The Search for Truth (1934). Απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 1960, λίγο πριν την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου The last Problem.

  • Nευροτεχνολογία: Η άλλη όψη του νομίσματος

    Nευροτεχνολογία: Η άλλη όψη του νομίσματος

    πηγή εικόνας: https://www.maxpixel.net/Internet-Network-Brain-Networking-Web-6225155Η νευροτεχνολογία είναι η τεχνολογία που διασυνδέεται απευθείας με το νευρικό σύστημα για την παρακολούθηση ή τη ρύθμιση της νευρικής δραστηριότητας. Μπορεί να αλλάξει συθέμελα τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί και αλληλεπιδρά με τον κόσμο γύρω του. Μπορεί να βελτιώσει δραστικά τη ζωή του. Παράλληλα όμως, εγείρει προβληματισμούς δεοντολογίας, ηθικής και κοινωνικοοικονομικής φύσης, ιδίως για τους μη προνομιούχους και τους περιθωριοποιημένους. Πώς μπορούν οι αναδυόμενες νευροτεχνολογίες να επηρεάσουν αρνητικά την κοινωνία και τα άτομα από τις μη προνομιούχες και περιθωριοποιημένες ομάδες; Ο στόχος αυτού του άρθρου είναι να ενημερώσει το κοινό σχετικά με τους κινδύνους της νευροτεχνολογίας για την κοινωνία και τα πιο ευάλωτα μέλη της, εάν αυτή υιοθετηθεί εκτός κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου.ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Φανταστείτε έναν κόσμο όπου οι εταιρείες γνωρίζουν ακριβώς τι θα αγοράσετε, επειδή διαβάζουν απευθείας τον εγκέφαλό σας. Συλλέγουν τα δεδομένα του εγκεφάλου σας και τα αποθηκεύουν στις τράπεζες δεδομένων τους. Φανταστείτε ένα μέλλον όπου η αστυνομία διαβάζει συνεχώς τους εγκεφάλους των ανθρώπων και βαθμολογεί τις κοινότητες με βάση τα εγκεφαλικά δεδομένα στο όνομα της πρόληψης κινδύνου. Μπορεί ακόμη και να ρυθμίσει την εγκεφαλική δραστηριότητα ενός πιθανού εγκληματία για να καθυστερήσει ή να μειώσει την πιθανότητα ενός εγκλήματος. Φανταστείτε ότι δεν μπορείτε να ξεφύγετε από αυτόν τον κόσμο επειδή δεν μπορείτε να αποσυνδέσετε τη διεπαφή εγκεφάλου-υπολογιστή (brain-computer interface) χωρίς να έχετε αρνητικές επιπτώσεις στον εργασιακό σας χώρο και την κοινωνική σας ζωή. Στο βιογραφικό σας σημείωμα αναφέρετε ότι είστε ενισχυμένος με νευροτεχνολογία (neurotechnology-enchanced). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σας προσέλαβαν. Άλλωστε, κάνατε μεγάλες περικοπές στις ανάγκες σας, ακόμα και στον τομέα της υγείας, για να αποκτήσετε τη συγκεκριμένη αναβάθμιση. Επίσης, η συνάντηση του Σαββατοκύριακου με τους φίλους σας είναι μια εικονική συνάντηση με δραστηριότητες που απαιτούν τη διεπαφή εγκεφάλου-υπολογιστή.

    Ένα τέτοιο μέλλον δεν είναι σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας αλλά γίνεται πραγματικότητα.

    Τα τελευταία χρόνια, η ανθρωπότητα έχει αρχίσει να ρίχνει φως στο πλέον δυσπρόσιτο και αινιγματικό μέρος του ανθρώπινου σώματος: τον εγκέφαλο. Στον πυρήνα αυτής της συνεχιζόμενης επιστημονικής επανάστασης, βρίσκεται και η νευροτεχνολογία, καθώς είναι αυτή που επιτρέπει την απευθείας σύνδεση με το νευρικό σύστημα για την παρακολούθηση και τη ρύθμιση της νευρικής δραστηριότητας. Η νευροτεχνολογία μας βοηθά να κατανοήσουμε την εγκεφαλική λειτουργία όλων των ειδών και αναμένεται να μας βοηθήσει να βελτιώσουμε τις αισθητηριακές και γνωστικές μας λειτουργίες με τρόπους που δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε στο παρελθόν. Οδηγεί σε εφαρμογές που αλλάζουν τις εκφάνσεις της ζωή μας, από την εργασία και την εκπαίδευση μέχρι την επικοινωνία και την ψυχαγωγία. Στον τομέα της υγείας αναμένονται θαύματα. Πολλές εταιρείες ήδη (όπως η Neurable, η Neuralink, η MindX και η Emotiv) επενδύουν στη νευροτεχνολογία με σημαντικές προόδους σε σχετικές εφαρμογές όπως η νευροπροσθετική (neuroprosthetics), η νευρο-πληκτρολόγηση, οι διεπαφές εγκεφάλου-υπολογιστή υψηλού ρυθμού δεδομένων (high data rate brain-computer interfaces) και το νευρο-παιχνίδι (neurogaming) (Hackl, 2020).

    Ασφαλώς, η ανάλυση του τεράστιου όγκου των πολύπλοκων εγκεφαλικών δεδομένων που η νευροτεχνολογία επεξεργάζεται δεν θα μπορούσε να γίνει μόνο με τα παραδοσιακά υπολογιστικά μέσα. Η μηχανική μάθηση είναι η επιστήμη που αναπτύσσεται παράλληλα και υποστηρίζει αυτήν την επεξεργασία. Η μηχανική μάθηση επιτρέπει στη μηχανή να μαθαίνει και να αυτο-εξελίσσεται (self-evolving) με τη χρήση δεδομένων προς τη βέλτιστη εξυπηρέτηση στόχων. Επιτρέπει τη δημιουργία αυτόνομων συστημάτων και διαδικασιών [1]. Η αυτονόμηση διαφοροποιείται ποιοτικά από την αυτοματοποίηση στο ότι υλοποιεί/εμπεριέχει ένα επιπλέον επίπεδο κίνησης, εκείνο της αυτo-εξέλιξης (Panagopoulos, 2020). Ο ακριβής τρόπος που τα αυτόνομα συστήματα λύνουν τα προβλήματα είναι συνήθως αδύνατον να κατανοηθεί από τους ίδιους τους δημιουργούς τους [2].

    Με τη νευροτεχνολογία επέρχεται η σύζευξη του ανθρώπου με μια ολοένα και πιο αυτόνομη μηχανή. Αυτή η αναδυόμενη σχέση, όπου τα δύο μέρη αναπτύσσονται σε άμεση αλληλεπίδραση, εντείνει τα υφιστάμενα και γεννά νέα ηθικά, φιλοσοφικά και κοινωνικοοικονομικά ζητήματα.

    ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ

    Οι εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας στη διαφήμιση, στην εφαρμοσμένη ψυχολογία και στον κλάδο των μεγαδεδομένων (big-data science) έχουν κάνει ιδιαίτερα αποτελεσματική την προπαγάνδα καθώς και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Πολύ πρόσφατα, το σκάνδαλο της Cambridge Analytica ανέδειξε, πως τα δεδομένα των χρηστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για στοχευμένες πολιτικές διαφημίσεις (Berghel, 2018). Πολλές έρευνες έχουν καταδείξει την αποτελεσματικότητα τέτοιων πρακτικών (Robertson, 2018). Η διαφήμιση σήμερα χρησιμοποιεί μεγάλο όγκο δεδομένων, ακριβή εργαλεία μέτρησης και τη μηχανική μάθηση για να πετύχει το βέλτιστο αποτέλεσμα. Ακόμα και η ανεπαίσθητη κίνηση των ματιών του χρήστη, χρησιμοποιείται από τους αλγόριθμους μηχανικής μάθησης, οι οποίοι μπορούν να μαθαίνουν να κεντρίζουν το ενδιαφέρον του (Higgins, Leinenger, & Rayner, 2014). Οι άνθρωποι κατηγοριοποιούνται με βάση το ίχνος που αφήνουν στον κυβερνοχώρο. Στο Facebook, στο WeChat, στο YouTube, στο TikTok, στο LinkedIn και σε άλλα κοινωνικά μέσα, καθώς και σε μηχανές αναζήτησης όπως στη Google, στη Yahoo και στη Baidu οι χρήστες αφήνουν χρήσιμα δεδομένα. Οι πλέον επιτυχημένες διαφημίσεις για τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηστών επιλέγονται και προβάλλονται (Zuboff, 2019). Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και πολλά άλλα προϊόντα που αποσκοπούν στο να κρατήσουν δεσμευμένη την προσοχή του χρήστη, χρησιμοποιούν μια σειρά από τεχνικές εφαρμοσμένης ψυχολογίας για το σκοπό αυτό, διαμορφώνοντας τη συμπεριφορά του χρήστη χωρίς αυτό να γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον ίδιο (Lindström, 2021). Ο κυβερνοχώρος προσομοιάζει όλο και περισσότερο ένα ψηφιακό «Skinner box» όπου τη θέση των ποντικιών έχουν πάρει οι χρήστες και τη θέση του τυριού έχει πάρει η επόμενη ενδιαφέρουσα ανάρτηση, το επόμενο ενδιαφέρον βίντεο ή κάποια αντίδραση (reaction) (Robertson, 2018). Ο εθισμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει ανακύψει ως σημαντικό ζήτημα (Ryan, 2014).Το «Skinner box» συνήθως είναι ένας μικρός θάλαμος, που χρησιμοποιείται για τη διεξαγωγή πειραμάτων συντελεστικής εξαρτημένης μάθησης σε ζώα. Μέσα στον θάλαμο, υπάρχει ένας μοχλός (για αρουραίους) ή ένα κλειδί (για περιστέρια) που μπορεί να χειριστεί το ζώο και να αποκτήσει τροφή ή νερό. Η τροφή ή το νερό δρουν ως επιθυμητό ερέθισμα που οδηγεί στην επανάληψή της συμπεριφοράς και στην μάθηση.Η νευροτεχνολογία μπορεί να ενισχύσει τη διαφήμιση και την εφαρμοσμένη ψυχολογία και επομένως, την προπαγάνδα και τη χειραγώγηση. Η χρήση των δεδομένων εγκεφαλικής δραστηριότητας θα επιτρέψει στους αλγόριθμους της μηχανικής μάθησης να ανακαλύψουν το βέλτιστο τρόπο ώστε να επηρεάζουν το κοινό (Skriabin et al., 2021). Για παράδειγμα,  θα μπορούν να ανιχνεύσουν ποιες εικόνες και ήχοι πυροδοτούν συγκεκριμένα συναισθήματα ή αναμνήσεις. Το ίχνος που οι χρήστες νευροτεχνολογίας θα αφήνουν στον κυβερνοχώρο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη βέλτιστη κατηγοριοποίησή τους και την επιλογή των πλέον στοχευμένων μηνυμάτων. Πολλές εταιρείες, ήδη, προσφέρουν υπηρεσίες «neuromarketing», με χρήση εφαρμογών νευροτεχνολογίας [3]. Άνθρωποι, που δεν είναι ενημερωμένοι και δεν έχουν αναπτύξει άμυνες, μπορεί να γίνουν, χωρίς να το συνειδητοποιούν, θύματα και θύτες σε ένα παιχνίδι εξουσίας και εκμετάλλευσης.

    Τα τελευταία χρόνια, οι εξελίξεις στην μηχανική μάθηση και στον κλάδο των μεγαδεδομένων έχουν φέρει αλλαγές στο χώρο της διακυβέρνησης και της αστυνόμευσης και έχουν γεννήσει ηθικά και κοινωνικοοικονομικά ζητήματα. Πρόσφατα, η σύμπραξη γνωστής εταιρίας έξυπνων κουδουνιών με αστυνομικά τμήματα στις ΗΠΑ, για τη χρήση των συσκευών και την επίβλεψη του χώρου, έχει γεννήσει ζητήματα υπέρμετρης επιτήρησης και παραβίασης των προσωπικών δεδομένων (Harwell, 2019). Το ίδιο ισχύει για την τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου και τη χρήση της από τις αστυνομικές αρχές (Conger, Fausset & Kovaleski, 2019). Μόλις πριν ένα χρόνο, η μηχανική μάθηση κατάφερε να αναγνωρίσει τις πολιτικές πεποιθήσεις ανθρώπων, από απλές καθημερινές φωτογραφίες τους, με μεγάλη ακρίβεια (Kosinski, 2021). Στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, το σύστημα κοινωνικών πόντων (social credit system), επεκτείνει το σύστημα πόντων πιστοληπτικής ικανότητας (credit score system), ώστε οι εταιρίες, οι κρατικοί φορείς και οι πολίτες να επιτηρούνται και να αξιολογούνται σε σχέση με την αξιοπιστία τους. Πέρα από τα οφέλη, το σύστημα αυτό έχει γεννήσει ανησυχίες (Donnelly, 2022). Οι αποκαλύψεις του πρώην συνεργάτη της εθνικής υπηρεσίας ασφαλείας των ΗΠΑ Έντουαρντ Τζόζεφ Σνόουντεν, σχετικά με μια σειρά από μυστικές συμφωνίες και προγράμματα χωρών όπως οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, ο Καναδάς και η Νέα Ζηλανδία, για τη μαζική παρακολούθηση πολιτών, έχουν προκαλέσει αντιδράσεις (Pfluke, 2019).

    Με τη βοήθεια της νευροτεχνολογίας, οι παραπάνω λειτουργίες μπορούν δυνητικά να λάβουν τη μορφή νευρο-επιτήρησης και συμμόρφωσης, ή και νευρο-συμμόρφωσης σε ένα δυστοπικό σενάριο, στο πλαίσιο μιας αυτόνομης ή ημιαυτόνομης κυβερνοκρατικής (cyberstate) οντότητας. Σε περιοχές με έντονα συστημικά προβλήματα, οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές. Όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατώνται, οι πολίτες μπορεί να παίζουν το ρόλο του πειραματόζωου.

    Η επενέργεια στην εγκεφαλική δραστηριότητα μέσω συσκευών νευροτεχνολογίας εγείρει ζητήματα ταυτότητας και αυτενέργειας του ατόμου. Το ζήτημα της ταυτότητας του ατόμου τίθεται σε νέα βάση, πυροδοτώντας θερμό διάλογο. (Η προβληματική είναι γνωστή στην Αγγλική βιβλιογραφία ως «identity and neuroethics» (Roskies, 2016)). Η εγκεφαλική λειτουργία είναι θεμελιωδώς συνδεδεμένη με την έννοια της ταυτότητας του ατόμου. Σε πλείστες χώρες, ο εγκεφαλικός θάνατος χρησιμοποιείται ως δείκτης νομικού θανάτου (Chandler, Harrel & Potkonjak, 2019).

    Οι συσκευές νευροτεχνολογίας που ρυθμίζουν την εγκεφαλική δραστηριότητα, έχουν δώσει ενδείξεις πως προκαλούν παρελκόμενες μεταβολές στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Για παράδειγμα, τα εμφυτεύματα βαθιάς εγκεφαλικής διέγερσης τα οποία χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση καταστάσεων υγείας, όπως η νόσος του Πάρκινσον, έχουν κατηγορηθεί πως προκαλούν αύξηση της παρορμητικότητας (Pham et al., 2015). Τέτοιες παρατηρήσεις, με τη σειρά τους, έχουν εγείρει ανησυχίες σχετικά με τη νομική ευθύνη στην ατυχή περίπτωση παράνομων πράξεων. Οι ομάδες και οι κοινότητες που υφίστανται ήδη διακρίσεις θα δυσκολευτούν πιθανόν να αποδείξουν τη νευροτεχνολογία ως παράγοντα που μπορεί να έχει συμβάλλει σε τέτοια εγκλήματα. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει και την περίπτωση χακαρίσματος συσκευών νευροτεχνολογίας στο μέλλον. Οι ασθενέστεροι οικονομικά και οι μη επιδοτούμενοι ενδέχεται να μην έχουν πρόσβαση στις τελευταίες και πλέον θωρακισμένες τεχνολογίες.

    Γενικότερα, η μη ισότιμη πρόσβαση στα προϊόντα και στις εξελίξεις της νευροτεχνολογίας θα διευρύνει το χάσμα πλούσιων και φτωχών σε παγκόσμιο και σε τοπικό επίπεδο. Η παύση κάποιας εφαρμογής νευροτεχνολογίας, λόγω βλάβης, κλοπής ή ακόμα και λήξης της συνδρομής, θα εκλαμβάνεται ως απώλεια μέρους της λειτουργίας του σώματος, με πολυδιάστατες επιπτώσεις για το άτομο. Πρόσφατα, γνωστή εταιρία νευροτεχνολογίας σταμάτησε να κατασκευάζει και να υποστηρίζει προϊόντα βιονικής όρασης τα οποία είχαν βελτιώσει τη ζωή σε πολλούς ανθρώπους. Άνθρωποι που βρέθηκαν ξανά στο σκοτάδι προσπάθησαν να επισκευάσουν μόνοι τους τις συσκευές με μεταχειρισμένα κομμάτια που προμηθεύτηκαν από το διαδίκτυο (Strickland, 2022). Η βέλτιστη χρήση των απαιτητικότερων εφαρμογών της νευροτεχνολογίας μπορεί να επιτυγχάνεται με τη συνεργασία εύπλαστων εγκεφάλων. Ενήλικες που δεν είχαν την τύχη να έχουν πρόσβαση σε αυτές τις εφαρμογές στην νεαρή τους ηλικία είναι πιθανόν να μην μπορούν να αποδώσουν τα βέλτιστα.

    Οι εφαρμογές της νευροτεχνολογίας θα υιοθετούνται με ενθουσιασμό και άμεσα από αυτούς που μπορούν να τις αγοράσουν και να βελτιώνουν τις δυνατότητές τους [4]. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε άκριτη αποδοχή και υιοθέτηση. Σε αντιδιαστολή με τα περισσότερα ανταγωνιστικά αθλήματα, όπου οι κανονισμοί απαγορεύουν τη χρήση βελτιωτικών απόδοσης, δεν γίνεται το ίδιο για τον άνθρωπο γενικότερα που κινείται στον εργασιακό και κοινωνικό χώρο. Η καλύτερη του έκδοση, με τη βοήθεια της νευροτεχνολογίας, θα είναι και η πλέον ανταγωνιστική (Cinel, Valeriani & Poli, 2019). Τα λεγόμενα φάρμακα βελτίωσης της γνωστικής λειτουργίας (cognition-enhancing drugs) έχουν ήδη κατακτήσει τις πλέον ανταγωνιστικές εργασιακές θέσεις.

    Αξίζει εδώ να αναφερθεί πως από την εξερεύνηση του διαστήματος μέχρι την ιατρική έρευνα, η ανθρωπότητα χρωστάει πολλά στους τετράποδους φίλους της. Λόγω της πολυπλοκότητας του εγκεφάλου τους η έρευνα στη νευροτεχνολογία πολλές φορές απαιτεί τη χρήση πρωτευόντων θηλαστικών (εκτός του ανθρώπου) ως πειραματόζωα. Τα ηθικά όρια αυτής της έρευνας διχάζουν την κοινή γνώμη και την επιστημονική κοινότητα [5].ΤΟ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΗΜΕΡΑ

    Η νευροτεχνολογία θα επηρεάσει την κοινωνία παγκόσμια και ριζικά, ωστόσο δεν υπάρχει σχεδόν κανένα ρυθμιστικό πλαίσιο (Cocito & Hert, 2021). Το Άρθρο 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ορίζει ότι “κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία να αλλάζει τη θρησκεία του και τις πεποιθήσεις του και την ελευθερία να εκδηλώνει τη θρησκεία ή την πεποίθησή του, ατομικά ή από κοινού με άλλους, δημόσια ή ιδιωτικά μέσω της λατρείας, πράξεων ιεροτελεστίας, πρακτικής και διδασκαλίας” (UN General Assembly 1948). Ωστόσο, αυτή η διακήρυξη δεν αναφέρεται στην νευροτεχνολογία. Σε επίπεδο κρατών, η Χιλή αποτελεί εξαίρεση, καθώς έγινε πρόσφατα η πρώτη και μοναδική χώρα στο κόσμο που ψήφισε νομοθεσία για τη ρύθμιση της χρήσης της νευροτεχνολογίας (Strickland & Gallucci, 2022). Το νομικό πλαίσιο για τη χρήση πρωτευόντων θηλαστικών και γενικότερα των ζώων ως πειραματόζωα στην έρευνα της νευροτεχνολογίας είναι ελλιπές σε διεθνές επίπεδο (Johnson et al., 2020)

    Όσο η νευροτεχνολογία θα αναπτύσσεται οι εφαρμογές της θα απαιτούν έναν όλο και μεγαλύτερο όγκο δεδομένων, περισσότερη υπολογιστική ισχύ και πόρους, και πιθανότατα μεγαλύτερο αριθμό χρηστών. Ο τομέας ενδέχεται να υποπέσει στην οικονομική παγίδα που αφορά συνήθως τον τεχνολογικό τομέα: ο νικητής τα παίρνει όλα. Έτσι μπορεί να μετασχηματιστεί σε “τεχνο-φυσικο” ολιγοπώλιο ή μονοπώλιο. Οι εταιρίες νευροτεχνολογίας δεν μπορούν να αφεθούν να ορίσουν ανεξέλεγκτα το πλαίσιο υιοθέτησης της τεχνολογίας αυτής.

    ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Βρισκόμαστε στη μέση ενός συνεχιζόμενου θεμελιώδους τεχνολογικού μετασχηματισμού με την ανάδυση μιας αυτόνομης οντότητας που βασίζεται πάνω σε έναν όλο και πιο ουσιωδώς συνδεδεμένο (integrated) και αυτοματοποιημένο κόσμο. Το θέμα αναλύετε διεξοδικά στην βιντεοσκοπημένη παρουσίαση: Η άνοδος της ευφυούς παραγωγής (RIPCON) (Panagopoulos, 2020). Ιδιαίτερα μετά την πρώτη βιομηχανική επανάσταση η τεχνολογική πρόοδος βαίνει επιταχυνόμενη. Οι πανδημίες, οι καταστροφές και τα έντονα φυσικά γεγονότα συνήθως λειτουργούν ως επιταχυντές της κοινωνικής αλλαγής (βλ. το τέλος της εποχής των παγετώνων και τη νεολιθική επανάσταση, την κρίση του δέκατου τέταρτου αιώνα και την πτώση της φεουδαρχίας). Η τρέχουσα πανδημία έχει ήδη λειτουργήσει ως επιταχυντική δύναμη του τεχνολογικού μετασχηματισμού (McKinsey and Company, 2020). Η ευρεία υιοθέτηση της νευροτεχνολογίας είναι μάλλον πιο κοντά από ό,τι μπορεί να νομίζει κανείς.

    Λέγεται ότι μετά την πρώτη βιομηχανική επανάσταση, ο άνθρωπος έγινε κομμάτι της μηχανής (Marx, K.,1977). Η μηχανή σήμερα γίνεται μια όλο και περισσότερο αυτόνομη οντότητα (βλ. μηχανική μάθηση, αυτόνομη παραγωγή, αυτόνομα όπλα [6] ). Με τη βοήθεια της νευροτεχνολογίας επιτυγχάνεται η σύζευξη του ανθρώπου με μια αυτόνομη μηχανή. Αυτή η κορύφωση στη σχέση ανθρώπου-μηχανής εγείρει σημαντικά ζητήματα και ερωτήματα σχετικά με τις προοπτικές της ανθρωπότητας στον εικοστό πρώτο αιώνα.

    Ευχαριστούμε θερμά την Πηνελόπη Κουλούρη για τις επισημάνσεις και τα σχόλια.[1] Μια σειρά από εφαρμογές, που έχουν κατακτήσει τη ζωή μας τα τελευταία χρόνια, βασίζονται στην εφαρμογή της μηχανικής μάθησης όπως είναι η αυτόνομη οδήγηση, η αναγνώριση προσώπων, τα έξυπνα συστήματα συστάσεων (intelligent recommendation systems) και τα «deepfake» βίντεο.

    [2] Ο ερευνητικός κλάδος της εξηγήσιμης τεχνητής νοημοσύνης (explainable artificial intelligence) στοχεύει στην ανάπτυξη μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης που ο άνθρωπος μπορεί να προσπελάσει την λογική πίσω από τις αποφάσεις του μοντέλου (Gunning, et al., 2019). Προς το παρόν, αυτό φαίνεται να είναι δύσκολο διατηρώντας την υπολογιστική δυνατότητα των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.

    [3] Η εταιρία-κολοσσός της έρευνας αγοράς Nielsen έχει δημιουργήσει τμήμα νευροεπιστήμης καταναλωτών ήδη από το 2015.

    [4] To φιλοσοφικό ρεύμα του τρανσουμανισμού «transhumanism» (γνωστό και ως διανθρωπισμός) (Bostrom, 2005) υποστηρίζει την εποικοδομητική συνένωση του ανθρώπου με την μηχανή. Στο πλαίσιο αυτού του ρεύματος έχει επίσης υποστηριχτεί ότι αυτή η συνένωση θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποφυγή της κυριαρχίας της μηχανής πάνω στον άνθρωπο, σε ένα υποθετικό σενάριο όπου η μηχανή βελτιώνει τον εαυτό της ανεξέλεγκτα (τεχνολογική ιδιομορφία ή μοναδικότητα «technological singularity») (Good, 1966).

    [5] Πρόσφατα, το πανεπιστήμιο του UC Davis και η εταιρία Nuralink κατηγορήθηκαν για αδικαιολόγητο και αλόγιστο βασανισμό μαϊμούδων που οδήγησε στο θάνατό τους κατά τη διάρκεια πειραμάτων για την ανάπτυξη συσκευών διεπαφής εγκεφάλου-υπολογιστή (Hamilton, 2022).

    [6]Ακαδημαϊκοί στο χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, προσωπικότητες και οργανισμοί, όπως η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, διεκδικούν τη θέσπισης διεθνούς δεσμευτικού πλαισίου που ρυθμίζει την εφαρμογή και χρήση της τεχνολογίας των αυτόνομων όπλων. Ο αναγνώστης μπορεί να ενημερωθεί για το θέμα αυτό στην προσωπική ιστοσελίδα του καθηγητή τεχνητής νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια, Stuart Russell καθώς και στην ιστοσελίδα \autonomousweapons.org.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Berghel, H. 2018.  Malice domestic: The Cambridge analytica dystopia. Computer, 51(5), p.84. http://dx.doi.org/10.1109/MC.2018.2381135.

    Bostrom, N., 2005. A history of transhumanist thought. Journal of evolution and technology 14, no. 1. https://doi.org/10.1093/notesj/gjv080.

    Chandler, J. A., Harr, Ν., and Potkonjak, T., 2019. Neurolaw today—A systematic review of the recent law and neuroscience literature. International Journal of Law and Psychiatry, 15, 101341. https://doi.org/10.1016/j.ijlp.2018.04.002

    Cinel, C., Valeriani, D., and Poli, R., 2019. Neurotechnologies for human cognitive augmentation: current state of the art and future prospects. Frontiers in human neuroscience, 13, p.1. https://doi.org/10.3389/fnhum.2019.00013

    Cocito, C., and De Hert, P., 2021. United Nations: AI can pose risks to human rights and privacy. Privacy Laws & Business: International Reports, 174, p.13. http://www.privacylaws.com/int174unai.

    Conger, K., Fausset, R., and Kovaleski, S. F., 2019. San Francisco Bans Facial Recognition Technology. https://www.google.com/amp/s/www.nytimes.com/2019/05/14/us/facial-recognition-ban-san-francisco.amp.html.

    Donnelly, D., 2022. https://nhglobalpartners.com/china-social-credit-system-explained/.

    Good, I. J., 1966. Speculations concerning the first ultraintelligent machine. Advances in computers, 6, p. 31. https://doi.org/10.1016/S0065-2458(08)60418-0.

    Gunning, D., Stefik, M., Choi, J., TMiller, T., Stumpf, S., and Yang, G.-Z., 2019. XAI—Explainable artificial intelligence. Science Robotics, 4, no. 37. DOI: 10.1126/scirobotics.aay7120.

    Hackl, C., 2020. Meet 10 Companies Working On Reading Your Thoughts (And Even Those Of Your Pets). https://www.forbes.com/sites/cathyhackl/2020/06/21/meet-10-companies-working-on-reading-your-thoughts-and-even-those-of-your-pets/?sh=51.

    Hamilton, I., A., 2022. Animal-rights group says monkeys used in experiments for Elon Musk’s Neuralink were subjected to ‘extreme suffering. https://www.businessinsider.com/elon-musk-neuralink-experiments-monkeys-extreme-suffering-animal-rights-group-2022-2.

    Harwell, D., 2019. Doorbell-camera firm Ring has partnered with 400 police forces, extending surveillance concerns. https://www.washingtonpost.com/technology/2019/08/28/doorbell-camera-firm-ring-has-partnered-with-police-forces-extending-surveillance-reach/.

    Higgins, E., Leinenger, M., and Rayner, K., 2014. Eye movements when viewing advertisements. Frontiers in psychology, 5, p. 210. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2014.00210

    Johnson, L., Syd, M., Fenton, A., Shriver, A., 2020. Neuroethics and Nonhuman Animals. Springer International Publishing. https://library.oapen.org/handle/20.500.12657/47110.

    Kosinski, M., 2021. Facial recognition technology can expose political orientation from naturalistic facial images. Scientific Reports, 11, no. 1,  p. 1. https://www.nature.com/articles/s41598-020-79310-1.

    Lindström, B., 2021. Social media as a modern-day Skinner Box? https://go.nature.com/3suSMpg 

    Marx, Karl. 1977. Capital: A Critique of Political Economy, Volume One. New York: Vintage Books.

    McKinsey & Company, 2020. How COVID-19 has pushed companies over the technology tipping point—and transformed business forever. https://www.mckinsey.com/business-functions/strategy-and-corporate-finance/our-insights/how-covid-19-has-pushed-companies-over-the-technology-tipping-point-and-transformed-business-forever.

    Mitchell, A., S., Hartig, R., A. Basso, M., A., Jarrett, W., Kastner, S., and Poirier, C., 2021. International primate neuroscience research regulation, public engagement and transparency opportunities. Neuroimage, 229, 117700. doi:https://doi.org/10.1016/j.neuroimage.2020.117700.

    Panagopoulos, T., 2020. The Rise of Intelligent Production: COVID-19 as an Accelerator? https://www.youtube.com/watch?v=0uL2VAXA8Wk&t

    Pfluke, C., 2019. A history of the five eyes alliance: possibility for reform and additions. Comparative Strategy 38(4), p. 302. doi:http://dx.doi.org/10.1080/01495933.2019.1633186.

    Pham, U., Solbakk, A.-K., Skogseid, I.-M., Toft, M., Pripp, A., H.,  Konglund, A., E., and Stein Andersson, S., 2015. Personality changes after deep brain stimulation in Parkinson’s disease. Parkinson’s Disease. https://doi.org/10.1155/2015/490507.

    Robertson, R., E., 2018. The 21st Century Skinner Box. https://behavioralscientist.org/21st-century-skinner-box/.

    Roskies, A., 2016. Neuroethics. https://plato.stanford.edu/entries/neuroethics/.

    Ryan, T., Chester, A., John Reece, and Sophia Xenos. 2014. The uses and abuses of Facebook: A review of Facebook addiction. Journal of behavioral addictions 3, no. 3, p. 133. doi:https://dx.doi.org/10.1556%2FJBA.3.2014.016.

    Skriabin, O., M., Sanakoiev, D., B., Sanakoieva, N., D., Berezenko, V., V., and Liubchenko, Y., V., 2021. Neurotechnologies in the advertising industry: Legal and ethical aspects. Innovative Marketing, 17, no. 2, p. 189. http://dx.doi.org/10.21511/im.17(2).2021.17.

    Strickland, E., and M Gallucci. 2022. First Win for the Neurorights Campaign: Chile plans to regulate all neurotech and ban the sale of brain data. IEEE Spectrum, 59 (1), p.26. https://doi.org/10.1109/MSPEC.2022.9676352.

    Strickland, E., 2022. Their Bionic Eyes Are Now Obsolete and Unsupported. https://spectrum.ieee.org/bionic-eye-obsolete.

    UN General Assembly, 1948. Universal declaration of human rights. UN General Assembly 302, no. 2, p.14.

    Zuboff, S., 2019. The Age of Surveillance Capitalism. London, England: Profile Books.
    Ο Αθανάσιος Άρης (Θάνος) Παναγόπουλος είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του InScience.Η Χανάγιο Όγια (email: hanayo.oya@gmail.com) είναι δημοσιογράφος, σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Γουασέντα της Ιαπωνίας. Βασική επιδίωξη της είναι να χρησιμοποιεί τη δύναμη του ρεπορτάζ για να ρίχνει φως στις ιστορίες των πιο ευάλωτων μελών της κοινωνίας μας, ιδίως των θυμάτων πολέμου. Η Όγια έχει κερδίσει πολυάριθμα βραβεία μεταξύ των οποίων και το σημαντικότερο βραβείο ντοκιμαντέρ της Ιαπωνίας. Τα ντοκιμαντέρ της έχουν προβληθεί σε εξέχοντα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ, όπως το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μπουσάν, το μεγαλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ στην Ασία. Εκτός από το ρεπορτάζ, η Όγια έχει πάθος με την διδασκαλία της δημοσιογραφίας. Έχει εκπαιδεύσει πολλούς δημοσιογράφους σε διάφορες χώρες και σε πολυποίκιλα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα.

  • Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις: Μετάθεση (Commutation) και Αντιμετάθεση (Anticommutation)

    Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις:
    Μετάθεση (Commutation) και
    Αντιμετάθεση (Anticommutation)

    Στο άρθρο αυτό δείχνουμε τις συνέπειες της λανθασμένης χρήσης όρων στην επιστήμη μέσα από ένα παράδειγμα χρήσης μαθηματικών εννοιών στη κβαντική φυσική. Εξηγούμε τις έννοιες μετάθεση και αντιμετάθεση, πώς αυτές σχετίζονται με τις δύο βασικές κατηγορίες κβαντικών σωματιδίων, τα μποζόνια και τα φερμιόνια, αλλά και από σημειολογική και γλωσσική άποψη.  

    Το άρθρο αυτό αφορά ένα κυριολεκτικά σημειολογικό, εννοιολογικό και γλωσσικό λάθος, το οποίο γίνεται στα βιβλία μαθηματικών της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας αλλά και (εν μέρει) τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως. Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να εξηγήσω γιατί είναι παραπλανητική και γλωσσικά λανθασμένη η χρήση του όρου «αντιμεταθετική ιδιότητα» στα «ελληνικά» για την ιδιότητα

        \begin{equation*} A \quad \textrm{(πράξη)} \quad B \quad = \quad B \quad \textrm{(πράξη)} \quad A, \end{equation*}

    ενώ, το σωστό είναι μεταθετική ιδιότητα. Παρακάτω, για απλότητα παραλείπουμε το «(πράξη)», δηλαδή όταν γράφουμε AB  θα εννοούμε A(πράξη) B . Η πράξη μπορεί να είναι στις απλούστερες περιπτώσεις πρόσθεση ή πολλαπλασιασμός αριθμών ή πινάκων, αλλά μπορεί να είναι και οποιαδήποτε «εξωτική»πράξη. Έγραψα τη λέξη «ελληνικά» εντός εισαγωγικών για να τονίσω πως πρόκειται για ατυχή ελληνικά. Συνοπτικά, χαθήκαμε στη μετάφραση κάποιες γενεές πριν, όταν το επίπεδο γνώσεως της αγγλικής ήταν στην Ελλάδα χαμηλότερο, αλλά επίσης χαμηλότερο ήταν και το επίπεδο της ελληνικής μαθηματικής παιδείας και έρευνας, όπως και της φυσικής παιδείας και έρευνας, ιδιαίτερα στη κβαντική μηχανική και στη γραμμική άλγεβρα. Είναι λυπηρό να συνεχίζεται, από τη δύναμη της αδράνειας, της συνήθειας, ένα τέτοιο λάθος. Εξηγούμαι: Δυστυχώς στην ελληνική κατώτερη, μέση, αλλά και εν μέρει ανώτερη εκπαίδευση, συνεχίζουμε να διδάσκουμε, ατυχώς, τη μεταθετική ιδιότητα ως «αντιμεταθετική». Είναι καιρός να αλλάξει επιτέλους.

    Ας πούμε, λοιπόν, μερικά λόγια για τη μετάθεση (commutation) και την αντιμετάθεση (anticommutation). Οι αναγνώστες-στριες μπορούν να κοιτάξουν, φερειπείν, τις πηγές (Dirac, 1998), (Gilmore, 1974), (Schiff, 1968), (Mandel and Wolf, 1995), (Σιμσερίδης, 2015), (Σιμσερίδης, 2021), (Kryszewski, 2010), (McMillan, 1996), (Σιμσερίδης, 2022).

    Ορίζονται λοιπόν τα εξής αντικείμενα, ο μεταθέτης (commutator):

    \left[A,B\right]{:=}AB-BA,

    και ο αντιμεταθέτης (anticommutator):

    \lbrace A,B\rbrace:=AB+BA.

    Αν ο μεταθέτης μηδενίζεται, δηλαδή \left[A,B\right]=0, τότε AB=BA, δηλαδή τα αντικείμενα A και B μετατίθενται (commute), με άλλα λόγια, το AB  δεν διαφέρει από το BA . Αυτό λέγεται διεθνώς μεταθετική ιδιότητα (commutative property).

    Αν ο αντιμεταθέτης μηδενίζεται, δηλαδή \lbrace A,B \rbrace=0 , τότε AB=-BA, δηλαδή τα αντικείμενα A και B αντιμετατίθενται (anticommute), με άλλα λόγια, το AB  είναι αντίθετο του BA. Αυτό λέγεται διεθνώς αντιμεταθετική ιδιότητα (anticommutative property).

    Η αναπαράσταση με τελεστές (operators) καταστροφής ή καταβιβάσεως (annihilation or lowering) και δημιουργίας ή αναβιβάσεως (creation or raising), δηλαδή με τελεστές κλίμακας (ladder operators) ονομάζεται στη φυσική δεύτερη κβάντωση (second quantization). Υπάρχουν δύο κύριες κατηγορίες κβαντικών σωματιδίων, τα μποζόνια (bosons) και τα φερμιόνια (fermions). Έτσι, τα μποζόνια (bosons), όπως είναι τα φωτόνια (photons), μετατίθενται (commute), δηλαδή οι τελεστές οι οποίοι περιγράφουν καταστροφή και δημιουργία μποζονίων ακολουθούν σχέσεις μεταθέσεως, με αντικείμενα [,] , ενώ τα φερμιόνια (fermions), όπως είναι τα ηλεκτρόνια (electrons), αντιμετατίθενται (anticommute), δηλαδή οι τελεστές οι οποίοι περιγράφουν καταστροφή και δημιουργία φερμιονίων ακολουθούν σχέσεις αντιμεταθέσεως, με αντικείμενα \lbrace , \rbrace. Συνοψίζοντας, στη θεωρητική φυσική (κβαντική μηχανική, στατιστική φυσική), μεταξύ άλλων, ασχολούμαστε με μποζόνια, φερμιόνια, μεταθέσεις, αντιμεταθέσεις, τελεστές κλίμακας και δεύτερη κβάντωση. Μας ενδιαφέρουν:

    • ο μεταθέτης (commutator), \left[A,B\right]=AB-BA και
    • ο αντιμεταθέτης (anticommutator) , \lbrace A,B \rbrace=AB+BA.
    • Αν μηδενίζεται ο μεταθέτης, AB=BA,
      έχουμε τη μεταθετική ιδιότητα (commutative property).
    • Αν μηδενίζεται ο αντιμεταθέτης, AB=-BA,
      έχουμε την αντιμεταθετική ιδιότητα (anticommutative property).

    Ας περιγράψουμε, εν τάχει, τις σχέσεις μεταθέσεως μποζονίων και τις σχέσεις αντιμεταθέσεως φερμιονίων.

    Σχέσεις μεταθέσεως μποζονίων (π.χ. φωτονίων): Αν ονομάσουμε {\hat{a}}_m τον τελεστή καταστροφής (annihilation operator) μποζονίων και {\hat{a}}_m^\dag τον τελεστή δημιουργίας μποζονίων στην κατάσταση ή τρόπο m, όπου \hbar\omega_m είναι η ενέργεια του δημιουργούμενου ή καταστρεφόμενου μποζονίου, τότε για τα μποζόνια ισχύουν οι σχέσεις μεταθέσεως (commutation relations):

        \[\begin{matrix}&\left[{\hat{a}}_m,{\hat{a}}_\ell^\dag\right]=\delta_{ml}\\&\left[{\hat{a}}_m,{\hat{a}}_\ell\right]=0\\&\left[{\hat{a}}_m^\dag,{\hat{a}}_\ell^\dag\right]=0\\\end{matrix}\]

    Εδώ \delta_{ml}=0 όταν m\neq l και \delta_{ml}=1 όταν m=l. Όταν \left[A,B\right]=0\Rightarrow AB-BA=0\Rightarrow AB=BA, δηλαδή, οι ποσότητες A και B μετατίθενται, πράγμα που δείχνει την προέλευση της ονομασίας. Ταυτοχρόνως, ο {\hat{a}}_m^\dag  μπορεί να ονομαστεί τελεστής αναβιβάσεως (raising operator) διότι αναβιβάζει την ενέργεια κατά \hbar\omega_m, ο {\hat{a}}_m μπορεί να ονομαστεί τελεστής καταβιβάσεως (lowering operator) διότι καταβιβάζει την ενέργεια κατά \hbar\omega_m και επομένως, αφού πρόκειται για μία σκάλα (κλίμακα) αναβιβάσεων και καταβιβάσεων, οι τελεστές {\hat{a}}_m, {\hat{a}}_m^\dag ονομάζονται τελεστές κλίμακας (ladder operators).
    Σχέσεις αντιμεταθέσεως φερμιονίων (π.χ. ηλεκτρονίων): Αν ονομάσουμε \hat{\textlatin{a}}_i τον τελεστή καταστροφής (annihilation operator) φερμιονίων και \hat{\textlatin{a}}_i^\dagger τον τελεστή δημιουργίας (creation operator) φερμιονίων στην κατάσταση i , όπου \hbar\mathrm{\Omega}_i είναι η ενέργεια του δημιουργούμενου ή καταστρεφόμενου φερμιονίου, τότε για τα φερμιόνια ισχύουν οι σχέσεις αντιμεταθέσεως:

        \[\begin{aligned} &\lbrace \hat{\textlatin{a}}_i,\hat{\textlatin{a}}_j^\dagger \rbrace = \delta_{ij} \\ &\lbrace \hat{\textlatin{a}}_i ,\hat{\textlatin{a}}_j \rbrace = 0 \\ &\lbrace \hat{\textlatin{a}}_i^\dagger ,\hat{\textlatin{a}}_j^\dagger \rbrace =0 \end{aligned}\]

    Εδώ \delta_{ij}=0 όταν i\neq j και \delta_{ij}=1 όταν i=j. Όταν \lbrace A,B \rbrace =0\Rightarrow AB+BA=0\Rightarrow AB=-BA, δηλαδή οι ποσότητες A, B αντιμετατίθενται [υπάρχει ένα «πλην», δηλόν αντίθεση…] πράγμα που δείχνει την προέλευση της ονομασίας. Ίσως οι αλλοδαποί φιλέλληνες που χρησιμοποιήσαν τη λέξη anticommutation ήξεραν καλύτερα ελληνικά από τους εν Ελλάδι μεταφραστές. Ταυτοχρόνως, ο \hat{\textlatin{a}}_i^\dagger μπορεί να ονομαστεί τελεστής αναβιβάσεως διότι αναβιβάζει την ενέργεια κατά \hbar\mathrm{\Omega}_i, , ο \hat{\textlatin{a}}_i μπορεί να ονομαστεί τελεστής καταβιβάσεως διότι καταβιβάζει την ενέργεια κατά \hbar\mathrm{\Omega}_i και επομένως αφού πρόκειται για μία σκάλα (κλίμακα) αναβιβάσεων και καταβιβάσεων, οι τελεστές \hat{\textlatin{a}}_i, \hat{\textlatin{a}}_i^\dagger ονομάζονται κι αυτοί τελεστές κλίμακας. Ας σημειωθεί πως αν εφαρμόσουμε τη σχέση \lbrace \hat{\textlatin{a}}_i^\dagger ,\hat{\textlatin{a}}_j^\dagger \rbrace = 0 για την ίδια κατάσταση, π.χ. θέτοντας i=j=r , έχουμε \lbrace \hat{\textlatin{a}}_r^\dagger ,\hat{\textlatin{a}}_r^\dagger \rbrace = 0 \Rightarrow \hat{\textlatin{a}}_r^\dagger \hat{\textlatin{a}}_r^\dagger = 0, το οποίο σημαίνει ότι δεν μπορούμε να βάλουμε δύο φερμιόνια στην ίδια κατάσταση, πράγμα που είναι η απαγορευτική αρχή Pauli.

    Να σημειωθεί ακόμα πως στα ελληνικά μεταφράζεται συχνά η λέξη permutation = rearrangement of a sequence ως «μετάθεση». Είναι και αυτή ατυχής μετάφραση, θα έπρεπε να λέγεται αναδιάταξη. Αλλά, ούτως ή άλλως αυτό αφορά άλλη περιοχή των μαθηματικών, δηλαδή τις πιθανότητες.Επίλογος

    Συνοψίζοντας, στη γραμμική άλγεβρα καθώς και στις εφαρμογές της στην κβαντική μηχανική, ορίζεται ο τελεστής αναβιβάσεως (raising operator), ο οποίος αυξάνει την ιδιοτιμή ενός άλλου τελεστή και ο τελεστής καταβιβάσεως (lowering operator), ο οποίος μειώνει την ιδιοτιμή ενός άλλου τελεστή. Αυτοί συλλογικά ονομάζονται τελεστές κλίμακας (ladder operators). Στην κβαντομηχανική, ο τελεστής αναβιβάσεως καλείται συχνά τελεστής δημιουργίας (creation operator), και ο τελεστής καταβιβάσεως καλείται συχνά τελεστής καταστροφής (annihilation operator). Γνωστές εφαρμογές των τελεστών κλίμακας είναι στον απλό αρμονικό ταλαντωτή και στη στροφορμή. Σε πολλές περιοχές της φυσικής και της χημείας η χρήση αυτών των τελεστών αντί κυματοσυναρτήσεων είναι γνωστή ως δεύτερη κβάντωση (second quantization).

    Συμπερασματικά, πέρα από τα μαθηματικά αυτά καθ’ εαυτά, οι έννοιες αυτές έχουν και θεμελιώδεις συνέπειες στη φυσική. Όπως είπαμε, η αναπαράσταση με τελεστές (operators) καταστροφής ή καταβιβάσεως (annihilation or lowering) και δημιουργίας ή αναβιβάσεως (creation or raising), δηλαδή με τελεστές κλίμακας (ladder operators) ονομάζεται στη φυσική δεύτερη κβάντωση (second quantization). Έτσι, τα μποζόνια (bosons) όπως είναι τα φωτόνια (photons) μετατίθενται (commute), δηλαδή οι τελεστές, οι οποίοι περιγράφουν καταστροφή και δημιουργία μποζονίων ακολουθούν σχέσεις μεταθέσεως, με αντικείμενα [,], ενώ, τα φερμιόνια (fermions) όπως είναι τα ηλεκτρόνια (electrons) αντιμετατίθενται (anticommute), δηλαδή οι τελεστές, οι οποίοι περιγράφουν καταστροφή και δημιουργία φερμιονίων ακολουθούν σχέσεις αντιμεταθέσεως, με αντικείμενα \lbrace , \rbrace.

    Για περαιτέρω μελέτη, οι αναγνώστες-στριες μπορούν να συμβουλευτούν, επί παραδείγματι, τις πηγές (Dirac, 1998), (Gilmore, 1974), (Schiff, 1968), (Mandel and Wolf, 1995), (Σιμσερίδης, 2015), (Σιμσερίδης, 2021), (Kryszewski, 2010), (McMillan, 1996), (Σιμσερίδης, 2022).ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Σιμσερίδης, Κ., 2015. Κβαντική Οπτική και Lasers. ISBN 9789606030734.Αθήνα: Κάλλιπος, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών. http://hdl.handle.net/11419/2108

    Σιμσερίδης, Κ., 2021. Νεότερες Σημειώσεις του μαθήματος Κβαντική Οπτική και Lasers. Αθήνα: Τμήμα Φυσικής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών https://eclass.uoa.gr/courses/PHYS107/

    Σιμσερίδης, Κ., 2022. Κβαντική Οπτική. Αθήνα: Κάλλιπος, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, υπό ετοιμασία.

    Dirac, P. A. M., 1998. The Principles of Quantum Mechanics. ISBN 019852015, 4th edition. Oxford: Clarendon Press.

    Gilmore, R., 1974. Lie Groups, Lie Algebras, and Some of Their Applications. ISBN 0471301795. New York: John Wiley & Sons.

    Schiff, L., 1968. Quantum Mechanics ISBN 007Y856435, 3rd edition. Singapore: McGraw-Hill.

    Mandel, L. and Wolf, E., 1995. Optical Coherence and Quantum Optics. ISBN 0521417112. Cambridge, USA: Cambridge University Press.

    Kryszewski, S., 2010. Quantum Optics Lecture notes for students. Gdańsk, Poland: Institute of Theoretical Physics and Astrophysics University of Gdańsk.

    McMillan, M., 1996. Quantum Leaps and Bounds. Vancouver, Canada: Department of Physics, The University of British Columbia.