Category: ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ- ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

  • ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια Χριστίνα Ευτύχη

    ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια Χριστίνα Ευτύχη

    Το ΙnS συνεχίζει ένα κύκλο συνεντεύξεων με τους ανθρώπους που βρίσκονται «πίσω» από το επιστημονικό βιβλίο, μεταφραστές, διορθωτές, επιμελητές, εκδότες και άλλους. Είναι εκείνοι που καταθέτουν το μόχθο τους ώστε το βιβλίο να φτάσει άρτιο στο αναγνωστικό κοινό. Σε αυτήν τη συνέντευξη συζητούμε με την επιμελήτρια και μεταφράστρια επιστημονικών βιβλίων Χριστίνα Ευτύχη.–InS: Θα θέλαμε να μας αναφέρετε, αρχίζοντας αυτήν τη συνέντευξη, το επιστημονικό σας υπόβαθρο. Ποιες είναι οι σπουδές σας;

    Αποφοίτησα από το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά το τελευταίο έτος των σπουδών μου το ενδιαφέρον μου στράφηκε προς τη βιολογία και τις βιοϊατρικές επιστήμες, και έτσι συνέχισα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στη μοριακή ιατρική στο Imperial College του Λονδίνου. Επέστρεψα στην Αθήνα, όπου εκπόνησα το διδακτορικό μου στη βιολογία, με κατεύθυνση την ανοσολογία, στο Ερευνητικό Κέντρο «Αλέξανδρος Φλέμινγκ». H έρευνά μου αφορούσε τη μελέτη των σηματοδοτικών μονοπατιών που εμπλέκονται στις φλεγμονώδεις αποκρίσεις, μέσα από τη δημιουργία διαγονιδιακών ποντικών. Στη συνέχεια, έκανα μεταδιδακτορικό στο Ερευνητικό Κέντρο CECAD του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, όπου διερεύνησα πώς οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του εντερικού φραγμού, του μικροβιώματος και του ανοσοποιητικού συστήματος μπορούν να οδηγήσουν στις χρόνιες φλεγμονώδεις ασθένειες του εντέρου, χρησιμοποιώντας και πάλι μοντέλα ποντικού. Παράλληλα, έχω διδάξει ανοσολογία στα Τμήματα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και Ιατρικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

    –InS: Τι σας έκανε να στραφείτε στη μετάφραση;

    Ύστερα από αρκετά χρόνια στον ακαδημαϊκό χώρο ένιωσα ότι χρειαζόμουν μια αλλαγή ρυθμού, κατεύθυνσης και περιβάλλοντος. Η έρευνα υπήρξε για μένα εξαιρετικά πολύτιμη εμπειρία, όμως από ένα σημείο και μετά είχα την ανάγκη να συσχετιστώ με την επιστήμη με έναν πιο ευέλικτο τρόπο από εκείνον που μου προσέφερε το ακαδημαϊκό πλαίσιο. Η μετάφραση επιστημονικών βιβλίων προέκυψε ως μια φυσική συνέχεια αλλά και ως μια αναζωογονητική αλλαγή. Μου έδωσε τη δυνατότητα να αξιοποιήσω δημιουργικά το επιστημονικό μου υπόβαθρο, παραμένοντας σε επαφή με το επιστημονικό γίγνεσθαι, όχι πλέον μέσα από τη στενή εξειδίκευση της έρευνας αλλά μέσα από το πιο ευρύ και διαθεματικό πρίσμα των βιβλίων.

    –InS: Πόσα χρόνια ασχολείστε με την επιστημονική μετάφραση και επιμέλεια βιβλίων; Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που αναλάβατε;

    Εργάζομαι ως ελεύθερη επαγγελματίας στον εκδοτικό χώρο από το 2021, δουλεύοντας στη μετάφραση ή/και στην επιστημονική επιμέλεια βιβλίων. Η πρώτη μου ανάθεση ήταν η επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου Το ζωτικό ερώτημα, του βρετανού βιοχημικού Nick Lane, σε συνεργασία με τις εκδόσεις Ροπή. Ήταν μια πολύ ωραία αρχή, αφενός λόγω της άψογης συνεργασίας μου με τη μεταφράστρια του βιβλίου την Αιμιλία-Αλεξάνδρα Κρητικού, αφετέρου γιατί είναι ένα έξοχο βιβλίο, συγκαταλέγεται στα λιγοστά εκείνα αναγνώσματα για τα οποία μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι άφησαν ένα βαθύ αποτύπωμα στον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι. Ο Lane προτείνει ένα ριζοσπαστικά καινούργιο πλαίσιο για την κατανόηση της ιστορίας της ζωής θέτοντας στο επίκεντρο τον μεταβολισμό των κυττάρων και αναδεικνύοντας τα μιτοχόνδρια, τις μονάδες παραγωγής ενέργειας των κυττάρων, ως κομβικό παράγοντα διαμόρφωσης της πορείας της ζωής και των ιδιόμορφων χαρακτηριστικών της. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα απαιτητικό βιβλίο, ακόμα και για τους αναγνώστες με επιστημονικό υπόβαθρο, που απαιτεί αδιάπτωτη προσοχή, επιμονή και υπομονή, αλλά ανταμείβει γενναιόδωρα όποιον το ακολουθήσει μέχρι τέλους. Ταυτόχρονα, είναι μια συναρπαστική ιστορία για το φαινόμενο της ζωής, η οποία εκτείνεται από τις απαρχές της ζωής μέχρι την υγεία και τη θνητότητα μας.

    –InS: Από τα βιβλία στα οποία έχετε εργαστεί, ποιο θα λέγατε ότι «αγαπάτε περισσότερο» ως μεταφράστρια και ποιο ως αναγνώστρια, και γιατί;

    Η μεταφραστική διαδικασία συνιστά από μόνη της μια εντατική μορφή ανάγνωσης, γι’ αυτό μου είναι δύσκολο να διαχωρίσω την εμπειρία της ανάγνωσης από εκείνη της μετάφρασης. Ως αναγνώστρια, λοιπόν, θα ξεχώριζα Τα γονίδια συμβατότητας του Daniel Davis (ΠΕΚ, 2025). Διάβασα το πρωτότυπο στα αγγλικά αρκετά χρόνια πριν ξεκινήσω να μεταφράζω βιβλία, όταν ακόμα δίδασκα ανοσολογία στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Τότε ήταν πιο «αγνή» η εμπειρία της ανάγνωσης, χωρίς καμία επαγγελματική εμπλοκή. Με άξονα τα γονίδια συμβατότητας, ο Davis καταφέρνει να παρουσιάσει την ανοσολογία, με τρόπο βαθιά στοχαστικό και διανοητικά γόνιμο, ως μια αφήγηση για την επιβίωση, την ταυτότητα και τη σχέση μας με τους άλλους. Ως μεταφράστρια, από την άλλη, θα διάλεγα το βιβλίο ενός άλλου εξαιρετικού επιστήμονα και στοχαστή, το Ένας αφανής διάλογος του Emeran Mayer (ΠΕΚ, 2025), που αποτέλεσε ίσως και τη μεγαλύτερη μεταφραστική πρόκληση για μένα. Κι αυτό εν μέρει γιατί περιείχε κεντρικούς όρους για τους οποίους δεν υπήρχε ακριβές ισοδύναμο στα ελληνικά, κάτι που με έκανε να συνειδητοποιήσω πώς κάθε γλώσσα λειτουργεί από μόνη της ως μια μοναδική δεξαμενή γνώσης, την οποία η μετάφραση καλείται να διαμεσολαβήσει.

    –InS: Πόσο δύσκολη είναι η μετάφραση ενός βιβλίου για την επιστήμη; Έχετε κάποια ιδιαίτερη στρατηγική με την οποία προσεγγίζετε τη μετάφραση ενός βιβλίου. Αλλάζει η προσέγγισή σας όταν πρόκειται για καθαρά επιστημονικά σε σχέση με τα εκλαϊκευτικά βιβλία;

    Η μετάφραση επιστημονικών βιβλίων είναι μια σχολαστική και απαιτητική εργασία με τις δικές της ιδιαιτερότητες και προκλήσεις. Απαιτεί την ακριβή απόδοση σύνθετων επιστημονικών εννοιών, κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με την εγγενή πολυσημία της γλώσσας η οποία συχνά επιτρέπει περισσότερες από μία ερμηνείες. Γι’ αυτό ο μεταφραστής πρέπει να είναι επαρκώς εξοικειωμένος με το επιστημονικό αντικείμενο του έργου ή, όπου χρειάζεται, να συνεργάζεται με ειδικούς. Εξίσου σημαντική είναι η σωστή επιλογή της ορολογίας, η οποία εξελίσσεται συνεχώς στο ταχέως μεταβαλλόμενο τοπίο της επιστήμης, καθώς και η συνεπής της χρήση, διασφαλίζοντας σαφήνεια και συνοχή σε όλο το κείμενο ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να το παρακολουθεί χωρίς δυσκολία.

    Όσον αφορά τον τρόπο που δουλεύω η βασική μου προσέγγιση είναι ίδια, ωστόσο κάθε είδος βιβλίου έχει διαφορετικές απαιτήσεις, έτσι, η μέθοδος και η προεργασία προσαρμόζονται ανάλογα. Σε κάθε περίπτωση, επεξεργάζομαι το προς μετάφραση κείμενο σε τρία στάδια. Ξεκινώ τη μετάφραση προσπαθώντας να αποδώσω όσο το δυνατόν πιστότερα το πρωτότυπο. Το πρώτο στάδιο είναι το πιο χρονοβόρο και κοπιαστικό – εδώ γίνεται το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς. Απαιτεί πολύ διάβασμα και εκτενή έρευνα στο διαδίκτυο. Επιστρατεύω κάθε λογής βιβλία, επιστημονικά συγγράμματα, λεξικολογικά και γραμματικά βοηθήματα. Προσπαθώ να αντιμετωπίζω επιτόπου τα αμφίσημα ή διφορούμενα σημεία. Κάποια δυσκολότερα, τα αφήνω να «ωριμάσουν» στο μυαλό μου και επανέρχομαι σε αυτά επανειλημμένα μέχρι να καταλήξω σε μια λύση που θεωρώ ότι υπηρετεί καλύτερα το κείμενο. Έπειτα, επιστρέφω στο μεταφρασμένο κείμενο για ένα δεύτερο πέρασμα αντιπαραβάλλοντάς το με το πρωτότυπο. Έτσι, διασαφηνίζονται πιθανές παρανοήσεις και επιλύονται τα τελευταία μεταφραστικά διλήμματα. Πολύ συχνά συζητώ τους προβληματισμούς μου με φίλους και συναδέλφους του επιστημονικού ή του εκδοτικού χώρου. Στο τέλος προσπαθώ να αποστασιοποιηθώ από το κείμενο και να το προσεγγίσω ως αναγνώστρια· το διαβάζω μεγαλόφωνα και κάνω τις τελευταίες διορθώσεις. Εφόσον ορίζεται επιστημονικός επιμελητής, υπάρχει στενή συνεργασία συνήθως καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου έως και την τελική παράδοση. Στα εκλαϊκευτικά βιβλία, πριν από τη μετάφραση, μου αρέσει να συγκεντρώνω υλικό που θεωρώ ότι θα μου φανεί χρήσιμο, πληροφορίες για τον συγγραφέα, συνεντεύξεις του σχετικά με το βιβλίο, άλλα βιβλία του ίδιου που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά, και βιβλία με συγγενή θεματολογία. Δεν συνηθίζω να διαβάζω ένα βιβλίο πριν το μεταφράσω, εκτός αν πρόκειται για τίτλο που προτείνω εγώ. Προτιμώ να προχωρώ παράλληλα με τη μετάφραση· το στοιχείο της έκπληξης λειτουργεί δημιουργικά και με βοηθά να παραμένω σε διαρκή εγρήγορση απέναντι στο κείμενο. Αυτή η μέθοδος βέβαια κρύβει παγίδες, καθώς ορισμένα σημεία φωτίζονται ή διευκρινίζονται αργότερα, γι’ αυτό ξαναγυρίζω στο κείμενο όπου χρειάζεται και το αναπροσαρμόζω.

    –InS: Τα βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι ένα ιδιαίτερο και σημαντικό τμήμα των επιστημονικών εκδόσεων αφού μέσω αυτού του είδους βιβλίων φτάνουν στο ευρύτερο κοινό τα επιτεύγματα της επιστήμης. Τι πραγματικά προσφέρει το βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης στις μέρες μας; Έχει απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό αυτό το είδος βιβλίου;

    Τα βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι πολύτιμα γιατί φέρνουν την επιστήμη πιο κοντά στο ευρύ κοινό. Ο ρόλος τους εν προκειμένω είναι διττός. Αφενός παρουσιάζουν με απλό και εύληπτο τρόπο τα σύγχρονα επιστημονικά επιτεύγματα, αφετέρου συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας πιο ώριμης σχέσης της κοινωνίας με την επιστήμη και τον τρόπο με τον οποίο αυτή παράγει γνώση. Όπως πολύ εύστοχα είχε επισημάνει ο αξέχαστος Καρλ Σέιγκαν, η επιστήμη είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα αυξανόμενο σώμα γνώσης, είναι τρόπος σκέψης. Γι’ αυτό έχει σημασία πώς διαχέεται η επιστημονική γνώση. Η πληροφορικοποίηση της επιστήμης, για παράδειγμα μέσα από ειδησεογραφικά άρθρα ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποτελεί ένα πρώτο και αναγκαίο βήμα επικοινωνίας των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας. Ωστόσο, η ταχύτητα και η απλουστευτική λογική των μέσων ενημέρωσης συχνά έρχονται σε σύγκρουση με τον τρόπο παραγωγής της επιστημονικής γνώσης, με αποτέλεσμα να μεταδίδονται ενίοτε ασαφή μηνύματα, τόσο ως προς τη γενικότερη σημασία μεμονωμένων ανακαλύψεων όσο και ως προς το πώς χτίζεται η επιστημονική τεκμηρίωση. Η επιστήμη είναι μια αργή και συλλογική διαδικασία· οικοδομεί ένα δυναμικό σύστημα κατανόησης, που διαρκώς εμπλουτίζεται και μετασχηματίζεται μέσα από νέα δεδομένα. Τα βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης, λοιπόν, επιτρέπουν μια πιο εποικοδομητική αφομοίωση των ραγδαίων επιστημονικών εξελίξεων, εμπλέκοντας τον αναγνώστη στον επιστημονικό τρόπο σκέψης. Το αφηγηματικό πλαίσιο μάς βοηθά να εντάξουμε την επιστημονική γνώση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο νοήματος που αφορά το ποιοι είμαστε και πώς σχετιζόμαστε με τον κόσμο, αναδεικνύοντας συνάφειες με άλλες περιοχές της σκέψης. Μόνο έτσι μπορεί η επιστήμη να λειτουργήσει όχι απλώς ως αναλώσιμη πληροφορία, αλλά ως κατευθυντήρια γραμμή ικανή να διαμορφώσει αξίες, στάσεις και ταυτότητες.

    Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, ναι, υπάρχει ένα αναγνωστικό κοινό που δείχνει διαρκές ενδιαφέρον για τα βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης. Παρότι δεν μπορώ να μιλήσω με ποσοτικούς όρους γιατί δεν έχω σφαιρική εικόνα της ελληνικής αγοράς, το θετικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια γίνονται σταθερά βήματα από την πλευρά ορισμένων -έστω λίγων- εκδοτικών οίκων που ασχολούνται συστηματικά με το συγκεκριμένο είδος βιβλίου ώστε, μέσα από εκδηλώσεις-βιβλιοπαρουσιάσεις και γενικότερες δράσεις εξωστρέφειας, να ενσωματωθεί η επιστημονική εκλαΐκευση στην ευρύτερη αναγνωστική κουλτούρα. Σε κάθε περίπτωση, πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης και οπωσδήποτε η διεύρυνση της απήχησης της επιστημονικής εκλαΐκευσης δεν μπορεί να προκύψει αποσπασματικά ή μόνο από την εκδοτική πλευρά, αλλά προϋποθέτει μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις, μεταξύ άλλων στο εκπαιδευτικό σύστημα, οι οποίες θα καλλιεργούν από νωρίς τη σχέση με το επιστημονικό βιβλίο και θα θέτουν τις βάσεις για μεγαλύτερη εγγύτητα με την επιστημονική γνώση, προκειμένου η ανάγνωση τέτοιων βιβλίων να καταστεί μια κοινωνικά θεμελιωμένη πρακτική.

    –InS: Έχετε μεταφράσει και άλλα είδη βιβλίων πέρα από αυτά που αφορούν στην επιστήμη;

    Η εμπειρία και η αίσθηση της γλώσσας που έχω αναπτύξει συνδέονται κυρίως με την εξοικείωση μου με το επιστημονικό αντικείμενο που μεταφράζω. Η καθαρή λογοτεχνία απαιτεί διαφορετική ευαισθησία και δημιουργική προσέγγιση, καθώς και άλλου τύπου γλωσσικές δεξιότητες, οπότε δεν είναι κάτι που θα επιχειρούσα ή που με ενδιαφέρει. Ωστόσο, έχω κατά καιρούς σκεφτεί κάποια παιδικά βιβλία για μετάφραση, ως μια διαφορετική κατηγορία με την οποία θα ήθελα ίσως κάποια στιγμή να ασχοληθώ, αλλά και πάλι πρόκειται για βιβλία επιστημονικού περιεχομένου.

    –InS: Οι μεγάλες αλλαγές που ήδη έχουν συντελεστεί στην τεχνολογία (μεταφραστικές μηχανές) και η Τεχνητή Νοημοσύνη, που πλέον δηλώνει «βροντερό παρών» στη ζωή μας, τι αλλαγές φέρνουν στην μετάφραση; Φοβάστε για το μέλλον σας ως μεταφράστρια;

    Oι μεταφραστικές μηχανές και η ΤΝ μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα σημαντικό υποστηρικτικό εργαλείο για τον μεταφραστή αλλά σε περιορισμένο και σαφώς οριοθετημένο ρόλο. Πράγματι, όσον αφορά τα πιο τυποποιημένα και περιορισμένης έκτασης κείμενα, οι μεταφραστικές μηχανές μπορούν πλέον να δώσουν ένα σχετικά αξιόπιστο αποτέλεσμα. Ωστόσο για πιο εξειδικευμένα και σύνθετα κείμενα, η ΤΝ έχει ακόμα δρόμο να διανύσει προτού μας απασχολήσει σοβαρά το μέλλον του επαγγέλματος. Η μετάφραση, είτε αυτή αφορά επιστημονικά είτε λογοτεχνικά έργα, δεν είναι μια απλή μεταφορά λέξεων από μια γλώσσα σε μια άλλη. Περιλαμβάνει άρρητα στοιχεία, υπονοούμενα, γλωσσικές συμβάσεις και συμφραζόμενα που εντάσσονται σε ένα ευρύτερο επιστημονικό ή πολιτισμικό πλαίσιο. Για να αποδοθούν σωστά, απαιτείται ανθρώπινη κατανόηση τόσο των «ορατών» όσο και των «αόρατων» διαστάσεων του κειμένου – μια διαδικασία που δεν επιδέχεται εύκολα αυτοματοποίηση. Βέβαια, κινδυνεύει κανείς να φανεί αφελής όταν εκφράζεται με απόλυτη βεβαιότητα για το μέλλον της μετάφρασης. Οι τεχνολογίες γύρω από την ΤΝ εξελίσσονται ραγδαία και είναι σαφές ότι οι δυνατότητες των μεταφραστικών μηχανών θα συνεχίσουν να διευρύνονται. Ως επιστήμονας υιοθετώ μια διερευνητική στάση απέναντι στα νέα αυτά εργαλεία, και θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον να τα κατανοήσουμε και να τα εντάξουμε δημιουργικά στην επαγγελματική μας πρακτική. Είναι άλλωστε και ο μόνος τρόπος να τα ελέγξουμε και να τα οδηγήσουμε εκεί που εμείς θέλουμε. Η κριτική μας ανάμειξη μπορεί να αποδειχτεί πολύ πιο χρήσιμη από την πλήρη αποχή· η αποχή μας δεν πρόκειται να σταματήσει την εξέλιξή τους, ενώ η συμμετοχή μας ενδέχεται να δώσει την κατεύθυνση και το πρόσημο της διαμόρφωσής τους. Αν βρισκόμαστε σήμερα σε ένα σημείο όπου η ΤΝ μάς οδηγεί να αναστοχαστούμε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, τότε αναπόφευκτα αυτό επηρεάζει και το πώς αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο μας ως μεταφραστές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, η αίσθησή μου είναι ότι η μετάφραση θα παραμείνει μια βαθιά ανθρώπινη πράξη ερμηνείας, ιδίως όταν το ζητούμενο είναι μια πλούσια και συνεκτική αναγνωστική εμπειρία.

    –InS: Τι θα συμβουλεύατε ένα νεότερο που θα ήθελε να ακολουθήσει τον δικό σας δρόμο;

    Αν έχω κάτι να πω στα νεότερα παιδιά είναι ότι η επαγγελματική πορεία που ακολουθεί κανείς μοιάζει περισσότερο με ένα ταξίδι ανακάλυψης παρά με έναν αυστηρά χαραγμένο δρόμο – και ως τέτοιο επιστρατεύει όλες μας τις δημιουργικές δυνάμεις. Έτσι, όπως συμβαίνει και με τα πραγματικά ταξίδια, άλλοτε γνωρίζουμε ακριβώς πού θέλουμε να φτάσουμε κι άλλοτε αφήνουμε την περιέργεια να μας καθοδηγήσει, και συχνά μόνο κοιτάζοντας προς τα πίσω βγάζει νόημα η διαδρομή που ακολουθήσαμε. Το σημαντικό λοιπόν είναι να παραμένει κανείς ανοιχτός στις ευκαιρίες, στις αλλαγές και στις εκπλήξεις που του επιφυλάσσει αυτό το ταξίδι, εμπιστευόμενος την εσωτερική του πυξίδα.ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

    Η Χριστίνα Ευτύχη γεννήθηκε στην Πάφο το 1979. Αποφοίτησε από το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στη βιολογία-ανοσολογία στο Ερευνητικό Κέντρο «Αλέξανδρος Φλέμινγκ» στην Αθήνα και συνέχισε με μεταδιδακτορική έρευνα στο Ερευνητικό Κέντρο CECAD του Πανεπιστημίου της Κολωνίας. Έχει διδάξει Ανοσολογία στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Λευκωσίας. Από το 2021 ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως ελεύθερη επαγγελματίας στην επιστημονική μετάφραση.

  • Σολάρις/Solaris, του Αντρέι Ταρκόφσκι, 1972

    Σολάρις/Solaris, του Αντρέι Ταρκόφσκι, 1972

    Σκηνοθεσία: Αντρέι Ταρκόφσκι

     

    Καλλίτσα Βλάχου

    «Σκοπός κάθε τέχνης -εκτός αν απευθύνεται στον «καταναλωτή», σαν εμπορεύσιμο αγαθό- είναι να εξηγήσει στον ίδιο τον καλλιτέχνη και στους γύρω του, γιατί ζει ο άνθρωπος, ποιο είναι το νόημα της ύπαρξής του. Να εξηγήσει στους ανθρώπους για ποιο λόγο εμφανίστηκαν σ’ αυτόν τον πλανήτη- ή τουλάχιστον να τους θέσει το ερώτημα»

    Αντρέι Ταρκόφσκι, «Σμιλεύοντας τον χρόνο»Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΕ «ΚΡΙΣΗ»

    Η ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι Σολάρις βασίζεται στο βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο του Πολωνού Στάνισλαβ Λεμ, ο οποίος στα περισσότερα έργα του ασχολείται με το τίμημα που πληρώνει ο άνθρωπος για ορισμένα είδη «προόδου» – επιστημονικής προόδου και, κατ’ επέκταση, προόδου του ανθρώπινου είδους -καθώς και με την αδυναμία του να βρει μια τελική λύση. Δεν ασχολείται τόσο με την περιγραφή της προόδου του ανθρώπινου είδους, η οποία προϋποτίθεται και εκτίθεται ως τετελεσμένο γεγονός. Βαθύς γνώστης της ιατρικής, της κυβερνητικής ιατρικής, αλλά και της κοινωνιολογικής κυβερνητικής, της κοσμικής και βιομηχανικής μηχανικής, της φιλοσοφίας και της σύγχρονης φιλοσοφίας, ο Λεμ προτιμά η πνευματική του παραγωγή να αποτελείται από μια σειρά παραβολών που μιλούν για εμάς τους ανθρώπους, όπως παρουσιάζονται μέσα από συγκλονιστικές καταστάσεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε άλλους κόσμους (Λεμ, 1984).

    Και στον πλανήτη Σολάρις συμβαίνουν συγκλονιστικές καταστάσεις τις οποίες η επιστημονική κοινότητα αδυνατεί να κατανοήσει. Στην ταινία, ο Ταρκόφσκι αξιοποιεί αυτό το αδιέξοδο στο οποίο φτάνει η επιστημονική κοινότητα, φέρνοντάς την αντιμέτωπη με ένα μεγάλο ηθικό δίλημμα. Τι συμβαίνει στην περίπτωση που, με όρους Kuhn, η επιστήμη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια «κρίση»; Η κρίση, στη θεωρία του Kuhn, επιγραμματικά, αναφέρεται ως «ανωμαλία», η οποία δεν είναι παρά εκδήλωση της υστέρησης της εξηγητικής επάρκειας του παραδείγματος έναντι των προσδοκιών που το ίδιο δημιουργεί. Πρόκειται για εκτροπή από τις προβλέψεις. Ως παράδειγμα, ο Kuhn όρισε το εκάστοτε πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η επιστημονική κοινότητα, την παράδοση μέσα στην οποία εντάσσονται οι επιστημονικές αντιλήψεις κάθε εποχής, και βάσει αυτών διατυπώνονται θεωρίες που φέρουν εντός τους την καθολική αναγνώριση των επιστημονικών επιτευγμάτων τους, καθώς και της αλήθειας που υποστηρίζουν (Κιντή, 2025).

    Στην ταινία, σε μία από τις πρώτες σεκάνς, παρακολουθούμε τη σύσκεψη των επιστημόνων που βρίσκονται αντιμέτωποι με μια τέτοια κρίση. Η «σολαριστική» βρίσκεται στο σημείο από όπου ξεκίνησε. Η μακροχρόνια μελέτη του μυστηριώδους πλανήτη Σολάρις -που παρακολουθείται για πολλά χρόνια από έναν ακινητοποιημένο διαστημικό σταθμό -τείνει να λάβει άδοξο τέλος, καθώς ο ωκεανός του Σολάρις δημιουργεί τεράστια προβλήματα στους επιστήμονες του σταθμού που τον παρακολουθούν. Ένας, μάλιστα, εξ αυτών αυτοκτόνησε, ενώ ένας άλλος, που επιχείρησε να προσεγγίσει τον πλανήτη, χάθηκε σε αυτόν.

    Με δεδομένο ότι η «κρίση» αμφισβητεί τις προβλέψεις και τα προσδοκώμενα από τη μεριά της επιστήμης, ο ψυχολόγος Κρις Κέλβιν στέλνεται στον διαστημικό σταθμό προκειμένου να εξετάσει την κατάσταση των επιστημόνων που βρίσκονται εκεί και να αποφανθεί σχετικά με τη σκοπιμότητα της συνέχισης της παρακολούθησης του πλανήτη ή την εγκατάλειψή του από το πεδίο έρευνας.

    Η πρόταση η οποία έχει πέσει στο τραπέζι είναι να βομβαρδιστεί ο πλανήτης με ραδιενέργεια, προκειμένου να καταστραφεί αυτό που δεν μπορεί να κατανοηθεί και που δημιουργεί πολλά προβλήματα σε αυτούς που τον παρατηρούν και προσπαθούν να τον κατανοήσουν. Και εδώ προκύπτει το μεγάλο ηθικό δίλημμα: καταστρέφουμε ό,τι δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε και ό,τι έρχεται σε αντίθεση με αυτά που ήδη γνωρίζουμε; Και αν δεχτούμε αυτό, τότε δεν βρισκόμαστε μπροστά στην παραδοχή ότι η ανθρώπινη γνώση έχει όρια που δεν μπορεί να υπερβεί, κάτι που μπορεί και να αποτελεί παραδοχή της ήττας της επιστημονικής κοινότητας, υπό την έννοια ότι το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής δέχεται πως ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει, μέσω της γνώσης του, ό,τι υπάρχει στον δικό του κόσμο αλλά και έξω από αυτόν;

    ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

    «Αν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε κάτι, τότε το καταστρέφουμε;» Το ερώτημα αυτό κυριαρχεί στη σκέψη του Κρις, ο οποίος, όταν μεταφέρεται στον διαστημικό σταθμό, βιώνει την παραληρηματική κατάσταση των δύο εναπομεινάντων επιστημόνων του σταθμού, η οποία δημιουργείται εξαιτίας των «επισκεπτών» που έρχονται από τον ωκεανό του Σολάρις. Ποιοι είναι αυτοί οι επισκέπτες; Μήπως ο πλανήτης προσπαθεί, μέσω αυτών, να στείλει μήνυμα στην ανθρωπότητα και στην επιστήμη σχετικά με θέματα που παραβλέπει στην προσπάθειά της να ερμηνεύσει και να κατακτήσει ό,τι άγνωστο δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί και ερμηνευθεί; Μία παράβλεψη που οφείλεται κυρίως στην επιθετικότητα των επιστημονικών φιλοδοξιών (Μακεδόνας, 2021) και στις απόπειρες να εισβάλουν σε άγνωστους κόσμους – στον Σολάρις, εν προκειμένω – προκειμένου όχι μόνο να τον κατανοήσουν αλλά και να τον κατακτήσουν; Και αν δεν καταφέρνουν να τον κατακτήσουν, τότε τον καταστρέφουν;

    Ο Κρις Κέλβιν, πριν αναχωρήσει για τον σταθμό, δηλώνει με ισχυρή πεποίθηση πως όλα περνούν από το χέρι του ανθρώπου. «Ο άνθρωπος μπορεί να κάνει την επιστήμη ηθική ή ανήθικη» αναφέρει, απαντώντας στο ερώτημα «αν η γνώση μπορεί να κατακτηθεί με κάθε κόστος». Και στο σημείο αυτό εγείρεται ένας ακόμη προβληματισμός: υπό ποιες συνθήκες μπορεί να κατακτηθεί η γνώση και μέχρι πού ο άνθρωπος μπορεί να μάθει, και πώς μαθαίνει τελικά;

    Τα όρια της ανθρώπινης γνώσης αποτέλεσαν και αντικείμενο της καντιανής φιλοσοφίας, η οποία εστιάζει στην αίσθηση και τη νόηση. Στο Σολάρις, οι άνθρωποι βιώνουν την εμπειρία αλλά δεν μπορούν να την εξηγήσουν. Ο Καντ υποστήριζε πως η βιωμένη εμπειρία μπορεί να κατανοηθεί και να ερμηνευτεί αν υπαχθεί σε νοητικές κατηγορίες που a priori υφίστανται. Ανάμεσα σε αυτές υπάρχει η κατηγορία της αιτιότητας, η οποία νοηματοδοτεί τον χώρο και τον χρόνο μέσα στους οποίους τα φαινόμενα λαμβάνουν χώρα (Καρακώστας, 2024).

    Τα όντα, οι επισκέπτες από τον Σολάρις, επιστρέφουν. Και επιστρέφουν για κάποιο λόγο: να ξυπνήσουν ενοχές, απωθημένες μνήμες του παρελθόντος των ηρώων, αλλά και ξεχασμένα, καταχωνιασμένα συναισθήματα που ο εγωκεντρισμός δεν άφησε να αναδυθούν στην επιφάνεια. Επιστρέφουν αποτελώντας έναν καθρέφτη των ηρώων και δίνοντας τη δυνατότητα σε αυτούς να κοιταχτούν σε αυτόν τον καθρέφτη και να αποκαλύψουν πτυχές της ύπαρξής τους και του εαυτού τους, τις οποίες απέφευγαν και οι οποίες τους απομάκρυναν τόσο από τον ίδιο τους τον εαυτό, όσο και από τους άλλους. Βάσει αυτής της αιτιότητας και του αποτελέσματός της πάνω στα υποκείμενα αποκτάται και η γνώση. Και αυτή τη γνώση κατακτά ο Κρις, ο οποίος στο στάδιο αυτό αναθεωρεί όλες τις προηγούμενες αντιλήψεις του, που διέπονταν από την ισχυρή πεποίθηση ότι η πρόοδος της ανθρωπότητας εξαρτάται από τα βήματα της επιστήμης. Μιας επιστήμης όμως, που φοβάται να διατυπώσει τολμηρές υποθέσεις, φοβάται να κάνει ριψοκίνδυνες εικασίες, τις οποίες στη συνέχεια να υποβάλει στην εμπειρική βάσανο, σε κριτική, και που πολλές φορές σκέφτεται συντηρητικά προκειμένου να ενεργεί με σύνεση και να διασώσει τη θεωρία της ενόψει αντίξοων για αυτήν φαινομένων. Η γνώση που αποκτά ο Κρις δεν αφορά τη φύση ή την ουσία του πλανήτη Σολάρις ως αντικειμένου, αλλά τα αποτελέσματα που το φαινόμενο αυτό επιφέρει στο υποκείμενο, καθιστώντας δυνατή μια μορφή αυτογνωσίας και ηθικής συνείδησης, εντός των ορίων της ανθρώπινης εμπειρίας.

    ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ Η «ΠΟΙΗΣΗ»ΤΟΥ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ.

    Και τα φαινόμενα εδώ, ο Ταρκόφσκι, με έναν πολύ εύστοχο και αποτελεσματικό τρόπο, τα αφήνει να ξεγλιστρήσουν από το πεδίο της επιστήμης, ανάγοντάς τα σε ένα βαθύτερο υπαρξιακό επίπεδο, όπου πρωταγωνιστής πλέον είναι η ίδια η ανθρώπινη οντότητα και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον Άλλον. Και αυτός ο Άλλος μπορεί να είναι μια πρωτόγνωρη επιστημονική αποκάλυψη που ανατρέπει ό,τι μέχρι τώρα έχει κατακτηθεί, ή μπορεί να είναι η διαπίστωση μιας λανθασμένης διαδρομής στην πορεία της επιστημονικής προόδου, όπου παραβλέφθηκε και ξεχάστηκε ένα απολύτως βασικό στοιχείο. Εκεί, στην προσπάθεια επέκτασης των συνόρων της γνώσης, ξεχάστηκε η υπαγωγή της στις βασικές κατηγορίες βάσει των οποίων δομείται ηθικά η ανθρώπινη οντότητα, όπως επίσης και αγνοήθηκε το γεγονός ότι δεν αρκεί μόνο να γνωρίζεις, αλλά πρέπει να ξέρεις και τι θα κάνεις αυτό που γνωρίζεις.

    Το κρίσιμο σημείο με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ο Κέλβιν εντοπίζεται ακριβώς εδώ. Δεν περνά σε ένα νέο γνωστικό σχήμα, ούτε σε ένα διαφορετικό επιστημονικό παράδειγμα. Αντιθέτως, μετατοπίζεται σε μια υπαρξιακή και ηθική στάση απέναντι στο άγνωστο. Σε αυτό το άγνωστο, το οποίο η επιστήμη πασχίζει να ερευνήσει, συμπυκνώνονται όλοι οι θεμελιώδεις φόβοι του ανθρώπου: ο φόβος της θνητότητας, της αδυναμίας υπέρβασης του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης, ακόμη και όταν αυτή έρχεται αντιμέτωπη με την έννοια της αιωνιότητας μέσα στο άπειρο σύμπαν. Ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει νοητικά το άπειρο, γνωρίζει όμως ότι δεν μπορεί να το κατακτήσει ούτε να αναστείλει το πεπερασμένο της ύπαρξής του.

    Εκεί, λοιπόν, όπου η επιστήμη θέτει τα ερωτήματα, φτάνει στο σημείο σύγκρουσης του επιστημονικού λόγου με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του ανθρώπου -αναζητήσεις που συχνά συγγενεύουν με τη θεολογία. Το επιστημονικά αδιερεύνητο αρνείται να παραδεχτεί ότι τα όρια της ανθρώπινης γνώσης κάπου σταματούν. Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο η επιστήμη καλείται ενδεχομένως να στραφεί όχι προς το εξωτερικό αντικείμενο, αλλά προς τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή γνώσης. Και εδώ παρεμβαίνει ο «ποιητής» της εικόνας Ταρκόφσκι. Αντί να οδηγήσει τον ήρωά του σε μια νέα γνωστική κατάκτηση, τον οδηγεί σε μια πράξη βαθιά ανθρώπινη: τον έρωτα. Ο Κέλβιν ξαναερωτεύεται τη γυναίκα του που έχει «επιστρέψει» από τον ωκεανό του Σολάρις, και μέσα από αυτή την εμπειρία δεν ερωτεύεται απλώς ένα πρόσωπο, αλλά, στην πραγματικότητα, την ίδια την αιωνιότητα. Η λύση δεν βρίσκεται στη γνώση, αλλά στη σχέση. Στην επαφή με τον άλλον. «Ο άνθρωπος χρειάζεται μόνο τον Άνθρωπο…Εμείς οι επισκέπτες σας είμαστε μέρος της συνείδησής σας . Ο Κρις φέρθηκε με ανθρωπιά σε μη ανθρώπινες συνθήκες» ακούμε την επισκέπτρια πρώην γυναίκα του Κρις να λέει.

    Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Antoine de Baecque, «ο κινηματογράφος του Ταρκόφσκι οικοδομείται σύμφωνα με τρεις μεγάλες κινήσεις: αναζήτηση, ανάμνηση, όνειρο. Κινήσεις προς το μέλλον, προς το παρελθόν και προς το εσωτερικό του εαυτού οδηγούν τα πρόσωπα. Στον σκηνοθέτη αρέσει να τις αναμιγνύει» (De Baecque, 1991). Στο Solaris, αυτές οι κινήσεις συνυφαίνονται, οδηγώντας τον ήρωα -και τον θεατή- όχι σε μια απάντηση, αλλά σε μια υπαρξιακή συμφιλίωση με το άγνωστο. Τον Άλλο που τον γνωρίζουμε μέσα από την καταβύθιση στον εαυτό μας αποκτώντας έτσι την επαφή μαζί του. Εκεί όπου η επιστημονική γνώση παραιτείται από την αξίωση της καθολικής ερμηνείας, αρχίζει η ανάγκη μιας άλλης στάσης απέναντι στο άγνωστο: όχι της κατάκτησης, αλλά της σχέσης.

    Τα μεγάλης σε διάρκεια ζωγραφικά πλάνα σεκάνς εικαστικής ομορφιάς με σκηνικά που δεν περιβάλλουν απλά τους ανθρώπους αλλά μας αποκαλύπτουν αυτό που συμβαίνει μέσα τους, οι αργές κινήσεις της κάμερας  προσδίδουν στον χώρο και τον χρόνο άλλες διαστάσεις που εναρμονίζονται με τον ρυθμό της εσωτερικής διαδρομής του ήρωά μας . Μιας στοχαστικής περιπετειώδους διαδρομής γεμάτης ρίσκα και δοκιμασίες. Μιας επίπονης, αλλά δελεαστικής διαδρομής, που ξεκινά από το υποκείμενο το οποίο έχει διανύσει σκοπέλους, επιχειρώντας να αποδράσει από τη βαλτωμένη πραγματικότητα που το καθηλώνει και το αλλοτριώνει (Σούμας, 2021). Πρόκειται για μια διαδρομή εσωτερικής εξερεύνησης και αναζήτησης, μέσα από την ταρκοφσκική οντολογική αναζήτηση της αλήθειας, του νοήματος της ύπαρξης, της καταγραφής του χρόνου και του θανάτου, καθώς και της σύλληψης της αιωνιότητας. Το Solaris είναι μία ταινία που αναδεικνύει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της θέσης του ατόμου μέσα στον ανθρώπινο κόσμο. Εκεί όπου η επιστήμη σιωπά, δεν ακολουθεί το κενό, αλλά η δυνατότητα μιας άλλης μορφής κατανόησης- μιας κατανόησης που θεμελιώνεται όχι στη γνώση, αλλά στην αγάπη, τη μνήμη και την ηθική ευθύνη απέναντι στον Άλλον.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Διαμαντόπουλος, Δ., Αραμπατζής, Θ., Καρακώστας, Β., Κιντή, Β., 2023. Φιλοσοφία της Επιστήμης. Σημειώσεις μαθήματος «Φιλοσοφία Επιστήμης Ι», Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

    Καρακώστας, Β., 2024. Φιλοσοφία της Φυσικής, Χώρος και χρόνος, κβαντική θεωρία και πραγματικότητα, Αθήνα: Gutenberg.

    Κιντή, Β., (2025). Σημειώσεις μαθήματος: Φιλοσοφία της Επιστήμης Ι. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ).

    Λεμ, Σ., 1984. Σολάρις, Αθήνα: Κάκτος.

    Μακεδόνας, Ε., 2021. Η παγίδα της αναπαράστασης ή σύντομη πραγματεία για τον εγκλεισμό των ανθρώπων: το Σολάρις του ΣτάνισλαβΛεμ (1961) και Αντρέι Ταρκόφσκι (1972). Contemporary Lynx 2 (16), 2021.

    Σούμας, Θ., 2021. Κινηματογραφικοί Δημιουργοί, Αθήνα: Αιγόκερως.

    Ταρκόφσκι, Α., 1987. Σμιλεύοντας τον Χρόνο, μτφρ, Σεραφείμ Βελέντζας , Αθήνα: Νεφέλη.

    De Baecque, A., 1991. Αντρέι Ταρκόφσκι: Μία ξενάγηση στο έργο του, μτφρ. Δώρα Δημητρούλια, Αθήνα: Γκοβοστής.H Καλλίτσα Βλάχου είναι εκπαιδευτικός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) και  αντιπρόεδρος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι κάτοχος του Μεταπτυχιακού Διπλώματος (Master of Arts/MA) της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Φιλοσοφία και Τέχνες (ΦΙΤ), στα πλαίσια του οποίου εκπόνησε τη διπλωματική της εργασία με τίτλο: «Κινηματογραφικά είδη και κινήματα, ως αντανακλάσεις του κοινωνικού τους πλαισίου. Μετεξέλιξη αυτών, φτάνοντας στον κοινωνικό κινηματογράφο του σήμερα». Φοιτά στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών  «Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας» του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Έχει παρακολουθήσει με επιτυχία τα παρακάτω Προγράμματα Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης στο ΕΚΠΑ: «H Eπαναστατημένη Nεολαία των Σίξτις», «Κινηματογραφική Γραφή: Αφήγηση και Ύφος», «Πρακτικές Ασκήσεις Δημιουργικής Γραφής» και  «Κινηματογράφος: Ιστορία, Πρακτικές και Βασικές Αρχές Σκηνοθεσίας».  Έχει παρακολουθήσει με επιτυχία το ετήσιο πρόγραμμα Επιμόρφωσης με τίτλο: «Ειδική Αγωγή» στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας –Κέντρο Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης καθώς και το Πρόγραμμα στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς στο τμήμα Οικονομικής Επιστήμης με τίτλο: «Διοίκηση της Εκπαίδευσης».  Είναι κάτοχος Διπλώματος Διετούς Μετεκπαίδευσης στη Γενική Αγωγή, Πτυχίου της σχολής Επιστημών της Αγωγής του Παιδαγωγικού τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης και Πτυχίου Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ψυχικού.

  • ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια/επιμελήτρια Μαριλένα Παπαϊωάννου

    ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια/επιμελήτρια Μαριλένα Παπαϊωάννου

    Το ΙnS συνεχίζει ένα κύκλο συνεντεύξεων με τους ανθρώπους που βρίσκονται «πίσω» από το επιστημονικό βιβλίο, μεταφραστές, διορθωτές, επιμελητές, εκδότες και άλλους. Είναι εκείνοι που καταθέτουν το μόχθο τους ώστε το βιβλίο να φτάσει άρτιο στο αναγνωστικό κοινό. Σε αυτήν τη συνέντευξη συζητούμε με την επιμελήτρια και μεταφράστρια επιστημονικών βιβλίων των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης (ΠΕΚ) Μαριλένα Παπαϊωάννου.-InS: Κατ’ αρχάς θα ήθελα να σας ρωτήσω για τον επιστημονικό σας «οπλισμό» με τον οποίο εισήλθατε στο χώρο των μεταφράσεων επιστημονικών βιβλίων. Πείτε μας κάποια λόγια για τις σπουδές σας.

    Σπούδασα μοριακή βιολογία και γενετική. Η διδακτορική μου έρευνα ήταν στο πεδίο της αναπτυξιακής βιολογίας – αφορούσε τη συμμετοχή μικρών μορίων RNA (microRNA, όπως λέγονται) στην αναπαραγωγική διαδικασία των θηλαστικών. Η μεταδιδακτορική μου έρευνα ήταν επίσης στο πεδίο της αναπτυξιακής βιολογίας – πάλι ασχολήθηκα με τα microRNA, αλλά εστιάζοντας στον ρόλο που παίζουν στην ανάπτυξη των βλαστικών κυττάρων στον άνθρωπο.

    -InS: Τι ήταν αυτό που σας έκανε να στραφείτε στη μετάφραση;

    Επέστρεψα στην Ελλάδα το 2013, μόλις ολοκλήρωσα τη μεταδιδακτορική μου έρευνα στην Αμερική, γιατί είχα αποφασίσει ότι ο κύκλος της έρευνας για εμένα είχε κλείσει. Ήθελα να φροντίσω άλλες πτυχές και άλλα ενδιαφέροντά μου που, λόγω της ενασχόλησής μου με την έρευνα, είχα εγκαταλείψει σχεδόν πλήρως. Δεν ήθελα βέβαια να αφήσω την επιστήμη εν γένει, μόνο την έρευνα. Ψάχνοντας, λοιπόν, τι θα μπορούσα να κάνω επαγγελματικά –και επειδή ανέκαθεν ήθελα να εμπλακώ με κάποιον τρόπο στην εκπαιδευτική διαδικασία, την ευρύτερη επικοινωνία της επιστήμης στο κοινό– σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να ασχοληθώ με το επιστημονικό βιβλίο. Έτσι θα μπορούσα να συνδυάσω τα δύο πράγματα που αγαπούσα πάντα, την επιστήμη και το βιβλίο. Αφού χτύπησα πολλές πόρτες, έκανα ένα δοκιμαστικό για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (ΠΕΚ) το οποίο κατέληξε εντέλει σε μια υπέροχη, δεκαετή και πλέον, συνεργασία!

    -InS: Πόσα χρόνια είστε σε αυτόν τον χώρο; Πότε κάνατε την πρώτη σας μετάφραση επιστημονικού βιβλίου και ποιο ήταν αυτό;

    Είμαι στον χώρο του επιστημονικού βιβλίου από το 2014. Η πρώτο δουλειά που ανέλαβα για τις ΠΕΚ δεν ήταν μετάφραση, αλλά επιμέλεια. Ήταν για το βιβλίο Τα ίχνη της εμπειρίας: Νευρωνική πλαστικότητα και η συνάντηση της βιολογίας με την ψυχανάλυση των François Ansermet και Pierre Magistretti. Επειδή ακριβώς ήταν το πρώτο βιβλίο που αναλάμβανα, έκανα την επιμέλεια σε συνεργασία με τον Νίκο Κουμπιά των ΠΕΚ. Η μετάφραση είχε γίνει από τη Βασιλική Βακάκη βάσει της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου, όμως την επιμέλεια την κάναμε βάσει και του γαλλικού πρωτότυπου, γιατί διαπιστώσαμε ότι η αγγλική έκδοση ήταν κάπως προβληματική. Το βιβλίο μιλά εν ολίγοις για τα ίχνη που αφήνουν οι εμπειρίες, αφενός στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αφετέρου στην ψυχή του – είναι ένα βιβλίο που περιγράφει τα σημεία συνάντησης της νευροβιολογίας με την ψυχανάλυση. Το πρώτο βιβλίο στο οποίο συμμετείχα ως μεταφράστρια ήταν ένα σύγγραμμα, η Βιολογία των Μικροοργανισμών του Brock, επίσης από τις ΠΕΚ.

    -InS: Θα θέλατε να μας θυμήσετε τις μεταφραστικές σας εργασίες που αφορούν βιβλία σχετικά με την επιστήμη;

    Έχω μεταφράσει αρκετά βιβλία τα τελευταία δέκα χρόνια, οπότε θα ξεχωρίσω τρία: Αρχικά, το Αθέατο σώμα (ΠΕΚ, 2024) του Daniel Davis. Ο Davis παρουσιάζει σημαντικές ανακαλύψεις στον τομέα της ανθρώπινης βιολογίας, οι οποίες αφορούν έξι θεματικά πεδία (το κύτταρο, το έμβρυο, τα όργανα και τα συστήματα του σώματος, τον εγκέφαλο, το μικροβίωμα και το γονιδίωμα). Ουσιαστικά, μιλά για την πολυπλοκότητα αλλά και τις δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος. Το δεύτερο βιβλίο είναι η Προσαρμοστική ογκογένεση (ΠΕΚ, 2023) του James DeGregori. Πρόκειται για πιο δύσκολο κείμενο, που απευθύνεται μάλλον σε ένα πιο περιορισμένο αναγνωστικό κοινό. Πραγματεύεται μια αρκετά δυσνόητη θεωρία –το πώς αναπτύσσεται ένας καρκινικός όγκος μέσα στο σώμα μας– υπό το πρίσμα της εξέλιξης. Και το τρίτο είναι η Συνείδηση (ΠΕΚ, 2025) της Patricia Churchland, το οποίο προσπαθεί να εξηγήσει από πού πηγάζουν οι ηθικές μας πεποιθήσεις, βάσει δεδομένων γενετικής, νευροεπιστήμης και μελετών του φυσικού περιβάλλοντος.

    -InS: Αν σας ρωτούσαν να αναφέρατε ποιο βιβλία σας «αγαπάτε περισσότερο» ως μεταφράστρια και ποιο ως αναγνώστρια, τι θα λέγατε;

    Ως αναγνώστρια αγαπώ βιβλία στα οποία δεν έχω εμπλακεί με κανέναν τρόπο – αλλιώς απολαμβάνεις ένα βιβλίο όταν το διαβάζεις χωρίς να ψάχνεις διαρκώς το λάθος! Ένα τέτοιο βιβλίο ήταν το Η μηχανή της γένεσης των Amy Webb και Andrew Hessel (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, ΠΕΚ, 2024), το οποίο νομίζω πως είναι ένα από τα πιο χρήσιμα αναγνώσματα για τους μη ειδήμονες που θέλουν να καταλάβουν πού περίπου βρισκόμαστε σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες τις συνθετικής βιολογίας. Επίσης, το βιβλίο του Σπύρου Σφενδουράκη Στον καθρέφτη του Δαρβίνου (ΠΕΚ, 2021), το οποίο εκτός από απολαυστικά γραμμένο είναι και πολύ κατατοπιστικό –άρα χρήσιμο–, καθότι αποσαφηνίζει παρεξηγημένες και μη έννοιες της εξέλιξης. Ως μεταφράστρια, αγάπησα πολύ τα Γενετήσια παιχνίδια (ΠΕΚ, 2019) του Menno Schilthuizen, αφενός γιατί το περιεχόμενο του βιβλίου ήταν κοντά στη δική μου διδακτορική έρευνα (πραγματεύεται το πώς έχουν εξελιχθεί σε βάθος χρόνου τα αναπαραγωγικά όργανα διαφόρων ειδών), αφετέρου γιατί ο Schilthuizen γράφει με χιούμορ χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην επιστημονική ακρίβεια.

    -InS: Πόσο δύσκολη είναι αυτή η δουλειά, δηλαδή η μετάφραση/επιμέλεια ενός βιβλίου για την επιστήμη; Έχετε κάποια ιδιαίτερη στρατηγική με την οποία προσεγγίζετε την μετάφραση ενός βιβλίου;

    Ασχολούμαι πολύ περισσότερο με την επιμέλεια παρά με τη μετάφραση. Έχω, εν ολίγοις, επιμεληθεί περισσότερα βιβλία απ’ όσα έχω μεταφράσει. Προσωπικά έχω την αίσθηση ότι συνήθως η επιμέλεια είναι πολύ πιο δύσκολη από τη μετάφραση. Δεν μιλάω για τις περιπτώσεις που έρχεται στα χέρια σου μια καλή μετάφραση – τότε η επιμέλεια είναι μια «ομαλή» διαδικασία, σχετικά εύκολη. Όταν όμως φτάνει στα χέρια σου μια κακή μετάφραση –ένα κακογραμμένο κείμενο γενικά –, τότε η επιμέλεια μπορεί να είναι από δύσκολη έως εξαντλητική. Και δεν είναι σπάνιες αυτές οι περιπτώσεις – καμιά φορά, μάλιστα, ένα κείμενο χρειάζεται να γραφτεί σχεδόν εξαρχής. Είναι πολλά τα στοιχεία που πρέπει να φροντίσει ο επιμελητής. Πρέπει να δει αν το κείμενο έχει ρέουσα γλώσσα, να εντοπίσει ασυνταξίες, να δει αν οι επιστημονικοί όροι και πρωτίστως το «μήνυμα» του συγγραφέα έχουν αποδοθεί ορθά, αν το ύφος έχει διατηρηθεί κατά το δυνατόν περισσότερο κ.ά. Σε μια κακή μετάφραση, η επιμέλεια μπορεί να είναι πραγματικός Γολγοθάς – σημειωτέον δε, η επιμέλεια αμείβεται κατά κανόνα λιγότερο από ό,τι η μετάφραση (πράγμα που σε περίπτωση καλής μετάφρασης είναι λογικό και δίκαιο, αλλά σε περίπτωση κακής μετάφρασης είναι άστοχο). Προσωπικά ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζω κάθε βιβλίο, είτε το επιμελούμαι είτε το μεταφράζω, έχει διαμορφωθεί βάσει της εμπειρίας μου: Αρχικά κάνω το «πρώτο χέρι» δουλειάς, που είναι πιο αδρό, δηλαδή στην περίπτωση της επιμέλειας κάνω τη βασική αντιπαραβολή με το πρωτότυπο κείμενο, χωρίς να με απασχολεί τίποτε άλλο παρά μόνον η ακρίβεια στο περιεχόμενο, ενώ στην περίπτωση της μετάφρασης αποδίδω σχεδόν επί λέξει το κείμενο, και πάλι χωρίς να νοιάζομαι για συνδετικές λέξεις, για ύφος, κ.λπ. Μετά έρχεται το «δεύτερο χέρι» της δουλειάς, το πιο λεπτομερές και χρονοβόρο, αυτό κατά το οποίο, λέξη-λέξη, μελετώ το κείμενο που έχω επιμεληθεί ή μεταφράσει, και το «σουλουπώνω», φροντίζω τη σύνταξή του, τις λεκτικές μεταβάσεις, τη ροή του κειμένου εν γένει. Και στο τέλος πια, στο «τρίτο χέρι» κάνω την τελική ανάγνωση για να εντοπίσω τυχόν παραλείψεις και να κάνω ίσως διορθώσεις.

    -InS: Εδώ και περίπου τέσσερις δεκαετίες το βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης καταλαμβάνει ένα ιδιαίτερο και σημαντικό τμήμα των επιστημονικών εκδόσεων. Μέσω αυτού του είδους βιβλίων φτάνουν στο ευρύτερο κοινό τα επιτεύγματα της επιστήμης. Τι ιδιαιτερότητες παρουσιάζει η μετάφραση αυτών των βιβλίων; Έχει απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το βιβλίο της επιστημονικής εκλαΐκευσης;

    Η βασική ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει η μετάφραση βιβλίων επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι ότι, ιδανικά, πρέπει να γίνεται από ανθρώπους που έχουν συνάφεια με το εκάστοτε αντικείμενο· και, αν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε να γίνεται η επιμέλειά του από έναν τέτοιο άνθρωπο. Υπάρχουν, φυσικά, και επαγγελματίες μεταφραστές που έχουν εξειδικευτεί στο επιστημονικό κείμενο, αλλά έχω την αίσθηση ότι είναι λίγοι και ενίοτε όχι αρκούντως εξειδικευμένοι για ένα πολύ συγκεκριμένο θέμα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στις ΠΕΚ κάνουμε συστηματικά διπλή επιμέλεια –γλωσσική και επιστημονική–, ακόμα μάλιστα κι αν η μετάφραση έχει γίνει από άνθρωπο με επιστημονική γνώση του αντικειμένου. Και αυτό, προφανώς, διότι στόχος είναι η έκδοση βιβλίων που θα πληρούν υψηλά επιστημονικά πρότυπα όντας παράλληλα προσιτά στον μέσο, μη ειδήμονα, αναγνώστη.
    Σε ό,τι αφορά την απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, ομολογώ πως δεν μπορώ να μιλήσω γενικά για το βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης. Δεν έχω ευρεία εικόνα επί του θέματος – εννοώ ότι δεν ξέρω πώς πηγαίνουν τέτοια βιβλία άλλων εκδοτικών οίκων. Πάντως, τα βιβλία των ΠΕΚ βλέπουμε ότι έχουν μεγάλη απήχηση στους αναγνώστες, κάποια μάλιστα περισσότερο απ’ ό,τι θα περιμέναμε βάσει της θεματικής τους εξειδίκευσης. Σε κάθε περίπτωση, το πώς διαμορφώνεται η απήχηση μιας σειράς βιβλίων στο κοινό είναι μια μάλλον σταδιακή διαδικασία, η οποία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Και όσο το αναγνωστικό κοινό εκτίθεται σε καλά βιβλία, προσιτά στους μη ειδήμονες, τόσο πιο κοντά θα έρχεται στο βιβλίο και στην επιστήμη εν γένει – αυτό είναι, άλλωστε, το ζητούμενο.

    -InS: Έχετε μεταφράσει και άλλα είδη βιβλίων πέρα από αυτά που αφορούν στην επιστήμη; Αν ναι, ποια;

    Όχι – δεν θα το τολμούσα ποτέ. Είμαι βιολόγος που μπορεί να επιμεληθεί και να μεταφράσει επιστημονικά κείμενα συναφή με το αντικείμενό μου. Η μετάφραση λογοτεχνίας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό – μια τέχνη, θα έλεγα, που για να την κάνεις πρέπει να έχεις διαφορετικό υπόβαθρο από το δικό μου.

    -InS: Οι μεγάλες αλλαγές που ήδη έχουν συντελεστεί στην τεχνολογία (μεταφραστικές μηχανές) και η Τεχνητή Νοημοσύνη, που πλέον δηλώνει «βροντερό παρών» στη ζωή μας, τι αλλαγές φέρνουν στην μετάφραση; Φοβάστε για το μέλλον σας ως μεταφράστρια;

    Μηχανές μετάφρασης υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια, απλώς με την έκρηξη που έχει σημειωθεί τα τελευταία 3-4 χρόνια στο πεδίο της ΤΝ, η κατάσταση έχει γίνει πράγματι πολύ πιο σύνθετη. Προσωπικά δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ μηχανή μετάφρασης. Έχουν όμως φτάσει στα χέρια μου κείμενα για να τα επιμεληθώ τα οποία πολύ γρήγορα έχω αντιληφθεί ότι είναι προϊόν μεταφραστικής μηχανής. Το πρόβλημα δεν είναι καθαυτή η χρήση μιας τέτοιας μηχανής – ώς έναν βαθμό μπορώ και να την καταλάβω, παρότι εμένα δεν μου αρέσει. Το πρόβλημα είναι ότι αρκετές φορές έχει τύχει ο μεταφραστής να παραδώσει ένα κείμενο χωρίς να το επιμεληθεί κάπως, χωρίς καν να το διαβάσει – αν το έκανε, θα διαπίστωνε ότι σε πολλά σημεία το κείμενο απλώς δεν διαβάζεται. Η μετάφραση, όμως, ακόμα και η επιστημονική που κάποιος θα έλεγε ότι είναι πιο «στεγνή», δεν συνίσταται απλώς σε μια επί λέξει απόδοση ενός κειμένου. Είναι μια διαδικασία συναρμογής, μια προσπάθεια εναρμόνισης λέξεων, τέτοιας ώστε αυτό που θα διαβάσει τελικά ο αναγνώστης να είναι αν μη τι άλλο κατανοητό, αν όχι ευχάριστο. Ασφαλώς, τα διαθέσιμα πλέον προγράμματα διαρκώς βελτιώνονται και πολλές φορές μπορεί όντως να μην καταλάβει κάποιος ότι δεν είναι προϊόν ανθρώπου, αλλά μηχανής. Αυτή είναι η πραγματικότητα, καλώς ή κακώς. Άρα, η μετάφραση κινείται πράγματι σε επισφαλή νερά· είναι μάλλον θολό το μέλλον των μεταφραστών. Έχω όμως την αίσθηση ότι η επιμέλεια θα συνεχίσει να είναι αναγκαία. Εκτός, βέβαια, κι αν η δυνατότητα μηχανικής μετάφρασης φτάσει σε τέτοιο επίπεδο τελειότητας και ακρίβειας, ώστε να καταστεί επουσιώδης και η επιμέλεια. Σε μια τέτοια περίπτωση όλοι όσοι απασχολούμαστε στον κόσμο του βιβλίου θα πρέπει να προσαρμοστούμε ανάλογα.

    -InS: Τι θα συμβουλεύατε ένα νεότερο που θα ήθελε να ακολουθήσει τον δικό σας δρόμο;

    Δεν μ’ αρέσει ιδιαίτερα να συμβουλεύω, μόνο να ενθαρρύνω. Αν πάντως έπρεπε οπωσδήποτε να του πω μια κουβέντα, θα του έλεγα απλώς να κρατά συνέχεια τα μάτια και τ’ αυτιά του ανοιχτά έτσι ώστε να μη σταματά να μαθαίνει.

    -InS: Σε εποχές διαδικτυακής «διαφάνειας» ήταν εύκολο για εμάς να ανακαλύψουμε και μια άλλη πτυχή της δραστηριότητάς σας: τη συγγραφή. Πείτε μας για αυτή την πλευρά σας. Τι σας ώθησε προς τα εκεί; Ποια θέματα σας συγκινούν και γιατί;

    Πράγματι, γράφω πεζογραφία. Το πρώτο μου μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2013. Και συνεχίζω να γράφω – το τελευταίο μου βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων, κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγους μήνες. Δεν ξέρω πώς αλλιώς θα μπορούσα να εξηγήσω γιατί γράφω, τι με ώθησε δηλαδή στη συγγραφή, παρά μόνο λέγοντας ότι από μικρή οι ιστορίες μού ασκούσαν μια ακαταμάχητη έλξη. Ήμουν πάντα ο άνθρωπος που μπορούσε να χαθεί μέσα σε μια ιστορία – είτε ακούγοντας κάποιον να την αφηγείται, είτε διαβάζοντάς την, είτε βλέποντάς την. Και πάντα θεωρούσα ότι, αν δώσει κανείς αρκετό χρόνο στον εαυτό του για να επεξεργαστεί νοητικά μια ιστορία, θα βγει κερδισμένος, ψυχικά πιο πλούσιος. Αυτό υπήρξε –και ακόμη είναι– η κινητήριος δύναμη για να γράψω. Σε τελική ανάλυση, μ’ αρέσει να μοιράζομαι ιστορίες, να τις διαμορφώνω με τέτοιον τρόπο ώστε ν’ αποτελούν αφορμή για σκέψη και συζήτηση με τους γύρω μου, πρωτίστως επειδή έτσι καταλαβαίνω καλύτερα τον άνθρωπο – την ανθρώπινη υπόσταση. Κι αυτό είναι σημαντικό ζητούμενο για εμένα, ανέκαθεν ήταν.

    -InS: Σας ευχαριστούμε πολύ για αυτήν την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση.

    Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ!ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

    Η Μαριλένα Παπαϊωάννου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982. Σπούδασε Μοριακή Βιολογία και Γενετική στην Αλεξανδρούπολη, εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στη Γενεύη και αργότερα εργάστηκε ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια στη Νέα Υόρκη. Σήμερα ασχολείται επαγγελματικά με την επιμέλεια και τη μετάφραση βιοεπιστημονικών εκδόσεων. Από τις Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας κυκλοφορούν τα βιβλία της Νικήτας Δέλτα (2013) και Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους (2016) και από τις Εκδόσεις Καστανιώτη το μυθιστόρημα Ένα πιάτο λιγότερο (2020) και η συλλογή διηγημάτων Δέκα εκατοστά (2025).

  • Oμιλία του κ. Γιώργου Βλαχάκη με τίτλο: «Οι φυσικές επιστήμες στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό»

    Oμιλία του κ. Γιώργου Βλαχάκη με τίτλο: «Οι φυσικές επιστήμες στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό»

    Το InScience.gr σας παρουσιάζει την ομιλία του κ. Γιώργου Βλαχάκη, Καθηγητή Ελληνικής Φιλοσοφίας και Επιστήμης, από την Αρχαιότητα ως τον 20ο αιώνα στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου με τίτλο: «Οι φυσικές επιστήμες στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό», που διοργανώθηκε την Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025. Η ομιλία διεξάγεται στα πλαίσια του αφιερωματικού κύκλου «Η μελέτη της φύσης στον ελληνικό χώρο, 16ος – 20ος αιώνας».

    Περίληψη: 

    H παρούσα ομιλία φωτίζει ένα ζωτικό, αλλά συχνά παραμελημένο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής διανοητικής ιστορίας: τον δυναμικό ρόλο των επιστημών μέσα στον νεοελληνικό Διαφωτισμό. Κατά τον κρίσιμο αιώνα πριν από την Ελληνική Επανάσταση, ένα δυναμικό  δίκτυο λογίων, εμπόρων και κληρικών, δραστηριοποιούμενων σε κέντρα της διασποράς όπως η Βιέννη, το Παρίσι και το Βουκουρέστι, συμμετείχε ενεργά στη διαδικασία της Επιστημονικής Επανάστασης και του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Αντί να είναι παθητικοί δέκτες, τα πρόσωπα αυτά λειτούργησαν ως αγωγοί της νεότερης γνώσης, μεταφράζοντας και εκδίδοντας θεμελιώδη έργα Ευρωπαίων επιστημόνων σε μια αναδυόμενη νεοελληνική επιστημονική γλώσσα.

    Η διάδοση της φυσικής, της αστρονομίας, της χημείας και της ιατρικής υπήρξε πράξη βαθύτατα πολιτική. Βρισκόταν στον πυρήνα του διαφωτιστικού προτάγματος της παιδείας, που στόχευε στην απελευθέρωση των πνευμάτων από τη διανοητική αδράνεια και στην προετοιμασία ενός έθνους για την πολιτική του αυτεξουσιότητα. Υπερασπιζόμενοι τον εμπειρισμό και τον ορθολογισμό, οι Έλληνες λόγιοι χρησιμοποίησαν την επιστήμη ως εργαλείο κριτικής της παραδοσιακής αυθεντίας και επαναπροσδιορισμού της πολιτισμικής τους ταυτότητας μέσα σε ένα νεωτερικό, ευρωπαϊκό πλαίσιο.ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:

    Γιώργος Βλαχάκης, Καθηγητής Ελληνικής Φιλοσοφίας και Επιστήμης, από την Αρχαιότητα ως τον 20ο αιώνα, Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

    O Γιώργος Βλαχάκης είναι Διευθυντής του Προγράμματος “Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό» και πρόεδρος της ΑΕΕ του Μεταπτυχιακού προγράμματος «Επικοινωνία της Επιστήμης». Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την ιστορία των επιστημών και της φιλοσοφίας, την ιστορία των επιστημονικών οργάνων,  την σχέση επιστήμης και λογοτεχνίας και την επικοινωνία της επιστήμης. Είναι μέλος πολλών επιστημονικών ενώσεων, γραμματέας του History of Physics Group της Εuropean Physical Society και  αντεπιστέλλον μέλος της International Academy of the History of Science

    Κεφάλαια της Ομιλίας

    00:00:19 Εισαγωγή – Χαιρετισμός

    00:03:15 Ομιλία

    00:56:45 Ερωτήσεις

    00:57:02 Σε ποια γεωγραφική περιοχή του ελληνικού χώρου έδρασε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης; Που έλαβε χώρα η καύση των συγγραμμάτων του;

    00:58:30 Ποιες ήταν οι αντιστάσεις ή οι αντιδράσεις που συνάντησε η διάδοση των φυσικών επιστημών στον υπόδουλο ελληνικό χώρο;

    01:01:00 Ποιοι παράγοντες επέτρεψαν στους λόγιους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού να συμμετέχουν ενεργά στη διάδοση της ευρωπαϊκής επιστημονικής γνώσης και όχι απλώς να την καταναλώσουν παθητικά;

    01:03:21 Πώς η εισαγωγή των φυσικών επιστημών στον ελληνικό χώρο συνδέθηκε με πολιτικές και ιδεολογικές επιδιώξεις του Διαφωτισμού;ς

    ΔΙΑΦΑΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ

  • ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

    ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

    ΘΕΟΔΟΣΗΣ Π. ΤΑΣΙΟΣ

    ISBN 978-618-230-156-2
    Διαστάσεις: 20 x 26 cm
    Αριθμός σελίδων: 448
    Τιμή: € 40
    Έτος έκδοσης: 2025Περιγραφή

    Γιατί δεν σκίζονταν απο τα δόρατα οι μυκηναϊκές ασπίδες που ήσαν φτιαγμένες απο βοϊδοτόμαρο;

    Πώς κατασκευάζονταν οι πολυώροφοι αυτοκινούμενοι πολιορκητικοί πύργοι και οι καταπέλτες;

    Τι ακριβώς ήταν το «υγρόν πυρ»;

    Σε αυτά και άλλα ερωτήματα περι της Στρατιωτικής Τεχνολογίας —της συνισταμένης των διαθέσιμων Τεχνολογιών— των Αρχαίων Ελλήνων απαντά το παρόν βιβλίο. Μελετώντας προσεκτικά τις αρχαίες γραπτές πηγές —κείμενα και εικόνες— ο συγγραφέας, Μηχανικός και αρχαιομαθής Θεοδόσης Τάσιος περιγράφει τα επιθετικά και αμυντικά όπλα των Αρχαίων απ’ τη Μυκηναϊκή έως την Ελληνιστική Περίοδο: ξίφη, τόξα, δόρατα, ασπίδες και πανοπλίες· τείχη, τάφρους, αναχώματα, καταπέλτες, πολιορκητικούς πύργους· πολεμικά πλοία, φράγματα λιμένων, γεφυρώσεις ποταμών· κ.ά. Συγχρόνως, όμως, εξηγεί τον τρόπο κατασκευής και λειτουργίας τους, βάσει μαθηματικών υπολογισμών ή και σύγχρονων πειραμάτων.

    Αυτή η διπλή προσέγγιση, λεπτομερής ανασύσταση και κριτική-επιστημονική ανάλυση των αρχαίων πηγών, και μαζί, κριτική διερεύνηση της αποδοτικότητας των σχετικών Τεχνολογιών, καθιστά μοναδικό τον παρόντα τόμο με τις 250 εικόνες, ο οποίος εγκαινιάζει τη νέα εκδοτική σειρά που είναι αφιερωμένη στην Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία.

    Περιεχόμενα

    Πρόλογος

    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    1. ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΞΗΡΑΣ
      2. ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΕΣ ΣΤΗΝ ΞΗΡΑ
      3. ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΣΕ ΠΑΡΑΛΙΑΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ
      4. ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΠΑΝΟΠΛΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ
      5. ΑΤΟΜΙΚΑ ΟΠΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΊΘΕΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ
      6. ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΟΠΛΑ
      7. ΠΟΛΙΟΡΚΗΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΕΣ
      8. ΝΑΥΤΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΟΠΛΑ

    ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

    Βιβλιογραφία
    Ευρετήριο αρχαίων και βυζαντινών πηγών
    Γενικό ευρετήριο

    ______________________________________________________________________________Bιογραφικά Συγγραφέα

    Ο καθηγητής Θεοδόσης Τάσιος γεννήθηκε στην Καστοριά. Πήρε το δίπλωμα του Πολιτικού Μηχανικού από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (1953) και συνέχισε τις σπουδές του στο Centre d’Études Supérieures ITBTB, στο Παρίσι. Αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Ε.Μ.Π. το 1958. Εξελέγη Επιμελητής του Ε.Μ.Π. (1958) και στη συνέχεια Έκτακτος Μόνιμος Καθηγητής (1964) και Τακτικός Καθηγητής (1969). Ίδρυσε το Εργαστήριο Οπλισμένου Σκυροδέματος του Ε.Μ.Π. και το διεύθυνε μέχρι την αποχώρησή του (1997). Δίδαξε ακόμα στα Πανεπιστήμια της Βαγδάτης (1979), της Σαγκάης (1982), της Νανκίν (1985), της Παβίας (1986) και στο Collège International des Sciences de la Construction, Paris (1979–1989).

    Εξέχουσα μορφή στην επιστημονική και επαγγελματική ζωή της χώρας, υπήρξε δάσκαλος χιλιάδων Μηχανικών, δημοσίευσε εκατοντάδες επιστημονικές εργασίες στις περιοχές της Εδαφομηχανικής, της Τεχνολογίας του Σκυροδέματος και της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, ενώ ασχολήθηκε με μια ευρύτατη περιοχή επιστημονικών, τεχνολογικών και εκπαιδευτικών θεμάτων (ευρωπαϊκοί και εθνικοί κανονισμοί, αντισεισμική προστασία, προστασία μνημείων, δημόσια έργα), αλλά και με θέματα Φιλοσοφίας, Παιδείας, Γλώσσας, Ορολογίας, καθώς και με κοινωνικά θέματα ως συντάκτης βιβλίων και επιφυλλίδων στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο Τύπο, επί δεκαετίες.

    Είναι ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος πολλών ελληνικών Επιστημονικών Ενώσεων, μέλος αμερικανικών και ευρωπαϊκών Ενώσεων, ενώ διετέλεσε Πρόεδρος της RILEM (1977–1978), της CEB (1983–1987), του «Model Code 90» (1987–1991), Σύμβουλος του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών (1966–1995) και Εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1976–2000). Έλαβε πολλές τιμητικές διακρίσεις: Είναι Επίτιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νανκίν (1985), Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Λιέγης (1986), Fellow του American Concrete Institute (1986), Επίτιμος Πρόεδρος της CEB (1988), Επίτιμο Μέλος της RILEM (1989), της CIAS (1998), του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (1999), της CICOP (2001), Επίτιμος Διδάκτωρ του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου (2001), Μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Τορίνο (2004), Επίτιμος Πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας (2004), Επίτιμο Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (2008), Επίτιμος Διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2010), Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Κύπρου (2013), Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχoλής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (2014) και Επίτιμος Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου (2017). Τιμήθηκε, επίσης, με το Μετάλλιο της Πόλεως των Παρισίων (1986), και τον Ιανουάριο του 2014 με το International Award of Merit in Structural Engineering. Το 17ο Παγκόσμιο Συνέδριο Αντισεισμικής (Ιαπωνία, 2020–2021) του απέδωσε τη διάκριση «Legendary Old Master».

  • Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ CHANDRASEKHAR ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

    Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ CHANDRASEKHAR ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

    Freeman Dyson

    Μετάφραση: Βαρβάρα Πετανίδου

    Από τη στιγμή που η κοινότητα της αστροφυσικής είχε έρθει αντιμέτωπη με έναν υπολογισμό που έκανε ένας δεκαεννιάχρονος φοιτητής κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών του σπουδών, οι ουρανοί δεν θα μπορούσαν ποτέ ξανά να θεωρηθούν ως μια τέλεια και ήρεμη κτήση.Το 1946 ο Subrahmanyan Chandrasekhar έδωσε μια ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο με τίτλο «Ο επιστήμονας»1. Ήταν 35 ετών, λιγότερο από τα μισά της ζωής του και λιγότερο από το ένα τρίτο της καριέρας του ως επιστήμονας, αλλά ήδη προβληματιζόταν βαθιά για το νόημα και τον σκοπό του έργου του. Η ομιλία του ήταν μία από τη σειρά δημόσιων διαλέξεων που διοργάνωσε ο Robert Hutchins, τότε πρύτανης του πανεπιστημίου. Ο κατάλογος των ομιλητών είναι εντυπωσιακός και περιελάμβανε τους Frank Lloyd Wright, Arnold Schoenberg και Marc Chagall. Αυτή η λίστα αποδεικνύει δύο πράγματα. Δείχνει ότι ο Hutchins ήταν ένας διοργανωτής εκδηλώσεων με αξιοσημείωτες δυνάμεις πειθούς, και ότι αναγνώριζε ήδη τον Chandra ως έναν καλλιτέχνη παγκόσμιας κλάσης, του οποίου  το μέσο τυχαίνει να είναι οι θεωρίες του σύμπαντος και όχι η μουσική ή η ζωγραφική. Λέω «Chandra» επειδή αυτό είναι το όνομα με το οποίο τον αποκαλούσαν οι φίλοι του όσο ζούσε.

    ΒΑΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

    Ο Chandra ξεκίνησε την ομιλία του με την περιγραφή δύο ειδών επιστημονικής έρευνας. «Θέλω να επιστήσω την προσοχή σας σε μια ευρεία διαίρεση των φυσικών επιστημών που πρέπει να έχετε κατά νου, τη διαίρεση σε βασική επιστήμη και παράγωγη επιστήμη. Η βασική επιστήμη επιδιώκει να αναλύσει την τελική σύσταση της ύλης και τις βασικές έννοιες του χώρου και του χρόνου. Η παράγωγη επιστήμη, από την άλλη πλευρά, ασχολείται με την ορθολογική ταξινόμηση των πολυποίκιλων πτυχών των φυσικών φαινομένων με βάση τις βασικές έννοιες».

    Ως παραδείγματα βασικής επιστήμης, ο Chandra ανέφερε την ανακάλυψη του ατομικού πυρήνα από τον Ernest Rutherford και την ανακάλυψη του νετρονίου από τον James Chadwick. Κάθε μία από αυτές τις ανακαλύψεις έγινε με ένα απλό πείραμα που αποκάλυψε την ύπαρξη ενός βασικού δομικού στοιχείου του σύμπαντος. Ο Rutherford ανακάλυψε τον πυρήνα εκτοξεύοντας σωματίδια άλφα σε ένα λεπτό φύλλο χρυσού και παρατηρώντας ότι ορισμένα από τα σωματίδια αναπήδησαν πίσω. Ο Chadwick ανακάλυψε το νετρόνιο εκτοξεύοντας σωματίδια άλφα προς ένα στόχο βηρυλλίου παρατηρώντας ότι η προέκυπτε μια ουδέτερη ηλεκτρικά ακτινοβολία η οποία συγκρουόταν με τους πυρήνες του βηρυλλίου με τον τρόπο που αναμενόταν για ένα τεράστιο ουδέτερο σωματίδιο δίδυμο του πρωτονίου. Ως παράδειγμα παράγωγης επιστήμης, ο Chandra ανέφερε την ανακάλυψη του Edmond Halley, το 1705, ότι ο κομήτης που σήμερα φέρει το όνομά του εμφανιζόταν περιοδικά στον ουρανό τουλάχιστον τέσσερις φορές στην καταγεγραμμένη ιστορία και ότι η ελλειπτική τροχιά του περιγράφεται από τον νόμο της βαρύτητας του Νεύτωνα. Σημείωσε επίσης την ανακάλυψη του William Herschel το 1803 ότι οι τροχιές των διπλών αστρικών συστημάτων καθορίζονται από τον ίδιο νόμο της βαρύτητας που ισχύει και πέρα από το ηλιακό μας σύστημα. Οι παρατηρήσεις του Halley και του Herschel δεν αποκάλυψαν νέα δομικά στοιχεία, αλλά διεύρυναν σημαντικά το φάσμα των φαινομένων που η βασική επιστήμη του Νεύτωνα μπορούσε να εξηγήσει.Το SS Pilsna, μέλος του στόλου της εταιρείας Lloyd Triestino, ταξίδεψε από την Ινδία στην Ευρώπη στις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1930 ο Subrahmanyan Chandrasekhar ταξίδεψε με το πλοίο για να σπουδάσει με τον Ralph Fowler στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Καθ’ οδόν, βελτίωσε έναν προηγούμενο υπολογισμό του Fowler- το λεγόμενο όριο Chandrasekhar που συνεπάγεται ότι ο νέος υπολογισμός θα είχε βαθιές συνέπειες.(© Penelope Fowler. Ευγενική παραχώρηση της Ιστορικής Φωτογραφίας της Κίνας, Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ).Ο Chandra περιέγραψε επίσης τα συγκεκριμένα παραδείγματα βασικής και παράγωγης επιστήμης που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δική του πνευματική ανάπτυξη. Το 1926, όταν ο Chandra ήταν 15 ετών, αλλά ήδη φοιτητής φυσικής στο Presidency College στο Madras (σημερινό Chennai) της Ινδίας, ο Enrico Fermi και ο Paul Dirac ανακάλυψαν ανεξάρτητα τις βασικές έννοιες της στατιστικής Fermi-Dirac: εάν ένα σύνολο ηλεκτρονίων είναι κατανεμημένο σε έναν αριθμό κβαντικών καταστάσεων, κάθε κβαντική κατάσταση μπορεί να καταληφθεί το πολύ από ένα ηλεκτρόνιο και η πιθανότητα να καταληφθεί μια κατάσταση είναι απλή συνάρτηση της θερμοκρασίας. Αυτές οι βασικές ιδιότητες των ηλεκτρονίων αποτέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της νεογέννητης επιστήμης της κβαντομηχανικής. Άνοιξαν το δρόμο για τη λύση ενός από τα διάσημα άλυτα προβλήματα της φυσικής συμπυκνωμένης ύλης, εξηγώντας γιατί οι ειδικές θερμότητες των στερεών υλικών μειώνονται με τη θερμοκρασία και μηδενίζονται γρήγορα καθώς η θερμοκρασία μηδενίζεται.Ο Ralph Fowler, εδώ σε μια φωτογραφία του 1931, έγραψε την πρωτοποριακή εργασία που εξηγούσε τις ιδιότητες των άστρων λευκών νάνων και ενέπνευσε τον επαναστατικό υπολογισμό του Subrahmanyan Chandrasekhar. Ο Fowler και άλλοι σημαντικοί  Άγγλοι αστροφυσικοί δεν αποδέχθηκαν την εγκυρότητα της νέας εργασίας. (Η φωτογραφία είναι ευγενική προσφορά του οπτικού αρχείου Emilio Segrè του AIP, V. Ya. Frenkel).Δύο χρόνια μετά τη συνάντησή του με τον Sommerfeld, στην ώριμη ηλικία των 19 ετών, ο Chandra ταξίδεψε με το ατμόπλοιο Pilsna για να εγγραφεί ως μεταπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Εκεί επρόκειτο να συνεργαστεί με τον Ralph Fowler, ο οποίος είχε χρησιμοποιήσει τη στατιστική Fermi-Dirac για να εξηγήσει τις ιδιότητες των λευκών νάνων – άστρων που έχουν εξαντλήσει τα αποθέματα πυρηνικής ενέργειας καίγοντας υδρογόνο για να δημιουργήσουν ήλιο ή άνθρακα και οξυγόνο. Οι λευκοί νάνοι καταρρέουν βαρυτικά σε μια πυκνότητα πολλές χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από την κανονική ύλη και στη συνέχεια ψύχονται αργά εκπέμποντας την εναπομένουσα θερμότητα. Ο θρίαμβος της παράγωγης επιστήμης του Fowler περιελάμβανε τον υπολογισμό της σχέσης μεταξύ της πυκνότητας και της μάζας ενός λευκού νάνου, και το αποτέλεσμά του συμφωνούσε καλά με τις λιγοστές παρατηρήσεις που ήταν διαθέσιμες εκείνη την εποχή. Με τα παραδείγματα του Sommerfeld και του Fowler να τον ενθαρρύνουν, ο Chandra έπλεε προς την Αγγλία με την πρόθεση να κάνει τη δική του συμβολή στην παράγωγη επιστήμη.

    ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

    Στο Pilsna, ο Chandra βρήκε γρήγορα έναν τρόπο να προχωρήσει μπροστά. Οι υπολογισμοί των Sommerfeld και Fowler είχαν υποθέσει ότι τα ηλεκτρόνια ήταν μη σχετικιστικά σωματίδια που υπάκουαν στους νόμους της Νευτώνειας μηχανικής. Αυτή η υπόθεση ίσχυε σίγουρα για τον Sommerfeld. Τα ηλεκτρόνια στα μέταλλα σε κανονικές πυκνότητες έχουν ταχύτητες πολύ μικρές σε σύγκριση με την ταχύτητα του φωτός. Αλλά για τον Fowler, η υπόθεση της Νευτώνειας μηχανικής δεν ήταν τόσο ασφαλής. Τα ηλεκτρόνια στις κεντρικές περιοχές των άστρων, λευκών νάνων, μπορεί να κινούνται αρκετά γρήγορα ώστε να καθιστούν σημαντικά τα σχετικιστικά φαινόμενα. Έτσι, ο Chandra πέρασε τον ελεύθερο χρόνο του στο σκάφος επαναλαμβάνοντας τον υπολογισμό του Fowler για τη συμπεριφορά ενός λευκού νάνου, αλλά με τα ηλεκτρόνια να υπακούουν στους νόμους της ειδικής σχετικότητας του Αϊνστάιν αντί των νόμων του Νεύτωνα. Ο Fowler είχε υπολογίσει ότι για δεδομένη χημική σύνθεση, η πυκνότητα ενός λευκού νάνου θα ήταν ανάλογη του τετραγώνου της μάζας του. Αυτό ήταν λογικό από διαισθητική άποψη. Όσο μεγαλύτερη μάζα έχει το άστρο, τόσο ισχυρότερη είναι η δύναμη της βαρύτητας και τόσο πιο ισχυρά θα συμπιέζεται το άστρο. Τα αστέρια με μεγαλύτερη μάζα θα ήταν μικρότερα και πιο αμυδρά, γεγονός που εξηγούσε γιατί δεν είχαν παρατηρηθεί λευκοί νάνοι πολύ μεγαλύτερης μάζας από τον Ήλιο.

    Προς μεγάλη του έκπληξη, ο Chandra διαπίστωσε ότι η αλλαγή από τον Νεύτωνα στον Αϊνστάιν έχει σημαντική επίδραση στη συμπεριφορά των λευκών νάνων. Κάνει την ύλη στα αστέρια πιο συμπιεστή, έτσι ώστε η πυκνότητα να γίνεται μεγαλύτερη για ένα αστέρι δεδομένης μάζας. Η πυκνότητα δεν αυξάνεται ταχύτερα καθώς αυξάνεται η μάζα, αλλά τείνει στο άπειρο καθώς η μάζα φτάνει σε μια πεπερασμένη τιμή, το όριο Chandrasekhar. Εφόσον η μάζα του είναι κάτω από το όριο, οι φυσικοί μπορούν να μοντελοποιήσουν έναν λευκό νάνο με σχετικιστικά ηλεκτρόνια και να λάβουν μια μοναδική σχέση μάζας-πυκνότητας. Δεν υπάρχουν μοντέλα για λευκούς νάνους με μάζα μεγαλύτερη από το όριο Chandrasekhar. Η οριακή μάζα εξαρτάται από τη χημική σύνθεση του αστέρα. Για αστέρια που έχουν κάψει όλο το υδρογόνο τους, είναι περίπου 1,5 φορά η μάζα του Ήλιου.

    Ο Chandra ολοκλήρωσε τον υπολογισμό του πριν φτάσει στην Αγγλία και δεν είχε ποτέ καμία αμφιβολία ότι το συμπέρασμά του ήταν σωστό. Όταν έφτασε στο Κέιμπριτζ και έδειξε τα αποτελέσματά του στον Fowler, αυτός ήταν φιλικός αλλά δεν πείστηκε και δεν θέλησε να υποστηρίξει την εργασία του Chandra για δημοσίευση από τη Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου. Ο Chandra δεν περίμενε την έγκριση του Fowler, αλλά έστειλε μια σύντομη εκδοχή της εργασίας στο επιστημονικό περιοδικό Astrophysical Journal στις ΗΠΑ2.  Το περιοδικό την έστειλε για κρίση στον Carl Eckart, έναν διάσημο γεωφυσικό που δεν γνώριζε πολλά για την αστρονομία. Ο Eckart συνέστησε να γίνει δεκτή και δημοσιεύθηκε ένα χρόνο αργότερα. Ο Chandra είχε ψυχραιμία. Δεν επιθυμούσε να εμπλακεί σε δημόσιο πόλεμο με τους Βρετανούς ακαδημαϊκούς, οι οποίοι απέτυχαν να κατανοήσουν τα επιχειρήματά του. Δημοσίευσε το έργο του σιωπηλά σε ένα έγκριτο αστρονομικό περιοδικό και στη συνέχεια περίμενε υπομονετικά να αναγνωρίσει η επόμενη γενιά αστρονόμων τη σημασία του. Εν τω μεταξύ, θα παρέμενε σε φιλικές σχέσεις με τον Fowler και το υπόλοιπο βρετανικό ακαδημαϊκό κατεστημένο και θα έβρισκε άλλα προβλήματα παράγωγης επιστήμης, όπου η γνώση των μαθηματικών και της φυσικής θα του επέτρεπε να επιλύσει.

    Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

    Οι αστρονόμοι είχαν καλό λόγο το 1930 να αντιδράσουν με σκεπτικισμό στα αποτελέσματα του Chandra. Οι συνέπειες της ανακάλυψης μιας οριακής μάζας ήταν εντελώς αινιγματικές. Σε όλο τον ουρανό, βλέπουμε μια αφθονία αστέρων που λάμπουν χαρούμενα με μάζες μεγαλύτερες από το όριο αυτό. Ο υπολογισμός του Chandra λέει ότι όταν αυτά τα άστρα κάψουν τα πυρηνικά τους καύσιμα, δεν θα υπάρχουν καταστάσεις ισορροπίας στις οποίες θα μπορούν να ψυχθούν. Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει ένα αστέρι μεγάλης μάζας όταν του τελειώσουν τα καύσιμα; Ο Chandra δεν είχε απάντηση σε αυτό το ερώτημα, ούτε και κανείς άλλος όταν το έθεσε το 1930.

    Η απάντηση ανακαλύφθηκε το 1939 από τον J. Robert Oppenheimer και τον μαθητή του Hartland Snyder. Δημοσίευσαν τη λύση τους σε μια εργασία με τίτλο On Continued Gravitational Contraction3.  Κατά τη γνώμη μου, ήταν η σημαντικότερη συμβολή του Oppenheimer στην επιστήμη. Όπως και η συνεισφορά του Chandra εννέα χρόνια νωρίτερα, ήταν ένα αριστούργημα της παράγωγης επιστήμης, που πήρε μερικές από τις βασικές εξισώσεις του Αϊνστάιν και έδειξε ότι οδηγούν σε εκπληκτικές και απροσδόκητες συνέπειες στον πραγματικό κόσμο της αστρονομίας. Η διαφορά μεταξύ του Chandra και του Oppenheimer ήταν ότι ο Chandra ξεκίνησε με τη θεωρία της ειδικής σχετικότητας του 1905, ενώ ο Oppenheimer με τη θεωρία της γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν του 1915. Το 1939 ο Oppenheimer ήταν ένας από τους λίγους φυσικούς που έπαιρναν στα σοβαρά τη γενική σχετικότητα. Εκείνη την εποχή ήταν ένα θέμα που δεν ήταν της μόδας και ενδιέφερε κυρίως τους φιλοσόφους και τους μαθηματικούς. Ο Oppenheimer ήξερε πώς να τη χρησιμοποιήσει ως εργαλείο εργασίας, για να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με πραγματικά αντικείμενα στον ουρανό.

    Οι Oppenheimer και Snyder αποδέχθηκαν το συμπέρασμα του Chandra ότι δεν υπάρχει κατάσταση στατικής ισορροπίας για ένα ψυχρό αστέρι με μάζα μεγαλύτερη από το όριο Chandrasekhar. Επομένως, η τύχη ενός αστέρα μεγάλης μάζας στο τέλος της ζωής του πρέπει να είναι δυναμική. Επεξεργάστηκαν τη λύση των εξισώσεων της γενικής σχετικότητας για ένα ογκώδες άστρο που καταρρέει κάτω από το ίδιο του το βάρος και ανακάλυψαν ότι το άστρο βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης ελεύθερης πτώσης – δηλαδή, το άστρο συνεχίζει για πάντα να πέφτει προς τα μέσα, προς το κέντρο του. Η γενική σχετικότητα επιτρέπει αυτή την παράδοξη συμπεριφορά επειδή ο χρόνος που μετράει ένας παρατηρητής έξω από το αστέρι τρέχει ταχύτερα από τον χρόνο που μετράει ένας παρατηρητής μέσα στο αστέρι. Ο χρόνος που μετριέται στο εξωτερικό εκτείνεται από το τώρα μέχρι το τέλος του σύμπαντος, ενώ ο χρόνος που μετριέται στο εσωτερικό εκτείνεται μόνο για λίγες ημέρες. Κατά τη διάρκεια της βαρυτικής κατάρρευσης, ο εσωτερικός παρατηρητής βλέπει το άστρο να πέφτει ελεύθερα με μεγάλη ταχύτητα, ενώ ο εξωτερικός παρατηρητής το βλέπει να επιβραδύνεται γρήγορα. Η κατάσταση της μόνιμης ελεύθερης πτώσης είναι, απ’ όσο γνωρίζουμε, η πραγματική κατάσταση κάθε ογκώδους αντικειμένου που έχει ξεμείνει από καύσιμα. Γνωρίζουμε ότι τέτοια αντικείμενα υπάρχουν σε αφθονία στο σύμπαν. Τα ονομάζουμε μαύρες τρύπες.Η ανακάλυψη από τον Subrahmanyan Chandrasekhar μιας οριακής μάζας για έναν ιδανικό λευκό νάνο εμφανίστηκε σε μια δισέλιδη εργασία 7 που δημοσιεύτηκε το 1931. Η οριακή τιμή των 0,9 ηλιακών μαζών είναι διαφορετική από τη σύγχρονη τιμή, η οποία είναι 1,5 ηλιακές μάζες. Η διαφορά προκύπτει από τη χρήση από τον Chandra μιας παρωχημένης εκτίμησης της χημικής σύνθεσης του αστέρα.Μετά από αρκετές δεκαετίες, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η ανακάλυψη της οριακής μάζας από τον Chandra και η ανακάλυψη της μόνιμης ελεύθερης πτώσης από τους Oppenheimer-Snyder αποτέλεσαν σημαντικά σημεία καμπής στην ιστορία της επιστήμης. Οι ανακαλύψεις αυτές σηματοδότησαν το τέλος της αριστοτελικής θεώρησης που κυριαρχούσε στην αστρονομία επί 2000 χρόνια: οι ουρανοί ως το βασίλειο της ειρήνης και της τελειότητας, σε αντίθεση με τη Γη το βασίλειο της διαμάχης και της αλλαγής.

    Οι Chandra και Oppenheimer απέδειξαν ότι ο Αριστοτέλης έκανε λάθος. Σε ένα σύμπαν όπου κυριαρχεί η βαρύτητα, δεν είναι δυνατή η ειρηνική ισορροπία. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, μεταξύ των θεωρητικών ιδεών των Chandra και Oppenheimer, οι συστηματικές παρατηρήσεις του Fritz Zwicky για τις εκρήξεις σουπερνόβα επιβεβαίωσαν ότι ζούμε σε ένα βίαιο σύμπαν4.  Την ίδια δεκαετία, ο Zwicky ανακάλυψε τη σκοτεινή ύλη της οποίας η βαρύτητα κυριαρχεί στη δυναμική των δομών μεγάλης κλίμακας. Μετά το 1939, οι αστρονόμοι εγκατέλειψαν αργά και απρόθυμα το αριστοτελικό σύμπαν, καθώς συσσωρεύονταν όλο και περισσότερα στοιχεία για βίαια γεγονότα στους ουρανούς. Τα ραδιοτηλεσκόπια και τα τηλεσκόπια ακτίνων-Χ αποκάλυψαν ένα σύμπαν γεμάτο κρουστικά κύματα και υψηλής θερμοκρασίας πλάσμα, με άκρως βίαιες εκρήξεις που συνδέονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τις μαύρες τρύπες.

    Κάθε παιδί που μαθαίνει επιστήμη στο σχολείο και κάθε θεατής που παρακολουθεί δημοφιλή επιστημονικά ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση γνωρίζει πλέον ότι ζούμε σε ένα βίαιο σύμπαν. Το «βίαιο σύμπαν» έχει γίνει μέρος της επικρατούσας κουλτούρας. Γνωρίζουμε ότι ένας αστεροειδής συγκρούστηκε με τη Γη πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια και προκάλεσε την εξαφάνιση των δεινοσαύρων. Γνωρίζουμε ότι κάθε βαρύ άτομο αργύρου ή χρυσού «μαγειρεύτηκε» στον πυρήνα ενός τεράστιου άστρου πριν εκτοξευθεί στο διάστημα από μια έκρηξη υπερκαινοφανούς. Γνωρίζουμε ότι η ζωή επιβίωσε στον πλανήτη μας για δισεκατομμύρια χρόνια, επειδή ζούμε σε μια ήσυχη γωνιά ενός ήσυχου γαλαξία, μακριά από την εκρηκτική βία που βλέπουμε γύρω από εμάς σε πιο ταραγμένα μέρη του σύμπαντος. Η αστρονομία έχει αλλάξει εντελώς τον χαρακτήρα της τα τελευταία 100 χρόνια. Πριν από έναν αιώνα το κύριο θέμα της αστρονομίας ήταν η εξερεύνηση ενός ήσυχου και αμετάβλητου τοπίου. Σήμερα το κύριο θέμα της είναι να παρατηρεί και να εξηγεί τα ουράνια πυροτεχνήματα που είναι η απόδειξη βίαιων αλλαγών. Αυτός ο ριζικός μετασχηματισμός στην εικόνα που έχουμε για το σύμπαν άρχισε στο καλό πλοίο Pilsna όταν ο δεκαεννιάχρονος Chandra ανακάλυψε ότι δεν μπορεί να υπάρχει σταθερή κατάσταση ισορροπίας για ένα άστρο μεγάλης μάζας.

    ΝΕΕΣ ΙΔΕΕΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

    Πάντα μου φαινόταν παράξενο το γεγονός ότι το έργο των τριών κύριων πρωτοπόρων του βίαιου σύμπαντος – του Chandra, του Oppenheimer και του Zwicky – έτυχε τόσο λίγης αναγνώρισης και καταξίωσης την εποχή που έγινε. Οι ανακαλύψεις αυτές αγνοήθηκαν, εν μέρει, επειδή και οι τρεις πρωτοπόροι προέρχονταν από άτομα εκτός του αστρονομικού επαγγέλματος. Οι επαγγελματίες αστρονόμοι της δεκαετίας του 1930 ήταν συντηρητικοί στην άποψή τους για το σύμπαν και στην κοινωνική τους οργάνωση. Έβλεπαν το σύμπαν ως μια ειρηνική περιοχή που ήξεραν πώς να εξερευνήσουν με τα συνήθη εργαλεία του επαγγέλματός τους. Δεν είχαν την τάση να παίρνουν στα σοβαρά τις αξιώσεις των παρείσακτων με νέες ιδέες και νέα εργαλεία. Ήταν εύκολο για τους αστρονόμους να αγνοήσουν τους διαφορετικούς, επειδή οι νέες ανακαλύψεις δεν ταίριαζαν με τους αποδεκτούς τρόπους σκέψης και οι ανακαλύψεις δεν ταίριαζαν με την καθιερωμένη αστρονομική κοινότητα.

    Εκτός από αυτές τις γενικές εκτιμήσεις, οι οποίες ίσχυαν και για τους τρεις επιστήμονες, μεμονωμένες περιστάσεις συνέβαλαν στην αγνόηση του έργου τους. Για τον Chandra, οι ιδιαίτερες περιστάσεις ήταν οι προσωπικότητες των Arthur Eddington και Edward Arthur Milne, οι οποίοι ήταν οι κορυφαίοι αστρονόμοι στην Αγγλία όταν ο Chandra έφθασε από την Ινδία. Ο Eddington και ο Milne είχαν τις δικές τους θεωρίες για την αστρική δομή στις οποίες πίστευαν ακράδαντα- και οι δύο αυτές θεωρίες ήταν ασυμβίβαστες με τον υπολογισμό του Chandra για την οριακή μάζα. Οι δύο αστρονόμοι αποφάσισαν αμέσως ότι ο υπολογισμός του Chandra ήταν λανθασμένος και δεν αποδέχθηκαν ποτέ τα φυσικά γεγονότα στα οποία βασιζόταν.

    Ο Zwicky αντιμετώπισε μια ακόμη χειρότερη κατάσταση στο Caltech, όπου στο τμήμα αστρονομίας κυριαρχούσαν ο Edwin Hubble και ο Walter Baade. Ο Zwicky ανήκε στο τμήμα φυσικής και δεν είχε επίσημα διαπιστευτήρια ως αστρονόμος. Ο Hubble και ο Baade πίστευαν ότι ο Zwicky ήταν τρελός και αυτός πίστευε ότι αυτοί ήταν ηλίθιοι. Και οι δύο πεποιθήσεις είχαν κάποια βάση στην πραγματικότητα. Ο Zwicky είχε νικήσει τους αστρονόμους στο δικό τους παιχνίδι παρατήρησης του ουρανού, χρησιμοποιώντας μια κάμερα ευρέως πεδίου που μπορούσε να καλύψει τον ουρανό 100 φορές ταχύτερα από ό,τι μπορούσαν να καλύψουν άλλες κάμερες τηλεσκοπίων που υπήρχαν εκείνη την εποχή. Στη συνέχεια ο Zwicky έκανε εχθρό του Baade κατηγορώντας τον ότι ήταν ναζιστής. Ως αποτέλεσμα αυτού και άλλων περιστατικών, οι ανακαλύψεις του Zwicky αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό για τα επόμενα 20 χρόνια.Το παρατηρητήριο ακτίνων-Χ Chandra είναι ένα από τα πολλά τηλεσκόπια που παρακολουθούν το βίαιο σύμπαν. Το Chandra φαίνεται εδώ φορτωμένο στο διαστημικό λεωφορείο Columbia λίγες ημέρες πριν από την εκτόξευσή του στις 23 Ιουλίου 1999. (Ευγενική προσφορά της NASA.)Η αγνόηση της μεγαλύτερης συμβολής του Oppenheimer στην επιστήμη οφείλεται κυρίως σε ένα ατύχημα της ιστορίας. Η εργασία του μαζί με τον Snyder, η οποία καθόριζε σε τέσσερις σελίδες τη φυσική πραγματικότητα των μελανών οπών, δημοσιεύθηκε στο Physical Review την 1η Σεπτεμβρίου 1939, την ίδια ημέρα που ο Αδόλφος Χίτλερ έστειλε τις στρατιές του στην Πολωνία και ξεκίνησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκτός από τον αντιπερισπασμό που δημιούργησε ο Χίτλερ, το ίδιο τεύχος του Physical Review περιείχε τη μνημειώδη εργασία των Niels Bohr και John Wheeler για τη θεωρία της πυρηνικής σχάσης – μια εργασία που περιέγραφε, για όσους μπορούσαν να διαβάσουν ανάμεσα στις γραμμές, τις δυνατότητες της πυρηνικής ενέργειας και των πυρηνικών όπλων5.  Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η κατανόηση των μελανών οπών παραμερίστηκε από τον πιο επείγοντα ενθουσιασμό που έφερε ο πόλεμος και η πυρηνική ενέργεια.

    Καθένας από τους τρεις πρωτοπόρους, μετά από μια σύντομη περίοδο επαναστατικής ανακάλυψης και μια σύντομη δημοσίευση, έχασε το ενδιαφέρον του να αγωνιστεί για την επανάσταση. Ο Chandra απόλαυσε επτά ειρηνικά χρόνια στην Ευρώπη προτού μετακομίσει στην Αμερική, δουλεύοντας κυρίως, χωρίς επαναστατικές συνέπειες, πάνω στη θεωρία των κανονικών αστέρων. Ο Zwicky, αφού ολοκλήρωσε την έρευνα του ουρανού που αποκάλυψε τη σκοτεινή ύλη και διάφορους τύπους υπερκαινοφανών, ασχολήθηκε με στρατιωτικά προβλήματα καθώς άρχιζε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος- τελικά, έγινε ειδικός στην πυραυλική. Ο Oppenheimer, αφού ανακάλυψε τη σημαντικότερη αστρονομική συνέπεια της γενικής σχετικότητας, έστρεψε την προσοχή του στις κοσμικές πυρηνικές εκρήξεις και έγινε διευθυντής του εργαστηρίου στο Λος Άλαμος.

    Όταν προσπάθησα αργότερα να ξεκινήσω μια συζήτηση με τον Oppenheimer σχετικά με τη σημασία των μελανών οπών στην εξέλιξη του σύμπαντος, ήταν τόσο απρόθυμος να μιλήσει γι’ αυτές, όσο και για το έργο του στο Λος Άλαμος. Ο Oppenheimer υπέφερε από μια ακραία μορφή προκατάληψης που επικρατούσε μεταξύ των θεωρητικών φυσικών, υπερεκτιμώντας την καθαρή επιστήμη και υποτιμώντας την παράγωγη επιστήμη. Για τον Oppenheimer, η μόνη δραστηριότητα που άξιζε το ταλέντο ενός πρωτοκλασάτου επιστήμονα, ήταν η αναζήτηση νέων νόμων της φύσης. Η μελέτη των συνεπειών των παλαιών νόμων ήταν μια δραστηριότητα για μεταπτυχιακούς φοιτητές ή τριτοκλασάτους άσχετους. Δεν είχε καμία επιθυμία να επιστρέψει αργότερα στη μελέτη των μελανών οπών, τον τομέα στον οποίο είχε κάνει τη σημαντικότερη συνεισφορά του στην επιστήμη. Πράγματι, ο Oppenheimer θα μπορούσε να συνεχίσει να κάνει σημαντικές συνεισφορές στη δεκαετία του 1950, όταν οι μελανές οπές ήταν ένα θέμα που δεν ήταν της μόδας, αλλά προτίμησε να ακολουθήσει την τελευταία λέξη της μόδας. Ο Oppenheimer και ο Zwicky δεν έζησαν, όπως ο Chandra, αρκετά ώστε να δουν τις επαναστατικές ιδέες τους να υιοθετούνται από μια νεότερη γενιά και να ενσωματώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα της αστρονομίας.

    ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΤΡΙΚΗ ΔΟΜΗ ΣΤΟΝ ΣΑΙΞΠΗΡ

    Ο Chandra αφιέρωνε 5-10 χρόνια σε κάθε τομέα που επιθυμούσε να μελετήσει σε βάθος. Θα χρειαζόταν ένα χρόνο για να κατακτήσει το θέμα, μερικά ακόμη χρόνια για να δημοσιεύσει μια σειρά άρθρων σε περιοδικά που θα κατέρριπταν τα προβλήματα που μπορούσε να λύσει, και στη συνέχεια μερικά ακόμη χρόνια για να γράψει ένα οριστικό βιβλίο που θα εξέταζε το θέμα όπως το άφησε για τους διαδόχους του. Μόλις ολοκλήρωνε το βιβλίο, άφηνε το συγκεκριμένο πεδίο στην ησυχία του και αναζητούσε το επόμενο θέμα προς μελέτη.

    Αυτό το μοτίβο επαναλήφθηκε οκτώ φορές και καταγράφηκε στις ημερομηνίες και τους τίτλους των βιβλίων του Chandra. Το βιβλίο An Introduction to the Study of Stellar Structure (University of Chicago Press, 1939) συνοψίζει το έργο του σχετικά με την εσωτερική δομή των λευκών νάνων και άλλων τύπων αστέρων. Το Principles of Stellar Dynamics (University of Chicago Press, 1942) περιγράφει την εξαιρετικά πρωτότυπη εργασία του σχετικά με τη στατιστική θεωρία των αστρικών κινήσεων σε σμήνη και γαλαξίες. Το Radiative Transfer (Clarendon Press, 1950) παρέχει την πρώτη ακριβή θεωρία της μεταφοράς ακτινοβολίας στις αστρικές ατμόσφαιρες. Το βιβλίο Hydrodynamic and Hydromagnetic Stability (Clarendon Press, 1961) παρέχει τα θεμέλια για τη θεωρία όλων των ειδών αστρονομικών αντικειμένων -συμπεριλαμβανομένων των αστέρων, των δίσκων προσαύξησης και των γαλαξιών- που μπορεί να γίνουν ασταθή ως αποτέλεσμα της διαφορικής περιστροφής. Το Ellipsoidal Figures of Equilibrium (Yale University Press, 1969) επιλύει ένα παλιό πρόβλημα βρίσκοντας όλες τις πιθανές διαμορφώσεις ισορροπίας μιας ασυμπίεστης υγρής μάζας που περιστρέφεται στο δικό της βαρυτικό πεδίο. Το πρόβλημα είχε μελετηθεί από τους μεγάλους μαθηματικούς του 19ου αιώνα – Carl Jacobi, Richard Dedekind, Peter Lejeune Dirichlet, και Bernhard Riemann – οι οποίοι δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν ποιες από τις διάφορες διαμορφώσεις ήταν σταθερές. Στην εισαγωγή του βιβλίου του, ο Chandra παρατηρεί,«Τα ερωτήματα αυτά έμελλε να παραμείνουν αναπάντητα για περισσότερα από εκατό χρόνια. Ο λόγος για αυτή την πλήρη παραμέληση πρέπει εν μέρει να αποδοθεί σε μια θεαματική ανακάλυψη του Πουανκαρέ, η οποία οδήγησε όλες τις μεταγενέστερες έρευνες προς κατευθύνσεις που φαίνονταν πλούσιες σε δυνατότητες- αλλά η μακρά αναζήτηση που συνεπαγόταν, αποδείχθηκε τελικά ένα κυνήγι χίμαιρας.»Μετά το έργο με τα ελλειψοειδή σχήματα ακολούθησε ένα κενό 15 ετών μέχρι την εμφάνιση του επόμενου βιβλίου, The Mathematical Theory of Black Holes (Clarendon Press, 1983). Αυτά τα 15 χρόνια ήταν η περίοδος κατά την οποία ο Chandra εργάστηκε πιο σκληρά και εντατικά πάνω στο θέμα που ήταν πιο κοντά στην καρδιά του: την ακριβή μαθηματική περιγραφή των μελανών οπών και των αλληλεπιδράσεών τους με τα περιβάλλοντα πεδία και σωματίδια. Το βιβλίο του για τις μαύρες τρύπες ήταν ο αποχαιρετισμός του στην τεχνική έρευνα, όπως η «Τρικυμία» ήταν ο αποχαιρετισμός του Ουίλιαμ Σαίξπηρ στη συγγραφή θεατρικών έργων. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου, ο Chandra έδωσε διαλέξεις και έγραψε για μη τεχνικά θέματα, για τα έργα του Σαίξπηρ, του Μπετόβεν και του Σέλεϊ και για τη σχέση μεταξύ τέχνης και επιστήμης. Μια συλλογή των διαλέξεών του για το ευρύ κοινό εκδόθηκε το 1987 με τον τίτλο Αλήθεια και Ομορφιά1 (ΣτΜ. Στα ελληνικά έχει εκδοθεί το 1992 από τις εκδόσεις ΕΣΠΙ).

    Κατά τη διάρκεια των ετών της συνταξιοδότησής του, πέρασε μεγάλο μέρος του χρόνου του δουλεύοντας τα Principia του Νεύτωνα. Ο Chandra ανακατασκεύασε κάθε πρόταση και κάθε απόδειξη, μεταφράζοντας τα γεωμετρικά επιχειρήματα του Νεύτωνα στην αλγεβρική γλώσσα που είναι οικεία στους σύγχρονους επιστήμονες. Τα αποτελέσματα της ιστορικής του έρευνας δημοσιεύτηκαν λίγο πριν από το θάνατό του στο τελευταίο του βιβλίο, Newton’s “Principia” for the Common Reader (Clarendon Press, 1995). Για να εξηγήσει γιατί έγραψε το βιβλίο, είπε: «Είμαι πεπεισμένος ότι οι γνώσεις κάποιου για τις Φυσικές Επιστήμες είναι ελλιπείς χωρίς τη μελέτη των Principia με τον ίδιο τρόπο που οι γνώσεις κάποιου για τη Λογοτεχνία είναι ελλιπείς χωρίς τη γνώση του Σαίξπηρ».6

    Το έργο του Chandra για τις μαύρες τρύπες ήταν το πιο δραματικό παράδειγμα της δέσμευσής του στην παράγωγη επιστήμη ως εργαλείο για την κατανόηση της φύσης.

    Η βασική μας κατανόηση της φύσης του χώρου και του χρόνου στηρίζεται σε δύο θεμέλια: πρώτον, στις εξισώσεις της γενικής σχετικότητας που ανακάλυψε ο Αϊνστάιν και δεύτερον, στις λύσεις για μελανές οπές αυτών των εξισώσεων που ανακάλυψαν ο Karl Schwarzschild και ο Roy Kerr και διερεύνησε σε βάθος ο Chandra. Η καταγραφή των βασικών εξισώσεων είναι ένα μεγάλο βήμα προς την κατανόηση, αλλά δεν αρκεί. Για να φτάσουμε σε μια πραγματική κατανόηση του χώρου και του χρόνου, είναι απαραίτητο να κατασκευάσουμε λύσεις των εξισώσεων και να εξερευνήσουμε όλες τις απροσδόκητες συνέπειές τους. Ο Chandra δεν είπε ποτέ ότι κατάλαβε περισσότερα για τον χώρο και τον χρόνο από τον Αϊνστάιν, αλλά κατάλαβε. Όσο ο Αϊνστάιν δεν αποδεχόταν την ύπαρξη των μελανών οπών, η κατανόηση του χώρου και του χρόνου δεν ήταν καθόλου πλήρης.

    Όταν ήμουν φοιτητής στο Κέιμπριτζ, σπούδασα με τον φίλο του Chandra, Godfrey Hardy, έναν καθαρόαιμο μαθηματικό που συμμεριζόταν τις απόψεις του Chandra για τον βρετανικό ιμπεριαλισμό και την ινδική πολιτική. Όταν ήρθα, ο Hardy ήταν γέρος και περνούσε τον περισσότερο χρόνο του γράφοντας βιβλία. Με την αλαζονεία της νιότης, ρώτησα τον Hardy γιατί σπαταλούσε τον χρόνο του γράφοντας βιβλία αντί να κάνει έρευνα. Ο Hardy απάντησε: «Οι νέοι πρέπει να αποδεικνύουν θεωρήματα. Οι γέροι πρέπει να γράφουν βιβλία». Αυτή ήταν μια καλή συμβουλή που δεν έχω ξεχάσει ποτέ. Την ακολούθησε και ο Chandra. Δεν ξέρω αν την έμαθε από τον Hardy.

    Αυτό το άρθρο βασίζεται σε μια ομιλία που έδωσα στο Συμπόσιο για την εκατονταετηρίδα του Chandrasekhar στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο στις 16 Οκτωβρίου 2010.ΑΝΑΦΟΡΕΣ
    1. Chandrasekhar, S., 1987. Truth and Beauty: Aesthetics and Motivations in Science, Chicago: U.Chicago Press.
    2. Chandrasekhar, S., 1931. The Maximum Mass of Ideal White Dwarfs. J. 74, 81. https://doi.org/10.1086/143324
    3. R. Oppenheimer, J., R., and Snyder. H., 1939. On Coninued Gravitational Contraction. Phys. Rev. 56, 455 (1939). https://doi.org/10.1103/PhysRev.56.455
    4. See, for example, Zwicky, F., 1957. Morphological Astronomy, Berlin: Springer Springer, sec. 8 and 9.
    5. Bohr, N., and J. A. Wheeler, , A., 1939. The Mechanism of Nuclear Fission. Phys. Rev. 56, 426. https://doi.org/10.1103/PhysRev.56.426
    6. Chandrasekhar, S., 1994. On reading Newton’s Principia at age past eighty. Sci. 67, 495.
    7. Αναφορά 2, ανατυπωμένη στο Wali, K., C., 2001. A Quest for Perspectives: Selected Works of S. Chandrasekhar, with Commentary, 1, London: Imperial College Press, p. 13.

    Ο Freeman Dyson είναι συνταξιούχος καθηγητής στο Institute for Advanced Study στο Princeton του New Jersey.ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Reproduced from Chandrasekhar’s role in 20th-century science Physics Today 63 (12), 44–48 (2010); https://doi.org/10.1063/1.3529001, with the permission of the American Institute of Physics.”

  • Oμιλία Στέργιου Χατζηκυριακίδη – «Μεγάλα Μοντέλα, Μεγάλες Δυνατότητες,  Μεγάλες Ευθύνες»

    Oμιλία Στέργιου Χατζηκυριακίδη – «Μεγάλα Μοντέλα, Μεγάλες Δυνατότητες, Μεγάλες Ευθύνες»

    Το InScience.gr σας παρουσιάζει την ομιλία του καθηγητή Υπολογιστικής Νοημοσύνης στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Στέργιου Χατζηκυριακίδη, με τίτλο: «Μεγάλα Μοντέλα, Μεγάλες Δυνατότητες, Μεγάλες Ευθύνες», που διοργανώθηκε την Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025.Περίληψη: 

    Σε αυτήν την ομιλία επιχειρείται μια ιστορική αναδρομή της Υπολογιστικής Γλωσσολογίας, της Επεξεργασίας Φυσικής Γλώσσας, και εν μέρει και της Τεχνητής Νοημοσύνης, ιχνηλατώντας το ερευνητικό μονοπάτι που οδηγεί στα σημερινά συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης. Παρακολουθούμε την εξέλιξη του πεδίου από τις πρώιμες συμβολικές προσεγγίσεις μέχρι τις σύγχρονες αρχιτεκτονικές βαθείας μάθησης στις οποίες είναι βασισμένα τα σημερινά Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα.

    Στη συνέχεια παρουσιάζουμε μια σειρά από χρήσεις αυτών των μοντέλων από πολύ απλές (συγγραφή μέιλ), μέχρι αρκετά σύνθετες (στήσιμο ολόκληρων υπολογιστικών εφαρμογών). Συνεχίζουμε με μια σειρά από ερευνητικά ζητήματα αιχμής στην έρευνα για τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα, την καταπολέμηση των ψευδαισθήσεων μέσω διαφόρων τεχνικών αιχμής όπως η Επαυξημένη Ανάκληση (Augemented Generation), η ανάγκη για εξηγησιμότητα και η υπόσχεση για μια επόμενη γενιά Νευροσυμβολικών μοντέλων που θα είναι ικάνα να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα. Συζητούμε επίσης την ανάγκη ανάπτυξης τέτοιων μοντέλων για γλώσσες με λιγότερους πόρους και συζητούμε λίγο το τοπίο των ελληνικών Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων καθώς, τις διαλεκτικές τους ικανότητες και τις εγγενείς μεροληψίες τους.

    Καταλήγουμε συζητώντας μια σειρά από κοινωνικοπολιτικά και ηθικά ζητήματα που εγείρει το καινούριο αυτό τεχνολογικό τοπίο: το οικολογικό αποτύπωμα των μοντέλων, τη συγκέντρωση της έρευνας στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, την απειλή της παραπληροφόρησης, και τις επιπτώσεις στην αγορά εργασίας.ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:

    Ο Στέργιος Χατζηκυριακίδης γεννήθηκε στα Γρεβενά το 1980. Είναι καθηγητής Υπολογιστικής Γλωσσολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Τελείωσε το τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ με ειδίκευση στη Γλωσσολογία. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στην Υπολογιστική Γλωσσολογία στο King’s College του Λονδίνου και εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο ίδιο πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί στο Royal Holloway, University of London, στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας (CNRS), στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ. Πριν αναλάβει καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, διετέλεσε Αναπληρωτής Διευθυντής του Κέντρου Γλωσσολογικής Θεωρίας και Πιθανοκρατικών Σπουδών (CLASP). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα βρίσκονται στην τομή μεταξύ του NLP και της Θεωρητικής Γλωσσολογίας. Μερικά από τα θέματα στα οποία έχει εργαστεί είναι η Συνεπαγωγή Φυσικής Γλώσσας, η Υπολογιστική Διαλεκτολογία, η Θεωρητική Σημασιολογία με θεωρίες τύπων και η υπολογιστική τους επέκταση, η Πιθανοκρατική Σημασιολογία, η Μοντελοποίηση Διαλόγου, και η αλληλεπίδραση μεταξύ Λογικών/Συμβολικών Μεθόδων και Μηχανικής Μάθησης/Βαθιάς Μάθησης για το NLP.

    Κεφάλαια της Ομιλίας

    00:00:19 Εισαγωγή – Χαιρετισμός

    00:03:47 Ομιλία

    00:54:13 Ερωτήσεις

    00:54:34 Έχουμε αυτήν την στιγμή κάποιον κοινά αποδεκτό ορισμό για την νοημοσύνη; Πώς τεστάρουμε για νοημοσύνη αυτήν την στιγμή; Υπάρχει εξέλιξη στα τεστ νοημοσύνης καθώς εξελίσσονται και τα LLMs;

    00:55:38 Ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις για την ανάπτυξη LLMs σε γλώσσες με λιγότερους πόρους, όπως τα ελληνικά;.

    00:58:43 Πώς επηρεάζει η συγκέντρωση της έρευνας στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης;

    01:01:10 Είστε μάχιμος ακαδημαϊκός. Πως η ΤΝ επηρεάζει το χαρακτήρα του μαθήματος, της εξέτασης και αξιολόγησης των φοιτητών ειδικά στις εργασίες οι οποίοι έχουν πλέον ένα τόσο ισχυρό εργαλείο στα χέρια τους;

    01:07:18 Οι δυνατότητες κατανόησης κειμένου μέσω των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων μπορούν να αντικαταστήσουν μεθόδους όπως την Ανάλυση Περιεχομένου (Ποιοτική Ανάλυση Περιεχομένου, Κριτική Ανάλυση Λόγου στις διάφορες κατευθύνσεις της κ.λπ.); Είναι ήδη σε αυτό το επίπεδο μήπως; Χρησιμοποιούνται στην έρευνα και θεωρούνται έγκυρα τα δεδομένα της ανάλυσής τους;

    01:09:33 Απολογισμός

  • Ομιλία Δρ. Μαρίας Παπαδοπούλου – «Η Τεχνητή Νοημοσύνη συναντά τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες»

    Ομιλία Δρ. Μαρίας Παπαδοπούλου – «Η Τεχνητή Νοημοσύνη συναντά τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες»

    Το InScience.gr σας παρουσιάζει την ομιλία της επίκουρης καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Δρ. Μαρίας Παπαδοπούλου με θέμα «Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ» , που διοργανώθηκε την Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025.

    Περίληψη: Το TALOS AI4SSH είναι ένα νέο ερευνητικό εργαστήριο του Πανεπιστημίου Κρήτης, αφιερωμένο στην Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) για τις Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες (SSH). Εδρεύει στο Κέντρο Ερευνών και Μελετών (ΚΕΜΕ-ΠΚ) στο Ρέθυμνο και υλοποιείται με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του προγράμματος TALOS ERA Chair. Υπό την καθοδήγηση του Καθηγητή Τεχνητής Νοημοσύνης Christophe Roche, το TALOS στοχεύει στην ενίσχυση της ψηφιακής τεχνογνωσίας ερευνητών/τριών και φοιτητών/τριών στις Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες, με έμφαση στις τεχνολογίες ΤΝ. Το Εργαστήριο ΤΑΛΩΣ επιδιώκει να ενισχύσει τη διασύνδεση της ΤΝ με την έρευνα και την εκπαίδευση στις Ανθρωπιστικές & Κοινωνικές Επιστήμες (ΑΚΕ), δημιουργώντας ένα δυναμικό οικοσύστημα καινοτομίας και συμβάλλοντας στην ανάπτυξη καινοτόμων ερευνητικών και εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών. Προσφέρει καινοτόμα προγράμματα σπουδών στην ΤΝ για τις ΑΚΕ σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, υβριδικά πρακτικά σεμινάρια (δείτε τα στο YouTube!), Ανοιχτά Διαδικτυακά Μαθήματα (MOOC), διδακτορικές και μεταδιδακτορικές υποτροφίες, καθώς και των υποτροφιών κινητικότητας (mobility grants) για την προσέλκυση κορυφαίων ερευνητών και την ενίσχυση των διεθνών και διεπιστημονικών συνεργασιών στο πεδίο της ΤΝ για τις ΑΚΕ.

    ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Η Δρ. Μαρία Παπαδοπούλου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στις Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες και την Κλασική Φιλολογία στο Τμήμα Φιλολογίας (Τομέας Κλασικών Σπουδών) του Πανεπιστημίου Κρήτης. Διευθύνει το Εργαστήριο ΤΑΛΩΣ, το οποίο εστιάζει στην έρευνα στην ΤΝ και την καινοτομία στις Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες (ΑΚΕ). Έχει Διδακτορικό δίπλωμα στην Κλασική Φιλολογία από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Μεταπτυχιακό στη Γλωσσολογία από το Πανεπιστήμιο Lancaster (Ηνωμένο Βασίλειο). Έχει λάβει σημαντικές υποτροφίες και ερευνητική χρηματοδότηση, μεταξύ των οποίων: Marie Skłodowska-Curie Fellowship (Ευρωπαϊκή Ένωση) και Seeger Fellowship (Πανεπιστήμιο Princeton). Έχει εργαστεί στα Πανεπιστήμια Κοπεγχάγης και Σαβοΐας και είναι επισκέπτρια καθηγήτρια στα Πανεπιστήμια Liaocheng και Nanjing University of Aeronautics and Astronautics (Κίνα). Η έρευνά της εστιάζει στην Ελληνιστική γραμματεία και τη σύνδεση ανθρωπιστικών επιστημών με την πληροφορική, αξιοποιώντας τις μεθόδους της ΤΝ για την ανάλυση των αρχαίων κειμένων. Έχει δημοσιεύσει πάνω από 40 επιστημονικά άρθρα σε αναγνωρισμένα περιοδικά, καθώς και το εγχειρίδιο «Δεξιότητες του 21ου Αιώνα και Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες» (Αθήνα: Εκδόσεις Ηρόδοτος, 2023).

    Κεφάλαια της Ομιλίας

    00:00:21 Εισαγωγή – Χαιρετισμός

    00:04:16 Ομιλία

    00:55:30 Ερωτήσεις

    00:56:02 Τι σημαίνει σημασιολογική σήμανση και τι μεταδεδομένα;

    00:59:39 Ποιες ηθικές και κοινωνικές επιπτώσεις αναδύονται από τη χρήση αλγορίθμων ΤΝ σε ευαίσθητες ανθρωπιστικές εφαρμογές (π.χ. ψηφιακή κληρονομιά, γλωσσολογία);

    01:03:47 Πώς μπορεί το πρόγραμμα TALOS AI4SSH να αξιοποιήσει τεχνικές επεξεργασίας φυσικής γλώσσας για την ψηφιακή αποκατάσταση και ανάλυση αρχαιοελληνικών κειμένων;

    01:05:22 Θα μπορούσε το Εργαστήριο Τάλως να συνάψει μνημόνιο συνεργασίας με σχολείο όπου διδάσκονται μαθητές/μαθήτριες Ομάδας Προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών;

    01:06:50 Με ποιον τρόπο τα MOOCs που προσφέρει το TALOS μπορούν να γεφυρώσουν το έλλειμμα γνώσης μεταξύ ΑΕΙ και επαγγελματιών των Ανθρωπιστικών & Κοινωνικών Επιστημών;

    01:08:59 Ποιος είναι ο αντίκτυπος των υποτροφιών κινητικότητας (mobility grants) του TALOS στην προσέλκυση κορυφαίων διεθνών ερευνητών και στην ανάπτυξη διεθνών συνεργασιών στον χώρο της AI4SSH;

    01:12:00 Επίλογος

    ΔΙΑΦΑΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ

  • ΤΑ ΓΟΝΙΔΙΑ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ – Πώς ο οργανισμός καταπολεμά τις ασθένειες, ασκεί έλξη στους άλλους ανθρώπους και μας ορίζει ως άτομα

    ΤΑ ΓΟΝΙΔΙΑ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ – Πώς ο οργανισμός καταπολεμά τις ασθένειες, ασκεί έλξη στους άλλους ανθρώπους και μας ορίζει ως άτομα

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

    DANIEL M. DAVIS

    Μετάφραση: Χριστίνα Ευτύχη
    Επιστημονική επιμέλεια: Αναστάσιος Ε. Γερμενής
    Σχεδίαση εξωφύλλου: Ιάκωβος Ουρανός

    ISBN 978-618-230-122-7
    Διαστάσεις: 14 x 21 cm
    Αριθμός σελίδων: 392
    Τιμή: € 24
    Έτος έκδοσης: 2025Περιγραφή

    Τα περισσότερα γονίδια του ανθρώπου είναι κοινά σε όλους μας. Υπάρχει όμως ένα σύνολο γονιδίων —τα γονίδια συμβατότητας— που παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές από άτομο σε άτομο, προσδίδοντας στον καθένα μας μια μοναδική μοριακή υπογραφή. Τα γονίδια αυτά όχι μόνο καθορίζουν την ευαισθησία μας σε ένα ευρύ φάσμα ασθενειών αλλά επηρεάζουν επίσης τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους τις καταπολεμούμε.

    Στο βιβλίο αυτό, ο διακεκριμένος ανοσολόγος Daniel M. Davis αφηγείται την αξιοθαύμαστη ιστορία της ανακάλυψης των γονιδίων συμβατότητας και το πώς δεκαετίες υπομονετικής επιστημονικής έρευνας, διανθισμένες με στιγμές αληθινής έμπνευσης, αποκάλυψαν τον τρόπο λειτουργίας τους. Σκιαγραφεί τα πορτρέτα επιστημόνων που δούλεψαν σκληρά για να ξεκλειδώσουν τα μυστικά των γονιδίων αυτών και μοιράζεται μαζί μας μοναδικές ιστορίες ασθενών που επέζησαν από σοβαρές νόσους. Καταλήγοντας, διατυπώνει μια σειρά από συναρπαστικά συμπεράσματα, όπως π.χ. ότι βρίσκουμε τους άλλους περισσότερο ή λιγότερο γοητευτικούς ανάλογα με τα γονίδια συμβατότητάς τους, ότι η καλωδίωση μεταξύ ορισμένων νευρώνων του εγκεφάλου μας συντηρείται ή διαταράσσεται ανάλογα με τη δράση των γονιδίων συμβατότητας και ότι τα γονίδια αυτά ενδεχομένως επηρεάζουν την πιθανότητα ενός ζευγαριού για επιτυχημένη κύηση. Όπως φαίνεται, λοιπόν, ένας μικρός αριθμός κληρονομήσιμων γονιδίων μπορεί να ασκεί σημαντική επίδραση σε βαθύτατα προσωπικές και καθοριστικές για τη ζωή μας αποφάσεις.

    Η επιστήμη δεν υπήρξε ποτέ πιο μυστηριώδης ή συναρπαστική απ’ ό,τι στην προσπάθεια αποκάλυψης της ανθρώπινης φύσης — και το ξεκλείδωμα των μυστικών των γονιδίων συμβατότητας θα έχει αναμφίβολα σημαντικό αντίκτυπο στην ιατρική πρακτική του 21ου αιώνα.Bιογραφικά Συγγραφέα

    Ο Daniel M. Davis είναι Καθηγητής Ανοσολογίας στο Imperial College του Λονδίνου, επικεφαλής του τομέα Επιστημών του Ανθρώπου. Διδάκτορας φυσικής από το Πανεπιστήμιο του Strathclyde, στη Γλασκώβη, ασχολήθηκε για πρώτη φορά με το ανθρώπινο ανοσιακό σύστημα ως μεταδιδακτορικός υπότροφος στο Πανεπιστήμιο Harvard. Μέλος της βρετανικής Ακαδημίας Ιατρικών Επιστημών από το 2011, έχει δημοσιεύσει πάνω από 145 επιστημονικές εργασίες, μεταξύ των οποίων και άρθρα στα περιοδικά Nature, Science και Scientific American. Από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του Η κομψή θεραπεία: Δαμάζοντας τις φυσικές άμυνες του ανθρώπινου οργανισμού (2020˙ The Beautiful Cure: Harnessing Your Body’s Natural Defences, 2018) και Το αθέατο σώμα: Πώς η νέα επιστήμη του ανθρώπινου σώματος αλλάζει τον τρόπο της ζωής μας (2024˙ The Secret Body: How the New Science of the Human Body Is Changing the Way We Live, 2021).

  • WOLFGANG PAULI – Απαγορευτική αρχή και κβαντομηχανική – Διάλεξη Νόμπελ, 13 Δεκεμβρίου, 1946

    WOLFGANG PAULI – Απαγορευτική αρχή και κβαντομηχανική – Διάλεξη Νόμπελ, 13 Δεκεμβρίου, 1946

    Μετάφραση: Βαρβάρα Πετανίδου

    «…για την ανακάλυψη της Απαγορευτικής Αρχής, γνωστής και ως Αρχής του Pauli σύμφωνα με τον Born, η κβαντική μηχανική μας δίνει μόνο μια στατιστική περιγραφή». (Από την προσφώνηση στην τελετή απονομής του βραβείου Nobel, 13 Δεκεμβρίου 1946)»Η ιστορία της ανακάλυψης της «απαγορευτικής αρχής», για την οποία μου απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ το 1945, ξεκινάει από τα φοιτητικά μου χρόνια στο Μόναχο. Ενώ, στο σχολείο της Βιέννης, είχα ήδη αποκτήσει κάποιες γνώσεις κλασικής φυσικής και της νέας, τότε, θεωρίας της σχετικότητας του Αϊνστάιν, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου ο Sommerfeld, με εισήγαγε στη φυσική της δομής του ατόμου – που είναι κάπως παράξενη από την άποψη της κλασικής φυσικής. Δεν ξέφυγα από το σοκ που βίωσε κάθε φυσικός, συνηθισμένος στον κλασικό τρόπο σκέψης, όταν έμαθε για πρώτη φορά το «βασικό αξίωμα της κβαντικής θεωρίας» του Μπορ. Εκείνη την εποχή υπήρχαν δύο προσεγγίσεις στα δύσκολα προβλήματα που συνδέονταν με το κβάντο της δράσης. Η πρώτη ήταν μια προσπάθεια να μπει μια αφηρημένη τάξη στις νέες ιδέες, αναζητώντας ένα κλειδί για τη μετάφραση της κλασικής μηχανικής και της ηλεκτροδυναμικής σε κβαντική γλώσσα που θα αποτελούσε μια λογική γενίκευση αυτών. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε η «αρχή της αντιστοιχίας» του Bohr. Ο Sommerfeld, ωστόσο, προτίμησε, ενόψει των δυσκολιών που εμπόδιζαν τη χρήση της έννοιας των μοντέλων της κινηματικής, μια άμεση ερμηνεία, όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη από τα μοντέλα, των νόμων των φασμάτων μέσω ακεραίων αριθμών, ακολουθώντας, όπως έκανε κάποτε ο Kepler στην έρευνά του για το πλανητικό σύστημα, μια εσωτερική αίσθηση της αρμονίας. Και οι δύο μέθοδοι, που δεν μου φαίνονταν ασυμβίβαστες, με επηρέασαν. Η σειρά των ακέραιων αριθμών 2, 8, 18, 32… που αντιστοιχούν στα μήκη των περιόδων στο φυσικό σύστημα των χημικών στοιχείων, συζητήθηκε με ζήλο στο Μόναχο, συμπεριλαμβανομένης της παρατήρησης του Σουηδού φυσικού Rydberg, ότι οι αριθμοί αυτοί έχουν την απλή μορφή 2n2, αν το n παίρνει όλες τις ακέραιες τιμές. Ο Sommerfeld προσπάθησε ιδιαίτερα να συνδέσει τον αριθμό 8 με τον αριθμό των γωνιών ενός κύβου.

    Μια νέα φάση της επιστημονικής μου ζωής άρχισε, όταν συνάντησα για πρώτη φορά προσωπικά τον Niels Bohr. Αυτό συνέβη το 1922, όταν έδωσε μια σειρά από προσκεκλημένες διαλέξεις στο Γκέτινγκεν, στις οποίες ανέφερε τις θεωρητικές έρευνές του σχετικά με το περιοδικό σύστημα των στοιχείων. Θα υπενθυμίσω μόνο εν συντομία ότι η ουσιαστική πρόοδος που σημειώθηκε από τις θεωρήσεις του Bohr εκείνη την εποχή ήταν η εξήγηση, μέσω του σφαιρικά συμμετρικού ατομικού μοντέλου, του σχηματισμού των ενδιάμεσων στοιβάδων του ατόμου και των γενικών ιδιοτήτων των σπάνιων γαιών. Το ερώτημα, ως προς το γιατί όλα τα ηλεκτρόνια σε ένα άτομο στη θεμελιώδη του κατάσταση δεν ήταν δεσμευμένα στην εσωτερική στιβάδα, είχε ήδη επισημανθεί από τον Bohr ως θεμελιώδες πρόβλημα, στα προηγούμενα έργα του. Στις διαλέξεις του στο Γκέτινγκεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την συμπλήρωση αυτής της εσωτερικότερης στιβάδας Κ στο άτομο του ηλίου και την ουσιαστική σύνδεσή της με τα δύο διακριτά φάσματα του ηλίου, το φάσμα του ορθο- και το φάσμα του παρα-ηλίου. Ωστόσο, καμία πειστική εξήγηση για το φαινόμενο αυτό δεν μπορούσε να δοθεί με βάση την κλασική μηχανική. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι ο Bohr εκείνη την εποχή, και σε μεταγενέστερες συζητήσεις, αναζητούσε μια γενική εξήγηση που θα έπρεπε να ισχύει για την συμπλήρωση κάθε στιβάδας ηλεκτρονίων και στην οποία ο αριθμός 2 θεωρούνταν εξίσου σημαντικός με τον αριθμό 8 σε αντίθεση με την προσέγγιση του Sommerfeld.

    Ακολουθώντας την πρόσκληση του Bohr, πήγα στην Κοπεγχάγη το φθινόπωρο του 1922, όπου κατέβαλα σοβαρή προσπάθεια να εξηγήσω το λεγόμενο «ανώμαλο φαινόμενο Zeeman», όπως ονόμαζαν οι φασματοσκόποι, ένα είδος διαχωρισμού των φασματικών γραμμών σε μαγνητικό πεδίο που διαφέρει από την κανονική τριπλέτα. Από τη μία πλευρά, ο ανώμαλος τύπος διαχωρισμού διεπόταν από όμορφους και απλούς νόμους και ο Landé είχε ήδη καταφέρει να βρει τον απλούστερο διαχωρισμό των φασματοσκοπικών όρων από τον παρατηρούμενο διαχωρισμό των γραμμών. Το πιο θεμελιώδες από τα αποτελέσματά του ήταν, με τον τρόπο αυτό, η χρήση των ημιακέραιων αριθμών ως μαγνητικών κβαντικών αριθμών για τα φάσματα διπλασιασμού των αλκαλικών μετάλλων. Από την άλλη πλευρά, o ανώμαλος διαχωρισμός ήταν δύσκολα κατανοητός από τη σκοπιά του μηχανικού μοντέλου του ατόμου, δεδομένου ότι πολύ γενικές παραδοχές σχετικά με το ηλεκτρόνιο, χρησιμοποιώντας την κλασική θεωρία καθώς και την κβαντική θεωρία, οδηγούσαν πάντα στην ίδια τριπλέτα. Μια πιο λεπτομερής διερεύνηση αυτού του προβλήματος μου άφησε την αίσθηση ότι ήταν ακόμη πιο απρόσιτο. Γνωρίζουμε τώρα ότι εκείνη την εποχή βρισκόταν κανείς αντιμέτωπος ταυτόχρονα με δύο λογικά διαφορετικές δυσκολίες. Ένα βασικό πρόβλημα ήταν η απουσία μιας γενικής αρχής ή «κλείδας» για τη μετάφραση ενός δεδομένου μηχανικού προτύπου στη κβαντική θεωρία. Οι προσπάθειες να επιτευχθεί αυτό μέσω της κλασικής μηχανικής για την περιγραφή των στάσιμων κβαντικών καταστάσεων απέβησαν μάταιες. Η δεύτερη δυσκολία ήταν η άγνοιά μας σχετικά με το κατάλληλο κλασικό πρότυπο, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να προκύψει, έστω και θεωρητικά, ένας ανώμαλος διαχωρισμός των φασματικών γραμμών που εκπέμπονται από ένα άτομο μέσα σε εξωτερικό μαγνητικό πεδίο. Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν μπόρεσα να βρω μια ικανοποιητική λύση του προβλήματος εκείνη τη στιγμή. Κατόρθωσα, ωστόσο, να γενικεύσω την ανάλυση των όρων του Landé για πολύ ισχυρά μαγνητικά πεδία2, μια περίπτωση η οποία, ως αποτέλεσμα του μαγνητο-οπτικού μετασχηματισμού (φαινόμενο Paschen-Back), είναι από πολλές απόψεις απλούστερη. Αυτή η πρώιμη εργασία είχε αποφασιστική σημασία για την εύρεση της απαγορευτικής αρχής.

    Πολύ σύντομα, μετά την επιστροφή μου στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, το 1923, έδωσα εκεί την εναρκτήρια διάλεξή μου ως ιδιώτης διδάσκων (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Privatdozent) για το Περιοδικό Σύστημα των Στοιχείων. Το περιεχόμενο αυτής της διάλεξης δεν μου φάνηκε αρκετά ικανοποιητικό, καθώς το πρόβλημα της πλήρους συμπλήρωσης των ηλεκτρονικών στοιβάδων δεν είχε διευκρινιστεί περαιτέρω. Το μόνο σαφές πράγμα, ήταν ότι πρέπει να υπάρχει μια στενότερη σχέση αυτού του προβλήματος με τη θεωρία της δομής των πολλαπλοτήτων. Προσπάθησα, λοιπόν, να εξετάσω ξανά, με κριτική σκέψη, την απλούστερη περίπτωση της δομής των διπλών γραμμών των φασμάτων των αλκαλίων. Σύμφωνα με την τότε ορθόδοξη άποψη, την οποία είχε υιοθετήσει και ο Bohr στις ήδη αναφερθείσες διαλέξεις του στο Göttingen, μια μη μηδενική στροφορμή του ατομικού πυρήνα υποτίθεται ότι ήταν η αιτία αυτής της δομής των διπλών γραμμών.

    Το φθινόπωρο του 1924 δημοσίευσα μερικά επιχειρήματα εναντίον αυτής της άποψης, την οποία απέρριψα οριστικά ως λανθασμένη και πρότεινα αντί αυτών, την παραδοχή μιας νέας κβαντικής θεώρησης της ιδιότητας του ηλεκτρονίου, την οποία αποκάλεσα «μη κλασικά περιγράψιμo δίτιμο χαρακτήρα»3. Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε μια εργασία του Άγγλου φυσικού Stoner4, η οποία περιείχε, εκτός από βελτιώσεις στην ταξινόμηση των ηλεκτρονίων σε υποομάδες, την ακόλουθη ουσιώδη παρατήρηση: για µια δεδοµένη τιµή του κύριου κβαντικού αριθµού, ο αριθµός των ενεργειακών επιπέδων ενός και µόνο ηλεκτρονίου στο φάσµα των αλκαλίων µετάλλων σε εξωτερικό µαγνητικό πεδίο, είναι ο ίδιος µε τον αριθµό των ηλεκτρονίων στην συμπληρωμένη στιβάδα των σπάνιων αερίων που αντιστοιχεί σε αυτόν τον κύριο κβαντικό αριθµό.

    Με βάση τα προηγούμενα αποτελέσματά μου σχετικά με την ταξινόμηση των φασματικών όρων σε ισχυρό μαγνητικό πεδίο, η γενική διατύπωση της απαγορευτικής αρχής έγινε σαφής για μένα. Η θεμελιώδης ιδέα μπορεί να διατυπωθεί με τον ακόλουθο τρόπο: οι περίπλοκοι αριθμοί των ηλεκτρονίων σε πλήρως κατειλημμένες υποομάδες ανάγονται στον απλό αριθμό ένα, αν η διαίρεση των ομάδων δίνοντας τις τιμές των τεσσάρων κβαντικών αριθμών ενός ηλεκτρονίου προχωρήσει τόσο πολύ ώστε να αρθεί κάθε εκφυλισμός. Μια εντελώς μη εκφυλισμένη ενεργειακή στάθμη είναι ήδη «κατειλημμένη», αν καταλαμβάνεται από ένα μόνο ηλεκτρόνιο- καταστάσεις που έρχονται σε αντίθεση με αυτό το αξίωμα πρέπει να αποκλείονται. Η έκθεση αυτής της γενικής διατύπωσης της απαγορευτικής αρχής έγινε στο Αμβούργο την άνοιξη του 19255, αφού μπόρεσα να επαληθεύσω ορισμένα πρόσθετα συμπεράσματα σχετικά με το ανώμαλο φαινόμενο Zeeman σε πιο περίπλοκα άτομα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο Tübingen με τη βοήθεια του φασματοσκοπικού υλικού που συγκεντρώθηκε εκεί.

    Με εξαίρεση τους ειδικούς στην ταξινόμηση των φασματικών όρων, οι φυσικοί δυσκολεύονταν να κατανοήσουν την απαγορευτική αρχή, δεδομένου ότι ο τέταρτος βαθμός ελευθερίας του ηλεκτρονίου δεν είχε κανένα νόημα από την άποψη ενός μοντέλου. Το κενό καλύφθηκε από την ιδέα των Uhlenbeck και Goudsmit για το σπιν του ηλεκτρονίου6, η οποία κατέστησε δυνατή την κατανόηση του ανώμαλου φαινομένου Zeeman υποθέτοντας απλώς ότι ο κβαντικός αριθμός σπιν ενός ηλεκτρονίου είναι ίσος με 1/2 και ότι το πηλίκο της μαγνητικής ροπής προς τη μηχανική στροφορμή έχει για το σπιν τιμή διπλάσια από εκείνη της συνήθους τροχιάς του ηλεκτρονίου. Από τότε, η απαγορευτική αρχή έχει συνδεθεί στενά με την ιδέα του σπιν. Παρόλο που στην αρχή αμφέβαλλα έντονα για την ορθότητα αυτής της ιδέας λόγω του κλασικού-μηχανικού χαρακτήρα της, τελικά στράφηκα σε αυτήν από τους υπολογισμούς του Thomas7 σχετικά με το μέγεθος του διαχωρισμού της διπλής γραμμής. Από την άλλη πλευρά, οι προηγούμενες αμφιβολίες μου, καθώς και η προσεκτική έκφραση «κλασικά μη περιγράψιμο δίτιμο χαρακτήρα» γνώρισαν μια ορισμένη επαλήθευση κατά τη διάρκεια των μεταγενέστερων εξελίξεων, αφού ο Bohr μπόρεσε να δείξει με βάση την κυματομηχανική ότι το σπιν του ηλεκτρονίου δεν μπορεί να μετρηθεί με πειράματα που μπορούν να περιγραφούν κλασικά (όπως, για παράδειγμα, η εκτροπή μοριακών δεσμών σε εξωτερικά ηλεκτρομαγνητικά πεδία) και επομένως πρέπει να θεωρηθεί ως μια ουσιαστικά κβαντομηχανική ιδιότητα του ηλεκτρονίου8,9.

    Οι μετέπειτα εξελίξεις καθορίστηκαν από την εμφάνιση της νέας κβαντομηχανικής. Το 1925, την ίδια χρονιά που δημοσίευσα την εργασία μου για την απαγορευτική αρχή, ο De Broglie διατύπωσε την ιδέα του για τα υλικά κύματα και ο Heisenberg τη νέα μηχανική μητρών, ενώ τον επόμενο χρόνο ακολούθησε γρήγορα η κυματομηχανική του Schrödinger. Είναι προς το παρόν περιττό να τονιστεί η σημασία και ο θεμελιώδης χαρακτήρας αυτών των ανακαλύψεων, πολύ περισσότερο όταν οι ίδιοι αυτοί οι φυσικοί έχουν εξηγήσει, εδώ στη Στοκχόλμη, το νόημα των κορυφαίων ιδεών τους10. Ούτε ο χρόνος μου επιτρέπει να παρουσιάσω λεπτομερώς τη γενική επιστημολογική σημασία του νέου κλάδου της κβαντομηχανικής, πράγμα που έχει γίνει, μεταξύ άλλων, σε μια σειρά άρθρων του Bohr, χρησιμοποιώντας εδώ την ιδέα της «συμπληρωματικότητας» ως νέα κεντρική έννοια11. Θα υπενθυμίσω μόνο, ότι οι προτάσεις της κβαντομηχανικής αφορούν μόνο τις δυνατότητες και όχι τις πραγματικότητες. Έχουν τη µορφή «Αυτό δεν είναι δυνατόν» ή «Είτε αυτό είτε εκείνο είναι δυνατόν», αλλά ποτέ δεν µπορούν να πουν «Αυτό θα συµβεί πραγµατικά τότε και εκεί». Η πραγματική παρατήρηση εμφανίζεται ως ένα γεγονός εκτός του εύρους περιγραφής μέσω φυσικών νόμων και επιφέρει γενικά μια ασυνεχή επιλογή από τις διάφορες δυνατότητες που προβλέπονται από τους στατιστικούς νόμους της νέας θεωρίας. Μόνο αυτή η εγκατάλειψη των παλαιότερων αξιώσεων, για μια αντικειμενική περιγραφή των φυσικών φαινομένων, ανεξάρτητη από τον τρόπο παρατήρησής τους, κατέστησε δυνατή την επαναφορά της εσωτερικής συνέπειας της κβαντικής θεωρίας, η οποία στην πραγματικότητα είχε χαθεί μετά την ανακάλυψη του κβάντου δράσης από τον Planck. Χωρίς να συζητήσω περαιτέρω την αλλαγή στάσης της σύγχρονης φυσικής απέναντι σε έννοιες όπως η «αιτιότητα» και η «φυσική πραγματικότητα» σε σύγκριση με την παλαιότερη κλασική φυσική, θα συζητήσω πιο συγκεκριμένα στη συνέχεια τη θέση της απαγορευτικής αρχής στη νέα κβαντομηχανική.

    Όπως έδειξε για πρώτη φορά ο Heisenberg12 , η μηχανική κυμάτων οδηγεί σε ποιοτικά συμπεράσματα διαφορετικά για σωματίδια του ίδιου είδους (για παράδειγμα για ηλεκτρόνια) σε σχέση με σωματίδια διαφορετικών ειδών. Ως συνέπεια της αδυναμίας διάκρισης τού ενός από πολλά όμοια σωματίδια, οι κυματοσυναρτήσεις που περιγράφουν το σύνολο ενός συγκεκριμένου αριθμού όμοιων σωματιδίων στον γενικευμένο χώρο καταστάσεων, διαχωρίζονται αυστηρά σε διαφορετικές κατηγορίες συμμετρίας που δεν μπορούν ποτέ να μετασχηματιστούν από τη μία στην άλλη μέσω εξωτερικών διαταραχών. Ο όρος «γενικευμένος χώρος καταστάσεων» περιλαμβάνει τον βαθμό ελευθερίας του σπιν, ο οποίος περιγράφεται στην κυματοσυνάρτηση ενός μεμονωμένου σωματιδίου από έναν δείκτη με πεπερασμένο μόνο αριθμό δυνατών τιμών. Για τα ηλεκτρόνια ο αριθμός αυτός είναι ίσος με δύο. Ο χώρος διαμόρφωσης Ν ηλεκτρονίων έχει, επομένως, 3 Ν διαστάσεις και Ν δείκτες «διπλών τιμών». Μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών συμμετρίας, οι σημαντικότερες (οι οποίες άλλωστε για δύο σωματίδια είναι οι μόνες) είναι η συμμετρική, στην οποία η κυματοσυνάρτηση δεν αλλάζει την τιμή της, όταν οι συντεταγμένες χώρου και σπιν δύο σωματιδίων μετατίθενται αμοιβαία, και η αντισυμμετρική κατηγορία, στην οποία για μια τέτοια μετάθεση, η κυματοσυνάρτηση αλλάζει το πρόσημό της. Σε αυτό το στάδιο της θεωρίας τρεις διαφορετικές υποθέσεις αποδείχθηκαν λογικά δυνατές σχετικά με το πραγματικό σύνολο πολλών ομοειδών σωματιδίων στη Φύση.

    I.    Το σύνολο είναι ένα μείγμα όλων των τύπων συμμετρίας.

    II.   Εμφανίζεται μόνο η περίπτωση συμμετρικών σωματιδίων.

    III.  Εμφανίζεται μόνο η περίπτωση αντισυμμετρικών σωματιδίων.

    Όπως θα δούμε, η πρώτη υπόθεση δεν πραγματοποιείται ποτέ στη Φύση. Επιπλέον, μόνο η τρίτη υπόθεση είναι σύμφωνη με την απαγορευτική αρχή, αφού μια αντισυμμετρική συνάρτηση που περιέχει δύο σωματίδια στην ίδια κατάσταση είναι ταυτοτικά μηδενική. Η υπόθεση ΙΙΙ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως η ορθή και γενική διατύπωση της απαγορευτικής αρχής, σύμφωνα με την κυματομηχανική. Αυτή η δυνατότητα ισχύει πράγματι για τα ηλεκτρόνια.

    Η κατάσταση αυτή μου φάνηκε απογοητευτική από μια σημαντική άποψη. Ήδη στην αρχική μου εργασία είχα τονίσει το γεγονός ότι δεν ήμουν σε θέση να δώσω μια λογική αιτία για την απαγορευτική αρχή ή να την εξάγω από γενικότερες υποθέσεις. Είχα πάντοτε την αίσθηση, και την έχω ακόμη και σήμερα, ότι αυτό είναι μια ανεπάρκεια. Βέβαια, στην αρχή ήλπιζα ότι η νέα κβαντομηχανική, με τη βοήθεια της οποίας ήταν δυνατόν να εξαχθούν τόσοι πολλοί ημι-εμπειρικοί τυπικοί κανόνες που χρησιμοποιούνταν τότε, θα εξαγάγει με αυστηρότητα και την απαγορευτική αρχή. Αντί γι’ αυτήν υπήρχε για τα ηλεκτρόνια ακόμη μια απαγόρευση: όχι πια συγκεκριμένων καταστάσεων, αλλά ολόκληρων τάξεων καταστάσεων, δηλαδή η απαγόρευση όλων των τάξεων που διαφέρουν από την αντισυμμετρική. Η εντύπωση ότι η σκιά κάποιας ατέλειας έπεσε πάνω στο λαμπρό φως της επιτυχίας της νέας κβαντομηχανικής, μου φαίνεται αναπόφευκτη. Θα επανέλθουμε σε αυτό το πρόβλημα όταν θα συζητήσουμε τη σχετικιστική κβαντομηχανική, αλλά επιθυμούμε να δώσουμε πρώτα έναν απολογισμό περαιτέρω αποτελεσμάτων της εφαρμογής της κυματομηχανικής σε συστήματα πολλών ομοειδών σωματιδίων.

    Στην εργασία του, την οποία συζητάμε, ο Heisenberg, μπόρεσε επίσης να δώσει μια απλή εξήγηση για την ύπαρξη των δύο διακριτών φασμάτων του ηλίου που ανέφερα στην αρχή αυτής της διάλεξης. Πράγματι, εκτός από τον αυστηρό διαχωρισμό των κυματοσυναρτήσεων σε τάξεις συμμετρίας ως προς τις συντεταγμένες χώρου και τους δείκτες σπιν μαζί, υπάρχει και ένας προσεγγιστικός διαχωρισμός σε τάξεις συμμετρίας ως προς τις συντεταγμένες χώρου μόνο. Ο τελευταίος ισχύει μόνο, εφόσον μπορεί να παραμεληθεί μια αλληλεπίδραση μεταξύ του σπιν και της τροχιακής κίνησης του ηλεκτρονίου. Με αυτόν τον τρόπο τα φάσματα παρα- και ορθο-ηλίου θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως μέρη της τάξης των συμμετρικών και αντισυμμετρικών κυματοσυναρτήσεων αντίστοιχα, μόνο ως προς τις συντεταγμένες χώρου. Έγινε σαφές ότι η ενεργειακή διαφορά μεταξύ των αντίστοιχων επιπέδων των δύο τάξεων δεν έχει καμία σχέση με τις μαγνητικές αλληλεπιδράσεις, αλλά με μια νέου τύπου, πολύ μεγαλύτερης τάξης μεγέθους, η οποία ονομάζεται ενέργεια ανταλλαγής.

    Πιο θεμελιώδη σημασία έχει η σύνδεση των τάξεων συμμετρίας με γενικά προβλήματα της στατιστικής θεωρίας της θερμότητας. Όπως είναι γνωστό, η θεωρία αυτή οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι η εντροπία ενός συστήματος δίνεται (εκτός από έναν σταθερό παράγοντα) από τον λογάριθμο του αριθμού των κβαντικών καταστάσεων ολόκληρου του συστήματος σε μια λεγόμενη ενεργειακή στοιβάδα. Θα περίμενε κανείς, αρχικά, ότι ο αριθμός αυτός θα έπρεπε να είναι ίσος με τον αντίστοιχο όγκο του πολυδιάστατου χώρου φάσεων διαιρεμένου με hf , όπου h είναι η σταθερά του Planck και f ο αριθμός των βαθμών ελευθερίας ολόκληρου του συστήματος. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι για ένα σύστημα N ομοειδών σωματιδίων, έπρεπε ακόμη να διαιρέσει κανείς αυτό το πηλίκο με το N! προκειμένου να λάβει μια τιμή για την εντροπία, σύμφωνα με τη συνηθισμένη αρχή της ομοιογένειας ότι η εντροπία πρέπει να είναι ανάλογη της μάζας για μια δεδομένη εσωτερική κατάσταση του υλικού. Με αυτόν τον τρόπο, μια ποιοτική διάκριση μεταξύ όμοιων και ανόμοιων σωματιδίων είχε ήδη προαποφασιστεί στη γενική στατιστική μηχανική, μια διάκριση την οποία ο Gibbs προσπάθησε να εκφράσει με τις έννοιες της γενικής και της ειδικής φάσης. Υπό το πρίσμα του αποτελέσματος της κυματομηχανικής σχετικά με τις τάξεις συμμετρίας, αυτή η διαίρεση δια N! , που είχε ήδη προκαλέσει πολλές συζητήσεις, μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί με την αποδοχή μιας από τις υποθέσεις μας II και III, σύμφωνα με τις οποίες η μια τάξη συμμετρίας εμφανίζεται στη Φύση. Η πυκνότητα των κβαντικών καταστάσεων ολόκληρου του συστήματος γίνεται τότε, πραγματικά, μικρότερη κατά έναν παράγοντα N! σε σύγκριση με την πυκνότητα που έπρεπε να αναμένεται σύμφωνα με μια υπόθεση του τύπου Ι που δέχεται όλες τις τάξεις συμμετρίας.

    Ακόμη και για ένα ιδανικό αέριο, στο οποίο η ενέργεια αλληλεπίδρασης μεταξύ των μορίων μπορεί να παραληφθεί, πρέπει να αναμένονται αποκλίσεις από τη συνήθη καταστατική εξίσωση για τον λόγο ότι μόνο μία κατηγορία συμμετρίας είναι δυνατή, μόλις το μέσο μήκος κύματος De Broglie ενός μορίου αερίου γίνει μιας τάξης μεγέθους συγκρίσιμης με τη μέση απόσταση μεταξύ δύο μορίων, δηλαδή για μικρές θερμοκρασίες και μεγάλες πυκνότητες. Για την αντισυμμετρική κατηγορία, οι στατιστικές συνέπειες έχουν εξαχθεί από τους Fermi και Dirac13, ενώ για τη συμμετρική κατηγορία το ίδιο είχε γίνει ήδη πριν από την ανακάλυψη της νέας κβαντομηχανικής από τους Einstein και Bose14. Η πρώτη περίπτωση μπορούσε να εφαρμοστεί στα ηλεκτρόνια ενός μετάλλου και να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία των μαγνητικών και άλλων ιδιοτήτων των μετάλλων.

    Μόλις ξεκαθαρίστηκαν οι τάξεις συμμετρίας για τα ηλεκτρόνια, προέκυψε το ερώτημα ποιες είναι οι τάξεις συμμετρίας για τα άλλα σωματίδια. Ένα παράδειγμα για σωματίδια με συμμετρικές κυματοσυναρτήσεις μόνο (υπόθεση ΙΙ) ήταν ήδη γνωστό εδώ και πολύ καιρό, και συγκεκριμένα τα φωτόνια. Αυτό δεν είναι μόνο μια άμεση συνέπεια της εξαγωγής από τον Planck της φασματικής κατανομής της ενέργειας της ακτινοβολίας στη θερμοδυναμική ισορροπία, αλλά είναι επίσης απαραίτητο για τη δυνατότητα εφαρμογής των κλασικών πεδιακών εννοιών στα φωτεινά κύματα στο όριο όπου ένας μεγάλος, και όχι επακριβώς καθορισμένος αριθμός φωτονίων, υπάρχει σε μια ενιαία κβαντική κατάσταση. Σημειώνουμε ότι η συμμετρική τάξη για τα φωτόνια εμφανίζεται μαζί με την ακέραια τιμή 1 για το σπιν τους, ενώ η αντισυμμετρική για το ηλεκτρόνιο εμφανίζεται μαζί με τη μισή ακέραια τιμή 1/2 για το σπιν.

    Ωστόσο, το σημαντικό ζήτημα των κατηγοριών συμμετρίας για τους πυρήνες έπρεπε ακόμη να διερευνηθεί. Φυσικά η κατηγορία συμμετρίας αναφέρεται εδώ και στην αμοιβαία μετάθεση τόσο των συντεταγμένων χώρου, όσο και των δεικτών σπιν δύο όμοιων πυρήνων. Ο δείκτης σπιν μπορεί να πάρει 2Ι+1 τιμές αν Ι είναι ο κβαντικός αριθμός σπιν του πυρήνα που μπορεί να είναι είτε ακέραιος, είτε ημιακέραιος. Μπορώ να συμπεριλάβω την ιστορική παρατήρηση ότι ήδη από το 1924, πριν ανακαλυφθεί το σπιν του ηλεκτρονίου, πρότεινα να χρησιμοποιηθεί η παραδοχή του πυρηνικού σπιν για να ερμηνευθεί η υπέρλεπτη υφή των φασματικών γραμμών15. Η πρόταση αυτή συνάντησε από τη μια έντονες αντιδράσεις από πολλές πλευρές, αλλά επηρέασε από την άλλη τους Goudsmit και Uhlenbeck στον ισχυρισμό τους για την ύπαρξη του σπιν του ηλεκτρονίου. Μόνο μερικά χρόνια αργότερα η προσπάθειά μου να ερμηνεύσω την υπέρλεπτη υφή κατάφερε να επιβεβαιωθεί οριστικά, πειραματικά, με έρευνες στις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος ο Zeeman και οι οποίες έδειξαν την ύπαρξη ενός μαγνητο-οπτικού μετασχηματισμού της υπέρλεπτης υφής, όπως το είχα προβλέψει. Από τότε η υπέρλεπτη υφή των φασματικών γραμμών έγινε μια γενική μέθοδος προσδιορισμού του πυρηνικού σπιν.

    Προκειμένου να προσδιοριστεί πειραματικά και η κατηγορία συμμετρίας των πυρήνων, χρειάστηκαν άλλες μέθοδοι. Η πιο βολική, αν και όχι η μόνη, συνίσταται στη διερεύνηση των συνεχών φασμάτων που εμφανίζονται σε ένα μόριο με δύο όµοια άτοµα 16. Θα μπορούσε εύκολα να εξαχθεί ότι στη θεμελιώδη κατάσταση της ηλεκτρονιακής δομής ενός τέτοιου μορίου οι καταστάσεις με άρτιες και περιττές τιμές του κβαντικού αριθμού περιστροφής είναι συμμετρικές και αντισυμμετρικές αντίστοιχα για μια αμοιβαία μετάθεση των χωρικών συντεταγμένων των δύο πυρήνων. Περαιτέρω, υπάρχουν μεταξύ των (2Ι+1)2 καταστάσεων σπιν του ζεύγους των πυρήνων, (2Ι+1)Ι καταστάσεις συμμετρικές και (2Ι+1)Ι καταστάσεις αντισυμμετρικές ως προς τα σπιν, αφού οι (2Ι+1)Ι καταστάσεις με δύο σπιν στην ίδια κατεύθυνση είναι αναγκαστικά συμμετρικές. Ως εκ τούτου, προέκυψε το συμπέρασμα: αν η συνολική κυματοσυνάρτηση των χωρικών συντεταγμένων και του σπιν των πυρήνων είναι συμμετρική, ο λόγος του στατιστικού βάρους των καταστάσεων με άρτιο κβαντικό αριθμό περιστροφής προς το στατιστικό βάρος των καταστάσεων με περιττό κβαντικό αριθμό περιστροφής δίνεται από το (Ι+1)/Ι . Στην αντίστροφη περίπτωση μιας αντισυμμετρικής συνολικής κυματοσυνάρτησης των πυρήνων, ο ίδιος λόγος είναι Ι/(Ι+1) . Οι μεταβάσεις μεταξύ μιας κατάστασης με άρτιο και μιας άλλης κατάστασης με περιττό κβαντικό αριθμό περιστροφής θα είναι εξαιρετικά σπάνιες, καθώς μπορούν να προκληθούν μόνο από μια αλληλεπίδραση μεταξύ των τροχιακών κινήσεων και των σπιν των πυρήνων. Επομένως, ο λόγος των στατιστικών βαρών των περιστροφικών καταστάσεων με διαφορετική ομοτιμία θα οδηγήσει σε δύο διαφορετικά συστήματα συνεχών φασμάτων με διαφορετικές εντάσεις, οι γραμμές των οποίων εναλλάσσονται.

    Το αποτέλεσμα της πρώτης εφαρμογής αυτής της μεθόδου ήταν ότι τα πρωτόνια έχουν σπιν 1/2 και πληρούν την απαγορευτική αρχή, όπως ακριβώς και τα ηλεκτρόνια. Οι αρχικές δυσκολίες για την ποσοτική κατανόηση της ειδικής θερμότητας των μορίων υδρογόνου σε χαμηλές θερμοκρασίες εξαλείφθηκαν με την υπόθεση του Dennison17, ότι σε αυτή τη χαμηλή θερμοκρασία η θερμική ισορροπία μεταξύ των δύο παραλλαγών του μορίου υδρογόνου (ορθο-Η2: περιττοί κβαντικοί αριθμοί περιστροφής, παράλληλα σπιν πρωτονίων- παρα-H2: άρτιοι κβαντικοί αριθμοί περιστροφής, αντιπαράλληλα σπιν) δεν είχε επιτευχθεί ακόμη. Ως γνωστόν, η υπόθεση αυτή επιβεβαιώθηκε αργότερα, από τα πειράματα των Bonhoeffer και Harteck και του Eucken, τα οποία έδειξαν τη θεωρητικά προβλεπόμενη αργή μετατροπή της μιας παραλλαγής στην άλλη.

    Μεταξύ των κατηγοριών συμμετρίας για άλλους πυρήνες, εκείνες με διαφορετική ομοτιμία του μαζικού τους αριθμού M και του ατομικού τους αριθμού Z είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Αν θεωρήσουμε ένα σύνθετο σύστημα αποτελούμενο από αριθμούς Α1, Α2, . . . διαφορετικών στοιχείων, καθένα από τα οποία πληροί την απαγορευτική αρχή, και έναν αριθμό S στοιχείων με συμμετρικές καταστάσεις, πρέπει να περιμένουμε συμμετρικές ή αντισυμμετρικές καταστάσεις αν το άθροισμα ΑΙ + Α2 + . . . είναι άρτιο ή περιττό. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την ομοτιμία του . Παλαιότερα θεωρήθηκε πως οι πυρήνες αποτελούνται από πρωτόνια και ηλεκτρόνια, οπότε M είναι ο αριθμός των πρωτονίων, M-Z ο αριθμός των νετρονίων στον πυρήνα. Τότε έπρεπε να αναμένεται ότι η ομοτιμία του Z καθορίζει την τάξη συμμετρίας ολόκληρου του πυρήνα. Ήδη, εδώ και αρκετό καιρό, είναι γνωστό το αντιπαράδειγμα του αζώτου που έχει σπιν I=1 και συμμετρικές καταστάσεις18. Μετά την ανακάλυψη του νετρονίου, οι πυρήνες θεωρήθηκαν, ωστόσο, ότι αποτελούνται από πρωτόνια και νετρόνια κατά τρόπο, ώστε ένας πυρήνας με μαζικό αριθμό M και ατομικό αριθμό Z να αποτελείται από Z πρωτόνια και M-Z νετρόνια. Στην περίπτωση που τα νετρόνια θα είχαν συμμετρικές καταστάσεις, θα έπρεπε και πάλι να περιμένουμε ότι η ομοτιμία του ατομικού αριθμού Z καθορίζει την τάξη συμμετρίας των πυρήνων. Εάν, ωστόσο, τα νετρόνια ικανοποιούν την απαγορευτική αρχή, θα πρέπει να αναμένεται ότι η ομοτιμία του M καθορίζει την τάξη συμμετρίας : για ένα άρτιο M, θα πρέπει να έχουμε πάντα συμμετρικές καταστάσεις, για ένα περιττό M, αντισυμμετρικές. Ο τελευταίος κανόνας επιβεβαιώθηκε από το πείραμα χωρίς εξαίρεση, αποδεικνύοντας έτσι ότι τα νετρόνια ικανοποιούν την απαγορευτική αρχή .

    Το σημαντικότερο και απλούστερο κρίσιμο παράδειγμα για έναν πυρήνα με διαφορετική ομοτιμία M και Z είναι το βαρύ υδρογόνο ή δευτερόνιο με M = 2 και Z = 1, το οποίο έχει συμμετρικές καταστάσεις και σπιν I = 1 , όπως αποδεικνύεται από τη διερεύνηση των ταινιωτών φασμάτων ενός μορίου με δύο δευτερόνια19. Από την τιμή του σπιν I του δευτερονίου μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το νετρόνιο πρέπει να έχει ημιακέραιο σπιν . Η απλούστερη δυνατή υπόθεση ότι το σπιν του νετρονίου είναι ίσο με 1/2, όπως ακριβώς και το σπιν του πρωτονίου και του ηλεκτρονίου, αποδείχθηκε σωστή.

    Υπάρχει η ελπίδα ότι περαιτέρω πειράματα με ελαφρείς πυρήνες, ιδίως με πρωτόνια, νετρόνια και δευτερόνια, θα μας δώσουν επιπλέον πληροφορίες για τη φύση των δυνάμεων μεταξύ των συστατικών των πυρήνων, η οποία, προς το παρόν, δεν είναι ακόμη αρκετά σαφής. Ήδη, όμως, τώρα μπορούμε να πούμε ότι οι αλληλεπιδράσεις αυτές είναι θεμελιωδώς διαφορετικές από τις ηλεκτρομαγνητικές αλληλεπιδράσεις. Η σύγκριση μεταξύ της σκέδασης νετρονίου-πρωτονίου και της σκέδασης πρωτονίου-πρωτονίου έδειξε ακόμη ότι οι δυνάμεις μεταξύ αυτών των σωματιδίων είναι ίδιες κατά προσέγγιση, δηλαδή ανεξάρτητες από το ηλεκτρικό τους φορτίο. Αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη μόνο το μέγεθος της ενέργειας αλληλεπίδρασης, θα έπρεπε συνεπώς να αναμένεται ένα σταθερό δι-πρωτόνιο ή M = 2, Z = 2 με σχεδόν την ίδια ενέργεια σύνδεσης με το δευτερόνιο. Μια τέτοια κατάσταση δεν επιτρέπεται, ωστόσο, από την απαγορευτική αρχή σύμφωνα με την εμπειρία, επειδή η κατάσταση αυτή θα αποκτούσε μια κυματοσυνάρτηση συμμετρική ως προς τα δύο πρωτόνια. Αυτό είναι μόνο το απλό παράδειγμα της εφαρμογής της απαγορευτικής αρχής στη δομή των σύνθετων πυρήνων, για την κατανόηση των οποίων η αρχή αυτή είναι απαραίτητη, διότι τα συστατικά αυτών των βαρύτερων πυρήνων, τα πρωτόνια και τα νετρόνια, την ικανοποιούν.

    Προκειμένου να προετοιμαστούμε για τη συζήτηση πιο θεμελιωδών ζητημάτων, θέλουμε να τονίσουμε εδώ έναν νόμο της Φύσης που ισχύει γενικά, δηλαδή τη σχέση μεταξύ σπιν και τάξης συμμετρίας. Η ημιακέραια τιμή του κβαντικού αριθμού σπιν συνδέεται πάντα με αντισυμμετρικές καταστάσεις (απαγορευτική αρχή), μια ακέραια τιμή σπιν συνδέεται πάντα με συμμετρικές καταστάσεις. Ο νόμος αυτός ισχύει όχι μόνο για πρωτόνια και νετρόνια, αλλά και για πρωτόνια και ηλεκτρόνια. Επιπλέον, μπορεί εύκολα να φανεί ότι ισχύει και για σύνθετα συστήματα, αν ισχύει για όλα τα επιμέρους συστατικά τους. Αν αναζητήσουμε μια θεωρητική εξήγηση αυτού του νόμου, πρέπει να περάσουμε στη συζήτηση της σχετικιστικής κυματομηχανικής, αφού είδαμε ότι σίγουρα δεν μπορεί να εξηγηθεί από τη μη σχετικιστική κυματομηχανική.

    Αρχικά εξετάζουμε τα κλασικά πεδία20, τα οποία, όπως τα μονόμετρα μεγέθη, τα διανύσματα και οι τανυστές, μετασχηματίζονται σε σχέση με τις περιστροφές στον συνήθη χώρο σύμφωνα με μια μονοσήμαντη αναπαράσταση της ομάδας περιστροφής. Μπορούµε, στη συνέχεια, να ονοµάσουµε τα πεδία αυτά εν συντοµία «μονοσήμαντα» πεδία. Εφόσον δεν λαμβάνονται υπόψη αλληλεπιδράσεις διαφορετικών ειδών πεδίου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλες οι συνιστώσες του πεδίου θα ικανοποιούν μια κυματική εξίσωση δεύτερης τάξης, επιτρέποντας την υπέρθεση επίπεδων κυμάτων ως γενική λύση. Η συχνότητα και ο κυματικός αριθμός αυτών των επίπεδων κυμάτων συνδέονται με έναν νόμο, ο οποίος, σύμφωνα με τη θεμελιώδη παραδοχή του De Broglie, μπορεί να προκύψει από τη σχέση μεταξύ ενέργειας και ορμής ενός σωματιδίου που ισχύει στη σχετικιστική μηχανική, με διαίρεση διά ενός σταθερού παράγοντα ίσου με τη σταθερά του Planck h διαιρεμένη με 2π. Επομένως, θα εμφανιστεί στις εξισώσεις του κλασικού πεδίου, μια νέα σταθερά μ με διάσταση αντίστροφου μήκους, με την οποία η μάζα ηρεμίας m στην σωματιδιακή εικόνα συνδέεται με τη σχέση m=hμ/c, όπου c είναι η ταχύτητα του φωτός στο κενό. Από την υποτιθέμενη ιδιότητα της μονοσήμαντης τιμής του πεδίου, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο αριθμός των πιθανών επίπεδων κυμάτων για δεδομένη συχνότητα, αριθμό κυμάτων και κατεύθυνση διάδοσης είναι πάντα περιττός, για μη μεταβαλλόμενο μ. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες του γενικού ορισμού του σπιν, μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή την ιδιότητα της πόλωσης των επίπεδων κυμάτων ως χαρακτηριστική για πεδία τα οποία, ως αποτέλεσμα της κβάντωσής τους, δίνουν ακέραιες τιμές σπιν.

    Οι απλούστερες περιπτώσεις μονοσήμαντων πεδίων, είναι το βαθμωτό πεδίο και ένα πεδίο που αποτελείται από ένα τετράνυσμα και έναν αντισυμμετρικό τανυστή, όπως τα δυναμικά και οι δυνάμεις πεδίου στη θεωρία του Maxwell. Ενώ το βαθμωτό πεδίο ικανοποιεί απλώς τη συνήθη κυματική εξίσωση δεύτερης τάξης στην οποία πρέπει να συμπεριληφθεί ο όρος που είναι ανάλογος του μ2, το άλλο πεδίο πρέπει να ικανοποιήσει εξισώσεις που οφείλονται στον Proca και αποτελούν γενίκευση των εξισώσεων του Maxwell οι οποίες προκύπτουν στην ειδική περίπτωση όπου μ = 0. Είναι ικανοποιητικό ότι για αυτές τις απλούστερες περιπτώσεις μονοσήμαντων πεδίων, η πυκνότητα ενέργειας είναι μια θετικά ορισμένη τετραγωνική μορφή των πεδιακών μεγεθών και των πρώτων παραγώγων τους σε ένα ορισμένο σημείο. Για τη γενική περίπτωση των µονοσήµαντων πεδίων µπορεί τουλάχιστον να επιτευχθεί, ότι η συνολική ενέργεια που προκύπτει µετά την ολοκλήρωση στο χώρο είναι πάντα θετική.

    Οι συνιστώσες του πεδίου μπορούν να θεωρηθούν είτε πραγματικές, είτε μιγαδικές. Για ένα μιγαδικό πεδίο, εκτός από την ενέργεια και την ορμή του πεδίου, μπορεί να οριστεί ένα τετράνυσμα το οποίο ικανοποιεί την εξίσωση συνέχειας και μπορεί να ερμηνευτεί ως το τετράνυσμα του ηλεκτρικού ρεύματος. Η τέταρτη συνιστώσα του καθορίζει την πυκνότητα του ηλεκτρικού φορτίου και μπορεί να λάβει τόσο θετικές, όσο και αρνητικές τιμές. Είναι πιθανό τα φορτισμένα μεσόνια που παρατηρούνται στις κοσμικές ακτίνες να έχουν ακέραια σπιν και έτσι να μπορούν να περιγραφούν από ένα τέτοιο σύνθετο πεδίο. Στην ειδική περίπτωση των πραγματικών πεδίων, αυτό το τετράνυσμα του ρεύματος είναι ταυτοτικά μηδέν.

    Ιδιαίτερα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιότητες της ακτινοβολίας στη θερμοδυναμική ισορροπία στην οποία δεν παίζουν κανένα ρόλο οι συγκεκριμένες ιδιότητες των πηγών του πεδίου, φάνηκε να δικαιολογείται, αρχικά, η παράβλεψη της αλληλεπίδρασης του πεδίου με τις πηγές, κατά την τυπική διαδικασία κβαντισμού του πεδίου. Αντιμετωπίζοντας αυτό το πρόβλημα, έγινε προσπάθεια να εφαρμοστεί η ίδια μαθηματική μέθοδος μετάβασης από ένα κλασικό σύστημα σε ένα αντίστοιχο σύστημα που διέπεται από τους νόμους της κβαντομηχανικής, η οποία ήταν τόσο επιτυχής κατά τη μετάβαση από την κλασική μηχανική των υλικών σημείων στην κυματομηχανική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ωστόσο, ότι ένα πεδίο μπορεί να παρατηρηθεί μόνο με τη βοήθεια της αλληλεπίδρασής του με σώματα δοκιμής, τα οποία είναι με τη σειρά τους και τα ίδια πηγές του πεδίου.

    Τα αποτελέσματα της τυπικής διαδικασίας κβαντισμού των πεδίων ήταν, εν μέρει, πολύ ενθαρρυντικά. Τα κβαντισμένα πεδία κυμάτων μπορούν να χαρακτηριστούν από μια κυματοσυνάρτηση, η οποία εξαρτάται από μια άπειρη ακολουθία (μη αρνητικών) ακεραίων, ως μεταβλητές. Καθώς η συνολική ενέργεια και η συνολική ορμή του πεδίου και επίσης, στην περίπτωση των μιγαδικών πεδίων, το συνολικό ηλεκτρικό φορτίο του αποδεικνύονται γραμμικές συναρτήσεις αυτών των αριθμών, μπορούν να ερμηνευθούν ως ο αριθμός των σωματιδίων που υπάρχουν σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ενός μεμονωμένου σωματιδίου. Χρησιμοποιώντας μια ακολουθία γενικευμένων χώρων καταστάσεων με διαφορετικό αριθμό διαστάσεων που αντιστοιχούν στις διαφορετικές δυνατές τιμές του συνολικού αριθμού των παρόντων σωματιδίων, θα μπορούσε εύκολα να αποδειχθεί ότι η περιγραφή του συστήματός μας με μια κυματοσυνάρτηση που εξαρτάται από ακέραιους αριθμούς, είναι ισοδύναμη με ένα σύνολο σωματιδίων με κυματοσυναρτήσεις συμμετρικές στους χώρους διαμόρφωσής τους.

    Επιπλέον, οι Bohr και Rosenfeld21 απέδειξαν στην περίπτωση του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου, ότι οι σχέσεις αβεβαιότητας που προκύπτουν για τις μέσες τιμές των εντάσεων του πεδίου σε πεπερασμένες περιοχές του χωροχρόνου από τους τυπικούς κανόνες μετάθεσης αυτής της θεωρίας, έχουν άμεσο φυσικό νόημα εφόσον οι πηγές μπορούν να αντιμετωπιστούν κλασικά και η ατομική τους δομή μπορεί να αγνοηθεί. Τονίζουμε την ακόλουθη ιδιότητα αυτών των κανόνων μετάθεσης: όλα τα φυσικά μεγέθη σε δύο χωροχρονικά σημεία , για τα οποία το τετράνυσμα της ευθείας που τα ενώνει είναι χωρικό, μετατίθενται μεταξύ τους. Αυτό είναι πράγματι απαραίτητο για φυσικούς λόγους, διότι οποιαδήποτε διαταραχή από μετρήσεις σε ένα χωροχρονικό σημείο P1, μπορεί να φτάσει μόνο σε τέτοια χωροχρονικά σημεία P2, για τα οποία το διάνυσμα P1P2, είναι χρονικό, δηλαδή για τα οποία c(t1-t2 ) > r12 (όπου r12 η χωρική απόσταση των δύο σημείων). Τα σημεία P2 με διάνυσμα P1P2 που είναι χωρικό, για τα οποία c(t1-t2 ) > r12, δεν μπορούν να προσεγγιστούν από αυτή τη διαταραχή και τότε οι μετρήσεις στα P1 και P2 δεν μπορούν ποτέ να αλληλοεπηρεαστούν.

    Αυτή η συνέπεια, κατέστησε δυνατή τη διερεύνηση της δυνατότητας ύπαρξης σωματιδίων με ακέραιο σπιν, τα οποία θα υπάκουαν στην απαγορευτική αρχή. Τέτοια σωματίδια θα μπορούσαν να περιγραφούν από μια ακολουθία γενικευμένων χώρων καταστάσεων με διαφορετικές διαστάσεις και κυματοσυναρτήσεις αντισυμμετρικές στις συντεταγμένες αυτών των χώρων, ή ακόμα, από μια κυματοσυνάρτηση που εξαρτάται από ακέραιους αριθμούς όπου και πάλι πρέπει να ερμηνευθεί ως ο αριθμός των σωματιδίων που υπάρχουν σε συγκεκριμένες καταστάσεις, ο οποίος τώρα μπορεί να πάρει μόνο τις τιμές 0 ή 1. Οι Wigner και Jordan22 απέδειξαν ότι και σε αυτή την περίπτωση μπορούν να οριστούν τελεστές που είναι συναρτήσεις των συνηθισμένων χωροχρονικών συντεταγμένων και οι οποίοι μπορούν να εφαρμοστούν σε μια τέτοια κυματοσυνάρτηση. Οι τελεστές αυτοί δεν πληρούν πλέον κανόνες μετάθεσης: αντί για τη διαφορά, το άθροισμα των δύο πιθανών γινομένων δύο τελεστών, που διακρίνονται από τη διαφορετική τάξη των παραγόντων τους, καθορίζεται τώρα από τις μαθηματικές συνθήκες που πρέπει να πληρούν οι τελεστές. Η απλή αλλαγή του πρόσημου σε αυτές τις συνθήκες αλλάζει εντελώς το φυσικό νόημα του φορμαλισμού. Στην περίπτωση της απαγορευτικής αρχής δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει μια οριακή περίπτωση όπου οι τελεστές αυτοί μπορούν να αντικατασταθούν από ένα κλασικό πεδίο. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον φορμαλισμό των Wigner και Jordan μπόρεσα να αποδείξω, υπό πολύ γενικές υποθέσεις, ότι μια σχετικιστικά αναλλοίωτη θεωρία που περιγράφει συστήματα ομοειδών σωματιδίων με ακέραιο σπιν που υπακούουν στην απαγορευτική αρχή, θα οδηγούσε πάντα στη μη μεταβλητότητα των φυσικών μεγεθών που συνδέονται με ένα χωρικό διάνυσμα23. Αυτό θα παραβίαζε τη λογική φυσική αρχή που ισχύει για σωματίδια με συμμετρικές καταστάσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με το συνδυασμό των ισχυρισμών της σχετικιστικής αναλλοίωτης κατάστασης και των ιδιοτήτων της κβάντωσης του πεδίου, θα μπορούσε να γίνει ένα βήμα προς την κατεύθυνση κατανόησης της σύνδεσης του σπιν και της τάξης συμμετρίας.

    Η κβάντωση των μονοσήμαντων μιγαδικών πεδίων με ένα μη μηδενικό τετράνυσμα του ηλεκτρικού ρεύματος δίνει περαιτέρω το αποτέλεσμα, ότι πρέπει να υπάρχουν σωματίδια τόσο με θετικό, όσο και με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο και ότι μπορούν να εξαϋλωθούν και να δημιουργηθούν σε ένα εξωτερικό ηλεκτρομαγνητικό πεδίο22. Αυτή η δημιουργία και η εξαΰλωση ζεύγους που προβλέπεται από τη θεωρία, καθιστά αναγκαία τη σαφή διάκριση της έννοιας της πυκνότητας φορτίου και της πυκνότητας σωματιδίων. Η τελευταία έννοια δεν εμφανίζεται σε μια σχετικιστική κυματική θεωρία, ούτε για πεδία που φέρουν ηλεκτρικό φορτίο, ούτε για ουδέτερα πεδία. Αυτό είναι ικανοποιητικό, αφού η χρήση της εικόνας των σωματιδίων και των σχέσεων αβεβαιότητας (για παράδειγμα από τον ανάλυση νοητικών πειραμάτων του τύπου μικροσκοπίου ακτίνων-γ) δίνει επίσης το αποτέλεσμα ότι ένας εντοπισμός του σωματιδίου είναι δυνατός μόνο με περιορισμένη ακρίβεια24 . Αυτό ισχύει τόσο για τα σωματίδια με ακέραιο όσο και με ημιακέραιο σπιν. Σε μια κατάσταση με μέση τιμή ενέργειας E, που περιγράφεται από ένα κυματοπακέτο με μέση συχνότητα ν = E/h, ένα σωματίδιο μπορεί να εντοπιστεί μόνο με σφάλμα Δx > hc/E ή Δx > c/ν. Για τα φωτόνια, προκύπτει ότι το όριο για τον εντοπισμό είναι το μήκος κύματος- για ένα σωματίδιο με πεπερασμένη μάζα ηρεμίας m και χαρακτηριστικό μήκος μ-1= ℏ/mc, το όριο αυτό είναι στο σύστημα ηρεμίας του κέντρου του κυματοπακέτου που περιγράφει την κατάσταση των σωματιδίων που δίνεται από την σχέση Δx > ℏ/mc ή Δx > μ-1.

    Μέχρι τώρα έχω αναφέρει μόνο εκείνα τα αποτελέσματα της εφαρμογής της κβαντομηχανικής σε κλασικά πεδία τα οποία είναι ικανοποιητικά. Είδαμε ότι τα συμπεράσματα αυτής της θεωρίας για τους μέσους όρους της έντασης του πεδίου σε πεπερασμένες περιοχές του χωροχρόνου έχουν άμεση σημασία, ενώ αυτό δεν ισχύει για τις τιμές της έντασης του πεδίου σε ένα ορισμένο σημείο. Δυστυχώς, στην κλασική έκφραση της ενέργειας του πεδίου υπεισέρχονται μέσοι όροι των τετραγώνων των εντάσεων του πεδίου πάνω σε τέτοιες περιοχές, οι οποίοι δεν μπορούν να εκφραστούν με τους μέσους όρους των ίδιων των εντάσεων του πεδίου. Αυτό έχει ως συνέπεια η ενέργεια μηδενικού σημείου του κενού που προκύπτει από το κβαντισμένο πεδίο να γίνεται άπειρη, αποτέλεσμα που συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι το εξεταζόμενο σύστημα έχει άπειρο αριθμό βαθμών ελευθερίας. Είναι σαφές, ότι αυτή η ενέργεια μηδενικού σημείου δεν έχει καμία φυσική πραγματικότητα, για παράδειγμα δεν είναι η πηγή ενός βαρυτικού πεδίου. Τυπικά, είναι εύκολο να αφαιρέσει κανείς σταθερούς άπειρους όρους οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι από την εξεταζόμενη κατάσταση και δεν αλλάζουν ποτέ- παρ’ όλα αυτά μου φαίνεται ότι, ήδη, αυτό το αποτέλεσμα είναι μια ένδειξη ότι θα χρειαστεί μια θεμελιώδης αλλαγή στις έννοιες που διέπουν την παρούσα θεωρία των κβαντισμένων πεδίων.

    Προκειμένου να αποσαφηνίσω ορισμένες πτυχές της σχετικιστικής κβαντικής θεωρίας συζήτησα εδώ, διαφορετικά από την ιστορική σειρά των γεγονότων, πρώτα τα μονότιμα πεδία. Ήδη νωρίτερα ο Dirac25 είχε διατυπώσει τις σχετικιστικές κυματικές εξισώσεις του που αντιστοιχούν σε υλικά σωματίδια με σπιν 1/2 χρησιμοποιώντας ένα ζεύγος των λεγόμενων σπινόρων με δύο συνιστώσες ο καθένας. Εφάρμοσε τις εξισώσεις αυτές στο πρόβλημα ενός ηλεκτρονίου σε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο. Παρά τη μεγάλη επιτυχία της θεωρίας αυτής στην ποσοτική εξήγηση της λεπτής υφής των ενεργειακών επιπέδων του ατόμου του υδρογόνου και στον υπολογισμό της διατομής σκέδασης ενός φωτονίου από ένα ελεύθερο ηλεκτρόνιο, υπήρχε ένα αποτέλεσμα της θεωρίας αυτής που προφανώς ερχόταν σε αντίθεση με την εμπειρία. Η ενέργεια του ηλεκτρονίου μπορεί να έχει, σύμφωνα με τη θεωρία, τόσο θετικές όσο και αρνητικές τιμές και, σε εξωτερικά ηλεκτρομαγνητικά πεδία, θα έπρεπε να συμβαίνουν μεταβάσεις από καταστάσεις με το ένα πρόσημο της ενέργειας, σε καταστάσεις με το αντίθετο πρόσημο. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει στη θεωρία αυτή ένα τετράνυσμα που ικανοποιεί την εξίσωση της συνέχειας με μια τέταρτη συνιστώσα που αντιστοιχεί σε μια πυκνότητα, η οποία είναι σίγουρα θετική.

    Μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει παρόμοια κατάσταση για όλα τα πεδία, τα οποία, όπως και οι σπίνορες, μετασχηματίζονται για περιστροφές στο συνηθισμένο χώρο σύμφωνα με αναπαραστάσεις με δύο συνιστώσες, αλλάζοντας έτσι το πρόσημό τους για μια πλήρη περιστροφή. Θα ονομάσουμε εν συντομία τέτοιες ποσότητες «δίτιμες». Από τις σχετικιστικές κυματικές εξισώσεις τέτοιων ποσοτήτων μπορεί κανείς πάντα να εξάγει ένα τετράνυσμα διγραμμικό στις συνιστώσες του πεδίου, το οποίο ικανοποιεί την εξίσωση συνέχειας και για το οποίο η τέταρτη συνιστώσα, τουλάχιστον μετά την ολοκλήρωση στο χώρο, δίνει μια ουσιαστικά θετική ποσότητα. Από την άλλη πλευρά, η έκφραση για τη συνολική ενέργεια μπορεί να έχει τόσο το θετικό, όσο και το αρνητικό πρόσημο.

    Υπάρχει κάποιο μέσο για να μετατοπιστεί το αρνητικό πρόσημο από την ενέργεια πίσω στην πυκνότητα του τετραδιανύσματος; Με αυτόν τον τρόπο η τελευταία θα μπορούσε και πάλι να ερμηνευτεί ως πυκνότητα φορτίου σε αντίθεση με την πυκνότητα σωματιδίων και η ενέργεια θα γινόταν θετική, όπως θα έπρεπε να είναι. Γνωρίζετε ότι η απάντηση του Dirac ήταν, ότι αυτό θα μπορούσε πράγματι να επιτευχθεί με την εφαρμογή της απαγορευτικής αρχής. Στη διάλεξή που έδωσε εδώ στη Στοκχόλμη10, εξήγησε ο ίδιος την πρότασή του για μια νέα ερμηνεία της θεωρίας του, σύμφωνα με την οποία στο πραγματικό κενό όλες οι καταστάσεις αρνητικής ενέργειας θα πρέπει να είναι κατειλημμένες και μόνο οι αποκλίσεις αυτής της κατάστασης της μικρότερης ενέργειας, δηλαδή οι οπές στη θάλασσα αυτών των κατειλημμένων καταστάσεων, υποτίθεται ότι είναι παρατηρήσιμες. Είναι η απαγορευτική αρχή που εγγυάται τη σταθερότητα του κενού, στο οποίο όλες οι καταστάσεις αρνητικής ενέργειας είναι κατειλημμένες. Επιπλέον, οι οπές έχουν όλες τις ιδιότητες σωματιδίων με θετική ενέργεια και θετικό ηλεκτρικό φορτίο, τα οποία σε εξωτερικά ηλεκτρομαγνητικά πεδία μπορούν να παραχθούν και να εξαϋλωθούν κατά ζεύγη. Αυτά τα προβλεπόμενα ποζιτρόνια, τα ακριβή κατοπτρικά είδωλα των ηλεκτρονίων, έχουν πράγματι ανακαλυφθεί πειραματικά.

    Η νέα ερμηνεία της θεωρίας προφανώς εγκαταλείπει αρχικά τη θέση του προβλήματος του ενός σώματος και εξετάζει εξαρχής ένα πρόβλημα πολλών σωμάτων. Δεν μπορεί πλέον να ισχυριστεί κανείς ότι οι σχετικιστικές κυματικές εξισώσεις του Dirac είναι οι μόνες δυνατές, αλλά αν θέλει κανείς να έχει σχετικιστικές εξισώσεις πεδίου που αντιστοιχούν σε σωματίδια, για τα οποία είναι γνωστή η τιμή 1/2 του σπιν τους, πρέπει οπωσδήποτε να υποθέσει τις εξισώσεις Dirac. Αν και είναι λογικά δυνατό να κβαντώσουμε αυτές τις εξισώσεις όπως τα κλασικά πεδία, πράγμα που θα έδινε συμμετρικές καταστάσεις ενός συστήματος που αποτελείται από πολλά τέτοια σωματίδια, αυτό θα ήταν σε αντίθεση με το αξίωμα ότι η ενέργεια του συστήματος πρέπει στην πραγματικότητα να είναι θετική. Το αξίωμα αυτό ικανοποιείται από την άλλη πλευρά, αν εφαρμόσουμε την απαγορευτική αρχή και την ερμηνεία του Dirac για το κενό και τις οπές, η οποία ταυτόχρονα αντικαθιστά τη φυσική έννοια της πυκνότητας φορτίου με τιμές και των δύο πρόσημων με την μαθηματική αφαίρεση της πυκνότητας θετικά φορτισμένων σωματιδίων. Ένα παρόμοιο συμπέρασμα ισχύει για όλες τις σχετικιστικές κυματικές εξισώσεις με δίτιμες ποσότητες ως συνιστώσες πεδίου. Αυτό είναι το άλλο βήμα (ιστορικά αυτό που προηγήθηκε) προς την κατεύθυνση της κατανόησης της σχέσης μεταξύ του σπιν και της τάξης συμμετρίας.

    Μπορώ μόνο να σημειώσω εν συντομία, ότι η νέα ερμηνεία του Dirac για τις κενές και κατειλημμένες καταστάσεις αρνητικής ενέργειας μπορεί να διατυπωθεί πολύ κομψά με τη βοήθεια του φορμαλισμού των Jordan και Wigner που αναφέρθηκε προηγουμένως. Η μετάβαση από την παλαιά στη νέα ερμηνεία της θεωρίας μπορεί, πράγματι, να υλοποιηθεί απλώς με την ανταλλαγή της έννοιας ενός από τους τελεστές, με εκείνη του ερμητιανού συζυγούς του, αν αυτοί εφαρμόζονται σε καταστάσεις αρχικά αρνητικής ενέργειας. Το άπειρο «μηδενικό φορτίο» των κατειλημμένων καταστάσεων αρνητικής ενέργειας είναι τότε, τυπικά ανάλογο με την άπειρη ενέργεια μηδενικού σημείου των κβαντισμένων μονότιμων πεδίων. Το πρώτο δεν αντιστοιχεί επίσης σε καμία φυσική πραγματικότητα και δεν αποτελεί την πηγή ενός ηλεκτρομαγνητικού πεδίου.

    Παρά την τυπική αναλογία μεταξύ της κβάντωσης των μονότιμων πεδίων που οδηγούν σε σύνολα ομοειδών σωματιδίων με συμμετρικές καταστάσεις και των σωματιδίων που πληρούν την απαγορευτική αρχή και περιγράφονται από δίτιμα φυσικά μεγέθη-τελεστές, που εξαρτώνται από τις συντεταγμένες χώρου και χρόνου, υπάρχει φυσικά η θεμελιώδης διαφορά ότι για τα τελευταία δεν υπάρχει οριακή περίπτωση, όπου οι μαθηματικοί τελεστές μπορούν να αντιμετωπιστούν όπως τα κλασικά πεδία. Από την άλλη πλευρά μπορούμε να αναμένουμε ότι οι δυνατότητες και οι περιορισμοί για τις εφαρμογές των εννοιών του χώρου και του χρόνου, οι οποίες βρίσκουν την έκφρασή τους στις διαφορετικές έννοιες της πυκνότητας φορτίου και της πυκνότητας σωματιδίου, θα είναι οι ίδιες για φορτισμένα σωματίδια με ακέραιο και με ημιακέραιο σπιν.

    Οι δυσκολίες της παρούσας θεωρίας γίνονται πολύ χειρότερες, αν ληφθεί υπόψη η αλληλεπίδραση του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου με την ύλη, αφού τότε εμφανίζονται οι γνωστοί απειρισμοί σχετικά με την ενέργεια ενός ηλεκτρονίου στο δικό του πεδίο, η λεγόμενη ιδιοενέργεια, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του συνήθους φορμαλισμού διαταραχών σε αυτό το πρόβλημα. Η ρίζα αυτής της δυσκολίας φαίνεται να είναι το γεγονός ότι ο φορμαλισμός της κβάντωσης του πεδίου έχει άμεσο νόημα μόνο εφόσον οι πηγές του πεδίου μπορούν να θεωρηθούν ως συνεχώς κατανεμημένες, υπακούοντας στους νόμους της κλασικής φυσικής, και εφόσον χρησιμοποιούνται μόνο μέσοι όροι των μεγεθών του πεδίου σε πεπερασμένες περιοχές του χωροχρόνου. Τα ίδια τα ηλεκτρόνια, ωστόσο, είναι ουσιαστικά μη κλασικές πηγές πεδίου.

    Στο τέλος αυτής της διάλεξης, µπορώ να εκφράσω την κριτική µου άποψη, ότι µια σωστή θεωρία δεν πρέπει να οδηγεί ούτε σε άπειρες ενέργειες µηδενικού σηµείου, ούτε σε άπειρα µηδενικά φορτία, ότι δεν πρέπει να χρησιµοποιεί µαθηµατικά τεχνάσµατα για την αφαίρεση απειροτήτων ή ιδιοµορφιών, ούτε πρέπει να εφευρίσκει έναν «υποθετικό κόσµο» που είναι µόνο µια µαθηµατική φαντασία πριν να είναι σε θέση να διατυπώσει τη σωστή ερµηνεία του πραγµατικού κόσµου της φυσικής.

    Από την πλευρά της λογικής, η έκθεσή μου για την «Απαγορευτική Aρχή και Kβαντομηχανική» δεν έχει κανένα συμπέρασμα. Πιστεύω ότι θα είναι δυνατόν να γραφτεί το συμπέρασμα μόνο αν δημιουργηθεί μια θεωρία που θα προσδιορίζει την τιμή της σταθεράς λεπτής υφής και θα εξηγεί έτσι την ατομική δομή του ηλεκτρισμού, η οποία είναι μια τόσο ουσιαστική ιδιότητα όλων των ατομικών πηγών ηλεκτρικών πεδίων που εμφανίζονται πραγματικά στη Φύση.

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Το πορτραίτο του Pauli φιλοτέχνησε ο εικαστικός Χρήστος Αλαβέρας από τη Θεσσαλονίκη.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    1. Landé, A., 1921. Über den anomalen Zeemaneffekt (Teil I). Z. Physik, 5, 231, https://doi.org/10.1007/BF01335014 ; R. Ladenburg, R., and Reiche, F., 1923. Absorption, Zerstreuung und Dispersion in der Bohrschen Atomtheorie. Naturwiss., 11584, https://link.springer.com/article/10.1007/BF01554355.

    2. Pauli, W., 1923. Über die Gesetzmäßigkeiten des anomalen Zeemaneffektes. Z. Physik,  16, 155, https://doi.org/10.1007/BF01327386.

    3. Pauli, W., 1925. Über den Einfluß der Geschwindigkeitsabhängigkeit der Elektronenmasse auf den Zeemaneffekt. Z. Physik, 31, 373, https://doi.org/10.1007/BF02980592.

    4. Stoner, E., C., 1924. The distribution of Electrons among Atomic Levels.Phil. Mag., 48, 719,
    https://doi.org/10.1080/14786442408634535

    5. Pauli, W., 1925. Über den Zusammenhang des Abschlusses der Elektronengruppen im  Atom mit der Komplexstruktur der Spektren. Z. Physik, 31, 765, https://doi.org/10.1515/9783112596609-017.

    6. Uhlenbeck, G.E., and Goudsmit, S.A., 1925. Ersetzung der Hypothese vom unmechanischen Zwang durch eine Forderung bezüglich des inneren Verhaltens jedes einzelnen Elektrons. Naturwiss., 13, 953, http://dx.doi.org/10.1007/BF01558878; 1926. Spinning Electrons and the Structure of Spectra. Nature, 117, 264, https://doi.org/10.1038/117264a0.

    7. Thomas, L.,H., 1926. The Motion of the Spinning Electron. Nature, 117, 514, https://doi.org/10.1038/117514a0 and 1927. I. The kinematics of an electron with an axis. Phil. Mag., 3, 1, https://doi.org/10.1080/14786440108564170. Συγκρίνετε επίσης με το Frenkel, J., 1926. Die Elektrodynamik des rotierenden Elektrons. Z. Physik, 37, 243,  https://doi.org/10.1007/BF01397099.

    8. Rapport du Sixième Conseil Solvay de Physique, Paris, 1932, pp. 217-225.

    9. Για αυτό το πρώιμο στάδιο της ιστορίας της αρχής της απροσδιοριστίας, βλ. επίσης τη σημείωση του συγγραφέα στο Pauli, W., 1946. Remarks on the History of the Exclusion Theory. Science, 103, 213, https://doi.org/10.1126/science.103.2669.213, η οποία εν μέρει συμπίπτει με το πρώτο μέρος της παρούσας διάλεξης.

    10. Οι διαλέξεις κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ των Heisenberg, Schrödinger και Dirac, έχουν περιληφθεί στο Die moderne Atomtheorie, Leipzig, 1934, https://katalog.bibliothek.kit.edu/cgi-bin/koha/opac-detail.pl?biblionumber=764635. Σε ελληνική απόδοση μπορείτε να τις διαβάσετε από τις σχετικές αναρτήσεις του InScience πατώντας πάνω στους συνδέσμους εδώ στα ονόματα των αντίστοιχων επιστημόνων.

    11. Tα άρθρα του Bohr έχουν συγκεντρωθεί στον τόμο Atomic Theory and the Description of Nature, Cambridge University Press, 1934. Δείτε επίσης του άρθρο του Bohr, N., 1933. Light and Life*.Nature, 131, 421, 457, https://doi.org/10.1038/131457a0.

    12. Heisenberg, W., 1926. Mehrkörperproblem und Resonanz in der Quantenmechanik. Z. Physik, 38, 411, https://doi.org/10.1007/BF01397160 and Über die Spektra von Atomsystemen mit zwei Elektronen. Z. Physik, 39, 499, https://doi.org/10.1007/BF01322090.

    13. Fermi, E., 1926. Zur Quantelung des idealen einatomigen Gases. Z. Physik, 36, 902,  https://doi.org/10.1007/BF01400221. Dirac, P. A. M., 1926. On the theory of quantum mechanics. Proc. Roy. Soc. London, A 112, 661, https://doi.org/10.1098/rspa.1926.0133.

    14. Bose, S. N., 1924. Plancks Gesetz und Lichtquantenhypothese. Z. Physik 26, 178,  https://doi.org/10.1007/BF01327326 and Wärmegleichgewicht im Strahlungsfeld bei Anwesenheit von Materie. Z. Physik, 27, 384, https://doi.org/10.1007/BF01328037. Einstein, A., 1924. Berl. Ber., 261; 1925. Einstein: The First Hundred Years, Berl. Ber., 1, 18.

    15. Pauli, W., 1924. Zur Frage der theoretischen Deutung der Satelliten einiger Spektrallinien und ihrer Beeinflussung durch magnetische Felder. , 12, 741, https://doi.org/10.1007/BF01504828.

    16. Heisenberg, W., 1927. Mehrkorperprobleme und Resonanz in der Quantenmechanik II. Physik, 41, 239, http://dx.doi.org/10.1007/BF01391241, Hund, F., 1927. Zur Deutung der Molekelspektren. II. Z. Physik, 42, 93, https://doi.org/10.1007/BF01397124.

    17. Dennison, D. M., 1927. A note on the specific heat of the hydrogen molecule. Proc. Roy. Soc. London, A 115, 483, https://doi.org/10.1098/rspa.1927.0105.

    18. Kronig, R.d.L., 1928. Der Drehimpuls des Stickstoffkerns. Naturwiss.,16, 335, https://doi.org/10.1007/BF01505425. Heitler, W., und Herzberg, G., 1929. Gehorchen die Stickstoffkerne der Boseschen Statistik?. Naturwiss.,17, 673. https://doi.org/10.1007/BF01506505.

    19. Lewis, G. N., and Ashley, M. F., 1933. The Spin of Hydrogen Isotope. Phys. Rev., 43, 837, https://doi.org/10.1103/PhysRev.43.837.2. Murphy, G. N., and Johnston, H., 1934. The Nuclear Spin of Deuterium. Phys. Rev., 45, 550, and 46, 95 https://doi.org/10.1103/PhysRev.46.95.

    20. Compare for the following the author’s report in Pauli, W., 1941. Relativistic Field Theories of Elementary Particles. Rev. Mod. Phys., 13, 203, https://doi.org/10.1103/RevModPhys.13.203 in which older literature is given. See also Pauli, W. and Weisskopf, V., 1934. The Quantization of the Scalar Relativistic Wave Equation. Helv. Phys. Acta, 7, 809.

    21. Bohr, N., and Rosenfeld, L., 1933. Danske Videnskab. Selskab. Nat. Fys. Medd., 12, 8

    22. Jordan, P. and Wigner, E., 1928. Über das Paulische Äquivalenzverbot. Z. Physik, 47, 631, https://doi.org/10.1007/BF01331938. Συγκρίνετε επίσης με το Fock, V., 1932. Konfigurationsraum und zweite Quantelung. Z. Physik, 75, 622, https://doi.org/10.1007/BF01344458.

    23. Pauli, W., 1936. Théorie quantique relativiste des particules obéissant à la statistique de Einstein=Bose. Inst. Poincaré, 6, 137, http://eudml.org/doc/79000; 1940. The Connection Between Spin and Statistics. Phys. Rev., 58, 716, https://doi.org/10.1103/PhysRev.58.716.

    24. Landau, L., Peierls, R., 1931. Erweiterung des Unbestimmtheitsprinzips für die relativistische Quantentheorie. Z. Physik, 69, 56, https://doi.org/10.1007/BF01391513. Συγκρίνετε επίσης με το in Handbuch der Physik, 24, Μέρος 1, 1933, Κεφ. Α , § 2 .

    25. Dirac, P. M. A., 1928. The quantum theory of the electron. Proc. Roy. Soc., A117, 610, https://doi.org/10.1098/rspa.1928.0023.