Tag: Επιστήμες

  • ΤΑ ΑΤΟΜΙΚΑ ΡΟΛΟΓΙΑ

    ΤΑ ΑΤΟΜΙΚΑ ΡΟΛΟΓΙΑ

    Βασίλης Λεμπέσης

    Στο άρθρο αυτό παρουσιάζουμε τους πιο ακριβείς χρονομετρητές: τα ατομικά ρολόγια. Τα μεγάλα θεωρητικά και πειραματικά επιτεύγματα των τελευταίων δεκαετιών στη φυσική των ψυχρών ατόμων έδωσαν τη δυνατότητα κατασκευής ρολογιών όπου η ακρίβεια μέτρησης του χρόνου ξεπερνάει στην κυριολεξία τη φαντασία.ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Το 1978 οι ΗΠΑ εκτόξευαν τον πρώτο από τους είκοσι τέσσερις δορυφόρους ενός τρομερά φιλόδοξου προγράμματος: του Παγκόσμιου Συστήματος Εντοπισμού ή πιο γνωστού από το αγγλικό αρκτικόλεξο GPS (Global Positioning System). Στην «αντίπερα όχθη», στη Σοβιετική Ένωση, το 1982, θα αρχίσει η κατασκευή του Παγκόσμιου Συστήματος Δορυφορικής Πλοήγησης (GLONASS-Global Navigation Satellite System) που είναι το δεύτερο εναλλακτικό σύστημα εντοπισμού με παγκόσμια κάλυψη. Σήμερα τόσο η Ευρώπη όσο και η Κίνα έχουν παρόμοια συστήματα, τα Galileo και BeiDou, αντίστοιχα, ενώ η Ιαπωνία και η Ινδία έχουν αναπτύξει δορυφορικά συστήματα με περιφερειακή κάλυψη. Xάρις σε αυτά τα συστήματα και εξοπλισμένοι με ένα smart phone, μπορείτε, σήμερα, να γνωρίζετε με ακρίβεια λίγων δεκάδων μέτρων τη θέση σας στον πλανήτη.

    Πώς αυτά τα συστήματα κατορθώνουν να εντοπίζουν τη θέση μας; Η διάταξη των δορυφόρων στο διαστημικό χώρο είναι τέτοια ώστε κάθε σημείο στον πλανήτη να έχει ραδιοφωνική επαφή με έναν συγκεκριμένο ελάχιστο αριθμό δορυφόρων κάθε φορά. Κάθε δορυφόρος εκπέμπει συνεχώς ένα ψηφιακό ραδιοφωνικό σήμα το οποίο περιέχει την πληροφορία για τη θέση του και το χρόνο με ακρίβεια ενός δισεκατομμυριοστού του δευτερόλεπτου. Ένας δέκτης στη Γη συλλέγει αυτές τις πληροφορίες από τους δορυφόρους και τις χρησιμοποιεί για να υπολογίσει τη θέση του με ακρίβεια μερικών δεκάδων μέτρων. Ο δέκτης συγκρίνει τον δικό του χρόνο με τον χρόνο που του στέλνει ο δορυφόρος και χρησιμοποιεί την διαφορά τους για να υπολογίσει την απόστασή του από το δορυφόρο. Στην συνέχεια συγκρίνει τον χρόνο του με τον χρόνο κάποιων δορυφόρων των οποίων η θέση είναι γνωστή. Από αυτή την σύγκριση ο δέκτης μπορεί να υπολογίσει τον γεωγραφικό του μήκος και πλάτος καθώς και το ύψος του, από την επιφάνεια της θάλασσας. Από τα παραπάνω είναι φανερό πως η ακρίβεια εντοπισμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ακρίβεια μέτρησης του χρόνου. Γι΄αυτό, τόσο οι δορυφόροι όσο και ο δέκτης πρέπει να είναι εξοπλισμένοι με ρολόγια πολύ υψηλής ακρίβειας. Αυτό τον ρόλο φέρουν σε πέρας τα ατομικά ρολόγια, οι ακριβέστεροι χρονομέτρες που έχει στη διάθεσή του σήμερα ο άνθρωπος.

    ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ

    Ο πρώτος που αντιλήφθηκε πως τα άτομα θα πρέπει να ληφθούν ως η βάση για τη δημιουργία αξιόπιστών συστημάτων μέτρησης των φυσικών μεγεθών ήταν ο J. C. Maxwell o οποίος στο τέλος της Πραγματείας του παρατήρησε πως (Maxwell, 1954):

    Στην παρούσα κατάσταση της επιστήμης το πιο καθολικό πρότυπο μήκους που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι είναι το μήκος κύματος στο κενό ενός συγκεκριμένου είδους φωτός, που εκπέμπεται από κάποιες ευρέως διαδεδομένες ουσίες όπως το νάτριο, το οποίο έχει σαφώς καθορισμένες γραμμές μέσα στο φάσμα του. Ένα τέτοιο πρότυπο θα ήταν ανεξάρτητο από τυχόν αλλαγές στις διαστάσεις της γης, και θα πρέπει να υιοθετηθεί από εκείνους που προσδοκούν τα γραπτά τους να είναι αντέξουν στον χρόνο περισσότερο από εκείνο το σώμα. Η μονάδα χρόνου που υιοθετείται σε όλες τις φυσικές έρευνες είναι το ένα δευτερόλεπτο του μέσου ηλιακού χρόνου. Μια πιο καθολική μονάδα χρόνου μπορεί να βρεθεί λαμβάνοντας τον περιοδικό χρόνο ταλάντωσης του συγκεκριμένου είδους φωτός του οποίου το μήκος κύματος είναι η μονάδα μήκους.

    Η πρόταση για χρήση ατόμων ως μετρητών του χρόνου είχε διατυπωθεί σε εντελώς ανύποπτο χρόνο από τον Λόρδο Κέλβιν το 1879 (Thomson, 1879).

    Οι πρόσφατες ανακαλύψεις λόγω της κινητικής θεωρίας των αερίων και της ανάλυσης φάσματος (ειδικά όταν αυτή εφαρμόζεται στο φως των ουράνιων σωμάτων) μας υποδεικνύουν φυσικά πρότυπα υλικά σώματα όπως άτομα υδρογόνου ή νατρίου, διαθέσιμα σε τεράστιες ποσότητες, όλα απολύτως όμοια σε κάθε φυσική ιδιότητα. Ο χρόνος ταλάντωσης ενός ατόμου νατρίου είναι γνωστό ότι είναι απολύτως ανεξάρτητος από τη θέση του στο σύμπαν και πιθανότατα θα παραμείνει ο ίδιος όσο υπάρχει το ίδιο το σωματίδιο.

    Οι έρευνες όμως που οδήγησαν στην κατασκευή των ατομικών ρολογιών είχαν εντελώς διαφορετική αφετηρία που δεν είχε σχέση με την χρονομέτρηση. Το έναυσμα δόθηκε από τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας (ΓΘΣ) και συγκεκριμένα από την πρόβλεψή της για την, περίφημη, βαρυτική μετατόπιση της συχνότητας προς το ερυθρό. Πρόκειται για την μείωση της συχνότητας του φωτός όταν αυτό βρίσκεται μέσα σε ένα εξαιρετικά ισχυρό βαρυτικό πεδίο. Η μεταβολή αυτή, στο βαρυτικό πεδίο της Γης, είναι εξαιρετικά μικρή σε μέγεθος ώστε να μπορεί να μετρηθεί με συμβατικά ρολόγια. Για παράδειγμα ένα ρολόι κρυστάλλων χαλαζία έχει μια απώλεια του ενός χιλιοστού του δευτερολέπτου ανά ημέρα. Σύμφωνα με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας ένα ρολόι στην κορυφή των Ιμαλαΐων τρέχει πιο γρήγορα κατά τριάντα εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου σε σχέση με ένα όμοιο ρολόι στην επιφάνεια της θάλασσας.

    Η πρώτη ουσιαστική προσπάθεια για την κατασκευή ενός ατομικού ρολογιού έγινε το 1930, στο Πανεπιστήμιο Columbia των Η.Π.Α, από τον Ι. Rabi και τους φοιτητές του οι οποίοι μελετούσαν κάποιες θεμελιώδεις ιδιότητες των ατόμων και των πυρήνων (Rabi, 1945). Στην προσπάθειά τους αυτή, ανακάλυψαν μια τεχνική, γνωστή ως Πυρηνικός Μαγνητικός Συντονισμός (NMR), που την χρησιμοποιούμε σήμερα στις μαγνητικές τομογραφίες της ιατρικής. Με αυτήν την τεχνική μπόρεσαν να μετρήσουν τις συχνότητες των ηλεκτρονιακών μεταβάσεων σε άτομα. Για αυτήν την ανακάλυψη ο Rabi τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1944. Ο Rabi υποστήριξε τότε την ιδέα πως, η ποιότητα και η ακρίβεια αυτών των μετρήσεων θα μπορούσε να μας οδηγήσει στην κατασκευή ενός ατομικού ρολογιού. Ο ίδιος δεν προχώρησε αυτήν την ιδέα αλλά, το 1949, ένας μαθητής του, ο Ν. Ramsey, θα βελτιώσει κατά πολύ τις τεχνικές του δασκάλου του και θα τιμηθεί για αυτό το επίτευγμα με το βραβείο Νόμπελ στη φυσική το 1989. Για την ιστορία –και όχι μόνο- πρέπει να αναφέρουμε ότι ο Rabi, που είχε εμπλακεί στην κατασκευή της ατομικής βόμβας, σε βαθύ γήρας έθεσε την υπογραφή του μαζί με άλλους κορυφαίους Aμερικανούς επιστήμονες σε κείμενο-έκκληση ενάντια στο ψυχροπολεμικό πρόγραμμα του Πολέμου των Άστρων.

    Το πρώτο ατομικό ρολόι κατασκευάστηκε από τον H. Lyons το 1949 στο Εθνικό Γραφείο Προτύπων των Η.Π.Α. (National Bureau of Standards, NBS σήμερα γνωστό ως National Institute of Standards and Technology, NIST ). Η λειτουργία του βασιζόταν σε μεταβάσεις ηλεκτρονίων στο μόριο της αμμωνίας (Sullivan, 2001). Αυτό το ατομικό ρολόι, ωστόσο, δεν μπορούσε να φτάσει την ακρίβεια των καλύτερων ρολογιών χαλαζία της εποχής και η αμμωνία εγκαταλείφθηκε όταν έγινε σαφές ότι τα ρολόγια καισίου θα παρήγαγαν καλύτερα αποτελέσματα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 οι L. Essen και J. Parry, στο Εθνικό Εργαστήριο της Μεγάλης Βρετανίας (Britain’s National Laboratory, BNL σήμερα γνωστό ως National Physical Laboratory, NPL), κατασκεύασαν ένα ατομικό ρολόι το οποίο βασιζόταν σε μεταβάσεις ηλεκτρονίων του ατόμου του κεσίου-133 (Essen, 1955). Το μειονέκτημα αυτού του ρολογιού ήταν ο τεράστιος χώρος που καταλάμβαναν τα απάρτια που απαιτούνταν για την κατασκευή του. H διάταξη αυτή δεν λειτούργησε ποτέ ως ρολόι ούτε καν σαν βρόγχος ανατροφοδότησης (όπως θα δούμε παρακάτω). Παρόλα αυτά στη βιβλιογραφία αναφέρεται ως το πρώτο ατομικό ρολόι καθώς η συχνότητα 9.192.631.770 Hz της μετάβασης ανάμεσα σε δύο καταστάσεις της υπέρλεπτης υφής (F=3 και F=4) της θεμελιώδους κατάστασης 6s2S1/2 του ατόμου του κεσίου, την οποία χρησιμοποίησαν σε αυτό το «ρολόι», υιοθετήθηκε από το Γενικό Συνέδριο Μέτρων και Σταθμών και παραμένει και σήμερα η βάση ορισμού του δευτερόλεπτου στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI) (Markowitz et al., 1958).

    Την ίδια περίοδο, ένας άλλος συνεργάτης του Rabi, o J. Zacharias, κατόρθωσε να κατασκευάσει ένα μικρό φορητό ατομικό ρολόι και το 1956, σε συνεργασία με την εταιρεία National Company στο Malden της Mασσαχουσέτης, προχώρησε στην κατασκευή το πρώτου εμπορικού ατομικού ρολογιού με την επωνυμία Atomichron. Είχε προηγηθεί η ανεπιτυχής προσπάθειά του για την κατασκευή ενός ρολογιού ατομικού πίδακα, την σύγχρονη εκδοχή του οποίου περιγράφουμε παρακάτω. Ο Zacharias είχε την ευφυή σκέψη πως η εκτόξευση κατακόρυφα προς τα πάνω μιας δέσμης ατόμων κεσίου θα οδηγούσε στην επιβράδυνση των ατόμων, εξαιτίας της βαρύτητας, και αυτό θα έλυνε πολλά τεχνικά προβλήματα. Τα άτομα όμως εξέρχονται από ένα φούρνο (θερμοκρασίας 400 Κ) χαρακτηριζόμενα από μια θερμική κατανομή ταχυτήτων με μια πιο πιθανή τιμή γύρω στα 300 m/s. Η πιθανότητα να υπάρχουν άτομα με ταχύτητες γύρω στα 10 m/s είναι περίπου 10-6 αυτής των 300 m/s. Αυτό το γεγονός και μόνο κατέστησε τις προσπάθειες του Zacharias ατελέσφορες. Η ιστορία των ατομικών ρολογιών από την αρχική σύλληψη έως την πρώτη εμπορική τους έκδοση έχει παρουσιαστεί από τον κορυφαίο ιστορικό της επιστήμης P. Forman σε ένα άρθρο του το 1985 (Forman, 1985)

    Η ΑΡΧΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

    Όλα τα ρολόγια μέχρι σήμερα στηρίζονται στην ταλάντωση ενός φυσικού συστήματος είτε αυτή είναι η περιστροφή της Γης γύρω από τον εαυτό της, είτε η ταλάντωση ενός εκκρεμούς ή, ακόμη, οι ηλεκτρομηχανικές ταλαντώσεις ενός κρυστάλλου χαλαζία. Όπως γνωρίζουμε σε ένα άτομο τα ηλεκτρόνια διατάσσονται σε συγκεκριμένες ενεργειακές στάθμες γύρω από τον πυρήνα. Ένα ηλεκτρόνιο, ευρισκόμενο σε μια στάθμη μπορεί, απορροφώντας ένα φωτόνιο συγκεκριμένης συχνότητας, να μεταβεί σε μια υψηλότερη ενεργειακή στάθμη και από εκεί, εκπέμποντας ένα φωτόνιο της ίδιας συχνότητας, να επιστρέψει πάλι στην αρχική του στάθμη. Αυτή η μετάβαση διαρκεί συγκεκριμένο χρόνο και, εάν εμείς διεγείρουμε διαρκώς το άτομο εξωτερικά με χρήση κατάλληλων ηλεκτρομαγνητικών πεδίων, αποτελεί το κατάλληλο περιοδικό φαινόμενο που απαιτείται για την λειτουργία του ατομικού ρολογιού.

    Τα άτομα δεν είναι τόσο πολύπλοκα όσο οι μηχανικοί ταλαντωτές. Η χρήση των ατόμων ως πρότυπα συχνότητας και χρόνου έχει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της χρήσης μακροσκοπικών ταλαντωτών για δύο λόγους. Πρώτον, οι μεταπτώσεις ηλεκτρονίων μεταξύ των διαφόρων ατομικών σταθμών είναι πανομοιότυπες ως προς τα φυσικά τους χαρακτηριστικά σε όλα τα άτομα του ίδιου χημικού στοιχείου. Πράγματι, η διάρκεια ζωής ενός ατόμου είναι μεγαλύτερη από 1025 s, ένα χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο από την αναμενόμενη διάρκεια ζωής του Σύμπαντος, η οποία έχει υπολογιστεί στα 1010 s. Δεύτερον, σε αντίθεση με τις μηχανικές συσκευές, τα άτομα δεν υπόκεινται σε φθορές, επομένως οι ιδιότητές τους δεν αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Ένας μακροσκοπικός ταλαντωτής υφίσταται παραμόρφωση υλικού κατά τη λειτουργία του, οδηγώντας σε αλλαγές στην περίοδο ταλάντωσης καθώς περνά ο καιρός. Ωστόσο, ένας συνήθης ταλαντωτής που είναι πλήρως απομονωμένος από εξωτερικές αλληλεπιδράσεις, χωρίς η διαδικασία της μέτρησης να του προκαλεί φθορές, θα αποτελούσε ένα «τέλειο» χρονόμετρο.

    Η ακρίβεια ενός ατομικού ρολογιού εξαρτάται κυρίως από τρεις παράγοντες. Πρώτα από τη θερμοκρασία των ατόμων, γιατί όσο πιο χαμηλή είναι, τόσο πιο αργά κινούνται τα άτομα άρα τόσο πιο μεγάλος είναι ο χρόνος στον οποίο αλληλεπιδρούμε με αυτά. Δεύτερον, από τη συχνότητα των εκπεμπόμενων φωτονίων κατά τη μετάβαση των ηλεκτρονίων από τη διεγερμένη στη θεμελιώδη στάθμη. Αυτό γιατί όσο μεγαλύτερη είναι η συχνότητα της βασικής ταλάντωσης ενός ρολογιού, τόσο μεγαλύτερη είναι η ακρίβεια με την οποία μετράμε τον χρόνο. Τέλος, η ακρίβεια ενός ατομικού ρολογιού εξαρτάται και από την ενεργειακή «στενότητα» της διεγερμένης στάθμης. Όπως προβλέπει η κβαντική μηχανική η χρονική διάρκεια Δτ μιας μετάβασης και το ενεργειακό της εύρος ΔΕ συνδέονται από την σχέση αβεβαιότητας ΔΕΔτ ≥ ħ (όπου ħ η ανηγμένη σταθερά του Planck, ħ=h/2π) Από τη σχέση αυτή είναι προφανές πως όταν η χρονική διάρκεια Δτ είναι μεγάλη το ενεργειακό εύρος ΔΕ είναι μικρό («στενό») άρα και η συχνότητα του εκπεμπόμενου φωτονίου είναι καθορισμένη με μεγαλύτερη ακρίβεια.

    Τα ατομικά ρολόγια της πρώτης γενιάς αξιοποιούσαν κυρίως ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες στην περιοχή των μικροκυμάτων. Για να κατασκευάσουμε ατομικά ρολόγια μεγαλύτερης ακρίβειας θα χρειαστεί να στραφούμε προς τις υψηλότερες συχνότητες, όπως αυτές του ορατού (οπτικού) τμήματος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Σήμερα η έρευνα εστιάζεται στην κατασκευή οπτικών ατομικών ρολογιών. Το πρώτο τέτοιο ρολόι, που σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε στο NIST το 2001 από την ερευνητική ομάδα του D. J. Wineland, βασίστηκε σε ένα μεμονωμένο παγιδευμένο ιόν υδραργύρου (Diddams, 2001). Σε αυτή την κατηγορία ατομικών ρολογιών ο «ταλαντωτής» είναι το περιοδικό ηλεκτρομαγνητικό πεδίο μιας δέσμης λέιζερ. Η συχνότητα των λέιζερ είναι αρκετά σταθερή, αλλά σιγά-σιγά μεταβάλλεται λόγω διαφόρων επιδράσεων από το περιβάλλον. Εμείς προσπαθούμε να «κλειδώσουμε» τη συχνότητά του λέιζερ σε μια «απόλυτη» συχνότητα αναφοράς, αυτήν μιας ατομικής μετάβασης. Για το σκοπό αυτό κατευθύνουμε ένα μέρος της δέσμης λέιζερ σε ένα σύνολο ατόμων ή σε ένα μεμονωμένο ιόν, φροντίζoντας ώστε η συχνότητα του λέιζερ να είναι συντονισμένη με μια ατομική μετάβαση. Τα άτομα απορροφούν το φως του λέιζερ και διεγείρονται. Στη συνέχεια κατασκευάζουμε ένα βρόχο ανάδρασης με βάση την ατομική απόκριση με τον οποίο «κρατάμε» τη συχνότητα του λέιζερ σταθερή ως προς αυτήν της ατομικής συχνότητας μετάβασης. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά σταθερή και καλά καθορισμένη συχνότητα εξόδου για τη δέσμη του λέιζερ (Εικ.1).Εικ. 1: Σχηματική αναπαράσταση των βασικών σταδίων λειτουργίας ενός ατομικού ρολογιού (Cohen-Tannoudji & Guéry-Odelin, 2011, σ.438).ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΑΤΟΜΙΚΟΥ ΠΙΔΑΚΑ

    Όπως αναφέραμε παραπάνω η πρώτη προσπάθεια κατασκευής ενός ρολογιού ατομικού πίδακα έγινε από τον Zacharias ενώ το 1982 είχαμε μια πιο σύγχρονη εκδοχή αυτού του ρολογιού (De Marchi, 1982). Η αιτία της αποτυχίας αυτών των ατομικών ρολογιών ήταν πως ο πίδακας ατόμων ήταν με τη μορφή θερμικής δέσμης όπου τα περιζήτητα βραδέως κινούμενα άτομα είναι πολύ λίγα σε ποσοστό με αποτέλεσμα το σήμα που λάμβαναν οι πειραματιστές να ήταν αρκετά ασθενές.

    Την λύση σε αυτό το πρόβλημα έδωσαν οι νέες τεχνικές παγίδευσης και επιβράδυνσης της κίνησης των ατόμων και ιδιαίτερα η επίτευξη της οπτικής μελάσας (optical molasse(Lembessis, 2020). Πρόκειται για ένα βραδυκίνητο μόρφωμα ατόμων (από όπου προέρχεται και το όνομα) το οποίο, για παράδειγμα, στην περίπτωση του κεσίου, αποτελείται από περίπου δέκα εκατομμύρια άτομα, με μέση ταχύτητα 1 cm/s. To μόρφωμα αυτό έχει μέγεθος λίγα χιλιοστά.

    Η αρχή λειτουργίας φαίνεται στο σχήμα της Εικ.2. Τρία ζεύγη δεσμών λέιζερ χρησιμοποιούνται για την παρασκευή της οπτικής μελάσας. Στη συνέχεια ρυθμίζοντας τις συχνότητες των δύο κατακόρυφων δεσμών λέιζερ το μόρφωμα της οπτικής μελάσας εκτοξεύεται κατακόρυφα προς τα πάνω. Κατά τη διάρκεια της κίνησης του διαστέλλεται διαρκώς. Κατά την φάση της ανόδου καθώς και της καθόδου διέρχεται δύο φορές από το εσωτερικό μιας ηλεκτρομαγνητικής κοιλότητας μικροκυμάτων. H κοιλότητα αυτή παρέχει μικροκύματα με συχνότητα πολύ κοντά σε αυτήν των φωτονίων που εκπέμπονται σε μια συγκεκριμένη μετάβαση της υπέρλεπτης υφής του ατόμου του κεσίου. Η συχνότητα αυτών των μικροκυμάτων μεταβάλλεται διαρκώς μέχρι να επιτευχθεί συντονισμός με τις καταστάσεις του κεσίου. Ακριβώς κάτω από την κοιλότητα βρίσκεται μια άλλη διάταξη λέιζερ η οποία διεγείρει τα άτομα ωθώντας τα σε φθορισμό. Από το σήμα του φθορισμού παίρνουμε πληροφορία για τον αριθμό των ατόμων που έχουν διεγερθεί. Ένας βρόγχος ανατροφοδότησης προσαρμόζει την συχνότητα μικροκυμάτων ώστε να διατηρείται ο συντονισμός. Αυτή η συχνότητα είναι που ορίζει το δευτερόλεπτο στα ατομικά ρολόγια. Το ατομικό ρολόι δίνει ένα συνεχές σήμα συχνότητας που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του δευτερολέπτου. Μετρώντας κύκλους αυτού του σήματος μπορούμε με ακρίβεια να μετρήσουμε χρονικά διαστήματα.

    Εικ. 2. Το ρολόι του ατομικού πίδακα.

    ΝΕΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ

    Η ανάπτυξη των οπτικών κρυστάλλων ατόμων [1](optical lattices) έχει ανοίξει νέες προοπτικές στην βελτίωση της απόδοσης των ατομικών ρολογιών. Τα πρώτα ατομικά ρολόγια είτε είχαν βασιστεί σε μεμονωμένα παγιδευμένα ιόντα ή σε σύνολα εκατομμυρίων ψυχρών ατόμων που είχαν επιβραδυνθεί από δέσμες λέιζερ. Στην πρώτη περίπτωση είχαμε το μειονέκτημα του ασθενούς σήματος. Στη δεύτερη περίπτωση, λόγω του μεγάλου αριθμού ατόμων, λαμβάναμε μεν σήμα αυξημένης έντασης αλλά είχαμε το πρόβλημα με τη επίδραση του φαινόμενου Doppler[2]. Οι οπτικοί κρύσταλλοι ατόμων συνδυάζουν τα πλεονεκτήματα και των δύο περιπτώσεων (Oats, 2015). Με το να συγκρατούν ένα σημαντικό αριθμό ατόμων σε κάθε παγιδευτική θέση βελτιώνουν την ένταση του σήματος. Έπειτα, επειδή πρακτικά τα παγιδευμένα άτομα είναι ακίνητα, αποφεύγουμε προβλήματα που σχετίζονται με την επίδραση του φαινόμενου Doppler. Τέλος, σε έναν οπτικό κρύσταλλο τα άτομα παραμένουν παγιδευμένα περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο (ποσό τεράστιο για τις ατομικές κλίμακες) οπότε η μέτρηση των ηλεκτρονιακών «τικ» του ατομικού ρολογιού (που διαρκούν περίπου ένα εκατομυριοστό του δευτερόλεπτου) μπορεί να γίνει με πολύ υψηλή ανάλυση. Με τα ατομικά ρολόγια οπτικών κρυστάλλων η ακρίβεια μέτρησης του χρόνου έχει φτάσει στο επίπεδο του 10-18.

    Το πρώτο ρολόι οπτικού κρυστάλλου ατόμων, το οποίο βασίστηκε σε παγιδευμένα άτομα στρόντιου, κατασκευάστηκε το 2003 στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο (Takamoto, 2005). Στη συνέχεια ακολούθησαν παρόμοια ρολόγια στρόντιου στο JILA του Κολοράντο και στο Systèmes de Référence Temps-Espace στο Παρίσι. Στο Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων και Τεχνολογίας (NIST) των ΗΠΑ παρουσιάστηκε ένα ρολόι οπτικού κρυστάλλου με βάση το υττέρβιο (στοιχείο των σπάνιων γαιών). Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αξιοσημείωτα βήματα στην κατασκευή τέτοιων ρολογιών χρησιμοποιώντας άτομα υδράργυρου και μαγνήσιου. Το 2024 ανακοινώθηκε η κατασκευή του πιο ακριβούς ρολογιού οπτικού κρυστάλλων ατόμων στο JILA του Colorado. To ρολόι αυτό αξιοποίησε άτομα στρόντιου και έφτασε σε ακρίβεια 8.1×10-19 (Aeppli et al., 2024). Ένα πλήθος από ρολόγια οπτικών κρυστάλλων είναι τώρα υπό κατασκευή σε όλο τον κόσμο, ενώ ακόμη περισσότερα βρίσκονται στο στάδιο του σχεδιασμού.Εικ. 3. Χρονολογική εξέλιξη των διαφόρων τύπων ατομικών ρολογιών και της σχετικής τους ακρίβειας (Cohen-Tannoudji & Guéry-Odelin, 2011, σ.468).Ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα σε ένα ατομικό ρολόι οπτικού πλέγματος είναι η σωστή επιλογή των ατομικών σταθμών. Ο λόγος είναι πως το ίδιο το φως του πλέγματος που παγιδεύει τα άτομα μεταβάλλει ταυτόχρονα την ενέργεια αυτών των σταθμών. Αυτό έχει ως συνέπεια την μεταβολή της συχνότητας των μεταβάσεων των ηλεκτρονίων. Η λύση είναι να χρησιμοποιηθούν μεταβάσεις τέτοιες που οι μεταβολές, στη θεμελιώδη και στη διεγερμένη στάθμη να είναι ίσες. Με αυτόν τον τρόπο η ενεργειακή διαφορά μεταξύ των σταθμών παραμένει η ίδια. Για αυτό το σκοπό κατάλληλο είναι το άτομο του στρόντιου του οποίου η ηλεκτρονιακή δομή μας παρέχει τέτοιες μεταβάσεις. Οι μεταβάσεις που χρειάζονται σε ένα ατομικό ρολόι πρέπει, επίσης, να έχουν πολύ μικρή εξάρτηση από την πόλωση του φωτός του οπτικού πλέγματος κάτι που είναι ένας πραγματικός «πονοκέφαλος» για τους πειραματικούς φυσικούς.

    Εκτός από τα ρολόγια ατομικών κρυστάλλων στα οποία εμπλέκεται ένας πολύ μεγάλος αριθμός ατόμων υπάρχουν και ρολόγια που λειτουργούν με μεμονωμένα ατομικά σωματίδια και συγκεκριμένα με ιόντα. Σε αυτήν την περίπτωση ένα ιόν παγιδεύεται από μια διάταξη ηλεκτρομαγνητικών πεδίων και στη συνέχεια αλληλεπιδρά με ένα λέιζερ που διεγείρει μια ατομική μετάβαση. Προς το παρόν, το πιο ακριβές από αυτά τα ρολόγια (9.4×10-19) χρησιμοποιεί ένα ιόν αλουμινίου Al⁺, (Brewer et al., 2023). Ωστόσο, στον αγώνα για έναν πρακτικό και εύκολα αναπαραγώγιμο νέο ορισμό του δευτερολέπτου, το ελαφρώς λιγότερο τέλειο αλλά πολύ πιο πρακτικό ρολόι ιόντων υττέρβιου Yb⁺ (Tofful et al., 2024) έχει πρωτοστατήσει τα τελευταία χρόνια. Οι δύο τεχνολογίες συνεχίζουν να εξελίσσονται παράλληλα, με το Al⁺ να διευρύνει τα όρια του τι είναι ουσιαστικά εφικτό και το Yb⁺ να επιδεικνύει τι είναι λειτουργικά εφικτό.

    Τα ρολόγια ενός ιόντος αποφεύγουν τον θόρυβο που εισάγουν οι κρύσταλλοι ατόμων σε ένα σύστημα καθώς διακρίνονται για την ιδιαίτερα χαμηλή ευαισθησία τους σε εξωτερικά πεδία και στο περιβάλλον. Τα ρολόγια οπτικών κρυστάλλων ατόμων, ωστόσο, εξετάζουν χιλιάδες άτομα ταυτόχρονα, βελτιώνοντας την ακρίβεια. Οι δύο αυτοί διαφορετικοί τύποι ρολογιών εναλλάσσουν την πρώτη θέση στην ακρίβεια μέτρησης του χρόνου τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

    Για να πετύχουμε όσο το δυνατόν υψηλότερη ακρίβεια στη λειτουργία των ατομικών ρολογιών οφείλουμε να λάβουμε υπόψη και τα συστηματικά σφάλματα που υπεισέρχονται στη λειτουργία τους. Στα ατομικά ρολόγια οπτικών κρυστάλλων η πιο σημαντική πηγή συστηματικών σφαλμάτων είναι οι κρούσεις μεταξύ των ατόμων, που στην περίπτωση μεγάλου αριθμού ατόμων είναι πολύ σημαντικές. Ένας τρόπος να απαλλαγούμε από αυτές είναι η χρήση ισοτόπων των ατόμων που είναι φερμιόνια. Σε χαμηλές θερμοκρασίες, οι κρούσεις μεταξύ των φερμιονίων είναι σχεδόν αμελητέες. Ανάμεσα στα άλλα συστηματικά σφάλματα που υπεισέρχονται στην λειτουργία των ατομικών ρολογιών είναι οι ατέλειες στην περιοδική δομή του οπτικού κρυστάλλου καθώς και η υπέρυθρη θερμική ακτινοβολία του περιβάλλοντος. Αυτά τα σφάλματα μπορούν να επιφέρουν ενεργειακές μετατοπίσεις στις ενεργειακές στάθμες της τάξης του 10-15 . Για να αντιμετωπιστεί η επίδραση της ακτινοβολίας του περιβάλλοντος τα ατομικά ρολόγια τοποθετούνται μέσα σε «μίνι» θαλάμους σε κρυογενικές θερμοκρασίες (χαμηλώτερες των 100 Κ). Στα ρολόγια ιόντων επειδή εμπλέκεται μόνο ένα σωματίδιο η εκτίμηση των συστηματικών σφαλμάτων καθώς και ο έλεγχος της κίνησης του ιόντος είναι κατά πολύ πιο εύκολη υπόθεση για τους πειραματικούς.

    Κλείνοντας αυτήν την παράγραφο θα πρέπει να αναφερθούμε και σε μια αξιοσημείωτη πρόοδο που έλαβε χώρα μέσα στο 2024. Πρόκειται για την πειραματική επίδειξη ενός πυρηνικού ρολογιού βασισμένου στο θόριο (Zhang et al., 2024). Αυτός ο τύπος ρολογιού χρησιμοποιεί μια πυρηνική μετάβαση – μια μετατόπιση στην κβαντική κατάσταση των ατομικών πυρήνων – αντί για μια μετάβαση ηλεκτρονίων. Επειδή οι πυρήνες είναι λιγότερο ευαίσθητοι σε εξωτερικές παρεμβολές σε σύγκριση με τα ηλεκτρόνια, τα πυρηνικά ρολόγια μπορεί να γίνουν ακόμη πιο ακριβή από τα οπτικά ρολόγια μόλις βελτιωθεί η τεχνολογία.

    Το αναμενόμενο πλεονέκτημα ενός πυρηνικού ρολογιού είναι ότι ο πυρήνας είναι μικρότερος από το άτομο έως και πέντε τάξεις μεγέθους, με αντίστοιχα μικρότερες μαγνητικές διπολικές και ηλεκτρικές τετραπολικές ροπές, και επομένως επηρεάζεται σημαντικά λιγότερο από εξωτερικά μαγνητικά και ηλεκτρικά πεδία. Τέτοιες εξωτερικές διαταραχές αποτελούν τον περιοριστικό παράγοντα για την επίτευξη μεγαλύτερης ακρίβειας στα ατομικά ρολόγια. Λόγω αυτού του πλεονεκτήματος, ένα πυρηνικό οπτικό ρολόι αναμένεται να επιτύχει χρονική ακρίβεια που πλησιάζει το 10−19, μια δεκαπλάσια βελτίωση σε σχέση με τα ηλεκτρονικά ρολόγια.

    Η ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΕ ΕΝΑ ΑΤΟΜΙΚΟ ΡΟΛΟΪ

    Ένα σύνηθες ρολόι παρέχει τη δυνατότητα ανάγνωσης του χρόνου μέσω μιας διεπιφάνειας με δείκτες (αναλογικά ρολόγια) ή χωρίς αυτούς (ψηφιακά ρολόγια). Πώς, όμως, διαβάζουμε το χρόνο σε ένα ατομικό ρολόι; Αυτό είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο θέμα που θα μπορούσε να αποφέρει και το βραβείο Νόμπελ σε αυτόν/ήν που θα κατόρθωνε να το επιλύσει. Δεν είναι τυχαίο που στα περισσότερα επιστημονικά άρθρα αυτό το ζήτημα συνήθως παραλείπεται. Στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράψαμε έως τώρα είναι η παραγωγή μιας πρότυπης συχνότητας. Για να καταλήξουμε από μια πρότυπη συχνότητα σε ένα «ρολόι», είναι απαραίτητο να συμπεριλάβουμε κάποιου είδους μετρητή/καταγραφέα του χρόνου. Όσον αφορά τα ατομικά ρολόγια μικροκυμάτων αυτό είναι εύκολο, καθώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ηλεκτρονικούς μετρητές που διατίθενται στο εμπόριο. Με αυτούς μετράμε, για παράδειγμα, τους μηδενισμούς ενός ηλεκτρονικού σήματος. Σύμφωνα με τον ορισμό του SI, το ένα δευτερόλεπτο ορίζεται ως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο λαμβάνουν χώρα 9.192.631.703 μηδενισμοί της ακτινοβολίας μικροκυμάτων που παράγεται σε μια μετάβαση ενός ηλεκτρονίου ανάμεσα σε δύο συγκεκριμένες ενεργειακές στάθμες του ατόμου του κεσίου. Με έναν ηλεκτρονικό αλγόριθμο επεξεργασίας (το αντίστοιχο των γραναζιών ενός παλαιού ρολογιού) μπορούμε, μετρώντας αυτούς τους μηδενισμούς, να δημιουργήσουμε μια ψηφιακή ανάγνωση του χρόνου.

    Στην περίπτωση των οπτικών ρολογιών, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη. Οι οπτικές συχνότητες (της τάξης των 1015 Hz), είναι πολύ υψηλές για να μετρηθούν άμεσα – αυτό το απλό γεγονός καθυστέρησε την πρόοδο στον τομέα για δέκα με είκοσι χρόνια. Στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα, ωστόσο, το πρόβλημα λύθηκε από τους T. Hänsch και J. Hall με τη χρήση ενός ειδικού τύπου παλμικού λέιζερ που εκπέμπει μια χτένα συχνοτήτων (frequency comb(Hall & Hänsch, 2004). Πρόκειται στην ουσία για ένα διακριτό φάσμα συχνοτήτων στο οποίο κάθε συχνότητα ισαπέχει από την προηγούμενη και την επόμενη[3]. Για αυτό το επίτευγμα οι Hänsch και Hall μοιράστηκαν το βραβείο Νόμπελ φυσικής του 2005. Με τη μέθοδο αυτή υποδιαιρούμε μια οπτική συχνότητα σε μια σειρά μικροκυματικών συχνοτήτων που μπορούν να μετρηθούν με τις υπάρχουσες τεχνικές. Το κρίσιμο θέμα είναι αυτή η διαδικασία διαίρεσης να μην εξασθενεί αισθητά την απόδοση της διάταξης. Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε πως ένα ολοκληρωμένο ατομικό ρολόι οπτικών συχνοτήτων αποτελείται από μια πρότυπη οπτική συχνότητα, μια χτένα συχνοτήτων, έναν μετρητή και ένα ηλεκτρονικό σύστημα ανάγνωσης.

    ΤΑ ΑΤΟΜΙΚΑ ΡΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

    Η κίνηση των ατόμων επηρεάζεται, όπως είναι προφανές, από την βαρύτητα και αυτό επιδρά αρνητικά στην απόδοση των ατομικών ρολογιών. Η απάντηση θα ήταν να μεταφέρουμε τα ατομικά ρολόγια σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στο εσωτερικό ενός δορυφόρου. Πριν όμως φτάσουμε σε αυτό το σημείο, οι ερευνητές προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν έναν άλλο τρόπο δημιουργίας συνθηκών έλλειψης βαρύτητας. Τοποθέτησαν τα ατομικά ρολόγια σε ένα αεροπλάνο που ακολουθούσε παραβολική τροχιά στην πτήση του. Ο πιλότος αρχικά έδινε ανοδική τροχιά στο αεροπλάνο και μετά «έσβηνε» τη μηχανή ώστε το αεροσκάφος να ακολουθήσει παραβολική τροχιά (στην πράξη να κάνει μια πλάγια βολή όπως λέγαμε στο σχολείο). Μόλις το αεροπλάνο βρισκόταν σε κάθοδο ο πιλότος «άναβε» πάλι τις μηχανές και η διαδιακασία άρχιζε από την αρχή. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουμε περίπου είκοσι δευτερόλεπτα στη διάρκεια των οποίων το αεροπλάνο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, άρα στο εσωτερικό του επικρατούν συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Αυτή η μέθοδος αύξησε την απόδοση των ατομικών ρολογιών κατά δέκα φορές (Laurent et al., 1998).

    H επιτυχία αυτών των πειραμάτων οδήγησε την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος (ESA) στην εκπόνηση του προγράμματος ACES (Atomic Clock Ensembles in Space). Σκοπός του, όπως φανερώνει και το όνομά του, είναι η τοποθέτηση ενός ατομικού ρολογιού ψυχρών ατόμων μαζί με ένα μέιζερ υδρογόνου στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (International Space Station, ISS). Απώτερος στόχος είναι το σήμα από αυτό το ρολόι να χρησιμοποιηθεί για τον συγχρονισμό όλων το ρολογιών στη Γη και στους δορυφόρους του GPS και του Galileo.

    Το δεύτερο μεγαλεπήβολο πρόγραμμα είναι η τοποθέτηση από τη NASA στον ISS του Εργαστήριου Ψυχρών Ατόμων (Cold Atoms Laboratory, CAL) στις 21 Μαΐου του 2018. To σύστημα αυτό αναπτύχθηκε από το Εργαστήριο Αεριοπροώθησης (Gas Turbine Propulsion Laboratory) της NASA. Στις 30 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς ανακοινώθηκε η επίτευξη του πρώτου συμπυκνώματος Bose-Einstein από άτομα ρουβιδίου για πρώτη φορά σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας[4]. Στη Γη, λόγω της βαρύτητας, τέτοια συμπυκνώματα μπορούν να παρατηρηθούν μόνο για κλάσματα του δευτερολέπτου. Αλλά στον ISS, με την κατά πολύ ασθενέστερη βαρύτητα, μπορεί να παρατηρηθούν για περισσότερο χρόνο, ίσως μεγαλύτερο από δέκα δευτερόλεπτα. Τα πειράματα αυτά αναμένεται, εκτός των άλλων, να συμβάλλουν στην ανάπτυξη ακόμη πιο ευαίσθητων ατομικών ρολογιών.

    ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

    Το επόμενο ερώτημα που απασχολεί τους ερευνητές είναι πως θα βελτιώσουν την ακρίβεια των ατομικών ρολογιών μέχρι το πολυπόθητο δέκατο ένατο ψηφίο (ακρίβεια 10-19). Όμως μέχρι να έλθει εκείνη η στιγμή, ήδη έχει αρχίσει η χρήση ατομικών ρολογιών σε εφαρμογές έξω από το εργαστήριο, τόσο προς όφελος της βασικής επιστήμης όσο και της τεχνολογίας. Για την ώρα τα ατομικά ρολόγια έχουν παίξει σημαντικό ρόλο σε τεχνολογίες όπως τα παγκόσμια συστήματα εντοπισμού, οι σύγχρονες τηλεπικοινωνίες και τα ραδιοτηλεσκόπια. Η βελτίωση τους θα ενισχύσει περαιτέρω την απόδοση αυτών των «παραδοσιακών» εφαρμογών. Ανάμεσα στους άλλους τομείς που αναμένεται να έχουμε ευεργετικές εφαρμογές είναι η πλοήγηση βαθέως διαστήματος και τα ηλεκτρονικά σήματα χαμηλού θορύβου που παράγονται από φωτονικά κυκλώματα.

    Τα ατομικά ρολόγια, με την πρωτόγνωρη ακρίβειά τους, έχουν σημαντική συνεισφορά στις πειραματικές δοκιμές διαφόρων προβλέψεων της θεωρητικής φυσικής. Ανάμεσα σε αυτές είναι η διερεύνηση της πιθανής επίδρασης της βαρύτητας στις τιμές των θεμελιωδών σταθερών της φυσικής (όπως η σταθερά λεπτής υφής). Ένα άλλο φαινόμενο στο οποίο μπορούν να αξιοποιηθούν τα ατομικά ρολόγια είναι η πρόβλεψη της ΓΘΣ για την βαρυτική μετατόπιση προς το ερυθρό. Μπορούμε να το αντιληφθούμε με έναν απλό υπολογισμό: δύο ρολόγια που βρίσκονται σε μια διαφορά ύψους δz παρουσιάζουν, σύμφωνα με τη ΓΘΣ, μια σχετική διαφορά συχνοτήτων δf/f= gδz/c2, όπου η επιτάχυνση της βαρύτητας και η ταχύτητα του φωτός. Εάν υποθέσουμε πως δz = 1 m, g = 10 m/s2 και = 3×108 m/s, τότε δf/f = 10-16. Αυτό σημαίνει πως η ακρίβεια ενός ατομικού ρολογιού μικροκυμάτων μας επιτρέπει να ανιχνεύουμε υψομετρικές διαφορές δύο ρολογιών της τάξης του ενός μέτρου. Η χρήση ατομικών ρολογιών στο ορατό μέρος του φάσματος μπορεί να οδηγήσει σε ανίχνευση υψομετρικών διαφορών της τάξης των τριάντα εκατοστών (Chou et al., 2010).

    Αρκετά ενδιαφέρον είναι πως η λειτουργία των ατομικών ρολογιών έχει όλα τα φόντα να εξελιχθεί σε ένα πεδίο στο οποίο δοκιμάζονται τα όρια ισχύος θεμελιωδών αρχών της φυσικής. Η ακρίβεια στην μέτρηση του χρόνου είναι και αυτή μια φυσική διαδικασία που υπάγεται στους φυσικούς νόμους. Ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος προβλέπει ότι αν θέλουμε να κάνουμε ένα ρολόι πιο ακριβές – μειώνοντας έτσι την εντροπία στο σύστημα – πρέπει να του προσθέσουμε ενέργεια. Οποιαδήποτε αύξηση της ενέργειας, ωστόσο, αυξάνει αναγκαστικά την ποσότητα της θερμότητας που εκλύει το ρολόι στο περιβάλλον του. Ως εκ τούτου, όσο πιο ακριβές είναι το ρολόι, τόσο περισσότερο αυξάνεται η εντροπία του σύμπαντος – και τόσο πιο αυστηρά γίνονται τα τελικά όρια στην ακρίβεια του ρολογιού. Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα (Meier F. et al., 2025) το εμπόδιο αυτό μπορεί να παρακαμφθεί καθώς η αιτία αύξησης της εντροπίας βρίσκεται στην καταμέτρηση του χρόνου η οποία προϋποθέτει μια παρατήρηση πάνω στο σύστημα. Λογικά, επομένως, η λύση βρίσκεται στο σχεδιασμό συστημάτων στα οποία η μέτρηση του χρόνου θα συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατόν μικρότερο αριθμό παρατηρήσεων.

    H προηγούμενη συζήτηση οδηγεί στο συμπέρασμα πως αν κατορθώσουμε να κατασκευάσουμε πολύ ευαίσθητα ατομικά ρολόγια θα μπορούσαμε να τα αξιοποιήσουμε και στην ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων συγκρίνοντας μετρήσεις από ένα δίκτυο οπτικών ρολογιών. Από την άλλη όμως, η τόσο μεγάλη ευαισθησία θα ήταν μειονέκτημα για την χρονομέτρηση πάνω στη Γη καθώς μια ανύψωση έστω και κατά ένα εκατοστό οδηγεί σε διακυμάνσεις του μετρούμενου χρόνου της τάξης του 10-18. Τα μελλοντικά υπερ-ακριβή ατομικά ρολόγια που θα είναι εγκατεστημένα στη Γη θα πρέπει να συνυπολογίζουν τα αποτελέσματα φαινομένων, όπως οι παλίρροιες και άλλα, που μπορούν να επιφέρουν και διακυμάνσεις της τάξης του 10-17 . Τα ατομικά ρολόγια θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν στον προσδιορισμό μιας γεωειδούς επιφάνειας, δηλαδή μιας επιφάνειας όπου όλα τα σημεία έχουν την ίδια τιμή βαρυτικού δυναμικού.

    Αφήσαμε για το τέλος αυτής της ενότητας το ζήτημα της ανάπτυξης ατομικών ρολογιών πέρα από τους τέσσερις τοίχους ενός επιστημονικού εργαστηρίου. Στις 13 Νοέμβρη του 2023 η εταιρεία Vector Atomic στις ΗΠΑ παρήγαγε το πρώτο φορητό ατομικό ρολόι για εμπορική εκμετάλλευση στον κόσμο με την επωνυμία Evergreen 30 (EG 30) με ακρίβεια χρονομέτρησης της τάξης του 10-15. Ακολούθησε η εμπορική παραγωγή ατομικών ρολογιών σε πολλές χώρες, όπως η Γαλλία, το Ισραήλ, η Κίνα, η Ελβετία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

    Ο ΕΠΑΝΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟΥ

    Η πρόοδος και εξέλιξη των ατομικών ρολογιών θέτει επί τάπητος την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της βασικής μονάδας του χρόνου, που σήμερα ορίζεται με βάση τη μετάβαση ηλεκτρονίων ανάμεσα σε δύο συγκεκριμένες στάθμες στο άτομο του κεσίου.

    Από το 1967, το ένα δευτερόλεπτο ορίζεται, όπως προαναφέραμε, ως το χρονικό διάστημα που χρειάζεται ώστε να συμβούν 9.192.631.703 μηδενισμοί της ακτινοβολίας μικροκυμάτων που παράγεται σε μια μετάβαση ενός ηλεκτρονίου ανάμεσα σε δύο συγκεκριμένες ενεργειακές στάθμες του ατόμου του κεσίου. Αλλά όπως είδαμε τα ρολόγια κεσίου δεν είναι πλέον οι πιο ακριβείς χρονομέτρες γεγονός που θέτει επί τάπητος το ζήτημα αναθεώρησης του ορισμού του δευτερολέπτου. Το 2024 το Διεθνές Γραφείο Μέτρων και Σταθμών στις Sèvres της Γαλλίας όρισε μια ομάδα εργασίας καθήκον της οποίας είναι η διατύπωση των κριτηρίων για τον επαναπροσδιορισμό του δευτερολέπτου. Αυτά περιλαμβάνουν ότι το νέο πρότυπο θα καθοριστεί από μετρήσεις σε τουλάχιστον τρία διαφορετικά ρολόγια σε διαφορετικά ιδρύματα, ότι αυτές οι μετρήσεις θα συγκρίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα με τιμές από άλλους τύπους ρολογιών και ότι εργαστήρια σε όλο τον κόσμο θα είναι σε θέση να κατασκευάσουν τα δικά τους ρολόγια για να μετρούν τη συχνότητα-στόχο. Εάν σημειωθεί επαρκής πρόοδος μέχρι και το 2026, τότε το 2030 θα είμαστε σε θέση να αλλάξουμε τον ορισμό του δευτερόλεπτου.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    [1] Ο αναγνώστης που θέλει να κατανοήσει την φυσική και τις εφαρμογές των οπτικών κρυστάλλων ατόμων μπορεί να καταφύγει στο εκτεταμένο αφιέρωμα του InS σε αυτούς. ↑

    [2] Πρόκειται για τη μεταβολή της τιμής της συχνότητας που εκπέμπει μια πηγή όταν αυτή και ο παρατηρητής βρίσκονται σε σχετική κίνηση μεταξύ τους. ↑

    [3] Μια αριθμητική πρόοδος συχνοτήτων στην ουσία. ↑

    [4] https://www.jpl.nasa.gov/news/news.php?feature=7202. Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2025. ↑

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Aeppli, A., Kim, K., Warfield, W., Safronova, M.S. and Ye, J., 2024. Clock with 8× 10-19 systematic uncertainty. Physical Review Letters, 133(2), p.023401. https://journals.aps.org/prl/abstract/10.1103/PhysRevLett.133.023401

    Brewer, S.M., Chen, J.S., Hankin, A.M., Clements, E.R., Chou, C.W., Wineland, D.J., Hume, D.B. and Leibrandt, D.R., 2023. 27 Al+ Quantum-Logic Clock with a Systematic Uncertainty below 10-18 ((vol 123, 033201, 2019). Physical Review Letters, 131(5). https://journals.aps.org/prl/abstract/10.1103/PhysRevLett.123.033201

    Chou, C., W., Hume, D., B., Rosenband, T., and Wineland, D. J., 2010. Optical clocks and relativity. Science 329, 1630–1633. https://www.science.org/doi/10.1126/science.1192720

    Cohen-Tannoudji, C., and Guéry-Odelin, D., 2011. Advances in Atomic Physics: An Overview. Hackensack, New Jersey USA: World Scientific.

    De Marchi, A., 1982. The optically pumped caesium fountain: 10-15 frequency accuracy?. Metrologia, 18(3), p.103. https://iopscience.iop.org/article/10.1088/0026-1394/18/3/002/meta

    Diddams, S. A., Udem, Th., Bergquist, J., C., Curtis, E., A., Drullinger, R., E., Hollberg, L., Itano, W., M., Lee, W., D., Oates, C., W., Vogel, K., R., and Wineland, D., J., 2001. An optical clock based on a single trapped 199Hg. Ion. Science 293(5531), 825–828.doi: 10.1126/science.1061171

    Essen, L., and Parry, J., V., L., 1955. An atomic standard of frequency and time interval: a cæsium resonator. Nature 176(4476), 280–282. 10.1038/176280a0

    Forman, P., 1985. Atomichron@: The Atomic Clock from Concept to Commercial Product. PROCEEDINGS OF THE IEE 73 No 7, 1181-1204. https://ieeexplore.ieee.org/document/1457534

    Hall, J., and Hänsch, T., W., 2004. History of optical comb development, in Femtosecond Optical Frequency Comb: Principle, Operation, and Applications, J. Ye and S. T. Cundiff, Eds., New York, USA: Springer. https://link.springer.com/book/10.1007/b102450

    Laurent, Ph., Lemonde, P., Simon, E., Santarelli, G., Clairon, A., Dimarcq, N., Petit, P., Audoin, C., and Salomon, C., 1998. A cold atom in absence of gravity. Eur. Phys. J. D 3, 201–204. https://link.springer.com/article/10.1007/PL00021584

    Lembessis, V. E., 2020. Taming Atoms: The Renaissance of Atomic Physics. Bellingham, Washington USA: SPIE. https://spie.org/Publications/Book/2563827?SSO=1

    Markowitz, W., Hall, R.G., Essen, L. and Parry, J.V.L., 1958. Frequency of cesium in terms of ephemeris time. Physical Review Letters, 1(3), p.105. https://journals.aps.org/prl/abstract/10.1103/PhysRevLett.1.105

    Meier, F., Minoguchi, Y., Sundelin, S., Apollaro, T.J., Erker, P., Gasparinetti, S. and Huber, M., 2025. Precision is not limited by the second law of thermodynamics. Nature Physics, pp.1-6. https://www.nature.com/articles/s41567-025-02929-2

    Maxwell, J., C., 1954. Electricity and magnetism (Vol. 2, pp. 257-257). New York: Dover.

    McGrew, W., F., Zhang, X., Fasano, R., J., Schaffer, S., A., Beloy, K., Nikolodi, D., Brown, R., C., Hinkley, N., Milani, G., Schioppo, M., Yoon, T., H., and Ludlow, A., D., 2018. Atomic clock performance enabling geodesy below the centimeter level. Nature 564, 87–90. DOI: 10.1038/s41586-018-0738-2

    Milner, W., R., Robinson, J., M., Kennedy, C., J., Bothwell, T., Kedar, D., Matei, D., G., Legero, T., Sterr, U., Riehle, F., Leopardi, H., Fortier, T., M., Sherman, J., A., Levine, J., Yao, J., Ye, J. and Oelker, E., 2019. Demonstration of a timescale based on a stable optical carrier Phys. Rev. Lett. 123, 173201. https://journals.aps.org/prl/abstract/10.1103/PhysRevLett.123.173201

    Oats C., W., and Ludlow, A., D., 2015. Optical lattice clocks. Optics and Photonics News, January Issue, 37–43.

    Rabi, I. Radiofrequency Spectroscopy, Richtmayer Lecture, Columbia University, New York, 20 January 1945.

    Sullivan, D., B., 2001, June. Time and frequency measurement at NIST: The first 100 years. In Proceedings of the 2001 IEEE International Frequncy Control Symposium and PDA Exhibition (Cat. No. 01CH37218) (pp. 4-17). IEEE. https://ieeexplore.ieee.org/document/956152

    Takamoto, M., Hong, F.L., Higashi, R. and Katori, H., 2005. An optical lattice clock. Nature, 435(7040), pp.321-324. https://www.nature.com/articles/nature03541

    Thomson, W., 1879. Treatise on Natural Philosophy, Cambridge, UK: Cambridge University Press, p. 277.

    Tofful, A., Baynham, C.F., Curtis, E.A., Parsons, A.O., Robertson, B.I., Schioppo, M., Tunesi, J., Margolis, H.S., Hendricks, R.J., Whale, J. and Thompson, R.C., 2024. 171Yb+ optical clock with 2.2\times 10^{-18} systematic uncertainty and absolute frequency measurements. Metrologia, 61(4), p.045001. https://iopscience.iop.org/article/10.1088/1681-7575/ad53cd

    Zhang, C., Ooi, T., Higgins, J.S., Doyle, J.F., von der Wense, L., Beeks, K., Leitner, A., Kazakov, G.A., Li, P., Thirolf, P.G. and Schumm, T., 2024. Frequency ratio of the 229mTh nuclear isomeric transition and the 87Sr atomic clock. Nature, 633(8028), pp.63-70. https://www.nature.com/articles/s41586-024-07839-6

  • ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΣΥΜΠΑΝ: ΜΕΡΟΣ 1: Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΥΛΗΣ

    ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΣΥΜΠΑΝ: ΜΕΡΟΣ 1: Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΥΛΗΣ

    Τα υπολείμματα του υπερκαινοφανούς αστέρα στον αστερισμό των Ιστίων (Vela) αναδύονται πάνω από την έρημο στον ουράνιο θόλο. Ευγενική προσφορά στο InS του Απόστολου Κυριαζή.Δρ. Σπύρος Αργυρόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Φυσικής του ΑΠΘ


    ΠΕΡΙΛΗΨΗ

    Ποιος ήταν ο πρώτος που πρότεινε την ύπαρξη της σκοτεινής ύλης; Πώς προέκυψε ο όρος ιστορικά; Η συνηθέστερη απάντηση που συναντούμε στη διεθνή βιβλιογραφία προσπαθεί να συμπτύξει δεκαετίες ερευνών καταλήγοντας να είναι λάθος. Στο άρθρο αναλύουμε πώς πραγματικά προέκυψε ο όρος σκοτεινή ύλη και ποιες ήταν οι καίριες συνεισφορές που συνέβαλαν στην καθιέρωσή του.ΑΟΡΑΤΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

    Υπάρχουν σκοτεινοί κόσμοι, αδιόρατοι ακόμα και με τα πιο σύγχρονα όργανα παρατήρησης;  Υπάρχουν άπειροι κόσμοι κι επομένως κάποιοι μπορεί να διαφέρουν από αυτόν που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, υποστήριζε ο Επίκουρος [1].  Αν και αυτή η πρόταση δεν μπορεί να ελεγχθεί επιστημονικά, το ζήτημα της ύπαρξης «αόρατων κόσμων» –  ή αντικειμένων που δεν μπορούν να ανιχνευθούν – είτε γιατί βρίσκονται πολύ μακριά, είτε γιατί δεν εκπέμπουν αρκετό φως είτε γιατί είναι «εγγενώς αόρατα» απασχολούσε φιλοσόφους και επιστήμονες απ’ την αρχαιότητα.

    Η πρώτη συγκεκριμένη πρόταση για την ύπαρξη ενός σκοτεινού κόσμου ήρθε απ’ τους Πυθαγόρειους φιλοσόφους. Συγκεκριμένα, ο Φιλόλαος φαίνεται να γνώριζε για την ύπαρξη 8 ουρανίων σωμάτων: Ήλιου, Ερμή, Αφροδίτης, Γης, Σελήνης, Άρη, Δία, Κρόνου και παραδεχόταν ότι στο κέντρο του Σύμπαντος βρίσκεται ένα ένατο αντικείμενο, το «Κεντρικόν Πυρ». Επομένως χρειαζόταν ένα δέκατο πλανήτη, για να συμπληρωθεί η «Τετρακτύς», η ιερή δεκάδα των ουράνιων σωμάτων, που αποτελούσε την κεντρική έννοια της φιλοσοφίας των Πυθαγορείων. Βασιζόμενος λοιπόν σε ένα μείγμα παρατηρήσεων και φιλοσοφικών πεποιθήσεων, ο Φιλόλαος πρότεινε ότι στο ηλιακό σύστημα υπάρχει ένας δέκατος πλανήτης, η Αντίχθων, ο οποίος βρίσκεται συνεχώς αντιδιαμετρικά της Γης ως προς το «Κεντρικό Πυρ», και επομένως δε μπορεί να παρατηρηθεί [2] (βλ. Εικ. 1).Εικόνα 1: (Αριστερά) Τα πέντε εσωτερικά αντικείμενα του αστρονομικoύ μοντέλου του Φιλόλαου με την Αντίχθονα να βρίσκεται συνεχώς αντιδιαμετρικά της Γης ως προς το «Κεντρικό Πυρ» κι όντας επομένως συνεχώς αόρατη από τη Γη. (Δεξιά) Η ιερή Τετρακτύς των Πυθαγορείων, που αποτελείται από 10 αριθμούς τοποθετημένους σε συγκεκριμένη γεωμετρική διάταξη.ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ: ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ ΚΑΙ ΗΦΑΙΣΤΟΣ

    Η ύπαρξη νέων πλανητών επανήλθε στο προσκήνιο πολύ αργότερα, όχι ως απόρροια φιλοσοφικών πεποιθήσεων αλλά αμιγώς μέσω της επιστημονικής μεθοδολογίας. Σημείο καμπής αποτέλεσε η ανακάλυψη της Νευτώνειας μηχανικής και του νόμου της παγκόσμιας έλξης, οι οποίοι δημοσιεύτηκαν στο μνημειώδες έργο του Νεύτωνα Principia το 1687. Η νευτώνεια θεωρία εγκαινίασε μια νέα εποχή για την επιστήμη, στην οποία η σύγκριση παρατηρήσεων με τη θεωρία αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για νέες ανακαλύψεις.

    Από τον Νεύτωνα και μετά, μια απόκλιση μεταξύ της θεωρίας και των παρατηρήσεων αποτελούσε την αφετηρία για μια νέα επιστημονική ανακάλυψη. Το πιο διάσημο παράδειγμα αποτελεί η πρόβλεψη της ύπαρξης του πλανήτη Ποσειδώνα. To 1821 o Γάλλος αστρονόμος Alexis Bouvard, εξέδωσε αστρονομικούς πίνακες με την τροχιά του Ουρανού μαζί με προβλέψεις για τη μελοντική θέση της τροχιάς του, όπως αυτή υπολογιζόταν απ’ τους νόμους του Νεύτωνα. Μελλοντικές παρατηρήσεις έδειξαν μεγάλες αποκλίσεις από τις προβλέψεις του Bouvard και επομένως τέθηκε επί τάπητος η ύπαρξη ενός νέου πλανήτη, ο οποίος θα έπρεπε να διαταράσσει την τροχιά του Ουρανού, όπως φαίνεται στην Εικ. 2.Εικόνα 2: Η τροχιά του Ουρανού (εσωτερικού πλανήτη) διαταράσσεται από τη βαρυτική επίδραση του εξωτερικού πλανήτη (Ποσειδώνα). Στο σημείο b ο Ποσειδώνας έλκει τον Ουρανό αναγκάζοντάς τον να κινηθεί γρηγορότερα απ’ ότι αναμένουμε και στο σημείο a γίνεται το αντίθετο. [Πηγή: RJHall, https://en.wikipedia.org/wiki/Discovery_of_Neptune#]Το 1845 ο Γάλλος μαθηματικός και αστρονόμος Urbain Le Verrier, απέδειξε κι αυτός ότι η τροχιά του Ουρανού δεν ακολουθεί τις προβλέψεις της νευτώνειας θεωρίας και στη συνέχεια υπολόγισε αρχικά τη θέση και στη συνέχεια τη μάζα και την ακριβή τροχιά ενός νέου αστρονομικού σώματος, το οποίο προκαλούσε τις διαταραχές στην τροχιά του Ουρανού και έστειλε τους υπολογισμούς του στο αστεροσκοπείο του Βερολίνου. Ο υπολογισμός του Le Verrier ήταν τόσο ακριβής που μέσα σε μόλις 24 ώρες, ανακοινώθηκε η ανακάλυψη του πλανήτη Ποσειδώνα με 1 μοίρα απόκλιση από τη θέση που είχε προβλεφθεί [3].

    Ο Ποσειδώνας δεν ήταν ένας αόρατος πλανήτης όπως η Αντίχθων, αλλά ένας πολύ αμυδρός πλανήτης, ο οποίος παρέμενε μέχρι κάποια στιγμή αόρατος λόγω του μικρού φαινομένου μεγέθους του, αλλά έγινε ορατός με την πρόοδο των οργάνων παρατήρησης.

    Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Le Verrier πρότεινε το 1859 ακόμα έναν σκοτεινό πλανήτη, τον Ήφαιστο, για να εξηγήσει παρατηρούμενες ανωμαλίες στην τροχιά του Ερμή. Ο Ήφαιστος δεν παρατηρήθηκε ποτέ και τελικά ο Einstein απέδειξε ότι η ανωμαλίες στην τροχιά του Ερμή δεν προκαλούνταν από ένα νέο πλανήτη αλλά από την καμπύλωση του χώρου γύρω απ’ τον Ήλιο λόγω της μεγάλης βαρύτητάς του.

    ΜΕΛΑΝΕΣ ΟΠΕΣ: MICHELL KAI LAPLACE

    Πέρα από την ύπαρξη σκοτεινών πλανητών, ένα λογικό άλμα στην ύπαρξη νέων «σκοτεινών κόσμων», αστρονομικών αντικειμένων που δεν μπορούν να ανιχνευθούν άμεσα ήταν η πρόταση για την ύπαρξη μελανών οπών, από τον John Michell και τον Pierre Simon de Laplace το 1783 και 1796 αντίστοιχα, οι οποίοι υπολόγισαν ότι για αντικείμενα με πολύ μεγάλη μάζα και πυκνότητα, η ταχύτητα διαφυγής [4] θα ξεπερνούσε την ταχύτητα του φωτός και επομένως τέτοια αντικείμενα δεν θα μπορούσαν να εκπέμψουν ή να ανακλάσουν το φως. Θα φαίνονταν δηλαδή σαν «μαύρες τρύπες πάνω στον έναστρο ουράνιο καμβά.Εικόνα 3: Προσομοιωμένη εικόνα μιας μαύρης τρύπας ενός γαλαξία. Η τεράστια βαρύτητά της προκαλεί την καμπύλωση των ακτίνων φωτός γύρω της, με αποτέλεσμα τα είδωλα των αστέρων που βρίσκονται πίσω της να φαίνονται παραμορφωμένα. [Πηγή: https://www.nasa.gov/image-article/computer-simulated-image-of-supermassive-black-hole/]Το 1916, εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Karl Schwarzschild, ο οποίος την περίοδο εκείνη υπηρετούσε ως εθελοντής στο γερμανικό στρατό, επιβεβαίωσε την πρόβλεψη του Laplace, αποδεικνύοντας μαθηματικά βάσει της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, ότι μια μαύρη τρύπα μπορεί να υπάρξει. Το 1939 o Robert Oppenheimer και ο μαθητής του Hartland Snyder, απέδειξαν ότι μαύρες τρύπες μπορεί να προέλθουν από την εξέλιξη ενός αστέρα με πολύ μεγάλη μάζα, όταν αυτός εξαντλήσει τα πυρηνικά του καύσιμα και αρχίσει να καταρρέει βαρυτικά. To 1966 oι Σοβιετικοί Yakov Zeldovich και Igor Novikov απέδειξαν ότι μαύρες τρύπες μπορούν επίσης να δημιουργηθούν στο πρώιμο σύμπαν (λίγο μετά τη μεγάλη έκρηξη (Big Bang)) σε περιοχές μεγάλης πυκνότητας. Οι μαύρες τρύπες που προέρχονται από την εξέλιξη ενός αστέρα ονομάζονται αστρικές μαύρες τρύπες, ενώ εκείνες που δημιουργούνται στο πρώιμο σύμπαν ονομάζονται αρχέγονες μαύρες τρύπες.

    Η πρώτη επιβεβαίωση για την ύπαρξη μιας μαύρης τρύπας ήρθε σχεδόν δύο αιώνες αργότερα με την παρατήρηση της πηγής ακτίνων-Χ που ονομάστηκε Κύκνος-Χ1 και βέβαια πιο πρόσφατα από την παρατήρηση βαρυτικών κυμάτων από τη συγχώνευση δύο μελανών οπών και την απεικόνιση της μαύρης τρύπας στο κέντρο του Γαλαξία μας απ’ το Event Horizon Telescope. Όλες αυτές είναι αστρικές μαύρες τρύπες, ενώ αρχέγονες μαύρες τρύπες δεν έχουν ακόμα παρατηρηθεί.

    Αξίζει να σταθούμε στο γεγονός ότι ενώ μια μαύρη τρύπα μπορεί να φαντάζει εξ ορισμού τελείως αόρατη, μπορεί να γίνει αισθητή έμμεσα μέσω της βαρυτικής της επίδρασης στο περιβάλλον. Αυτό γίνεται με 4 τρόπους σήμερα: 1) την ανίχνευση ακτινοβολίας που εκπέμπεται από υλικό που πέφτει μέσα στη μαύρη τρύπα, 2) της βαρυτικής εστίασης, δηλ. της παραμόρφωσης των ειδώλων των αντικειμένων που βρίσκονται πίσω από μια μαύρη τρύπα, λόγω της καμπύλωσης του φωτός γύρω από αυτήν, 3) της επίδρασης των μελανών οπών στις τροχιές των κοντινών σε αυτές αντικειμένων και 4) στην ανίχνευση βαρυτικών κυμάτων. Η ιδέα της ανίχνευσης μάζας μέσω της βαρυτικής της επίδρασης θα παίξει κεντρικό ρόλο στην ανίχνευση της σκοτεινής ύλης.

    Αξίζει να σημειωθεί ότι η δυνατότητα να ανιχνεύσουμε μαύρες τρύπες έστω και με αυτούς τους έμμεσους τρόπους βασίζεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι οι μαύρες τρύπες έχουν τεράστια μάζα κι επομένως η βαρυτική επίδραση στο περιβάλλον τους είναι σημαντική [4]. Πιο μικρές μαύρες τρύπες θα μπορούσαν θεωρητικά να παρατηρηθούν μέσω της ακτινοβολίας Hawking που εικάζεται ότι εκπέμπουν, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής.

    ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΣΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΔΙΟΡΑΤΗ ΥΛΗ: ΚELVIN KAI POINCARE

    Με την ανακάλυψη της αστροφωτογραφίας στα τέλη του 19ου αιώνα, οι φυσικοί αντιλήφθηκαν ότι τα άστρα του γαλαξία μας περιβάλλονται από εκτεταμένες σκοτεινές περιοχές κι άρχισαν να αναρωτιούνται αν οι περιοχές αυτές είναι σκοτεινές λόγω της έλλειψης άστρων ή λόγω της ύπαρξης αόρατης ύλης που απορροφά το φως.

    Ο Λόρδος Κέλβιν πίστευε ότι αυτά τα κενά που παρατηρούνταν στις αστροφωτογραφίες μπορεί να ήταν σβησμένα άστρα, ή άστρα πολύ αμυδρά, για να παρατηρηθούν και ήταν απ’ τους πρώτους που προσπάθησαν να υπολογίσουν (Kelvin, 1904) την ποσότητα των «σκοτεινών σωμάτων» στο γαλαξία, θεωρώντας τον ως ένα αέριο που περιστρέφεται.

    Ο Γάλλος μαθηματικός Henri Poincare βασιζόμενος στον υπολογισμό του Kelvin έφτασε το 1906 στο συμπέρασμα ότι εφόσον η διασπορά των αστρικών ταχυτήτων που υπολόγισε ο Kelvin δεν είναι πολύ μεγάλη, η «αδιόρατη ύλη» (matiere obscure στα γαλλικά στο πρωτότυπο) θα πρέπει να είναι ίση ή μικρότερη απ’ την ύλη που ακτινοβολεί (Poincare, 1906).

    Ενώ αυτές ήταν οι πρώτες συγκεκριμένες αναφορές στη σκοτεινή ύλη, o υπολογισμός του Kelvin περιείχε αρκετές υπεραπλουστευτικές υποθέσεις, οι οποίες κατέληγαν στο ποιοτικά εσφαλμένο αποτέλεσμα ότι η ποσότητα σκοτεινής ύλης είναι μικρότερη από αυτή της φωτεινής ύλης.

    Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΜΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ: KAPTEYN, HUBBLE KAI OORT

    Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Ολλανδός αστρονόμος Jakobus Kapteyn μέτρησε αναλυτικά τις θέσεις και τις ταχύτητες χιλιάδων αστέρων και πρότεινε το πρώτο μοντέλο που περιέγραφε τη δομή του γαλαξία μας υπολογίζοντας τη μάζα και το μέγεθός του, αναφέροντας μάλιστα, το 1922, ότι όταν η «θεωρία (σ.σ.: της γαλαξιακής δομής) τελειοποιηθεί, θα είναι ίσως δυνατόν να υπολογίσουμε το ποσό της σκοτεινής ύλης μέσω της βαρυτικής της επίδρασης» (Kapteyn, 1922).

    Είναι αρκετά παράδοξο ότι μέχρι και πριν από 100 χρόνια η επιστημονική κοινή γνώμη ενώ μιλούσε για «σύμπαν», θεωρούσε ότι δεν υπάρχουν γαλαξίες πέρα από τον δικό μας. Πρώτος ο Edwin Hubble το 1924 παρατήρησε κηφείδες αστέρες στο γαλαξία της Ανδρομέδας και απέδειξε [5] ότι η απόστασή τους είναι πολύ μεγαλύτερη από την έκταση του Γαλαξία μας (Hubble, 1929), επομένως θα πρέπει να ανήκουν σε ένα διαφορετικό γαλαξία. Αυτή ήταν η πρώτη επιστημονική απόδειξη ότι το σύμπαν αποτελείται από περισσότερους γαλαξίες και άνοιξε το δρόμο για τις μεγάλες αστρονομικές ανακαλύψεις που ακολούθησαν με καταιγιστικό ρυθμό.

    Ο μαθητής του Kapteyn, Ολλανδός αστρονόμος Jan Oort, ήταν ο πρώτος που απέδειξε το 1927 ότι ο γαλαξίας μας περιστρέφεται και μάλιστα όπως το ηλιακό σύστημα, δηλαδή τα εσωτερικά μέρη περιστρέφονται πιο γρήγορα από τα εξωτερικά (Oort, 1927). Εκτός αυτού, ο Oort υπολόγισε την πυκνότητα της σκοτεινής ύλης στην περιοχή του ηλιακού συστήματος (Oort, 1932), μια ποσότητα κεντρικής σημασίας ακόμα και για τα σημερινά πειράματα που προσπαθούν να ανακαλύψουν τη σκοτεινή ύλη, καταλήγοντας κι αυτός στο συμπέρασμα ότι «η συνολική μάζα της νεφελώδους ή μετεωρικής ύλης κοντά στον ήλιο είναι… πιθανότατα πολύ μικρότερη απ’ τη συνολική μάζα των ορατών αστέρων».

    Βλέπουμε επομένως ότι:

      1. Ο όρος «σκοτεινή ύλη» και άλλες παρόμοιες εκφορές τις ίδιας έννοιας εμφανίζονται στη βιβλιογραφία πολύ πριν το 1930.
      2. Η επιστημονική κοινότητα όχι μόνο υπέθετε την παρουσία σκοτεινής ύλης στο γαλαξία αλλά γίνονταν και προσπάθειες για τον υπολογισμό της πυκνότητάς της, μάλιστα με δυναμικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν και μεταγενέστερα.
      3. Η επικρατούσα αντίληψη εκείνη την εποχή ήταν ότι η «σκοτεινή/νεφελώδης/μετεωρική/αδιόρατη» ύλη αποτελούνταν από αχνά άστρα, νεφελώματα ή μετεωρίτες, τα οποία απλά δεν μπορούσαν ακόμα να παρατηρηθούν με την τεχνολογία της εποχής.

    ΜΕΤΡΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΓΑΛΑΞΙΑ

    Οι αστρονομικές παρατηρήσεις της περιστροφής γαλαξιών και γαλαξιακών σμηνών έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην καθιέρωση της ύπαρξης της σκοτεινής ύλης στο σύμπαν. Πώς όμως μπορούμε να μετρήσουμε την ταχύτητα ενός μακρινού γαλαξία ως προς τη Γη; Αυτό γίνεται μέσω του φαινομένου Doppler, το οποίο είναι γνωστό σε όλους μας: σε αυτό το φαινόμενο οφείλεται η αλλαγή στη συχνότητα της σειρήνας ενός ασθενοφόρου όταν πλησιάζει προς ή απομακρύνεται από εμάς. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο ήχος είναι ένα κύμα και η συχνότητα με την οποία διασχίζουμε τις κορυφές του κύματος καθορίζει τη συχνότητα του ήχου που αντιλαμβανόμαστε (Εικ. 4). Το ίδιο συμβαίνει και με το φως, καθώς κι αυτό είναι ένα (ηλεκτρομαγνητικό) κύμα. Παρατηρώντας τις φασματικές γραμμές ενός γαλαξία και συγκρίνοντάς τις με τα ίδια φάσματα όπως τα μετράμε στη γη μπορούμε να προσδιορίσουμε αν ο γαλαξίας πλησιάζει ή απομακρύνεται από τη γη και με τι ταχύτητα.Από την ταχύτητα περιστροφής μπορούμε επίσης να εκτιμήσουμε τη μάζα ενός γαλαξία. Όπως γνωρίζουμε απ’ την καθημερινή μας εμπειρία σε ένα αντικείμενο που περιστρέφεται ασκούνται δυνάμεις που το συγκρατούν σε τροχιά. Για παράδειγμα αν δέσετε έναν κουβά με ένα σκοινί και τον περιστρέψετε, θα νιώθετε μια δύναμη απ’ το σκοινί να τραβάει το χέρι σας προς τα έξω. Αυτή ονομάζεται φυγόκεντρος και είναι η αντίδραση στη «κεντρομόλο» δύναμη που ασκεί το χέρι σας (μέσω του σκοινιού) στον κουβά, εξαναγκάζοντάς τον να κινηθεί σε κυκλική τροχιά. Όσο γρηγορότερα περιστρέφεται ο κουβάς τόσο μεγαλύτερη θα είναι η δύναμη που θα πρέπει να ασκήσετε. Το ίδιο γίνεται και με ένα γαλαξία ή ένα σμήνος γαλαξιών που περιστρέφεται. Όσο πιο γρήγορη είναι η περιστροφή, τόσο μεγαλύτερη θα πρέπει να είναι η δύναμη που ασκείται, για να συγκρατείται το σύστημα σε τροχιά και να μην εκσφενδονιστεί. Στην περίπτωση αυτή η δύναμη δεν ασκείται μέσω σκοινιών αλλά αντιστοιχεί απλά στη βαρυτική έλξη που δημιουργείται από το σύνολο των μαζών μες στο γαλαξία/γαλαξιακό σμήνος. Επομένως συμπεραίνουμε ότι όσο γρηγορότερα περιστρέφεται ένας γαλαξίας/σμήνος, τόσο μεγαλύτερη μάζα θα πρέπει να περιέχει.

    Επιπλέον αν θεωρήσουμε ότι τα περισσότερα άστρα βρίσκονται στην κεντρική περιοχή ενός γαλαξία, περιμένουμε η βαρυτική έλξη να μειώνεται προς το εξωτερικό του, επομένως περιμένουμε τα άστρα στις εξωτερικές περιοχές ενός γαλαξία να περιστρέφονται πιο αργά από τα άστρα στο εσωτερικό του.

    Οι πρώτες μετρήσεις της περιστροφής αστρονομικών αντικειμένων έγιναν χρησιμοποιώντας τα κοντινότερα και πιο εύκολα παρατηρήσιμα αντικείμενα [6], το γαλαξία της Ανδρομέδας (τον πιο κοντινό γαλαξία στο δικό μας) και το γαλαξιακό σμήνος της Κόμης, που βρίσκεται στον αστερισμό της Κόμης της Βερενίκης (Εικ. 5).Εικόνα 4: Απεικόνιση του φαινομένου Doppler. Αριστερά: στην περίπτωση των ηχητικών κυμάτων μια ηχητική πηγή που πλησιάζει έναν παρατηρητή φαίνεται να εκπέμπει υψηλότερης συχνότητας ήχο από μια πηγή που απομακρύνεται από έναν παρατηρητή. Δεξιά: το φως ενός γαλαξία που πλησιάζει προς τη γη φαίνεται να είναι μετατοπισμένο προς μεγαλύτερες συχνότητες (κυανό) ενώ αν ο γαλαξίας απομακρύνεται ο παρατηρητής βλέπει το φως του μετατοπισμένο προς το ερυθρό.Από την ταχύτητα περιστροφής μπορούμε επίσης να εκτιμήσουμε τη μάζα ενός γαλαξία. Όπως γνωρίζουμε απ’ την καθημερινή μας εμπειρία σε ένα αντικείμενο που περιστρέφεται ασκούνται δυνάμεις που το συγκρατούν σε τροχιά. Για παράδειγμα αν δέσετε έναν κουβά με ένα σκοινί και τον περιστρέψετε, θα νιώθετε μια δύναμη απ’ το σκοινί να τραβάει το χέρι σας προς τα έξω. Αυτή ονομάζεται φυγόκεντρος και είναι η αντίδραση στη «κεντρομόλο» δύναμη που ασκεί το χέρι σας (μέσω του σκοινιού) στον κουβά, εξαναγκάζοντάς τον να κινηθεί σε κυκλική τροχιά. Όσο γρηγορότερα περιστρέφεται ο κουβάς τόσο μεγαλύτερη θα είναι η δύναμη που θα πρέπει να ασκήσετε. Το ίδιο γίνεται και με ένα γαλαξία ή ένα σμήνος γαλαξιών που περιστρέφεται. Όσο πιο γρήγορη είναι η περιστροφή, τόσο μεγαλύτερη θα πρέπει να είναι η δύναμη που ασκείται, για να συγκρατείται το σύστημα σε τροχιά και να μην εκσφενδονιστεί. Στην περίπτωση αυτή η δύναμη δεν ασκείται μέσω σκοινιών αλλά αντιστοιχεί απλά στη βαρυτική έλξη που δημιουργείται από το σύνολο των μαζών μες στο γαλαξία/γαλαξιακό σμήνος. Επομένως συμπεραίνουμε ότι όσο γρηγορότερα περιστρέφεται ένας γαλαξίας/σμήνος, τόσο μεγαλύτερη μάζα θα πρέπει να περιέχει.

    Επιπλέον αν θεωρήσουμε ότι τα περισσότερα άστρα βρίσκονται στην κεντρική περιοχή ενός γαλαξία, περιμένουμε η βαρυτική έλξη να μειώνεται προς το εξωτερικό του, επομένως περιμένουμε τα άστρα στις εξωτερικές περιοχές ενός γαλαξία να περιστρέφονται πιο αργά από τα άστρα στο εσωτερικό του.

    Οι πρώτες μετρήσεις της περιστροφής αστρονομικών αντικειμένων έγιναν χρησιμοποιώντας τα κοντινότερα και πιο εύκολα παρατηρήσιμα αντικείμενα [6], το γαλαξία της Ανδρομέδας (τον πιο κοντινό γαλαξία στο δικό μας) και το γαλαξιακό σμήνος της Κόμης, που βρίσκεται στον αστερισμό της Κόμης της Βερενίκης (Εικ. 5).Εικόνα 5: Χάρτης του καλοκαιρινού ουρανού της Ελλάδας με τους κύριους αστερισμούς. Διακρίνουμε τον Γαλαξία της Ανδρομέδας (Μ31) μεταξύ των αστερισμών της Ανδρομέδας και της Κασσιόπειας, το Γαλαξία του Τριγώνου (Μ33) μεταξύ του αστερισμού του τριγώνου και των Ιχθύων, καθώς και τον αστερισμό της Κόμης της Βερενίκης στα δυτικά της Μεγάλης Άρκτου (Ursa Major), ο οποίος φιλοξενεί το γαλαξιακό σμήνος της Κόμης (Coma cluster). [Πηγή: https://stellarium-web.org/]ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ ΚΑΙ ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ – ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΥΛΗΣ

    To 1914 o αμερικανός αστρονόμος Vesto Slipher παρατήρησε (Slipher, 1914) ότι αντιδιαμετρικά σημεία του γαλαξία της Ανδρομέδας κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις, αποδεικνύοντας έτσι για πρώτη φορά ότι οι γαλαξίες περιστρέφονται [7]. To 1917 o αμερικανός αστρονόμος Francis Pease μέτρησε την περιστροφή της κεντρικής περιοχής του γαλαξία της Ανδρομέδας σε αποστάσεις μέχρι περίπου 0.5 kpc απ’ το κέντρο της (Pease, 1918), δείχνοντας ότι η ταχύτητα περιστροφής αυξάνεται γραμμικά όσο απομακρυνόμαστε απ’ το κέντρο.

    Ύστερα από αρκετά χρόνια, το 1930, ο Σουηδός αστρονόμος Knut Lundmark μέτρησε τις ταχύτητες περιστροφής πέντε γαλαξιών (μεταξύ των οποίων ο γαλαξίας της Ανδρομέδας και ο γαλαξίας του Τριγώνου) και σύγκρινε τις τιμές που βρήκε με αυτές που θα περίμενε βάσει της μάζας των ορατών αστέρων τους, αποδεικνύοντας ότι η συνολική μάζα που πρέπει να έχουν οι γαλαξίες για να συντηρήσουν τόσο μεγάλες ταχύτητες περιστροφής πρέπει να είναι έως και 100 φορές μεγαλύτερη από την ορατή μάζα τους (Lundmark, 1930). Μάλιστα στη δημοσίευσή του έκανε λόγο για «σκοτεινά σώματα» που αποτελούνται από «σβησμένα άστρα, σκοτεινά νεφελώματα, μετεωρίτες, κομήτες, κλπ». Αυτή ήταν η πρώτη, εξ’ όσων γνωρίζουμε, εργασία που πρότεινε ότι υπάρχει περίσσεια σκοτεινής ύλης στους γαλαξίες. Το όνομα του Lundmark έμεινε στην αφάνεια ίσως κυρίως επειδή οι μετρήσεις του είχαν σχετικά μεγάλο σφάλμα και κάλυπταν μόνο μια μικρή περιοχή γύρω από το κέντρο κάθε γαλαξία (λιγότερο από το 1/10 του γαλαξιακού δίσκου), αφήνοντας περιθώριο για εναλλακτικές ερμηνείες.

    Tο 1939, ο αμερικανός αστρονόμος Horace Babcock προσδιόρισε την ταχύτητα περιστροφής του γαλαξία της Ανδρομέδας καλύπτοντας αποστάσεις μέχρι 20 kpc [8] από το κέντρο της (σχεδόν το μισό του γαλαξιακού δίσκου) βρίσκοντας ότι τα εξωτερικά μέρη του γαλαξία περιστρέφονται πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι αναμενόταν (Babcock, 1939). Ο ίδιος έγραψε ότι «είναι προφανές ότι τα εξωτερικά μέρη του νεφελώματος (σ.σ.: γαλαξία της Ανδρομέδας) είτε εμπεριέχουν μια μεγάλη ποσότητα μη φωτεινής ύλης (σ.σ.: σκοτεινής ύλης) είτε οι τροχιές έχουν σημαντικές αποκλίσεις από την κυκλικότητα». Οι μετρήσεις αυτές του Babcock ενώ έθεσαν τα θεμέλια για τις μετρήσεις των γαλαξιακών καμπυλών περιστροφής, δεν ήταν αρκετές, για να θεμελιώσουν την ύπαρξη σκοτεινής ύλης, γιατί αφορούσαν ένα και μοναδικό γαλαξία και μάλιστα ο ίδιος σχολίαζε επιφυλακτικά ότι «η απορρόφηση μπορεί να παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο εξωτερικό του γαλαξία», επομένως οι μεγάλες ταχύτητες να μην οφείλονται στην παρουσία σκοτεινής ύλης.

    Όσον αφορά την περιστροφή γαλαξιακών σμηνών, το 1931 o Edwin Hubble και o Milton Humason (Hubble & Humason, 1931) μέτρησαν την ερυθρομετατόπιση των γαλαξιών στο γαλαξιακό σμήνος της Κόμης. Είναι αξιοπερίεργο ότι ενώ τα δεδομένα των Hubble και Humason έδειχναν ότι κάποιοι γαλαξίες είχαν πολύ μεγαλύτερες ταχύτητες απ’ το μέσο όρο του σμήνους, οι αμερικάνοι επιστήμονες δεν προχώρησαν στην ερμηνεία αυτής της παρατήρησης, καθώς κύριο μέλημά τους δεν ήταν η μελέτη της σκοτεινής ύλης αλλά η συσχέτιση της ερυθρομετατόπισης με την απόσταση, κάτι το οποίο είχε χρησιμοποιήσει ο Hubble δύο χρόνια πριν, για να αποδείξει τη διαστολή του σύμπαντος.

    FRITZ ZWICKY: ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ ΣΕ ΓΑΛΑΞΙΑΚΑ ΣΜΗΝΗ

    Ο Ελβετός αστρονόμος Fritz Zwicky θεωρείται απ’ τους περισσότερους ως πρωτοπόρος στην ανακάλυψη της σκοτεινής ύλης. To 1933 o Zwicky ανέλυσε τα δεδομένα των Hubble και Humason και παρατήρησε κι αυτός τη μεγάλη διασπορά ταχυτήτων, πηγαίνοντας όμως ένα βήμα παραπέρα.

    Ο Zwicky θεώρησε ότι το σμήνος είναι ένα ευσταθές δυναμικό σύστημα και εφάρμοσε το θεώρημα Virial, που συνδέει την κινητική με τη δυναμική του ενέργεια, οι οποίες με τη σειρά τους εξαρτώνται από τη μάζα και το μέγεθος του συστήματος και τη διασπορά των ταχυτήτων των γαλαξιών του σμήνους (Zwicky, 1933). Κάνοντας κάποιες υποθέσεις για τον όγκο και την ολική μάζα του συστήματος, βασιζόμενος στη μέση μάζα ενός γαλαξία, ο Zwicky υπολόγισε ότι η διασπορά των ταχυτήτων θα έπρεπε να είναι περίπου 80 km/s ενώ οι μετρούμενες τιμές ήταν 1000 km/s ή και περισσότερο. Κατέληξε λοιπόν στο εξής συμπέρασμα:

    «Για να επιτευχθεί η παρατηρούμενη τιμή ενός μέσου φαινομένου Doppler 1000 km/s ή παραπάνω, η μέση πυκνότητα του συστήματος της Κόμης θα έπρεπε να είναι 400 φορές μεγαλύτερη απ’ αυτή που εξάγουμε από παρατηρήσεις της φωτεινής ύλης. Αν αυτό επιβεβαιωθεί θα έχουμε το εκπληκτικό αποτέλεσμα ότι η σκοτεινή ύλη υπάρχει σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα από τη φωτεινή ύλη».

    Μάλιστα σε αντίθεση με τους προκατόχους του, αφού εξέτασε πιθανές εναλλακτικές ερμηνείες για την απορρόφηση του φωτός από μεσοαστρικό υλικό κλπ, τις απέρριψε ως αμελητέες, καταλήγοντας ότι «η μεγάλη διασπορά ταχυτήτων στο σύστημα της Κόμης κρύβει ένα πρόβλημα που δεν έχει ακόμα κατανοηθεί».

    Στις περισσότερες επιστημονικές ομιλίες, ακόμα και βιβλία για τη σκοτεινή ύλη, η παραπάνω φράση παρουσιάζεται ως η πρώτη φορά που εισήχθηκε ο όρος σκοτεινή ύλη. Όπως είδαμε κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση. Διαβάζοντας το άρθρο του Zwicky καταλαβαίνει κανείς ότι ο όρος «σκοτεινή ύλη» χρησιμοποιείται χωρίς να οριστεί (τουλάχιστον στο συγκεκριμένο άρθρο), το οποίο σημαίνει ότι ο Zwicky απλά ακολουθεί την ορολογία που ήταν διαδεδομένη στους αστρονόμους εκείνης της εποχής (σε συνέχεια της δουλειάς των Oort, Kapteyn και Lundmark). Ο Zwicky ορίζει τον όρο σκοτεινή ύλη σε μετέπειτα άρθρο του (Zwicky, 1937) ως «ψυχρά άστρα, μακροσκοπικά και μικροσκοπικά συμπαγή σώματα και αέρια», το οποίο παρεμπιπτόντως γνωρίζουμε σήμερα ότι δεν είναι σωστό.

    Γιατί λοιπόν ο Zwicky θεωρείται ο πρώτος που εισήγαγε τον όρο σκοτεινή ύλη; Καταρχάς ήταν ο πρώτος που πρότεινε ότι η σκοτεινή ύλη είναι περισσότερη απ’ τη φωτεινή και μάλιστα κατά έναν τεράστιο παράγοντα (400 φορές) και ο πρώτος που επέμεινε στο ότι εναλλακτικές ερμηνείες δεν μπορούν να επιλύσουν το πρόβλημα των μεγάλων ταχυτήτων που παρατηρούνται στα γαλαξιακά σμήνη. Το πρόβλημα επομένως της σκοτεινής ύλης παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ως ένα σημαντικό πρόβλημα στη θεωρία που χρήζει επίλυσης.

    Παρόλα αυτά την περίοδο εκείνη, η κοινή γνώμη δεν αποδεχόταν τους υπολογισμούς του Zwicky για διάφορους λόγους. Ο σημαντικότερος ήταν η θεώρηση του σμήνους της Κόμης ως ένα σύστημα σε ισορροπία. Πολλοί υποστήριζαν ότι οι γαλαξίες που είχαν μεγάλη ταχύτητα δεν ανήκαν στο σύστημα της Κόμης κι ότι το σμήνος της Κόμης δε βρίσκεται σε ισορροπία επομένως το θεώρημα Virial δεν ισχύει. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια ακόμα, για να γίνει αποδεκτή η έννοια της σκοτεινής ύλης.

    VERA RUBIN: ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ ΣΤΟΥΣ ΓΑΛΑΞΙΕΣ

    Όπως είδαμε πριν, οι μετρήσεις της ταχύτητας περιστροφής γαλαξιών και η σύνδεσή τους με τον υπολογισμό της σκοτεινής ύλης είχε αρχίσει από το 1930, πριν από τις εργασίες του Zwicky, το οποίο καταδεικνύει ότι οι αστρονόμοι της εποχής ήταν ανοικτοί στο ενδεχόμενο να υπάρχει σκοτεινή ύλη στους γαλαξίες. Οι υπολογισμοί του Lundmark και του Babcock αλλά και πολλοί μεταγενέστεροι [9] εγείραν διάφορες αντιρρήσεις σχετικά με το μικρό δείγμα γαλαξιών που χρησιμοποιούσαν, τον περιορισμό τους σε μικρές αποστάσεις από τα γαλαξιακά κέντρα και τα μεγάλα σφάλματά τους.

    Σημείο καμπής αποτέλεσε η δουλειά της Αμερικανίδας αστρονόμου Vera Rubin, η οποία μαζί με τους συνεργάτες της Kent Ford και Robert Thonnard, δημοσίευσαν τις πρώτες οπτικές μετρήσεις αρχικά μόνο του γαλαξία της Ανδρομέδας (Rubin & Ford, 1970) και στη συνέχεια ενός συνόλου από 21 γαλαξίες (Rubin et al, 1978), καλύπτοντας πάνω από το 80% της γαλαξιακής (οπτικής) ακτίνας. Οι μετρήσεις τους (Εικ. 6) έδειξαν ότι η ταχύτητα περιστροφής των γαλαξιών δε μειώνεται προς το εξωτερικό τους, όπως αναμένει κανείς λόγω μείωσης μάζας (συνεπώς και της βαρυτικής έλξης) αλλά αντίθετα παραμένει σταθερή, πράγμα το οποίο υποδεικνύει την παρουσία μιας επιπλέον συνιστώσας ύλης που διαθέτει βαρυτικές αλληλεπιδράσεις αλλά δε φωτοβολεί.

    Οι παρατηρήσεις αυτές με τη συστηματική μέθοδο παρατήρησης πολλών γαλαξιών. τη συστηματική μέθοδο αποκλεισμού σφαλμάτων που δεν άφηνε περιθώρια σε εναλλακτικές ερμηνείες και το γεγονός ότι κάλυψαν μεγάλη έκταση του γαλαξιακού δίσκου ανάγκασε την επιστημονική κοινότητα να αποδεχθεί ότι θα πρέπει να υπάρχει σκοτεινή ύλη στους γαλαξίες και πολλοί θεωρούν ότι η δουλειά αυτή άξιζε να τιμηθεί με το βραβείο Nobel.Εικόνα 6: (Πάνω) Μετρήσεις της ταχύτητας περιστροφής του γαλαξία του τριγώνου στο ορατό (κίτρινες κουκίδες) και σε ραδιοσυχνότητες (μπλε κουκίδες). Η πρόβλεψη της ταχύτητας περιστροφής βάσει της μετρούμενης φωτεινής μάζας του γαλαξία φαίνεται με γκρι διακεκομένη γραμμή. (Κάτω) Μετρήσεις ταχυτήτων περιστροφής διαφόρων γαλαξιών από το (Rubin et al, 1978). [Πηγές: https://en.wikipedia.org/wiki/Galaxy_rotation_curve, (Rubin et al, 1978)]Αξίζει να αναφέρουμε εν συντομία ότι παράλληλα με τις οπτικές μετρήσεις της Rubin και των συνεργατών της, παρατηρήσεις με ραδιοκύματα, τις οποίες εισήγαγε ο Ολλανδός αστρονόμος Hendrik van de Hulst, χρησιμοποιήθηκαν για να μετρηθούν οι ταχύτητες περιστροφής στα εξωτερικά μέρη των γαλαξιών, πολύ πέρα από τις οπτικές μετρήσεις. Αυτές έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιβεβαίωση των μετρήσεων της Rubin και των συνεργατών της (Βertone and Hooper, 2018).

    ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ

    Από τις φιλοσοφικές υποθέσεις των αρχαίων μέχρι τις λεπτομερείς παρατηρήσεις της Vera Rubin, η ιστορία της σκοτεινής ύλης είναι μια συναρπαστική διαδρομή της επιστημονικής αναζήτησης. Οι παρατηρήσεις αυτές οδήγησαν στην αναπόφευκτη παραδοχή της ύπαρξης αυτής της αόρατης ουσίας, θέτοντας τα θεμέλια για τις σύγχρονες έρευνες που προσπαθούν να αποκαλύψουν τη φύση της, ένα θέμα που θα εξερευνήσουμε στο επόμενο μέρος.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    [1] «Ἀλλὰ μὴν καὶ κόσμοι ἄπειροί εἰσιν, οἵ θ’ ὅμοιοι τούτῳ καὶ ἀνόμοιοι». Επίκουρος – Επιστολή στον Ηρόδοτο, Επιτομή περί φύσεως,

    [2] «τὸ μὲν πῦρ μέσον (τοῦτο γὰρ εἶναι τοῦ παντὸς ἑστίαν), δευτέραν δὲ τὴν ἀντίχθονα, τρίτην δὲ τὴν οἰκουμένην γῆν ἐξ ἐναντίας κειμένην τε καὶ περιφερομένην τῆι ἀντίχθονι· παρ᾿ ὃ καὶ μὴ ὁρᾶσθαι ὑπὸ τῶν ἐν τῆιδε τοὺς ἐν ἐκείνη», όπως διασώζεται στο Αέτιος, Περί τῶν φιλοσόφων δόγματα (Placita Philosophorum), Βιβλίο III, κεφ. 11, § 3. Δηλαδή «Το πυρ βρίσκεται στο κέντρο (διότι αυτό είναι η εστία όλου του κόσμου), δεύτερη έρχεται η Ἀντίχθων, και τρίτη η οικουμένη γη, η οποία βρίσκεται απέναντι και περιστρέφεται γύρω από την Ἀντίχθονα· γι’ αυτό κι εκείνοι που βρίσκονται εδώ δεν μπορούν να βλέπουν όσους κατοικούν εκεί».

    [3] Στην πραγματικότητα η ιστορία της ανακάλυψης του Ουρανού είναι πιο πολύπλοκη, εμπλέκοντας και μία ομάδα από Άγγλους μαθηματικούς και αστρονόμους, οι οποίοι μάλιστα άρχισαν να δουλεύουν στο πρόβλημα πριν τον Le Verrier, αλλά δεν κατάφεραν να παρατηρήσουν τον Ποσειδώνα, τόσο λόγω σφαλμάτων στους υπολογισμούς τους όσο και προβλημάτων στα όργανα που χρησιμοποιούσαν.

    [4] Η ταχύτητα διαφυγής είναι η ταχύτητα που πρέπει να έχει ένα αντικείμενο για να ξεφύγει από τη βαρυτική έλξη ενός ουράνιου σώματος.

    [5] Εδώ δεν παίρνουμε υπόψη φιλοσοφικές υποθέσεις όπως αυτή του Επίκουρου, του Λευκίππου και του Δημόκριτου για την ύπαρξη άπειρων κόσμων και την εικασία του αστρονόμου Thomas Wright (1750) σύμφωνα με την οποία κάποια απ’ τα νεφελώματα που παρατηρούνταν ίσως να αποτελούν μακρινά «σύμπαντα νησιά» (island universes). Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι πραγματικά ήταν ο Knut Lundmark που πρώτος παρέθεσε στοιχεία ότι ο γαλαξίας της Ανδρομέδας θα πρέπει να είναι διαφορετικός γαλαξίας από τον δικό μας, υπολογίζοντας την απόστασή του βασισμένος σε μετρήσεις φωτεινότητας καινοφανών αστέρων. Ο υπολογισμός αυτός δε θεωρείται ως καθοριστική απόδειξη, καθώς τα σφάλματα στις μετρήσεις των καινοφανών αστέρων ήταν αρκετά μεγάλα.

    [6] Ο γαλαξίας της Ανδρομέδας είναι ένας σπειροειδής γαλαξίας σαν τον δικό μας, με περίπου την ίδια μάζα, διάμετρο περίπου 47 kpc και βρίσκεται σε απόσταση 2.5 εκατομμυρίων ετών φωτός. Είναι ο κοντινότερος γαλαξίας στον δικό μας και είναι ορατός δια γυμνού οφθαλμού. Το γαλαξιακό σμήνος της Κόμης απέχει περίπου 320 εκατομμύρια έτη φωτός απ’ το γαλαξία μας κι αποτελείται από περισσότερους από 1000 γαλαξίες με σχετικά μικρή μεταξύ τους απόσταση, πράγμα που το καθιστά ιδανικό για παρατηρήσεις.

    [7] Η απόδειξη της περιστροφής του γαλαξία της Ανδρομέδας έγινε 18 χρόνια πριν την ανακάλυψη της περιστροφής του δικού μας γαλαξία από τον Oort, το 1932.

    [8] Το parsec (paralax arcsecond) είναι η μεγαλύτερη μονάδα μέτρησης αποστάσεων στην αστρονομία και ισούται με 3.26 έτη φωτός ή 31 τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα.

    [9] Η ιστορία των μετρήσεων των γαλαξιακών καμπυλών περιστροφής χρήζει ένα άρθρο από μόνη της. Παραπέμπουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στο πολύ ενδελεχές άρθρο (Βertone and Hooper, 2018). EΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Ευχαριστούμε το Δρ. Νίκο Ρομποτή για τις επισημάνσεις του στο αρχικό κείμενο και τον Απόστολο Κυριαζή για την παραχώρηση της κεντρικής φωτογραφίας του άρθρου.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

    Bartusiak, M., 2022. H Μέρα που ανακαλύψαμε το Σύμπαν. ΡΟΠΗ: Θεσσαλονίκη

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ

    Panek, R., 2011. The 4% Universe, Dark Matter, Dark Energy, and the Race to Discover the Rest of Reality. Houghton Mifflin Harcourt: Boston.

    ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Babcock, H., 1939. The rotation of the Andromeda NebulaLick Observatory bulletin ; no. 498, DOI: 10.5479/ADS/bib/1939LicOB.19.41B

    Bertone, G., Hooper, D., 2018. A history of Dark Matter. Rev. Mod. Phys. 90, 45002, DOI: 10.1103/RevModPhys.90.045002

    Hubble, E., 1929. A spiral nebula as a stellar system, Messier 31. Astrophys. J. 69. DOI: 10.1086/143167

    Hubble, E., and Humason, M., L., 1931. A New Interpretation of the Hubble Law. Astrophys. J. 74, 43. DOI: 10.1086/143323

    Kapteyn, J., C., 1922. First Attempt at a Theory of the Arrangement and Motion of the Sidereal System. Astrophysical Journal 55, p.302. DOI: 10.1086/142670

    Kelvin, B., 1904, Baltimore lectures on molecular dynamics and the wave theory of light, https://archive.org/details/baltimorelecture00kelviala

    Lundmark, Κ., 1930. Über die Bestimmung der Entfernungen, Dimensionen, Massen und Dichtigkeit fur die nächstgelegenen anagalacktischen Sternsysteme. Lund Medd. No125, 1. https://ui.adsabs.harvard.edu/abs/1930MeLuF.125….1L/abstract

    Oort, J., H., 1927.Observational Evidence Confirming Lindblad’s Hypothesis of a Rotation of the Galactic System. Monthly Notices of the Royal Astronomical Society 87, 404–428. doi:10.1093/mnras/87.5.404

    Oort, J., H., 1932. The force exerted by the stellar system in the direction perpendicular to the galactic plane and some related problems. Bull. Astron. Inst. Netherlands 6, pp. 249-287. https://cds.cern.ch/record/436532?ln=en

    Pease, F., G., 1918. The Rotation and Radial Velocity of the Central Part of the Andromeda Nebula. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America 4(1), 21–24. doi:10.1073/pnas.4.1.21

    Poincare, H., 1906. The Milky Way and the Theory of Gases. Popular Astronomy 14, pp.475-488. https://adsabs.harvard.edu/full/1906PA…..14..475P

    Rubin, V., C., and Ford, W., K., Jr., 1970. Rotation of the Andromeda Nebula from a Spectroscopic Survey of Emission Regions. Astrophys. J. 159, 379. DOI: 10.1086/150317

    Rubin, V., C., Thonnard, N., and Ford, W., K., Jr., 1978. Extended rotation curves of high-luminosity spiral galaxies. IV. Systematic dynamical properties, Sa -> Sc. Astrophysical Journal 225, L107-L11. DOI: 10.1086/182804

    Slipher, V., M., 1914. Spectrographic Observations of Nebulae. Pop. Astron. 23, 21–24. https://ui.adsabs.harvard.edu/abs/1915PA…..23…21S/abstract

    Zwicky, F., 1933. Die Rotverschiebung von extragalaktischen Nebeln. Helv. Phys. Acta 6, 110–127. https://inspirehep.net/literature/8352

    Zwicky, F., 1937. On the Masses of Nebulae and of Clusters of Nebulae. Astrophys. J. 86, 217. DOI: 10.1086/143864
    Ο Δρ. Σπύρος Αργυρόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Φυσικής του ΑΠΘ, διδάκτωρ πειραματικής φυσικής στοιχειωδών σωματιδίων του Πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου. Έχει διατελέσει μεταδιδακτορικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο Iowa των ΗΠΑ και κύριος ερευνητής ανεξάρτητης ερευνητικής ομάδας Emmy Noether στο Πανεπιστήμιο Freiburg της Γερμανίας. Εργάζεται απ’ το 2010 στο πείραμα ATLAS του Μεγάλου Επιταχυντή Αδρονίων (LHC) με καίριες συνεισφορές στην αναζήτηση νέας φυσικής, και συγκεκριμένα προτύπων που σχετίζονται με την ασυμμετρία ύλης-αντιύλης, σκοτεινής ύλης και σκοτεινής ενέργειας. Έχει διατελέσει συντονιστής της ομάδας εργασίας του LHC για την αναζήτηση σκοτεινής ύλης καθώς και διαφόρων άλλων ομάδων εργασίας στο πείραμα ATLAS.

  • Κβαντικά με εικόνες

    Κβαντικά με εικόνες

    ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΡΑΥΛΟΣ

    BOB COECKE & STEFANO GOGIOSO

    Μετάφραση: Λάζαρος Σαριγκιόλης, Μαθηματικός, Καθηγητής Δ.Ε. Υποψήφιος Διδάκτωρ, Τμήμα Μαθηματικών ΑΠΘ

    Επιστημονική επιμέλεια:

    Ιωάννης Αντωνίου, Καθηγητής Μαθηματικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (2001-2023), Αναπληρωτής Διευθυντής Διεθνών Ινστιτούτων Solvay (1994 -2004)

    Σταύρος Γ. Σταυρινίδης, Καθηγητής του Τμήματος Φυσικής, ΔΠΘ – Παναγιώτης Τζουνάκης, Επιστήμονας Υπολογιστών, Μέλος ΕΔΙΠ Τμήματος Μαθηματικών, ΑΠΘ, Υποψήφιος Διδάκτωρ Τμήματος Φυσικής, ΔΠΘ

    Μιχαήλ Χανιάς, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φυσικής, ΔΠΘ

    ISBN: 978-618-5061-41-8
    Διαστάσεις: 17 x 24 cm
    Αριθμός σελίδων: 224
    Τιμή: € 23Θέλεις να μάθεις λιγα κβαντικά, αλλά νομίζεις ότι θα σε δυσκολέψουν τα μαθηματικά τους; Λοιπόν, κανένα πρόβλημα! Οι εικόνες σε αυτό το βιβλίο είναι ένα νέο είδος μαθηματικών που θα σε κάνει να συνειδητοποιήσεις τα πάντα για τον κβαντικό κόσμο.

    Από την κβαντική τηλεμεταφορά, την κβαντική αβεβαιότητα, την κβαντική διεμπλοκή, την κβαντική μέτρηση, μέχρι τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στον κβαντικό υπολογισμό, όλα βρίσκονται μέσα σ’ αυτές τις λίγες σελίδες. Θα μάθεις ακόμη και την κβαντική μη-τοπικότητα, για την οποία απονεμήθηκε το Νόμπελ Φυσικής, το 2022. Και όλα αυτά, με κάτι συμπαθητικές «αράχνες» που έχουν πολλά πόδια ή καλώδια που προεξέχουν και κάτι «κουτιά» που συνδέονται μεταξύ τους για να οπτικοποιήσουν τα κβαντικά φαινόμενα!

    «Ξεκίνησα θέλοντας να αλλάξω τον τρόπο με τον οποίο κατανοείται η κβαντική μηχανική και διαπίστωσα ότι είναι πιο εύκολο να πείσω τα παιδιά παρά τους ενήλικες. Δεν έχουν προκαταλήψεις. Ίσως λοιπόν η επόμενη γενιά να προχωρήσει με ευκολία στην κβαντική υπολογιστική. Όπως είπε κάποτε ένας από τους ιδρυτές της κβαντικής φυσικής, ο Μαξ Πλανκ: Η επιστήμη προχωρά μια κηδεία τη φορά. Πρέπει όλοι να καταλάβουμε από την αρχή πώς λειτουργούν οι επικεφαλής της δεύτερης κβαντικής επανάστασης προτού η τεχνολογία γίνει πραγματικά τεράστια: πρόκειται για εταιρείες δισεκατομμυρίων δολαρίων που θα μπορούσαν να ελέγξουν τον κόσμο χωρίς κανείς να καταλαβαίνει τι κάνουν. Είτε είσαι νέος, είτε όχι και τόσο νέος, ειδικός ή όχι, αυτό το βιβλίο είναι για εσένα και για τη νέα μας γενιά».
    Μπομπ Κούκε

    Η κβαντική μηχανική γεννήθηκε από την ανάγκη για κατανόηση του μικρόκοσμου, και σήμερα έχει πλέον υπερβεί τον αρχικό σκοπό της. Η δεύτερη κβαντική επανάσταση, μέσω της κβαντικής πληροφορίας, προσφέρει νέες τεχνολογικές δυνατότητες και μας οδηγεί σε έναν νέο τρόπο φιλοσοφικού στοχασμού στη σχέση μας με την πραγματικότητα. Ο κβαντικός τρόπος σκέψης υπερβαίνει την κλασική λογική, υφαίνοντας ένα μωσαϊκό πιθανοτήτων, διεμπλοκών και υπερθέσεων που, παρότι φαντάζουν «μαγικά», δεν είναι απρόσιτα στον ανθρώπινο νου.

    Αυτό το βιβλίο συγκροτεί μια γέφυρα κατανόησης του κβαντικού κόσμου, μέσω απλών διαγραμμάτων και παιγνίων, με άμεσα προσιτή οπτικοποίηση θεμελιωμένη στο πλαίσιο της θεωρίας κατηγοριών.  Η αξία του βιβλίου βρίσκεται στη διαπίστωση ότι ο ανθρώπινος νους συλλαμβάνει άμεσα δύσκολες μαθηματικές έννοιες, όταν παρουσιάζονται με κατάλληλη διαγραμματική αναπαράσταση προσαρμοσμένη στο «λογισμικό» του εγκεφάλου μας. Έτσι, οδηγούμαστε σε άμεση, βαθύτερη κατανόηση της επεξεργασίας της κβαντικής πληροφορίας.

    Οι κανόνες του μυστηριώδους κβαντικού κόσμου αποκαλύπτονται, γίνονται «οικείοι» και αξιοποιούνται εύκολα από τους επιστήμονες, τους μαθητές, τους φοιτητές, καθώς και από όλους όσοι αισθάνονται τη διαίσθησή τους να κλονίζεται από τα κβαντικά φαινόμενα.

    Aπό τον Επίλογο του βιβλίου:

    Συνάντησα για πρώτη φορά τον Μπομπ Κούκε περισσότερα από 15 χρόνια πριν, όταν έπεσε στην αντίληψή μου η δημοσίευσή του «Κβαντομηχανική για το νηπιαγωγείο» (Kindergarten Quantum Mechanics). Γνώρισα σχετικά αργά την κβαντική υπολογιστική και τη θεωρία κβαντικής πληροφορίας. Ως νέος, αλλά και ως σαραντάρης, στην κβαντική μηχανική με ενδιέφερε περισσότερο το «γιατί» και όχι τόσο το «τι». Για παράδειγμα, ήθελα να κατανοήσω θεωρίες όπως του Qbism, οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν το «γιατί» στις εμπειρίες που αποκομίζουμε από τον κβαντικό κόσμο με τρόπους που προξενούν σύγχυση και συχνά εναντιώνονται στη διαίσθησή μας. Όπως πολλοί άλλοι που έρχονται σε επαφή με την κβαντομηχανική και την κβαντική πληροφορία, έτσι κι εγώ απορροφήθηκα από τις συναρπαστικές συζητήσεις σχετικά με τις διάφορες θεωρίες που απασχολούσαν τους κβαντικούς θεωρητικούς και τους φιλοσόφους, οι οποίες είχαν τις απαρχές τους σε εκείνο τον διάσημο διάλογο του Αϊνστάιν με τον Μπορ, πριν από περίπου έναν αιώνα.

    Τα πράγματα για μένα άλλαξαν, όταν μερικά χρόνια πριν, η κβαντική υπολογιστική έγινε η καριέρα μου, και το «τι» άρχισε να με νοιάζει εξίσου πολύ με το «γιατί» — επίσης, άρχισα να μετέχω ενεργά στη διαδικασία του τρόπου που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι κβαντικοί υπολογιστές για την επίλυση κάποιων κλασικά άλυτων προβλημάτων. Έτσι, η πλήρης απασχόλησή μου τα τελευταία οκτώ χρόνια είναι η εργασία με κβαντικούς υπολογιστές και κβαντικούς αλγόριθμους.
    Μερικά χρόνια αφότου άρχισα να εργάζομαι στην κβαντική υπολογιστική, συνάντησα το «Απεικονίζοντας τις Κβαντικές Διαδικασίες» (γνωστό και ως τον «Μεγάλο Αδερφό» αυτού του βιβλίου) — ένα βιβλίο που άρχισε γρήγορα να αποκτά στοιχεία καλτ κουλτούρας στις ομάδες των νεότερων φυσικών. Το αγόρασα περισσότερο από περιέργεια παρά για κάποιον άλλον λόγο, όμως μόλις το άνοιξα, γρήγορα κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να ξεκολλήσω, καθώς βυθιζόμουν ολοένα περισσότερο σε ένα εναλλακτικό σύμπαν, μετατρέποντας έτσι τις τρεις ή τέσσερις μέρες ανάγνωσης σε ένα μακρύ, συναρπαστικό ταξίδι ανακάλυψης.

    Πήρε πάνω από σαράντα χρόνια τεχνολογικών εξελίξεων για να φτάσουμε στο σημείο να μπορούμε να κατασκευάσουμε κάποιους πρώιμους πραγματικούς κβαντικούς επεξεργαστές, και με αυτό, να έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίες ότι η κβαντική υπολογιστική θα αρχίσει σιγά σιγά να γίνεται πραγματικότητα. Το μόνο ερώτημα πλέον, δεν είναι το «αν», αλλά το «πότε» οι κβαντικοί υπολογιστές θα επιλύσουν πραγματικά προβλήματα έχοντας κάποιον αντίκτυπο στις ζωές μας.
    Αυτή η σύζευξη πολλών συμβάντων —η τεχνολογική και θεωρητική πρόοδος στην κβαντομηχανική, τη θεωρία κβαντικής πληροφορίας και τους κβαντικούς υπολογιστές— κάνουν το βιβλίο «Κβαντικά με Εικόνες» ιδιαίτερα σημαντικό και για λόγους πέραν του ακαδημαϊκού.

    Αυτό το έργο προορίζεται επίσης για λίγους και φανατικούς. Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, κάποιες «αδημοσίευτες» εκδοχές του βιβλίου κυκλοφορούν ήδη ανάμεσα στους θιασώτες της κβαντικής υπολογιστικής. Τα «Κβαντικά με Εικόνες» θα εμπνεύσουν πολλούς να σκεφτούν να βουτήξουν στα βαθιά μαθαίνοντας κβαντομηχανική, αλλά και να συλλογιστούν προσεκτικά τη σχέση της με την κβαντική υπολογιστική.

    Μια άμεση συνέπεια της προσέγγισης της κβαντικής φυσικής που διαρθρώνεται και τόσο δημιουργικά παρουσιάζεται σε αυτό το βιβλίο —μέσω ενός φορμαλισμού που συνδυάζει τον Φον Νόιμαν, τον Σρέντινγκερ και τον Πένροουζ (με μεθόδους του Φέινμαν και του Ντιράκ)— είναι ότι ο Μπομπ και ο Στέφανο δημιουργούν τα θεμέλια που θα υποστηρίξουν τα ενδιαφέροντα και τις φιλοδοξίες μιας νέας γενιάς μαθητών, είτε αυτοί έχουν γενικά ενδιαφέροντα είτε μελετούν κβαντική φυσική. Αυτό το βιβλίο θα δώσει σε πολλούς την ώθηση να εξερευνήσουν και να μάθουν πολλά σχετικά με το θέμα, χωρίς να χρειαστεί να ανησυχούν ότι θα αντιμετωπίσουν τη γνωστή καθηλωτική έλλειψη αυτοπεποίθησης που προξενούν οι παραδοσιακοί τρόποι διδασκαλίας.

    Τα «Κβαντικά με Εικόνες» είναι ένα βιβλίο που μας ταξιδεύει από την εξιχνίαση του «γιατί συμβαίνει» —το ερώτημα που, έναν αιώνα πριν, γοήτευσε και συνεπήρε τους γίγαντες της κβαντικής φυσικής— στην αναζήτηση απάντησης για το «τι συμβαίνει» — το ερώτημα που, σήμερα, αντιμετωπίζουν οι πρωτοπόροι των τεχνολογιών της κβαντικής πληροφορίας. Είναι το τέλειο σημείο έναρξης για κάθε αναγνώστη που νιώθει έτοιμος να κάνει τη μετάβαση που ήδη τόσοι άλλοι έχουν κάνει: πρόκειται για ένα δημιουργικό άλμα από το σαγηνευτικό «γιατί» (σύμφωνα με όσα μας λέει η κβαντική ότι συμβαίνει στο Σύμπαν) στο άκρως αινιγματικό «τι».
    Ilyas Khan

    Από τον Πρόλογο στην Ελληνική έκδοση:

    Η κβαντική μηχανική γεννήθηκε από την ανάγκη για κατανόηση των φαινομένων του μικρόκοσμου, τα οποία παρατηρήθηκαν, για πρώτη φορά, στις αρχές του 20ού αιώνα. Εκατό χρόνια αργότερα διαπιστώθηκε ότι η κβαντική πληροφορία είναι το κλειδί για την κατανόηση της κβαντικής μηχανικής και των κβαντικών διεργασιών.

    Η δεύτερη κβαντική επανάσταση προσφέρει νέες τεχνολογικές δυνατότητες στη διαχείριση των προβλημάτων μεγάλης υπολογιστικής πολυπλοκότητας, στην επικοινωνία μέσω του κβαντικού διαδικτύου και, τελικά, στην ανάπτυξη της Κβαντικής Νοημοσύνης. Σήμερα, όλα αυτά βρίσκονται στην αιχμή της επιστημονικής έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης, οδηγώντας μας ταυτόχρονα σε έναν νέο τρόπο φιλοσοφικού στοχασμού όσον αφορά τη σχέση μας με την πραγματικότητα.

    Ο κβαντικός τρόπος σκέψης υπερβαίνει την κλασική λογική, υφαίνοντας ένα μωσαϊκό από πιθανότητες, υπερθέσεις και διεμπλοκές, που παρότι φαντάζουν «μαγικά», δεν είναι απρόσιτα στον ανθρώπινο νου.

    Ο Μπομπ Κούκε και οι συνεργάτες του έχουν προτείνει μια νέα διατύπωση και ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας μέσω αναπαράστασης των μαθηματικών σχέσεων με απλά διαγράμματα. Η ιδέα αυτή έρχεται από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν ο Ανρί Πουανκαρέ στο La Science et l’Hypothèse (Flammarion, Paris, 1902) αναφερόμενος σε όλες τις μαθηματικές έννοιες, επισήμανε ότι: «Οι Μαθηματικοί δεν μελετούν τα Αντικείμενα, αλλά τις Σχέσεις των Αντικειμένων. Είναι αδιάφορο αν κάποια Αντικείμενα αντικαθίστανται από άλλα Αντικείμενα, εφόσον οι Σχέσεις δεν αλλάζουν. Το Υλικό δεν ενδιαφέρει, μόνο η Μορφή ενδιαφέρει».

    Η σχεσιακή θεώρηση των Μαθηματικών αλλά και των νοητικών κατασκευών εν γένει, οδήγησε στη Θεωρία Κατηγοριών και στη Θεωρία Δικτυών. Ενθουσιαστήκαμε ιδιαίτερα όταν διαπιστώσαμε ότι η διαγραμματική αναπαράσταση καθιστά την επεξεργασία της κβαντικής πληροφορίας άμεσα αντιληπτή όχι μόνον στους μυημένους στις θετικές επιστήμες αλλά ακόμη και στους φοιτητές και μαθητές.

    Αποφασίσαμε, λοιπόν, να μεταφράσουμε το έργο των Μπομπ Κούκε και Στέφανο Γκοτζόζο αφενός για να φέρουμε σε επαφή το ελληνικό κοινό με τον κβαντικό τρόπο σκέψης, και αφετέρου για να αξιοποιηθεί επικουρικά στην εισαγωγή του προγράμματος «Κβαντική Υπολογιστική για Μαθητές – ΚΥΜΑ».

    Η πρωτοποριακή αυτή προσπάθεια είναι εγκεκριμένη από το Υπουργείο Παιδείας και εισέρχεται φέτος στο 4ο έτος υλοποίησής της, με συμμετοχή πλήθους σχολείων και συνάδελφων, υπό την αιγίδα της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ).

    Το βιβλίο προτείνει μια γέφυρα μεταξύ του αφηρημένου μαθηματικού συμβολισμού του κβαντικού κόσμου και του κλασικού κόσμου των καταχωρισμένων παρατηρήσεων. Η γέφυρα οικοδομείται μέσω απλών διαγραμμάτων και εικονογραφημένων παιγνίων, προσιτών στον κοινό νου. Η διαγραμματική αναπαράσταση της κβαντικής θεωρίας, παρότι απλή και κατανοητή, είναι θεμελιωμένη στο αυστηρό πλαίσιο της θεωρίας κατηγοριών.

    Η αξία του βιβλίου έγκειται στη διαπίστωση ότι ο ανθρώπινος νους συλλαμβάνει άμεσα δύσκολες μαθηματικές έννοιες με κατάλληλη διαγραμματική αναπαράσταση. Έτσι, οι κανόνες του μυστηριώδους κβαντικού κόσμου αποκαλύπτονται, ώστε να μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο από ώριμους επιστήμονες όσο και από μαθητές και φοιτητές. Ξεκινώντας από τα βασικά δομικά στοιχεία της κβαντικής θεωρίας, ο αναγνώστης οδηγείται στη σταδιακή κατασκευή μιας οπτικής γλώσσας που μπορεί να συλλάβει την πολυπλοκότητα των κβαντικών καταστάσεων, των τελεστών και των μετρήσεων, καθώς και την κβαντική διεμπλοκή, την τηλεμεταφορά και εν τέλει την κβαντική υπολογιστική. Η οπτική απεικόνιση αναπτύσσει τη διαίσθηση και την κατανόηση με τρόπο απλό και προσιτό, χωρίς να θυσιάζεται η αυστηρότητα του μαθηματικού φορμαλισμού.

    Το βιβλίο Κβαντικά με Εικόνες γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ αυτού του φορμαλισμού και της διαισθητικής οπτικής κατανόησης που τόσο συχνά διαφεύγει. Παρουσιάζοντας τις κβαντικές διαδικασίες μέσα από μια σειρά προσεκτικά σχεδιασμένων συμβολικών αναπαραστάσεων γραμμών και κουτιών, απλουστεύεται η περιγραφή της κβαντικής μηχανικής και της κβαντικής πληροφορίας, καθιστώντας την κβαντική υπολογιστική προσιτή στους μαθητές και στους φοιτητές.Συγγραφείς

    Bob Coecke

    «Δεν είμαι απλώς ένας κβαντικός φυσικός, είμαι επίσης ζωγράφος καθώς και καλλιτέχνης της βιομηχανικής μουσικής. Κατέληξα στην κβαντική φυσική επειδή ήθελα να υποστηρίξω τη μουσική μου καριέρα και την μπάντα μου, Black Tish. Έπιασα δουλειά στο τμήμα επιστήμης υπολογιστών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης όταν, το 1990, μου είπαν ότι χρειάζονταν μια γλώσσα προγραμματισμού υψηλού επιπέδου για κβαντικούς υπολογιστές».

    Ο Μπομπ Κούκε εργάστηκε είκοσι χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο οποίο έχτισε μια μεγάλη ομάδα ερευνητών αφιερωμένη στη δημιουργία ενός νέου εικονογραφικού τρόπου προσέγγισης της κβαντικής θεωρίας. Όταν η δουλειά του άρχισε να βρίσκει εφαρμογές στον πραγματικό κόσμο μέσω των ανερχόμενων κβαντικών τεχνολογιών, μετακόμισε στην Cambridge Quantum Computing (πλέον Quantinuum). Εκεί, είναι επιστημονικός διευθυντής στην έρευνα για την ανάπτυξη της κβαντικής επεξεργασίας της φυσικής γλώσσας και της κβαντικής τεχνητής νοημοσύνης.

    Stefano Gogioso

    «Είμαι μαθηματικός και επιστήμονας υπολογιστών. Έκανα το διδακτορικό μου στην Οξφόρδη με επιβλέποντα τον καθηγητή Coecke, αναπτύσσοντας νέους εικονογραφικούς τρόπους μελέτης των κινήσεων των κβαντικών σωματιδίων. Διδάσκω προχωρημένα μαθήματα στην κβαντική υπολογιστική στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης».

    Ο Στέφανο Γκοτζόζο είναι μαθηματικός και επιστήμονας υπολογιστών. Έκανε το διδακτορικό του στην Οξφόρδη με επιβλέποντα καθηγητή τον Μπομπ Κούκε, αναπτύσσοντας νέους εικονογραφικούς τρόπους μελέτης των κβαντικών σωματιδίων, αλλά και των τρόπων που αυτά κινούνται. Είναι πλέον μέλος ΔΕΠ στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο οποίο διδάσκει προχωρημένα μαθήματα πάνω στην κβαντική υπολογιστική. Είναι επίσης συνιδρυτής της βρετανικής startup Hashberg, όπου διευθύνει το κομμάτι της ανάπτυξης κβαντικών προγραμματιστικών εργαλείων υψηλού επιπέδου.

  • ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: ΕΝΑΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΤΟΠΟΛΟΓΙΑ

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: ΕΝΑΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΤΟΠΟΛΟΓΙΑ

    Θεοφάνης Γραμμένος,

    Αναπλ. Καθηγητής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

    Ο διεθνούς φήμης μαθηματικός, που ουσιαστικά λόγω των αριστερών φρονημάτων του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του το 1949 και να μεταβεί στο Πρίνστον, παρέμεινε άγνωστος στο ευρύ ελληνικό κοινό αλλά υπήρξε πολύ περισσότερο γνωστός στο αμερικανικό κοινό που τον γνώρισε ως «Papa». Μέχρι τον θάνατό του το 1976,  έζησε μια ασκητική ζωή ολότελα αφιερωμένη στη μαθηματική έρευνα  χωρίς να δημιουργήσει δική του οικογένεια, ενώ διακρίθηκε στα Μαθηματικά διεθνώς για το έργο του και κυρίως για την απόδειξη τριών θεωρημάτων («the big theorems») της τοπολογίας ώστε δικαίως να θεωρείται σήμερα ένας από τους σπουδαιότερους μαθηματικούς του 20ου αιώνα.Η ΖΩΗ ΤΟΥ

    Ο Χρίστος Παπακυριακόπουλος γεννήθηκε στο Χαλάνδρι Αττικής τον Ιούνιο του 1914 ως ο μεγαλύτερος από τους δύο γιούς της εύπορης οικογένειας του Δημήτρη Παπακυριακόπουλου και της Ζωής Λίτσα. Μετά την αποφοίτησή του από το Βαρβάκειο, στο οποίο έχει περάσει μετά από εξετάσεις,  περνά από τους πρώτους στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π.  όπου έρχεται σε επαφή με τον καθηγητή Ανωτέρων Μαθηματικών και σπουδαίο μαθηματικό Νικόλαο Κριτικό. Ο τελευταίος,  αναγνωρίζοντας την κλίση, το ταλέντο και το πάθος του φοιτητή του για τα Μαθηματικά, τον παροτρύνει  και τελικά τον πείθει να μετεγγραφεί στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από όπου ο Παπακυριακόπουλος αποφοιτά το 1938 με «άριστα». Στη διάρκεια των σπουδών του, ο Παπακυριακόπουλος μελετά με προσωπική του πρωτοβουλία το σύγγραμμα τοπολογίας των Pavel Alexandrov και Heinz Hopf και παρακολουθεί το ερευνητικό σεμινάριο του καθηγητή Παναγιώτη Ζερβού, ενώ αρχίζει να επικεντρώνεται σε θέματα γεωμετρικής τοπολογίας εμπνευσμένος από την εργασία του Ν. Κριτικού με τίτλο «Το θεώρημα του Jordan περί επιπέδων κλειστών γραμμών» που έχει δημοσιευτεί στο Δελτίο της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας το 1936. Το 1937 αλληλογραφεί με τον Κ. Καραθεοδωρή (Σπανδάγος, 2008) και του στέλνει την εργασία του για τις κλειστές καμπύλες Jordan, ενώ ως τελειόφοιτος συγγράφει δύο εργασίες τις οποίες δημοσιεύει στο Δελτίο της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας το 1938 (βλ. κατάλογο επιστημονικών δημοσιεύσεων του Χ. Παπακυριακόπουλου στο τέλος του άρθρου). Τη διετία 1939-1940 εργάζεται ως άμισθος βοηθός του Ν. Κριτικού στην Α΄ Έδρα Ανωτέρων Μαθηματικών του Ε.Μ.Π., ενώ σύντομα καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του και πολεμά ως στρατιώτης στο αλβανικό μέτωπο. Τον Οκτώβριο 1941 διορίζεται, μετά από εισήγηση του Ν. Κριτικού, ως έκτακτος άμισθος επιμελητής με διετή θητεία (που παρατείνεται μέχρι το 1945), ενώ παράλληλα και κάτω από δύσκολες συνθήκες συνεχίζει  στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του με θέμα «Περί μίας νέας μεθόδου αποδείξεως του αναλλοιώτου των ομολογικών συμπλεγμάτων ενός συμπλόκου», την οποία ολοκληρώνει το 1943 και αναγορεύεται διδάκτωρ των Μαθηματικών με εισηγητή τον Παναγιώτη Ζερβό, σύμβουλο τον Νικόλαο Κριτικό, και με σύσταση του Κ. Καραθεοδωρή (Λαμπροπούλου & Νικολακοπούλου, 2014). Η πρωτοτυπία της διατριβής του έγκειται, μεταξύ άλλων, στην εντελώς διαφορετική αποδεικτική μεθοδολογία από εκείνη την οποία εισήγαγαν για τη μελέτη της τοπολογίας τρισδιάστατων πολλαπλοτήτων οι Herbert Seifert και William Threlfall το 1934 σε ένα από τα πρώτα συγγράμματα αλγεβρικής τοπολογίας που κυκλοφόρησαν διεθνώς, το Lehrbuch der Topologie. Η διατριβή του Παπακυριακόπουλου είναι η πρώτη ελληνική διατριβή στην Τοπολογία και, ειδικότερα, η πρώτη ελληνική εργασία στην αλγεβρική τοπολογία.

    Ο Χρίστος Παπακυριακόπουλος υπήρξε ένας πολύ προοδευτικός άνθρωπος που εμπνεόταν από αριστερές ιδέες. Στο δημοψήφισμα του 1935 ψηφίζει κατά της επανόδου του Γεωργίου Β΄, ενώ στη διάρκεια της Κατοχής γίνεται ενεργό μέλος της Αντίστασης εντασσόμενος στο εαμικό κίνημα (στην οργάνωση του ΕΑΜ στο ΕΜΠ, όπως και ο Νικόλαος Κριτικός) και μετατρέποντας το σπίτι του σε τόπο συνεδριάσεων και καταφύγιο διωκόμενων αντιστασιακών (Λαμπροπούλου & Νικολακοπούλου, 2014). Συμμετέχει στο μεγάλο συλλαλητήριο στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Αθήνα και στις 25 Δεκεμβρίου, ακολουθώντας τον ΕΛΑΣ, εγκαταλείπει την Αθήνα και καταλήγει στον Παλαμά Καρδίτσας όπου διδάσκει αριθμητική στο μονοθέσιο δημοτικό σχολείο. Τον Σεπτέμβριο  1944 ο αδελφός του σκοτώνεται στη βόρεια Ιταλία πολεμώντας με την Ταξιαρχία Ρίμινι. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τον Φεβρουάριο 1945, επιστρέφει στην Αθήνα, ενώ στις 16 Ιουλίου 1945 απολύεται από το Ε.Μ.Π. ως στιγματισμένος κομμουνιστής και λόγω της συμμετοχής του στην εαμική αντίσταση. Όμως στα τέλη του Οκτωβρίου 1945, ο τότε πρύτανης του ΕΜΠ Θ. Βαρούνης, ο οποίος έχει αναλάβει πρυτανικά καθήκοντα στη θέση του Νικολάου Κιτσίκη που έχει απολυθεί επίσης λόγω της συμμετοχής του στο ΕΑΜ, ανακαλεί την απόλυση του Παπακυριακόπουλου επειδή τον θεωρεί απαραίτητο για το Ίδρυμα. Ωστόσο, η Ασφάλεια παρακολουθεί τον Παπακυριακόπουλο και, καθώς το κλίμα γίνεται ολοένα και πιο βαρύ και προκειμένου να αποφύγει την οριστική απόλυσή του, υποβάλλει την παραίτησή του το 1946. Την ίδια χρονιά απολύονται οριστικά από το Πολυτεχνείο λόγω των αριστερών φρονημάτων και της αντιστασιακής δράσης τους ο Νικόλαος Κριτικός, καθώς επίσης ο σπουδαίος θεωρητικός φυσικός Αχιλλέας Παπαπέτρου και ο αρχιτέκτων Ιωάννης Δεσποτόπουλος.

    Στα 1947, ο Παπακυριακόπουλος αποφασίζει να επικοινωνήσει με τον Αμερικανό τοπολόγο, μαθητή του Solomon Lefschetz, και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον στις ΗΠΑ, Ralph Fox, στον οποίο στέλνει μια απόδειξη του Λήμματος του Dehn. Αν και ο Fox εντοπίζει κάποιο σφάλμα στην απόδειξη του Παπακυριακόπουλου, εντυπωσιάζεται από τις μαθηματικές ικανότητές του και το 1948 τον προσκαλεί στο Τμήμα Μαθηματικών του Πρίνστον σε μια ερευνητική θέση χωρίς διδακτικά καθήκοντα. Πράγματι, ο Παπακυριακόπουλος ταξιδεύει στις ΗΠΑ το 1949. Λίγο καιρό μετά την αναχώρησή του και μέσω της ελληνικής πρεσβείας στην Ουάσινγκτον, η Ασφάλεια τον καταγγέλλει στις αμερικανικές αρχές ως «επικίνδυνο κομμουνιστή» ζητώντας την απέλασή του, αλλά με τη στήριξη του Πανεπιστημίου του Πρίνστον η απέλαση αποτρέπεται (Δοξιάδης, 2004). Το 1950 πεθαίνει η μητέρα του και το 1952 ο πατέρας του για την κηδεία του οποίου επιστρέφει στην Ελλάδα για τελευταία φορά[1]. Τότε συντάσσει και τη διαθήκη του με την οποία, από τη μεγάλη αγάπη που έτρεφε προς το ΕΜΠ, το καθιστά γενικό κληρονόμο του ζητώντας να περιέλθει σε αυτό «άπασα η κινητή και ακίνητη περιουσία του» (Λαμπροπούλου & Νικολακοπούλου, 2014).

    Ο Παπακυριακόπουλος, ο οποίος στο μεταξύ είναι γνωστός στη μαθηματική κοινότητα ως «Papa», ζει στο Πρίνστον μια πραγματικά ασκητική ζωή. Εργάζεται στο γραφείο του πολλές ώρες κάθε μέρα από τις 8.30 π.μ. μέχρι αργά το βράδυ, ακολουθώντας ένα πολύ αυστηρό πρόγραμμα μελέτης και έρευνας υπό τους ήχους της μουσικής του αγαπημένου του Βάγκνερ, είναι εσωστρεφής και απόμακρος, μοιράζεται δύσκολα τις ιδέες του, είναι απρόθυμος να αναλάβει οποιαδήποτε διδακτικά και διοικητικά καθήκοντα με αποτέλεσμα να μην έχει φοιτητές, δεν συνδέεται με κανέναν έξω από το εργασιακό περιβάλλον του, και γενικά διάγει έναν σπαρτιατικά λιτό βίο χωρίς παρέες και με ελάχιστους φίλους. Λέγεται ότι έζησε επί 25 χρόνια στο ίδιο μικρό δωμάτιο ξενοδοχείου στο οποίο κατέλυσε όταν έφθασε στις ΗΠΑ. Ο Παπακυριακόπουλος έχει ήδη γίνει ένας θρύλος στο Πρίνστον. Το 1954, σε επίσκεψή του στο Ινστιτούτο Προχωρημένων Σπουδών (IAS) ο Einstein ζητά να τον γνωρίσει, ενώ την ίδια χρονιά  δεν αποδέχεται την πρόταση του Κ. Παπαϊωάννου, καθηγητή Εφαρμοσμένης Μηχανικής στο ΕΜΠ, να επιστρέψει στην Ελλάδα (Λαμπροπούλου & Νικολακοπούλου, 2014). Από τον Ιούνιο 1955 έως τον Σεπτέμβριο 1958 ο Παπακυριακόπουλος εκλέγεται μέλος του IAS, όπου από τον Σεπτέμβριο 1958 έως τον Σεπτέμβριο 1959 προάγεται σε Ερευνητικό Συνεργάτη (Research Associate), στη συνέχεια έως τον Σεπτέμβριο 1962 σε Κύριο Ερευνητικό Συνεργάτη (Senior Research Associate), και από το 1962 έως το 1976 σε Κύριο Ερευνητή Μαθηματικό (Senior Research Mathematician) (Λαμπροπούλου & Νικολακοπούλου, 2014).  Το 1961, ο Νικόλαος Κριτικός, εκφράζοντας και τη βούληση άλλων καθηγητών Μαθηματικών του ΕΜΠ, προτείνει με επιστολή του στον Παπακυριακόπουλο να επιστρέψει στην Ελλάδα και να καταλάβει τη θέση του πρώτου στο ΕΜΠ, αλλά ο Παπακυριακόπουλος αρνείται ευγενικά προκειμένου να αφιερωθεί στο ερευνητικό έργο του στο Πρίνστον (Λαμπροπούλου & Νικολακοπούλου, 2014). Τον Σεπτέμβριο 1964, με εισήγηση του καθηγητή Κ.Παπαϊωάννου, εκλέγεται  αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (Σπανδάγος, 2008). Το 1977 η Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία του αφιερώνει τον 18ο Τόμο του Δελτίου της, καθώς και το 7ο Βαλκανικό Συνέδριο Μαθηματικών που διεξάγεται στο ΕΜΠ το 1983. Το 2000, το Συνέδριο Μαθηματικής Ανάλυσης και Εφαρμογών που διεξήχθη στο ΕΜΠ είναι επίσης αφιερωμένο στον Χρίστο Παπακυριακόπουλο, ενώ το 2008 ο Τομέας Μαθηματικών του ΕΜΠ οργανώνει στη μνήμη του το 8ο Συνέδριο Άλγεβρας, Θεωρίας Αριθμών και Εφαρμογών. Το 2014, ο Τομέας Μαθηματικών του ΕΜΠ διοργανώνει ημερίδα για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Παπακυριακόπουλου με ομιλητές, μεταξύ άλλων, τον Δημήτρη Χριστοδούλου τον Μιχάλη Δαφέρμο, και τον Louis H. Kauffman. Ίσως η σπουδαιότερη παρακαταθήκη του Παπακυριακόπουλου να είναι το Κληροδότημα Χρίστου Παπακυριακόπουλου, το οποίο ιδρύθηκε στη βάση της διαθήκης του. Πράγματι,  με μια σειρά αποφάσεων της Συγκλήτου του ΕΜΠ (1998, 2002, και 2008) έχει αποφασιστεί  τα έσοδα του Κληροδοτήματος  να διατίθενται από τον Τομέα Μαθηματικών του ΕΜΠ για (α) Βράβευση προπτυχιακών φοιτητών για την επίδοσή τους στα Μαθηματικά, (β) Υποτροφίες σε υποψήφιους διδάκτορες του Τομέα Μαθηματικών («Υποτροφίες Χρίστου Παπακυριακόπουλου») (γ) Διεξαγωγή συνεδρίων ή ημερίδων στη μνήμη του Χ. Παπακυριακόπουλου, (δ) Πρόσκληση επιστημόνων διεθνούς κύρους για σειρά διαλέξεων και σεμιναρίων, (ε) Κάλυψη δαπανών για τη μετάφραση ή/και έκδοση βιβλίων, (στ) Οποιονδήποτε σκοπό που αποβλέπει στην ενίσχυση ή βελτίωση του ερευνητικού ή διδακτικού έργου του Τομέα Μαθηματικών.

    Το 1976 ο Χρίστος Παπακυριακόπουλος προγραμματίζει να επισκεφθεί την Ελλάδα για πρώτη φορά μετά το 1952. Όμως δεν θα προλάβει, καθώς στις 29 Ιουνίου, σε ηλικία 62 ετών, φεύγει από τη ζωή από καρκίνο του στομάχου. Οι στάχτες του είναι θαμμένες στο Πρίνστον.

    Ο Χρίστος Παπακυριακόπουλος με τη μητέρα και τη γιαγιά του στα 1948 (Σπανδάγος, 2008).

    ΤΟ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

    Πρέπει ευθύς εξαρχής να τονιστεί ότι το σύνολο του ερευνητικού έργου του Παπακυριακόπουλου διακρίνεται για τη μαθηματική αρτιότητά του. Το κύριο ερευνητικό ενδιαφέρον του εστιαζόταν στη χαμηλοδιάστατη (ή γεωμετρική) τοπολογία, δηλαδή στη μελέτη πολλαπλοτήτων ή γενικότερα τοπολογικών χώρων διάστασης μικρότερης ή ίσης του 4, με έμφαση στις τρεις διαστάσεις.  Παρακολουθώντας τα μαθήματα των καθηγητών Ralph Fox και Norman Steenrod, συγγράφει την πρώτη του εργασία με τίτλο On the ends of knot groups που δημοσιεύεται το 1955. Το κύριο αποτέλεσμα που αποδεικνύεται σε αυτήν είναι πως «αν ισχύει η ασφαιρικότητα των κόμβων, τότε μια ομάδα κόμβων έχει ένα ή δύο πέρατα αναλόγως του αν ο κόμβος είναι αλγεβρικά δεμένος ή είναι λυμένος (unknotted)». Το 1957 δημοσιεύει τρεις εργασίες, μία περί στερεών τόρων (On solid tori)[2] στην οποία αποδεικνύει τρία θεωρήματα ένα από τα οποία είναι το πλέον διάσημο θεώρημα του βρόχου[3], μία εργασία περί των περάτων των θεμελιωδών ομάδων 3-πολλαπλοτήτων με σύνορο (On the ends of the fundamental groups of 3-manifolds with boundary) στην οποία απαντά αυστηρά στο ερώτημα περί του πότε ο αριθμός των περάτων μιας συμπαγούς 3-πολλαπλότητας[4] με σύνορο, της οποίας οι συνιστώσες είναι προσανατολίσιμες κλειστές επιφάνειες θετικού γένους, είναι 1, 2, ή άπειρα, και ακόμη μία εργασία περί του Λήμματος του Dehn και της ασφαιρικότητας κόμβων (On Dehn’s Lemma and the asphericity of knots), την οποία έχει αφιερώσει στον Νικόλαο Κριτικό, και όπου αποδεικνύει το Λήμμα του Dehn και το θεώρημα της σφαίρας. Λόγω της ιδιαίτερης σπουδαιότητας που έχει το Λήμμα του Dehn για την Εικασία του Poincaré[5] αλλά και γενικότερα για τη γεωμετρική τοπολογία, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε συνοπτικά σε αυτό (βλ. (Νικολακοπούλου, 2010) για περισσότερες λεπτομέρειες). Πρόκειται για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα Διπλωματική της Α. Νικολακοπούλου που εκπονήθηκε το 2010 στον Τομέα Μαθηματικών της ΣΕΜΦΕ, στο ΕΜΠ, υπό την επίβλεψη της Καθηγήτριας Σοφίας Λαμπροπούλου). Ο Γερμανός Max Dehn, φοιτητής του Hilbert στο Πανεπιστήμιο του Göttingen, διετύπωσε το 1910 την εξής ιδέα που έγινε γνωστή ως Λήμμα του Dehn: Έστω M μια 3-πολλαπλότητα και 𝑓:𝐷→𝑀  η συνεχής απεικόνιση ενός δίσκου 𝐷 χωρίς αυτο-τομές στο σύνορο (δηλαδή με 𝜕D το σύνορο, αν 𝑥∈𝜕D τότε για οποιοδήποτε 𝑦∈𝐷  με 𝑥≠𝑦 , ισχύει 𝑓(𝑥)≠𝑓(𝑦), τότε υπάρχει εμφύτευση (embedding) 𝑔:𝐷→𝑀 ώστε 𝑔(𝜕D)=𝑓(𝜕D) . Ο Dehn ισχυρίστηκε ότι είχε βρει και μια απόδειξη αυτής της ιδέας, όμως το 1929 ο Γερμανός Hellmuth Kneser εντόπισε ένα σημαντικό κενό στην απόδειξη αυτή κι έτσι το Λήμμα του Dehn παρέμενε αναπόδεικτο μέχρι το 1957, όταν ο Παπακυριακόπουλος, βασιζόμενος σε δύο εργασίες του Νορβηγού μαθηματικού I. Johansson από το 1935 και το 1938, αντίστοιχα, καθώς και στην κατασκευή ενός πύργου από χώρους επικάλυψης, έδωσε την πλήρη απόδειξη του Λήμματος του Dehn. Στην ίδια εργασία, ο Παπακυριακόπουλος απέδειξε οριστικά και το θεμελιώδες για τη γεωμετρική τοπολογία θεώρημα της σφαίρας, το οποίο είχε αποπειραθεί να αποδείξει ο H. Kneser στα 1928. Σύμφωνα με αυτό, αν 𝑀 είναι μια προσανατολίσιμη 3-πολλαπλότητα με 𝜋2(𝑀)≠{0} , τότε υπάρχει 2-σφαίρα 𝑆2 εμφυτευμένη στην 𝑀 που δεν είναι συσταλτή στην 𝑀, όπου 𝜋2(𝑀) η δεύτερη ομάδα ομοτοπίας της . Ο Παπακυριακόπουλος παρουσίασε τα αποτελέσματα αυτά το 1958 στο Άμστερνταμ ως προσκεκλημένος ομιλητής στην Ετήσια Συνάντηση της Αμερικανικής Μαθηματικής Εταιρείας, στο πλαίσιο ομιλίας με τίτλο «Ορισμένα προβλήματα επί των τρισδιάστατων πολλαπλοτήτων». Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν επίσης την ίδια χρονιά στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών (ICM) στο Εδιμβούργο σε ομιλία με τίτλο «Η θεωρία των τρισδιάστατων πολλαπλοτήτων μετά το 1950», την οποία ανέγνωσε ο John H.C. Whitehead, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ανεψιός του Alfred N. Whitehead και ένας από τους επινοητές της θεωρίας ομοτοπίας. Για τις εργασίες του στους στερεούς τόρους και την απόδειξη του Λήμματος του Dehn και του θεωρήματος της σφαίρας, ο Παπακυριακόπουλος τιμήθηκε το 1964 από την Αμερικανική Μαθηματική Εταιρεία με το σημαντικότερο διεθνές βραβείο γεωμετρίας, το Βραβείο Oswald Veblen, το οποίο θεσμοθετήθηκε προς τιμήν ενός από τους σημαντικότερους γεωμέτρες του 20ου αιώνα, του Αμερικανού Oswald Veblen, και απονεμήθηκε για πρώτη φορά εκείνη τη χρονιά[6]. Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Παπακυριακόπουλος, χρησιμοποιώντας το θεώρημα του βρόχου, το θεώρημα της σφαίρας, και το Λήμμα του Dehn, συνέχισε τις προσπάθειές του να αποδείξει την Εικασία του Poincaré. Τελικά, η απόδειξή της δόθηκε από τον Ρώσο γεωμέτρη Grigori Y. Perelman σε τρεις εργασίες το 2002 και το 2003[7].

    Τέλος, ο Χρίστος Παπακυριακόπουλος, υπήρξε πηγή έμπνευσης και στη λογοτεχνία. Πράγματι, για τον μαθηματικό και συγγραφέα Απόστολο Δοξιάδη, ο οποίος έκανε μια σύντομη γνωριμία με τον Χρίστο Παπακυριακόπουλο στα 1971/1972, ο κύριος χαρακτήρας του μυθιστορήματός του «Ο θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ» θυμίζει πολύ τον Παπακυριακόπουλο. Μάλιστα, τον Νοέμβριο 2014, σε εκδήλωση που διοργάνωσε η ομάδα «Θαλής και φίλοι» στο Μουσείο Μπενάκη ο Απόστολος Δοξιάδης έδωσε ομιλία με θέμα «Ο Χρίστος Παπακυριακόπουλος κι ο θείος Πέτρος», ενώ στην ίδια εκδήλωση το θέμα της ομιλίας του καθηγητή Μαθηματικών στο ΕΚΠΑ, Αντώνη Μελά, ήταν «Ο μαγικός πύργος του Παπακυριακόπουλου και η Εικασία του Πουανκαρέ»[8].ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    [1] Το 1954 πέθανε ο τελευταίος συγγενής του Παπακυριακόπουλου, η γιαγιά του από την πλευρά της μητέρας του. Έκτοτε και μέχρι τον θάνατό του έζησε μόνος χωρίς άλλη οικογένεια.
    [2] Ο στερεός τόρος είναι ένας τόρος μαζί με το εσωτερικό του.
    [3] Θεώρημα βρόχου: Έστω 𝑀 3-πολλαπλότητα με σύνορο ∂𝑀≠∅ και 𝐿⊂∂𝑀, όπου 𝐿 βρόχος συσταλτός στην πολλαπλότητα 𝑀 αλλά όχι συσταλτός στο σύνορο ∂𝑀. Τότε υπάρχει απλή και κλειστή καμπύλη με τις ίδιες ιδιότητες.
    [4] Δηλαδή, μιας πολλαπλότητας σε κάθε σημείο της οποίας υπάρχει μια περιοχή ομοιομορφική με σφαίρα.
    [5] Εικασία του Poincaré (1904): Οποιαδήποτε 3-πολλαπλότητα που είναι ομοτοπικά ισοδύναμη με τη σφαίρα S3, είναι ομοιομορφική με την S3.
    [6] Το 1964 το Βραβείο Oswald Veblen απονεμήθηκε επίσης στον Raoul Bott για τις εργασίες του σχετικά με τον χώρο βρόχων επί μιας ομάδας Lie και για την ευσταθή ομοτοπία των κλασικών ομάδων. Το 2025 το βραβείο απονεμήθηκε από κοινού στην Ιρανή Soheyla Feyzbakhsh και τον Βρετανό Richard P.W. Thomas για το έργο τους στην αλγεβρική γεωμετρία.
    [7] Στις εργασίες αυτές ο Perelman βασίστηκε στο έργο του Richard S. Hamilton σχετικά με τη ροή Ricci, ενώ απέδειξε επίσης την Εικασία Γεωμετροποίησης του Thurston.
    [8] Οι ομιλίες υπάρχουν στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.blod.gr/lectures/hristos-papakyriakopoulos-o-megalos-agnostos-ton-ellinikon-mathimatikon/#.VGnbesoo2tE.wordpressΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Δοξιάδης, Απ., 2004. Ο «Πάπα» και η Υπόθεση του Πουανκαρέ. Popular Science, Νοέμβριος.

    Λαμπροπούλου, Σ., και Νικολακοπούλου, Α., 2014.  Χρίστος Παπακυριακόπουλος: Βιογραφικά Στοιχεία (παρουσίαση στην ημερίδα που διοργανώθηκε από το Ε.Μ.Π. στις 22 Δεκεμβρίου 2014 για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Χ. Παπακυριακόπουλου).

    Νικολακοπούλου, Α., 2010. Ο Χρίστος Παπακυριακόπουλος και το Λήμμα του Dehn. Διπλωματική Εργασία, Σ.Ε.Μ.Φ.Ε., Ε.Μ.Π.

    Σπανδάγος, Ε., 2008. Χρίστος Παπακυριακόπουλος, ο ερημίτης του Πρίνστον. Αθήνα: Αίθρα.

    ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

    Papakyriakopoulos, Ch., 1938. Περί μιας δείκτριας των επιπέδων κλειστών καμπυλών του Jordan. Bull. Soc. Math. Grèce 18, 84-92.

    Papakyriakopoulos, Ch., 1938. Περί μιας αποδείξεως του θεωρήματος του Jordan διά τας ομωνύμους επιπέδους κλειστάς καμπύλας. Bull. Soc. Math. Grèce 19, 44-54.

    Papakyriakopoulos, Ch., 1939. Περί των κλειστών καμπυλών του Jordan του χώρου Rn. Bull. Soc. Math. Grèce 19, 97-126.

    Papakyriakopoulos, Ch., 1946. Περί μίας νέας μεθόδου αποδείξεως του αναλλοιώτου των ομολογικών συμπλεγμάτων ενός συμπλόκου. Bull. Soc. Math. Grèce 22, 1-154.

    Papakyriakopoulos, C.D., 1955. On the ends of knot groups. Ann. of Math., II. Ser. 62, 293-299. https://www.jstor.org/stable/1969683

    Papakyriakopoulos, C.D., 1957. On solid tori. Proc. London Math. Soc., III. Ser. 7, 281-299. https://academic.oup.com/plms/article-abstract/s3-7/1/281/1458284

    Papakyriakopoulos, C.D., 1957. On the ends of the fundamental groups of 3-manifolds with boundary. Commentarii Math. Helvet. 32, 85-92. https://link.springer.com/content/pdf/10.1007/BF02564572.pdf

    Papakyriakopoulos, C.D., 1957. On Dehn’s lemma and the asphericity of knots. Ann. of Math., II. Ser. 66, 1-26. https://www.pnas.org/doi/pdf/10.1073/pnas.43.1.169

    Papakyriakopoulos C.D., 1957, On Dehn’s lemma and the asphericity of knots. Proc. Nat. Acad. Sc., 43, 169-172. https://www.pnas.org/doi/pdf/10.1073/pnas.43.1.169

    Papakyriakopoulos, C.D., 1958. Some problems on 3-dimensional manifolds. Bull. Am. Math. Soc. 64, 317-335. https://projecteuclid.org/journals/bulletin-of-the-american-mathematical-society/volume-64/issue-6/Some-problems-on-3-dimensional-manifolds/bams/1183522840.pdf

    Papakyriakopoulos, C.D., 1960. The theory of three-dimensional manifolds since 1950. Proc. Int. Congr. Math. 1958, 433-440.

    Papakyriakopoulos, C.D., 1962. A reduction of the Poincaré conjecture to other conjectures. Bull. Am. Math. Soc. 68, 360-366. https://projecteuclid.org/journals/bulletin-of-the-american-mathematical-society/volume-68/issue-4/A-reduction-of-the-Poincar%C3%A9-conjecture-to-other-conjectures/bams/1183524675.pdf

    Papakyriakopoulos, C.D., 1963. A reduction of the Poincaré conjecture to other conjectures II. Bull. Am. Math. Soc. 69, 399-401. https://projecteuclid.org/journals/bulletin-of-the-american-mathematical-society/volume-69/issue-3/A-reduction-of-the-Poincar%C3%A9-conjecture-to-other-conjectures-II/bams/1183525269.pdf

    Papakyriakopoulos, C.D., 1963. A reduction of the Poincaré conjecture to group theoretic conjectures. Ann. Math., II. Ser. 77, 250-305. https://www.jstor.org/stable/1970216

    Papakyriakopoulos, C.D., 1963. Attaching 2-dimensional cells to a complex. Ann. Math., II. Ser. 78, 205-222. https://www.jstor.org/stable/1970340

    Papakyriakopoulos, C.D., 1975. Planar regular coverings of orientable closed surfaces. Knots, Groups, 3-Manif.; Paper dedicated to the memory of R. H. Fox, 261-292. https://webhomes.maths.ed.ac.uk/~v1ranick/papers/neuwir3.pdf#page=260ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Την κεντρική εικόνα του άρθρου φιλοτέχνησε ο εικαστικός Χρήστος Αλαβέρας από τη Θεσσαλονίκη.Ο Θεοφάνης Γραμμένος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών με γνωστικό αντικείμενο «Εφαρμοσμένα Μαθηματικά με έμφαση στις Διαφορικές Εξισώσεις και την Κλασική Θεωρία Πεδίου». Στα ερευνητικά ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται οι διαφορικές εξισώσεις, η τανυστική ανάλυση και η διαφορική γεωμετρία, η γενική θεωρία της σχετικότητας, η θεωρητική μηχανική, και η ιστορία και επικοινωνία των μαθηματικών επιστημών. Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 40 άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων, έχει συγγράψει δύο επιστημονικά συγγράμματα με αντικείμενα τη Γραμμική Άλγεβρα (Εκδ. Τζιόλα) και τα Ασαφή Μαθηματικά (Wiley), αντίστοιχα, και έχει μεταφράσει περισσότερα από 15 επιστημονικά συγγράμματα Μαθηματικών.

  • Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΣΤΗ ΝΟΤΙΟ-ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

    Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΣΤΗ ΝΟΤΙΟ-ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

    Δρ. Μαρία Ζαρίφη

    Ιστορικός της Επιστήμης

    Τμήμα Κοινωνιολογίας, ΕΚΠΑΜετά το τέλος του Α ́ Παγκοσμίου και την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών το 1919, η ηττημένη Γερμανία έχασε τη θέση της ως αποικιακή δύναμη, καθώς και όλες τις κτήσεις της στο εξωτερικό. Οι κυρώσεις επηρέασαν δραματικά τις διεθνείς σχέσεις της νεαρής Δημοκρατίας, καθώς, συν τοις άλλοις, αποκλείστηκε από τη διεθνή κοινότητα σε όλους σχεδόν τους τομείς. Σε επιστημονικό επίπεδο, η χώρα έχασε όλους τους οργανισμούς που είχαν δημιουργηθεί από Γερμανούς, χάνοντας ταυτόχρονα τη μακροχρόνια επιρροή της στις επιστημονικές κοινότητες του εξωτερικού. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, τα Βαλκάνια, και φυσικά η Ελλάδα, θα κάλυπταν σχετικά άμεσα αυτό το κενό, μέσα από μια νέα στρατηγική εξωτερικής πολιτικής.ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ.

    Στα χρόνια που προηγήθηκαν του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, o διεθνής επιστημονικός ανταγωνισμός αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο του σχεδιασμού της εξωτερικής πολιτικής κάθε ισχυρού κράτους. Ο επικείμενος πόλεμος θα ήταν ο πρώτος του είδους του, ο οποίος επρόκειτο να καταστρέψει «τα μεγάλα βιομηχανικά έθνη του κόσμου» (MacLeod, 1999, 201) και η επιστήμη έπαιξε κεντρικό ρόλο σε αυτό το γεγονός. Οι συμμαχίες, που δημιουργήθηκαν το 1900 μεταξύ ερευνητικών κέντρων, κυβέρνησης και βιομηχανίας έπρεπε να επισπεύσουν τα σχέδιά τους σε ό,τι αφορά την επιστήμη και την τεχνολογία, και να ανταποκριθούν στις οικονομικές και ειδικότερα τις στρατιωτικές απαιτήσεις της εποχής. Έτσι, η επιστημονική υπεροχή έγινε συνώνυμο της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος.

    Η Γερμανία, στις αρχές του αιώνα, μπορούσε να καυχηθεί ότι η στρατιωτική και επιστημονική της πρωτοκαθεδρία της έδιναν και ιδιαίτερη ισχύ. Παρά τους ισχυρισμούς μέσα στην ίδια τη Γερμανία περί επιστημονικής υστέρησης, η χώρα ήταν ηγετική δύναμη σε διάφορους επιστημονικούς κλάδους, και ειδικότερα στη χημεία. Σημαντικές ανακαλύψεις σε αυτόν τον τομέα, όπως η σύνθεση λιπασμάτων, είχαν μεγάλη σημασία για την οικονομία της Γερμανίας βελτιώνοντας ή μετατρέποντας τεράστιες εκτάσεις γης σε κατάλληλο έδαφος για την καλλιέργεια σιταριού. Σε αυτή την εξέλιξη συνέβαλε ένας από τους κορυφαίους χημικούς της Γερμανίας εκείνη την εποχή, ο Fritz Haber, ο οποίος ανέπτυξε το μηχανισμό της συνθετικής παραγωγής υγρής αμμωνίας, μιας βασικής ένωσης για την εξαγωγή νιτρικών αλάτων, που είναι η βασική ουσία που χρησιμοποιείται στην κατασκευή πυρομαχικών αλλά και την παρασκευή λιπασμάτων. Αυτό το επίτευγμα όχι μόνο συνέβαλε στη βιομηχανική και αγροτική οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας, αλλά έδωσε στη χώρα ένα απαράμιλλο πλεονέκτημα στον χημικό πόλεμο. Για το καινοτόμο έργο του, τη σύνθεση της αμμωνίας, ο Haber τιμήθηκε με το Νόμπελ Χημείας το 1918, καθιστώντας τον τον πρώτο Γερμανό που βραβεύτηκε σε αυτόν τον κλάδο.

    Μέχρι το 1914, οι Γερμανοί είχαν ήδη ξεκινήσει την έρευνα για συνθετικά υλικά, κάτι που τους επέτρεπε να εξαρτώνται λιγότερο από τις πρώτες ύλες άλλων χωρών. Ο Otto Hahn, ο μελλοντικός διευθυντής του Ινστιτούτου Χημείας Kaiser Wilhelm, είχε ανακαλύψει το μεσοθόριο, ένα βιώσιμο και φθηνότερο υποκατάστατο του ραδίου, όταν εργαζόταν στο Ινστιτούτο Emil Fischer του Πανεπιστήμιου του Βερολίνου (Macrakis, 1993, 21). Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το Ινστιτούτο Χημείας Kaiser Wilhelm, υπό την ηγεσία του Fritz Haber και του Emil Fischer, μετατράπηκε σε κέντρο «στρατιωτικής επιστήμης» δημιουργώντας ένα τρίο μεταξύ επιστήμης, βιομηχανίας και στρατιωτικής τεχνολογίας. Τα επιτεύγματα της Γερμανίας στη χημεία ανάγκασαν τους Συμμάχους να συνεργαστούν στενότερα για την παραγωγή επιστημονικής γνώσης και για την ανταλλαγή απόρρητων πληροφοριών, καθιστώντας αυτόν τον πόλεμο «τον πρώτο πόλεμο μυστικών επιστημονικών πληροφοριών» (MacLeod, 1999, 201). Στις 2 Απριλίου 1917, η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, κήρυξαν από κοινού τον πόλεμο στη Γερμανία και ταυτόχρονα ένωσαν τις δυνάμεις τους για να προωθήσουν την έρευνα σε τέσσερις τομείς: την ανίχνευση υποβρυχίων, τον χημικό πόλεμο, τον πόλεμο των χαρακωμάτων και την αεροναυπηγική. Την περίοδο αυτή οι επιστημονικές αποστολές και ανταλλαγές ανάμεσα σε αυτές τις χώρες λάμβαναν χώρα συνεχώς στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Wilson ενέκρινε τη δημιουργία του National Research Council σε συμφωνία με το Council of National Defence, το 1916, κινητοποιώντας την επιστήμη στην υπηρεσία του πολέμου (Schroeder-Gudehus, 1966, 104). Η διασυμμαχική επιστημονική συνεργασία κατά τη διάρκεια του πολέμου έθεσε, επομένως, τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός διεθνούς επιστημονικού συμβουλίου, το οποίο θα ενθάρρυνε την επιστημονική επικοινωνία και την ανταλλαγή πληροφοριών όταν θα τελείωνε ο πόλεμος.

    Οι Ηνωμένες Πολιτείες – που εκπροσωπούνταν από τον George Ellery Hale, τον τότε γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ουάσιγκτον, – είχαν τον κεντρικό ρόλο στο συντονισμό της ροής πληροφοριών. Το καλοκαίρι του 1918, σε ένα προσχέδιο για την ίδρυση ενός Διασυμμαχικού Ερευνητικού Συμβουλίου, ο Hale υπογράμμισε με ανησυχία ότι οι Γερμανοί εισήγαγαν και βελτίωναν συνεχώς νέους, ισχυρούς μηχανισμούς επίθεσης και άμυνας που ενσωμάτωναν τις πιο προηγμένες αντιλήψεις για την επιστήμη. Απέναντι σε αυτό το προβάδισμα των Γερμανών, οι Σύμμαχοι θα μπορούσαν να ανταποκριθούν με επιτυχία μόνο μέσω μιας παρόμοιας αποτελεσματικής χρήσης όλων των φορέων επιστημονικής έρευνας που είχαν στη διάθεσή τους (MacLeod, 1999, 226). Συνεπώς, το μελλοντικό ερευνητικό συμβούλιο όχι μόνο θα συνεισέφερε στις τρέχουσες στρατιωτικές ανάγκες αλλά επιπλέον, όπως είχε οραματιστεί ο Hale, θα γινόταν ο κατεξοχήν θεσμός για τη μεταπολεμική μεταμόρφωση της διεθνούς επιστήμης. Η Διεθνής κοινότητα θα προωθούσε επίσης τη δημιουργία ενός οργανισμού που θα παράκαμπτε την προ-πολεμική γερμανο-κρατούμενη Διεθνή Ένωση Ακαδημιών (MacLeod, 1999, 225). Ωστόσο, ο Hale δεν συμφωνούσε με τη θέση των Ευρωπαίων συναδέλφων του που είχαν μια μάλλον σκληρή γραμμή κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της.

    Στην πρώτη προπαρασκευαστική συνάντηση των Διασυμμαχικών Ακαδημιών (Inter-allied Academies) στο Λονδίνο τον Οκτώβριο του 1918, Γάλλοι εκπρόσωποι πρότειναν να μην στέλνουν οι σύμμαχοι αντιπροσώπους σε διεθνή συνέδρια, στα οποία θα εκπροσωπούνταν οι  Κεντρικές Δυνάμεις. Επιπλέον, οι υπήκοοί τους θα έπρεπε να αποθαρρύνονται από το να παρακολουθούν τέτοια συνέδρια ως ιδιώτες. Η γαλλική πρόταση, ωστόσο, δεν έγινε δεκτή. Επιπλέον, ο Hale δεν συμμεριζόταν το στόχο της Γαλλίας και του Βελγίου, να κλείσουν δηλαδή την πόρτα στους Γερμανούς επιστήμονες και να μην κάνουν κανέναν συμβιβασμό μαζί τους, και επιπλέον να τους ταπεινώσουν αφαιρώντας τα ονόματά τους από τους καταλόγους των επίτιμων μελών των Εθνικών Ακαδημιών τους ή να τους πολεμήσουν με άλλους τρόπους (MacLeod, 1999, 226). Η Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου ήταν επίσης επιφυλακτική με τη χρήση τέτοιων μέτρων κατά της Γερμανίας θεωρώντας τα περιττά. Οι Αγγλο-αμερικανοί θεωρούσαν ότι ακραία μέτρα κατά της Γερμανίας θα μπορούσαν να σταθούν εμπόδιο στη διεθνή συνεργασία, δημιουργώντας προκαταλήψεις και δυσπιστία μετά το τέλος του πολέμου. Αντίθετα, πίστευαν ότι η μεταπολεμική οργάνωση θα έπρεπε να επιτρέψει στους Γερμανούς να ενταχθούν στην επιστημονική κοινότητα, αλλά θα έπρεπε να εμποδίσουν την κυριαρχία τους. Κατά συνέπεια, η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, βασισμένη στην παράδοση και το κύρος της γερμανικής ακαδημαϊκής ηγεσίας, έπρεπε να αντικατασταθεί με μια νέα τάξη βασισμένη σε επιστημονικούς κλάδους ανοιχτούς στην παγκόσμια κοινότητα. Κατά ειρωνικό τρόπο, το άνοιγμα της νέας τάξης περιορίστηκε τελικά στους νικητές του πολέμου, οι οποίοι δημιούργησαν ένα στενό δίκτυο επιστημονικών οργανώσεων. Επικεφαλής αυτών ήταν συνήθως ο ίδιος μικρός αριθμός επιφανών ατόμων. Όμως η παρουσία των ίδιων ανθρώπων σε επιστημονικά ιδρύματα και οργανισμούς με πολύ διαφορετικούς στόχους θα αποδυνάμωνε εν τέλει τόσο το ζήτημα της ιεραρχίας όσο και της ισχυρής αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησης μέσα στους ίδιους αυτούς επιστημονικούς θεσμούς. Επιπλέον, ο αριθμός των αρμοδιοτήτων που θα έπρεπε να διαχειριστεί το νέο Ερευνητικό Συμβούλιο, όπως η οργάνωση συνεδρίων, η σύνταξη επιστημονικών εκθέσεων, η έκδοση περιοδικών, η επικοινωνία με ιδρύματα, ενώσεις και ξένους επιστήμονες και η οργάνωση ανταλλαγής επιστημονικών δημοσιεύσεων, απαιτούσε οπωσδήποτε μεγαλύτερο κύκλο επιστημόνων από αυτόν που οι Εθνικές Ακαδημίες από μόνες τους μπορούσαν να προσφέρουν.

    Παρ’ όλες όμως τις διαφορές τους, όλοι οι Σύμμαχοι συμφωνούσαν πως η δημιουργία του νέου Διεθνούς Οργανισμού Ερευνών θα έπρεπε να γίνει το συντομότερο δυνατό, γιατί φοβούνταν πως οι Γερμανοί θα μπορούσαν τελικά να αναλάβουν την οργάνωση και να ασκήσουν ισχυρή επιρροή πάνω του μετά το τέλος του πολέμου. Επομένως, οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα ωφελούσε τη Γερμανία. Ο Μόνιμος Γραμματέας της Ακαδημίας Επιστημών του Παρισιού, Emile Picard, χαρακτήρισε την άμεση συγκρότηση του Διεθνούς Οργανισμού Ερευνών θέμα «κεφαλαιώδους σημασίας». Μετά από δύο προκαταρκτικές συνεδριάσεις στο Λονδίνο και το Παρίσι το 1918, το νέο Διεθνές Συμβούλιο Έρευνας (International Research Council) εγκρίθηκε επίσημα από τους Συμμάχους σε μια διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Palais des Académies στις Βρυξέλλες στις 18-28 Ιουλίου 1919. Σκοπός του Διεθνούς Συμβουλίου δεν ήταν η διεξαγωγή έρευνας καθαυτής αλλά η τόνωση, η υποστήριξη και ο συντονισμός της διεθνούς επιστημονικής συνεργασίας, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του καταστατικού. Το νέο Συμβούλιο Έρευνας διαμόρφωσε το πολιτικό πλαίσιο για τη μελλοντική διεθνή επιστημονική συνεργασία, ενθαρρύνοντας τη χρήση της αγγλικής γλώσσας, αν και η έδρα του ήταν στο Παρίσι. Οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί επιστήμονες αποκλείστηκαν τελικά ρητά με ψηφοφορία που ζητήθηκε από τη Γαλλία και το Βέλγιο. Εν τω μεταξύ, η Συνθήκη των Βερσαλλιών που υπογράφηκε από τους Συμμάχους και τις Κεντρικές Δυνάμεις στις 28 Ιουνίου 1919, -σχεδόν έναν μήνα πριν την ίδρυση του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας- εγκαινίασε μια άδοξη εποχή για τη γερμανική επιστήμη. Το πιο καταστροφικό άρθρο για τις διεθνείς επιστημονικές σχέσεις της Γερμανίας, που έβλαψε την επιστημονική παραγωγή εντός των συνόρων της, ήταν το Άρθρο 282 καθώς και τα αμέσως επόμενα. Σύμφωνα με αυτά, όλες οι πολυμερείς συνθήκες, συμβάσεις ή συμφωνίες οικονομικού ή τεχνολογικού περιεχομένου που είχε υπογράψει η Γερμανία στο παρελθόν, στερούνταν κάθε νομικής ισχύος. Η μόνη εξαίρεση που έγινε ήταν για τις συμφωνίες που αφορούσαν οργανισμούς, στους οποίους η συνεργασία της Γερμανίας ήταν απολύτως απαραίτητη, όπως η Σύμβαση για την Ενοποίηση και τη Βελτίωση του Μετρικού Συστήματος, η συμφωνία για την τεχνική τυποποίηση των σιδηροδρόμων, η συμφωνία για την ενοποίηση φαρμακευτικών τύπων για ισχυρά φάρμακα και το Γεωργικό Ινστιτούτο στη Ρώμη. Επίσης, σύμφωνα με τα Γενικά Άρθρα της Συνθήκης, το καταστατικό του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας απέκλεισε τις Κεντρικές Δυνάμεις και τους συμμάχους τους από κάθε επιστημονικό συνέδριο μέχρι το 1931, εκτός εάν τα δύο τρίτα του Συμβουλίου αποφάσιζαν διαφορετικά. Ούτε ο Άλμπερτ Αϊνστάιν δεν μπορούσε να συμμετάσχει στα συνέδρια Φυσικής χωρίς την έγκριση περισσότερων από τα δύο τρίτα των μελών του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας. Αυτή η ενέργεια αγνόησε, ουσιαστικά, τη φωνή της διεθνούς κοινότητας της Φυσικής, η οποία την αποδοκίμασε σε ένα τεύχος του περιοδικού «Nature» το 1921. Επιπλέον, οι Γερμανοί εκπρόσωποι θα διαγράφονταν από διεθνείς επιτροπές, όπως την Διεθνή Επιτροπή για το Βάρος του Ατόμου, την Επιτροπή για τη Διδασκαλία των Μαθηματικών, τη Διεθνή Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή και άλλες, και εάν κρινόταν απαραίτητο λόγω έλλειψης ειδικών, το Διεθνές Συμβούλιο Έρευνας θα ανακοίνωνε τη σύσταση νέων οργάνων.

    Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας υπήρχαν ομάδες αφιερωμένες σε νομικούς ελιγμούς, οι οποίοι είχαν σχεδιαστεί ειδικά για να αφήνουν τις Κεντρικές Δυνάμεις αποκλεισμένες από τη διεθνή κοινότητα. Τέτοιες πρακτικές εφαρμόστηκαν για παράδειγμα, στο XI Διεθνές Συνέδριο Γεωγραφίας που πραγματοποιήθηκε στις 1-9 Απριλίου 1925 στο Κάιρο. Η Αίγυπτος είχε ενταχθεί στο Διεθνές Συμβούλιο Έρευνας στις 26 Ιουλίου 1922, όμως οι επίσημες προσκλήσεις είχαν σταλεί στη Γερμανία και την Αυστρία σχεδόν ένα μήνα πριν, στις 22 Ιουνίου 1922. Αυτή η κίνηση της Αιγύπτου είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της διοργάνωσης στη Διεθνή Γεωγραφική Ένωση, που ιδρύθηκε στις 29 Ιουλίου 1922, η οποία υπόκειτο σε αποφάσεις του Διεθνούς Ερευνητικού Συμβουλίου, και συνεπώς στην ανάκληση των προσκλήσεων στην Γερμανία και την Αυστρία. Στην πραγματικότητα, οι πρώην Κεντρικές Δυνάμεις αποκλείστηκαν από όλες τις επίσημες προσκλήσεις της Αιγύπτου. Από το 1919 έως το 1925, απαγορεύτηκε στη Γερμανία να συμμετάσχει σε περίπου 165 από τις 275 διεθνείς συναντήσεις στους τομείς των ανθρωπιστικών, φυσικών και τεχνικών επιστημών. Για τους Γερμανούς, παρόλο που οι συζητήσεις για την ένταξη της χώρας τους στην Κοινωνία των Εθνών ήταν σε εξέλιξη, τα απαγορευτικά μέτρα παρέμεναν εξίσου αυστηρά όσο τα πρώτα χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Τα στοιχεία που δημοσίευσε το «Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων για τις Φυσικές Επιστήμες του Ράιχ» το 1925, αποτυπώνουν μια θλιβερή εικόνα για τη Γερμανία:ΠΙΝΑΚΑΣ 1

    “Διεθνή” Συνέδρια 1922-24

     

    Σύνολο χωρίς τη Γερμανία
    Ανθρωπιστικές και Φυσικές Επιστήμες (συν την Ιατρική), 57 51
    Δημόσιο Δίκαιο, Διεθνές Δίκαιο 08 02
    Κοινωνικές Επιστήμες 20 17
    Τεχνικές Επιστήμες/Επικουρικές Επιστήμες 21 16
    Συνολικά: 106 86

    Όπως ήταν αναμενόμενο, τα πράγματα ήταν διαφορετικά όταν διοργανώνονταν διεθνή συνέδρια από ουδέτερα κράτη ή από τις ίδιες τις Κεντρικές Δυνάμεις. Η Γερμανία προσκλήθηκε σε όλα εκτός από ένα από τα 21 διεθνή συνέδρια, που οργανώθηκαν από τις Κεντρικές Δυνάμεις στη διάρκεια από το 1920 έως το 1924. Ωστόσο, οι Σύμμαχοι, ιδιαίτερα η Γαλλία και το Βέλγιο, τηρώντας πιστά τα Άρθρα της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αρνήθηκαν να στείλουν τους αντιπροσώπους τους σε δεκατρία συνέδρια στα οποία είχε προσκληθεί και η Γερμανία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

    Αμέσως μετά τον πόλεμο η Διεθνής Ακαδημαϊκή Ένωση για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες, που ιδρύθηκε στις Βρυξέλλες τον Οκτώβριο του 1919, καθώς και μια σειρά νέων επιστημονικών οργανισμών και ιδρυμάτων τέθηκαν υπό τη διεύθυνση του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας. Οι οργανισμοί αυτοί δημιουργήθηκαν κυρίως για την υποστήριξη των φυσικών επιστημών, η ανάπτυξη των οποίων ήταν ιδιαίτερα σημαντική στον μεταπολεμικό οικονομικό σχεδιασμό και την εθνική ασφάλεια. Οι πρώην Κεντρικές Δυνάμεις αποκλείστηκαν ρητά και πάλι από όλες. Τα νέα ιδρύματα που δημιουργήθηκαν ήταν οι Διεθνείς Ενώσεις για την Αστρονομία, τη Γεωδαισία, τη Γεωφυσική και την Καθαρή και Εφαρμοσμένη Χημεία (Schroeder-Gudehus, 1973, 102).  Ορισμένες από τις παλιές ενώσεις μετατράπηκαν σε νέες, όπως η Διεθνής Ένωση για τα Μαθηματικά και η Διεθνής Ένωση για την Επιστημονική Ραδιοτηλεγραφία. Παράλληλα κάποια σχέδια για νέες επιστημονικές εταιρίες που βρίσκονταν σε αδράνεια επρόκειτο να ενεργοποιηθούν στο μέλλον. Μεταξύ αυτών ήταν η Διεθνής Ένωση Βιολογικών Επιστημών και η Διεθνής Τεχνική Ένωση. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά σωματεία ή οργανώσεις που είχαν προηγουμένως τα κεντρικά τους γραφεία  στη Γερμανία μετέφεραν την έδρα τους σε άλλες χώρες μετά τον πόλεμο, ως αποτέλεσμα των περιορισμών του Άρθρου 282 (Schroeder-Gudehus, 1966, 115). Αυτό συνέβη στην περίπτωση της Διεθνούς Σεισμολογικής Ένωσης στο Στρασβούργο (Internationale Assoziation für Siesmologie), η οποία επανιδρύθηκε ως Διεθνής Ένωση Γεωδαισίας και Γεωφυσικής (Union géodésique et géophysique internationale). Ένα άλλο παράδειγμα ήταν το Κεντρικό Γραφείο Διεθνούς Γεωμετρίας στο Potsdam (Zentralbüro der Internationale Erdmeßung), τις αρμοδιότητες του οποίου ανέλαβε κυρίως ο Ιαπωνικός Σταθμός για τη μελέτη του Γεωγραφικού Πλάτους στη Mizusawa (Schroeder-Gudehus, 1966, 116). Δεν αποτελεί επομένως έκπληξη το γεγονός ότι μέχρι το 1923 η Γαλλία στέγαζε τριάντα επτά διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς, εταιρίες και ινστιτούτα, σε αντίθεση με μόνο δεκαοκτώ το 1914. Την ίδια περίοδο, το Βέλγιο αύξησε τον αριθμό των διεθνών ιδρυμάτων που είχαν την έδρα τους στην επικράτειά του από δεκατέσσερα σε τριάντα ένα, η Αγγλία από εννέα σε δεκατέσσερα και η Ιταλία από τρία σε τέσσερα. Από την άλλη πλευρά, ο αριθμός των διεθνών οργανισμών που είχαν την έδρα τους στη Γερμανία μειώθηκε από δεκατέσσερις, το 1914, σε έξι, το 1923.ΠΙΝΑΚΑΣ 2.

    Ευρωπαϊκή Συμμετοχή σε Διεθνή Συνέδρια 1914-1923

    1914 1923
    Γερμανία 14 6
    Γερμανία-Αυστρία 3 3
    Βέλγιο 14 31
    Γαλλία 18 37
    Αγγλία 9 14
    Ιταλία 3 4

    Τα συνέδρια και οι οργανισμοί δεν ήταν οι μόνοι επιστημονικοί χώροι από τους οποίους αποκλείστηκε η Γερμανία. Ίσως «το πιο αποτελεσματικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε ενάντια στην ‘κυριαρχία΄ της γερμανικής επιστήμης», όπως ανέφερε σε μια έκθεσή του το 1919, ο γραμματέας του Τμήματος Φυσικής και Μαθηματικών της Πρωσικής Ακαδημίας, Max Planck, «[ήταν] ο αποκλεισμός της Γερμανίας από τη διεθνή βιβλιογραφία, στην οποία υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύονταν [μέχρι εκείνη τη στιγμή] δυσανάλογα πολύ τα γερμανικά επιστημονικά έργα» (Spence Richards, 1990, 402). Η εκτίμηση του Planck επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο αριθμός των ξένων περιοδικών που μπορούσε να αγοράσει η Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου το 1920 είχε μειωθεί δραματικά μετά τον πόλεμο: από 2.200 τίτλους, το 1914, σε μόλις 140 (Schulze, 1995, 50). Με αυτά τα στοιχεία, η γερμανική επιστήμη θα μπορούσε δικαιολογημένα να θεωρηθεί επαρχιακή και καθυστερημένη στις διεθνείς επιστημονικές συζητήσεις. Μέχρι το 1919, η Γερμανία είχε αναμφίβολα μια έντονη παρουσία στη διεθνή βιβλιογραφία πολλών επιστημονικών κλάδων. Η βοτανική, η ζωολογία, η ανατομία, η βιολογία και η φυσιολογία ήταν οι τομείς στους οποίους η γερμανική επιστημονική πρόοδος ήταν πιο εμφανής. Ένα μέτρο επίσης που έπληξε σοβαρά το διεθνές επιστημονικό κύρος της Γερμανίας ήταν οι νομισματικές συνθήκες αγοράς για τα επιστημονικά έργα από το εξωτερικό. Τα βιβλία και τα περιοδικά έγιναν πολύ ακριβά και αντιπροσώπευαν σημαντική δαπάνη ακόμη και για τα μεγαλύτερα πολιτιστικά ιδρύματα, όπως το Γερμανικό Μουσείο (Germanisches Museum) στη Νυρεμβέργη, τη Γερμανική Βιβλιοθήκη στη Λειψία και το Γερμανικό Μουσείο στο Μόναχο, που εκείνη την εποχή ήταν υπό κατασκευή. Από την πλευρά της τώρα η διεθνής επιστημονική κοινότητα αντί να αξιολογεί τη γερμανική παραγωγή ανεξάρτητα και χωρίς προκαταλήψεις, εντούτοις επηρεαζόταν από ορισμένους νέους φορείς αναθεώρησης ή μάλλον απόρριψης των γερμανικών επιστημονικών μελετών, που δημιουργήθηκαν από την Ομοσπονδία Εταιρειών Φυσικών Επιστημών (Fédération des Sociétés des Sciences naturelles), έναν οργανισμό που ιδρύθηκε επί τούτου τον Μάρτιο του 1919. Αυτοί αποφάσιζαν για την απομάκρυνση των γερμανικών περιοδικών επιθεώρησης από τη διεθνή επιστημονική σκηνή, ένα εγχείρημα που ήταν τελικά πολύ αποτελεσματικό για τον επιστημονικό εξοστρακισμό της Γερμανίας.

    Παρά τις συντονισμένες προσπάθειες αποκλεισμού της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης μέσω αρκετών μηχανισμών διάσωσης και σταδιακά με ξένη υποστήριξη, κατάφερε να ανακτήσει μέχρι το 1930 περίπου κατά το ήμισυ τη θέση που κατείχε προπολεμικά στον διεθνή επιστημονικό περιοδικό τύπο και μέχρι το 1940, η Γερμανία του Γ’ Ράιχ είχε αυξήσει εντυπωσιακά το μερίδιό της στη διεθνή επιστημονική παραγωγή, ειδικά στον τομέα της χημείας (de Solla Price, 1967, 90). Αποτυπώνοντας αυτό το ισχυρό αντι-δυτικό αίσθημα του «κινήματος μποϊκοτάζ» που δημιουργήθηκε έναντι της Γερμανίας, ο διευθυντής του Κεντρικού Γραφείου Επιστημονικών Νέων του Ράιχ (Reichszentrale für wissenschaftliche Berichterstattung), Karl Kerkhof, υποστήριξε ότι η πρώτη πρωτοβουλία κατά της γερμανικής επιστήμης είχε παρθεί ήδη το 1915 από την Αγγλία (Kerkhof, 1922, 9). Σύμφωνα με τον ίδιο, η «Βρετανική Ένωση για την Προώθηση της Επιστήμης», σε μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε εκείνη τη χρονιά στο Μάντσεστερ, είχε σχεδιάσει να δημιουργήσει ένα μέτωπο ενάντια στη γερμανική επιστήμη μέσω μιας σειράς περιοδικών για τις φυσικές επιστήμες που θα εκδίδονταν από τις συμμαχικές χώρες. Στο ίδιο πνεύμα, η Royal Society of Literature και ο Ιταλός εκδότης του διεθνούς περιοδικού «Scientia», Eugenio Rignano, πρότειναν τη δημιουργία περιοδικών, αρχείων και επετηρίδων με διεθνή χαρακτήρα και σε συνεργασία με τα κράτη της Αντάντ, προκειμένου να ηττηθεί αυτό που περιγράφονταν ως «ηγεμονία» και «μονοπώλιο» της Γερμανίας στον επιστημονικό τύπο.

    Ο εξοστρακισμός της γερμανικής γλώσσας ήταν ένας ακόμη τρόπος για να περιοριστεί η επιρροή των Γερμανών επιστημόνων και να απελευθερωθεί η διεθνής επιστημονική σκηνή από τη γερμανική εξουσία, όπως υποστήριζαν οι Σύμμαχοι. Η χρήση της γερμανικής γλώσσας στα συνέδρια ήταν επίσης απαγορευμένη στα μέλη του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας (International Research Council), ακόμη και για τους Ολλανδούς και τους Σκανδιναβούς επιστήμονες, για τους οποίους τα γερμανικά ήταν η διεθνής επιστημονική γλώσσα εκείνη την εποχή. Αυτή η πολιτική προήλθε από την πεποίθηση, την οποία συμμερίζονταν σε μεγάλο βαθμό οι Σύμμαχοι, ότι τα γερμανικά:«είχαν γίνει κατεξοχήν η διεθνής γλώσσα της επιστήμης και ότι οι Γερμανοί καθηγητές είχαν δημιουργήσει ένα είδος επιστημονικής αυτοκρατορίας που κάλυπτε ολόκληρη τη βόρεια, κεντρική και ανατολική Ευρώπη και ασκούσε σημαντική επιρροή στη ρωσική, αμερικανική και ιαπωνική επιστήμη» (Schroeder-Gudehus, 1973, 99).Το παράδοξο ήταν ότι ακόμη και οι γερμανόφωνοι εκπρόσωποι από ουδέτερες χώρες, όπως η Ελβετία, αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν γαλλικά ή αγγλικά αντί της μητρικής τους γλώσσας, ακόμη και σε διεθνή συνέδρια που γίνονταν στη χώρα τους. Όμως, παρά το αυστηρό και άκαμπτο πνεύμα του Συμβουλίου Έρευνας, υπήρξαν περιπτώσεις που χρησιμοποιήθηκαν τα γερμανικά από ορισμένους συνέδρους σε κάποια συνέδρια. Για παράδειγμα, στο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινολόγων στο Βουκουρέστι, το 1924, τρεις Γιουγκοσλάβοι, δύο Ρουμάνοι και ένας Έλληνας παρουσίασαν τη δουλειά τους στα γερμανικά, κόντρα στις επιταγές του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας (Schroeder-Gudehus, 1966, 115 και Κουγέας, 1925).

    Όλα τα παραπάνω μέτρα που έλαβαν οι Σύμμαχοι για να τιμωρήσουν τη Γερμανία, οδήγησαν τους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της ηττημένης χώρας να μιλούν για έναν «πόλεμο κατά της γερμανικής επιστήμης» (Karo, 1919 και 1925 και Kerkhof, 1922). Το 1922, ο Kerkhof κατηγορούσε τον γαλλικό ιμπεριαλισμό καθώς και τα λανθάνοντα αγγλικά και αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα που ενισχύονταν από την επιστημονική απομόνωση της Γερμανίας. Η Γαλλία, για παράδειγμα, είχε ενισχύσει την επέκταση του πολιτιστικού της τομέα μέσω ορισμένων οργανώσεων προπαγάνδας, όπως την Lingue française de Propagande, τη Fédération internationale pour l’ extension et la culture de la langue française, τη Groupement des Universités et Grandes Écoles de France και άλλων. Με αυτόν τον τρόπο έκανε πολλά έθνη να οδηγηθούν στο συμπέρασμα ότι «μετά την διαταγή των Βερσαλλιών», όπως την αποκαλούσαν οι Γερμανοί, «το παγκόσμιο επιστημονικό κέντρο είχε μεταφερθεί στο Παρίσι» (Kerkhof, 1922, 20). Η αγγλική και η αμερικανική προπαγάνδα, από την άλλη πλευρά, στόχευε τους κύριους συντελεστές της βιομηχανικής ανάπτυξης της Γερμανίας, δηλαδή τη χημεία και τη φυσική. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1921, για παράδειγμα, ο πρόεδρος του Αμερικανικού Ιδρύματος Χημείας (American Chemical Foundation), Françis P. Carvan, υποστήριξε ότι η ανάπτυξη της χημείας «στα βρώμικα χέρια των Γερμανών είναι μια ιστορία εγκλημάτων, πλάνης και δολοφονικής απόπειρας» και ήρθε η ώρα να περάσει στα «χέρια των ιδεαλιστών Αγγλοσαξόνων» (Kerkhof, 1922, 23 κ.ε.). Επιπλέον, ο αγγλικός και ο αμερικανικός Τύπος διαμαρτυρήθηκε για την απονομή του βραβείου Νόμπελ Χημείας στους Γερμανούς Fritz Haber και Walther Hermann Nernst, το 1918 και 1920 αντίστοιχα, χαρακτηρίζοντας την επιβράβευσή τους ως λάθος.

    Η προπαγάνδα και τα μέτρα αποκλεισμού που επιβλήθηκαν στη Γερμανία τελικά δεν ωφέλησαν την επιστήμη στο σύνολό της, και αυτό έγινε αντιληπτό από την κοινότητα. Σύντομα κατάλαβαν πως η συνεργατική έρευνα και τα συνέδρια στα οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των εθνών του πλανήτη, έπρεπε να συνοδεύονται από καθολική κοινοποίηση των ευρημάτων και όχι να περιορίζεται μεταξύ των λίγων ελίτ εθνών. Ωστόσο, όλο αυτό το διάστημα και μέχρι τη χρονιά που η Γερμανία έγινε μέλος της Κοινωνίας των Εθνών, το 1926, ακόμη και τα κράτη που παρέμειναν ουδέτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν φαίνονταν να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης στη διεθνή επιστημονική κοινότητα που ήταν υπό την ηγεσία των μεγάλων δυνάμεων της Αντάντ, καθώς οι σύμμαχοι φοβούνταν ότι θα μπορούσαν να μοιραστούν επιστημονικά δεδομένα με τη Γερμανία. Με άλλα λόγια, τα δημοκρατικά ιδεώδη δεν φαίνονταν να χαρακτηρίζουν το Διεθνές Συμβούλιο Έρευνας και η προσπάθεια «να το κρατήσουμε μεταξύ μας» συνηγορεί τελικά στον ελιτιστικό χαρακτήρα που είχε τελικά αυτός ο επιστημονικός οργανισμός (Schroeder-Gudehus, 1966,103). Συνεπώς, αυτή η πολιτιστική-πολιτική απομόνωση της Γερμανίας ανάγκασε τη χώρα να αναπτύξει τρόπους υποστήριξης της έρευνας και να μεταρρυθμίσει την επιστημονική της πολιτική. Επιπλέον, η απομόνωση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός ιδεολογικού πλαισίου που υποκινούσε την εχθρότητα προς τις δυτικές χώρες (Hammerstein, 1999, 70 κ.ε. Schroeder-Gudehus, 1990), ιδιαίτερα εναντίον της Γαλλίας, κάνοντας διάκριση ανάμεσα στην κουλτούρα (Kultur), με την οποία ταυτιζόταν η Γερμανία, από τον δυτικό πολιτισμό (Zivilisation), που εκπροσωπούσε ο Γαλλικός Διαφωτισμός. Αυτή η εννοιολογική διαίρεση έμελλε να βρει την ακραία της έκφραση μερικά χρόνια αργότερα στην εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία.

    Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΠΕΡΝΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

     Έτσι από τις αρχές του 1924 δημιουργήθηκε στη Γερμανία ένα πλήθος οργανισμών, δίνοντας μια αξιοσημείωτη ώθηση στη γερμανική επιστημονική παρουσία και πέρα ​​από τα εθνικά σύνορα της χώρας. Μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών τα εξωχώρια ινστιτούτα που υπήρχαν στην Κίνα, την Αργεντινή, τα νησιά Σαμόα, τη Νάπολη και το Rovigno, ήταν αυτά που προέβαλαν την γερμανική επιστήμη και ασκούσαν σημαντική επιρροή στο εξωτερικό (Pyenson, 1985). Η Γερμανία περνώντας στην αντεπίθεση ξεκίνησε συστηματική εκστρατεία για την προβολή και προώθηση του γερμανικού πολιτισμού μέσω της επιστήμης. Εν τω μεταξύ, ο Ζωολογικός Σταθμός στη Νάπολη, το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας στο Rovigno και ο Βιολογικός Σταθμός στο Lunz, στη νότια Αυστρία, που ήταν τα πρώτα γερμανικών συμφερόντων ερευνητικά ιδρύματα στην Ευρώπη, ήδη από τα τέλη του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα,  και οι μόνοι σταθμοί εκτός της χώρας που συνέβαλαν τότε στη γεωργική και βιολογική έρευνα, ξαναέγιναν σιγά σιγά μέρος του δικτύου ερευνητικών κέντρων στο εξωτερικό με τεράστια σημασία για την άρση της ερευνητικής απομόνωσης της Γερμανίας. Το  φιλόδοξο αυτό σχέδιο για τη διάσωση της γερμανικής κουλτούρας και τη διόρθωση της κατεστραμμένης εικόνας του κράτους στο εξωτερικό, πέτυχε και τελικά συνέβαλε στην εκ νέου διαμόρφωση της μεταπολεμικής επιστημονικής και εκπαιδευτικής πολιτικής της Γερμανίας, καθώς και στην ατζέντα της εξωτερικής της πολιτικής.

    Παρά τα επιτεύγματά της χώρας στη χημεία και τις προόδους της στον χημικό πόλεμο, η Γερμανία μετά τον λεγόμενο Μεγάλο Πόλεμο βρέθηκε πίσω από τα μεγάλα έθνη, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι μόνο στη χημεία αλλά και σε κλάδους όπου η γερμανική επιστήμη ήταν ηγετική δύναμη πριν το ξέσπασμα των εχθροπραξιών. Μεταξύ αυτών των κλάδων ήταν και η γεωπονία, στην οποία η υστέρηση της Γερμανίας ήταν ιδιαίτερα εμφανής. Η ανάπτυξη αυτής της επιστήμης απαιτούσε διεπιστημονική έρευνα που θα έπρεπε επίσης να περιλαμβάνει τα θεωρητικά πεδία της φυσικής χημείας και της φυσιολογικής χημείας. Η έρευνα για την ανάπτυξη των καλλιεργήσιμων πράσινων φυτών επικεντρώθηκε στη γνώση στοιχείων όπως τα αλεσμένα ορυκτά άλατα, τα οποία είναι απαραίτητα για την γρήγορη ανάπτυξη αυτών των φυτών. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι επιστήμονες ήταν η ποσότητα των χημικών στοιχείων που χρειαζόταν κάθε είδος καλλιεργούμενου φυτού. Ο καθορισμός των εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων, δηλαδή των κλιματικών συνθηκών, της μικροπανίδας και χλωρίδας του εδάφους, της φυσιολογίας των φυτών κ.ο.κ., που επηρέαζαν τη διατήρηση και την απορρόφηση των θρεπτικών στοιχείων, ήταν επίσης ένα σημαντικό ερευνητικό ερώτημα. Η επίλυση αυτών των προβλημάτων θα επέτρεπε την καλλιέργεια σε μεγάλη κλίμακα, που ήταν δύσκολη εκείνη την εποχή. Επιπλέον, η συστηματική χρήση λιπασμάτων θα τόνωνε τη χημική βιομηχανία, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή στη βελτίωση της επιστημονικής και οικονομικής θέσης της χώρας. Όμως μια τέτοιας κλίμακας έρευνα απαιτούσε πόρους που δεν ήταν εύκολο να συγκεντρωθούν.

    Έτσι, στις 30 Οκτωβρίου 1920, οι Γερμανικές Ακαδημίες Επιστημών μαζί με τα Πανεπιστήμια, τα Τεχνολογικά Πανεπιστήμια, την Εταιρία Kaiser Wilhelm, την Οργάνωση Τεχνολογικών Ενώσεων και την Ένωση Γερμανών Φυσικών Επιστημόνων και Ιατρών συμπράττουν και ιδρύουν την πολυπόθητη οργάνωση με την επωνυμία Εταιρία Επείγουσας Ανάγκης για τη Γερμανική Επιστήμη (Notgemeinschaft der deutschen Wissenschaften). Οι βασικοί υποστηρικτές της Notgemeinschaft ήταν το Υπουργείο Εσωτερικών και το Υπουργείο Οικονομικών. Σημαντικοί χορηγοί όμως ήταν και η Ένωση Γερμανών Τραπεζιτών, βιομηχανικές και αγροτικές ενώσεις, σωματεία μικρο-εμπόρων και χονδρεμπόρων, και ορισμένες οργανώσεις του εξωτερικού φίλα προσκείμενες στη Γερμανία. Η Notgemeinschaft θα κάλυπτε τα έξοδα εκτύπωσης βιβλίων και περιοδικών, τα έξοδα για ξένη επιστημονική βιβλιογραφία, και θα χρηματοδοτούσε την εργαστηριακή υποδομή, την απόκτηση πειραματικού υλικού, αλλά και τα έξοδα για ερευνητικές αποστολές στο εξωτερικό.

    Τα περισσότερα από τα ερευνητικά προγράμματα που υποστήριξε η Notgemeinschaft προτάθηκαν από επιστήμονες -από πρόσωπα- και όχι από ινστιτούτα. Με αυτόν τον τρόπο, μπόρεσε να χρηματοδοτήσει προγράμματα μεγάλης κλίμακας που απαιτούσαν συμμετοχή επιστημόνων διαφορετικών ειδικοτήτων που συμμετείχαν σε αποστολές, όπως για παράδειγμα στον Ατλαντικό (1925-27), στη Γροιλανδία (1930-31) και στα ρωσικά βουνά στα σύνορα με το Αφγανιστάν και την Κίνα (Hammerstein, 1999, 74 κ.ε.). Αυτές οι αποστολές είχαν επίσης έναν προφανή πολιτιστικό-πολιτικό στόχο, όχι μόνο να προβάλλουν διεθνώς τα επιτεύγματα της Γερμανίας, αλλά και να δώσουν στη χώρα την ευκαιρία να συνεργαστεί με άλλες επιστημονικές κοινότητες, για παράδειγμα τη Σοβιετική, σπάζοντας τα δεσμά της απομόνωσης. Στην πρώτη της έκθεση το 1922, η Notgemeinschaft ανακοίνωσε την άμεση υποστήριξη της σε πέντε σημαντικούς κλάδους: τη χημεία, τη φυσική, την τεχνολογία, την ιατρική και τη βιολογία. Η χημεία ήταν στην κορυφή των προτεραιοτήτων της Γερμανίας και η έρευνα για τα ένζυμα, καθώς και για τη σύσταση της κυτταρίνης, των βιταμινών, των χημικών ριζών και της χημείας των κολλοειδών επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί γενναιόδωρα. Στη φυσική, δόθηκε προτεραιότητα στην έρευνα για τα προβλήματα της σχετικιστικής και κβαντικής θεωρίας, για τα σωματίδια και την κίνησή τους και για την ακτινοβολία.

    Η Notgemeinschaft θα χρηματοδοτούσε επίσης την τεχνολογική έρευνα παρά το γεγονός ότι αυτή λάμβανε πόρους από τη βιομηχανία, με το σκεπτικό ότι τα μεγάλα και διεπιστημονικά έργα χρειάζονταν ακριβές συσκευές και τεχνολογία για να σημειωθεί πρόοδος, εξοπλισμός που η βιομηχανία από μόνη της δεν μπορούσε να προσφέρει. Η ιατρική ήταν ένας κλάδος ιδιαίτερης σημασίας, με μεγάλο αριθμό προγραμμάτων που πραγματοποιήθηκαν σε τομείς, όπως η φαρμακολογία και η βιολογία. Η Notgemeinschaft παρείχε αρκετά κεφάλαια όχι μόνο για την απολύτως απαραίτητη προμήθεια εργαστηριακού υλικού, αλλά και για τα έργα θεωρητικής ιατρικής, φυσιολογίας, παθολογίας, πειραματικής θεραπείας και φαρμακολογίας. Μερικά από αυτά τα προγράμματα επικεντρώθηκαν στη διατροφή, τις πρωτεΐνες και τους υδατάνθρακες -τα θεμελιώδη στοιχεία της ζωής- και στις βιολογικές επιπτώσεις της ακτινοβολίας. Εξίσου σημαντική μεταξύ των προτεραιοτήτων του κράτους ήταν η βιολογική έρευνα, η οποία ήταν ιδιαίτερα φτωχή στα γερμανικά ινστιτούτα εκείνη την περίοδο. Η διερεύνηση της εξελικτικής μηχανικής, της κληρονομικότητας των φυτών και των ζώων, των λιπασμάτων και των ζητημάτων για τα καλλιεργούμενα φυτά, καθώς και για τις πρωτόγονες και άγριες μορφές φυτών, ήταν προγράμματα που υποστηρίχθηκαν με ζήλο από τη Notgemeinschaft. Το 1926, το ίδρυμα εκτός από τα υπάρχοντα ερευνητικά προγράμματα θεωρητικής και πρακτικής ιατρικής -όπως ο καρκίνος και η φυματίωση, χρηματοδότησε και νέα προγράμματα για την έρευνα μετάλλων, την εφαρμοσμένη γεωφυσική, τη γεωλογία, τις ιδιότητες των ηλεκτρικών ρευμάτων και την ατμοσφαιρική έρευνα, την εφαρμοσμένη εντομολογία και τη γεωργία. Η τελευταία μαζί με όλα τα συναφή πεδία της βιολογίας, της βοτανικής, της εντομολογίας, της ζωολογίας και, ως ένα βαθμό, της ιατρικής, είχαν μεγάλη σημασία στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίας. Επιστημονικές αποστολές, ιδιαίτερα στην Ασία, τη Σοβιετική Ένωση, την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια για τη μελέτη της γηγενούς πανίδας και χλωρίδας και την βελτίωση της γερμανικής γεωργίας, καθώς και ερευνητικές αποστολές για την καταπολέμηση των τροπικών ασθενειών, είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή ανάπτυξη συνεργασίας της Γερμανίας με άλλες χώρες.

    Προκειμένου να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις της έρευνας και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της επιστημονικής επικοινωνίας και συνεργασίας, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έπρεπε να τροποποιήσει την ερευνητική της πολιτική σύμφωνα με τις ακόλουθες κατευθύνσεις: την υποστήριξη των υφιστάμενων ερευνητικών ιδρυμάτων, τη δημιουργία καινούργιων, την προώθηση νέων επιστημονικών κλάδων και την ενίσχυση των διεθνών της σχέσεων. Όπως ήταν φυσικό, η Notgemeinschaft κλήθηκε να συνεισφέρει σε αυτόν τον σχεδιασμό. Μεταξύ των πρώτων προγραμμάτων που χρηματοδοτήθηκαν από τον οργανισμό ήταν η έρευνα για την ελονοσία, για τα κουνούπια και άλλα έντομα σημαντικά για την τροπική ιατρική, που υπήρχαν σε μεγάλο βαθμό στην περιοχή των Βαλκανίων. Να σημειωθεί ότι ως βαλκανικά κράτη θεωρούνταν η Γιουγκοσλαβία, η Αλβανία, η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία και ένα μέρος της Τουρκίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα αποτέλεσε έναν σημαντικό ερευνητικό -και όχι μόνο- προορισμό.  

    ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΜΕΣΟ ΔΙΑΦΥΓΗΣ

    Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου άφησε την ορεινή χερσόνησο των Βαλκανίων το ίδιο  κατακερματισμένη με αυτό που ήταν πριν το ξέσπασμα των εχθροπραξιών και οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν ιδιαίτερη συμμετοχή σε αυτό. Ιδεολογίες όπως ο φασισμός και ο κομμουνισμός όξυναν τους ανταγωνισμούς μεταφέροντας την ένταση στα Βαλκάνια, ενώ ο αυξανόμενος εθνικισμός ώθησε τελικά την πίεση στα άκρα. Όσο για την Ελλάδα, ο πλήρης αντίκτυπος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έγινε ορατός μερικά χρόνια μετά το τέλος του. Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από την καταστροφική πορεία του ελληνικού στρατού από τα παράλια της Μικράς Ασίας προς το εσωτερικό της Ανατολίας που σφραγίστηκε με το ολοκαύτωμα της Σμύρνης. Το τεράστιο κύμα των Ελλήνων προσφύγων που έφτασαν στη μητέρα πατρίδα άλλαξε όχι μόνο τον γεωγραφικό χάρτη, αλλά και τη δημογραφία της Ελλάδας και μαζί με αυτήν την οικονομία της χώρας. Εν τω μεταξύ, η αγροτική μεταρρύθμιση, ουσιαστικά η διανομή γης στους μικρούς αγρότες, που χαρακτηρίστηκε ως «μια από τις πιο ριζοσπαστικές της Ευρώπης», επηρεάστηκε από τις εκτεταμένες επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας που είχε η αποτυχία της προέλασης του ελληνικού στρατού στην Τουρκία (Mazower, 2002, 111 και 113). Η μείωση της διαθέσιμης καλλιεργήσιμης γης σε σύγκριση με το 1918 έγινε σταδιακά πιο έντονη, ιδιαίτερα στις επαρχίες της Μακεδονίας και της Θράκης, όπου ο καπνός έγινε η κυρίαρχη καλλιέργεια. Μαζί με τα σταφύλια και τις σταφίδες, ο καπνός ήταν η κύρια εξαγωγή της Ελλάδας με βασικό πελάτη τη Γερμανία και την Αγγλία.  Από την άλλη, σύμφωνα με το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο, η βιομηχανική παραγωγή της Ελλάδας γνώρισε ραγδαίους ρυθμούς ανάπτυξης κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, παρά το γεγονός ότι επηρεάστηκε από τη Μεγάλη Ύφεση (Christodoulaki, 2001). Μετά το 1925, η μεταλλουργία, τα μηχανήματα, τα δομικά υλικά, τα χημικά, η βυρσοδεψία, το χαρτί, η κλωστοϋφαντουργία και τα είδη ένδυσης, τα τρόφιμα, ο καπνός και η ηλεκτρική ενέργεια ήταν οι κύριοι βιομηχανικοί τομείς που κατέγραψαν ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης.

    Η τεχνολογία ήταν ένας άλλος τομέας, εκτός από τον αγροτικό, στον οποίο η Γερμανία προσπάθησε να αυξήσει την επιρροή της στην αγορά της Ελλάδας. Ο κύριος ανταγωνιστής της ήταν η βρετανική βιομηχανία που είχε κυριαρχήσει στην αγορά των ηλεκτρομηχανολογικών προϊόντων υψηλής τάσης στη χώρα. Από το 1925, η βρετανική εταιρεία «Power and Traction Finance Company Ltd.» είχε υπογράψει συμβόλαιο με την ελληνική κυβέρνηση του δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου. Σύμφωνα με το συμβόλαιο, η Power -όπως ήταν γνωστή- είχε το μονοπώλιο στην παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στην πόλη της Αθήνας και στην κίνηση των τρόλεϊ και τραμ (Mazower, 2002, 146). Το αμερικανικό κεφάλαιο ανταγωνίστηκε το βρετανικό κατά τη δεκαετία του 1920, όταν η Γερμανία είχε εξοστρακιστεί από τη διεθνή οικονομία. Επιπλέον, η American Foundation Company είχε ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση για την αποξήρανση της κοιλάδας του Αξιού στη βόρεια Ελλάδα, δυτικά της Θεσσαλονίκης, με τις εργασίες να ξεκινούν το 1927. Το έργο αναμενόταν να ανακουφίσει την περιοχή από την ελονοσία και άλλες μολυσματικές ασθένειες που σχετίζονται με το νερό και που είχαν ταλαιπωρήσει τους καταυλισμούς προσφύγων που είχαν δημιουργηθεί στην περιοχή. Παρόμοια σχέδια έγιναν για την κοιλάδα του Στρυμόνα στην ανατολική Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Η Γερμανία, φυσικά, απουσίαζε από όλα αυτά τα μεγάλα έργα, καθώς οι κυρώσεις των Βερσαλλιών ίσχυαν μέχρι το 1926. Η εναλλακτική που διερεύνησε η Γερμανία ήταν να προσπαθήσει να αποκαταστήσει την επιρροή και το κύρος της όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων με την επίκληση ιστορικών και πολιτικών δεσμών και την προβολή της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης και της επιστημονικής προόδου που είχε αρχίσει να ανακτά.

    Εκείνη την εποχή, το 1924, η Γερμανία ίδρυσε τη Mitteleuropaeische Wirtschaftstag (MWT), έναν οργανισμό που στόχευε στην εντατικοποίηση των οικονομικών σχέσεων της Γερμανίας με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο οργανισμός αυτός ήταν ένα από τα πιο σημαντικά όργανα για την έμμεση και κρυφή ιμπεριαλιστική διείσδυση της Γερμανίας στα Βαλκάνια (Schumann, 1973, 52. Thoerner, 1999, κεφ. 6.1., 6.2). Όπως ανέφερε το 1938 ο πρόεδρος του οργανισμού, Tilo Freiherr von Wilmowsky, ορισμένοι κύκλοι της γερμανικής χημικής και ηλεκτρικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ρουρ, άρχισαν το 1929/30 να στρέφουν το ενδιαφέρον τους στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τις οικονομικές δυνατότητες που είχε η περιοχή για τα γερμανικά συμφέροντα (Schumann, 1973, 17). Για να το πετύχει όμως αυτό η Γερμανία, εν μέσω διεθνών κυρώσεων, έπρεπε πρώτα να ενισχύσει τις εμπορικές της σχέσεις με την περιοχή και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει μέρος του κεφαλαίου για έρευνα πάνω στα πιο κοινά ορυκτά που υπήρχαν στα Βαλκάνια. Η Βρετανία και η Γαλλία είχαν ήδη ξεκινήσει μεγάλα έργα, υποστήριζε ο von Wilmowsky, για την εκμετάλλευση ιζημάτων μόλυβδου, ψευδαργύρου και χαλκού στη Γιουγκοσλαβία. Το χρώμιο, το αντιμόνιο και το πετρέλαιο ήταν άλλα σημαντικά ορυκτά που μπορούσαν να βρεθούν στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα προσέφερε κυρίως τους βωξίτες, που ήταν σημαντικοί για την κατασκευή αλουμινίου, ένα υλικό που χρησιμοποιούσε η Luftwaffe για την κατασκευή αεροπλάνων.

    Η γερμανική φιλοδοξία ήταν να κατακτήσει τη διεθνή αγορά για προϊόντα υψηλής ποιότητας, τα οποία η χώρα μπορούσε ακόμη να παράγει. Ωστόσο, αυτό δεν θα ήταν δυνατό χωρίς τη δημιουργία ενός «πολιτισμικού ρεύματος» στις χώρες-στόχους, το οποίο θα βοηθούσε τη Γερμανία να ανοίξει το δρόμο για οικονομικές επενδύσεις εκεί. Οι δραματικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα την άνοιξη του 1923 είχαν προβληματίσει ορισμένους Γερμανούς σχετικά με τη μελλοντική στάση της Ελλάδας απέναντι στη χώρα τους, καθώς η Γερμανία ήταν άμεσα εμπλεκόμενη στη λεγόμενη ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία και στο θέατρο των αιματηρών μαχών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, υποστηρίζοντας τους τελευταίους. Ωστόσο, οι γερμανικοί φόβοι για το μέλλον των σχέσεών τους με την Ελλάδα δεν επαληθεύτηκαν, αν και υπήρχε οπωσδήποτε ένας μικρός αριθμός Ελλήνων που εξέφραζαν την αντιπάθειά τους προς τη Γερμανία, σύμφωνα με γερμανικές αναφορές από την Αθήνα το 1923. Αντιθέτως, η πλειοψηφία του ελληνικού λαού εξακολουθούσε να τρέφει μεγάλο σεβασμό προς τη Γερμανία, επιδεικνύοντας συχνά «έναν σχεδόν παράξενο ενθουσιασμό», όπως αναφερόταν, καθώς πίστευε ότι η Γερμανία θα μπορούσε και πάλι να ανακτήσει το μεγαλείο της. Από την άλλη πλευρά, οι μορφωμένοι κύκλοι έχοντας αναπτύξει έντονο εθνικό αίσθημα είχαν επιφυλάξεις για τους Γερμανούς, καθώς γνώριζαν πολύ καλά τις συμπάθειές τους προς την Τουρκία.

    Αυτή η αλληλεπίδραση μεταξύ επιστήμης, οικονομίας και πολιτισμού θεώρησε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης πως έπρεπε να γίνει ακόμη πιο ισχυρή και σε έναν ακόμη τομέα: την ιατρική και ιδιαίτερα την τροπική ιατρική. Με την απώλεια των αποικιών, η τροπική ιατρική στη Γερμανία φαινόταν να έχει φτάσει στο τέλος της. Οι ιατρικοί οργανισμοί του Ράιχ στο εξωτερικό είχαν κατασχεθεί από τους Συμμάχους, προκαλώντας σοβαρή συρρίκνωση της γερμανικής ιατρικής κουλτούρας στο εξωτερικό και κατά συνέπεια ένα τεράστιο «πολιτισμικό έλλειμμα» εκτός συνόρων (Schreiber, 1926, 55). Ο κατεξοχήν φορέας διάδοσης της γερμανικής ιατρικής επιστήμης στο εξωτερικό ήταν το Ινστιτούτο Τροπικής Ιατρικής στο Αμβούργο, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1900. Οι ερευνητικές αποστολές στο εξωτερικό που οργανώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από αυτό το Ινστιτούτο, χρηματοδοτήθηκαν από την Notgemeinschaft. Η έρευνα που διεξαγόταν στο Ινστιτούτο επικεντρώθηκε στις παρασιτικές ασθένειες που προκαλούνται συνήθως από τα πρωτόζωα και μεταδίδονται με τα κουνούπια. Όταν ξέσπασε ο Μεγάλος Πόλεμος, ορισμένοι από τους επιστήμονες του ινστιτούτου διορίστηκαν σύμβουλοι υγείας στα Βαλκάνια και την Τουρκία, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στα στρατεύματα του Ράιχ και συμμετείχαν επίσης στην υγεία και την πολιτιστική πολιτική στην περιοχή. Μετά τον πόλεμο, η επιστήμη και η τεχνολογία φαίνονταν να είναι τα βασικά στοιχεία που θα μπορούσαν να ενώσουν τις δύο μεταπολεμικές φιλοδοξίες της Γερμανίας, δηλαδή την οικονομική δύναμη και την πολιτισμική επιρροή.

    Το 1923, ο διευθυντής του κλινικού τμήματος του Ινστιτούτου Τροπικής Ιατρικής, Peter Muehlens, ο οποίος επρόκειτο να γίνει το κεντρικό πρόσωπο της τροπικής έρευνας στα Βαλκάνια τις επόμενες δεκαετίες, πραγματοποίησε την πρώτη του μεταπολεμική επίσκεψη στη Λατινική Αμερική ως εκπρόσωπος του Ινστιτούτου. Ο επόμενος σταθμός ήταν τα Βαλκάνια. Η πρώτη επιστημονική αποστολή του Muehlens στη χερσόνησο έγινε το 1915. Είχε διοριστεί σύμβουλος υγείας για την Τουρκία και στη συνέχεια τη Βουλγαρία, αμέσως μετά την είσοδο της τελευταίας στον πόλεμο. Σε ένα από τα πολυάριθμα ταξίδια του μεταξύ του 1915 και των αρχών της δεκαετίας του 1940, επισκέφτηκε την ελληνική επαρχία της Μακεδονίας για να διεξαγάγει έρευνα για την ελονοσία, μια ασθένεια που ήταν ενδημική στην περιοχή, αποδεκατίζοντας όχι μόνο τον τοπικό πληθυσμό αλλά αποδυναμώνοντας και  όλα τα στρατεύματα. Αυτή η ασθένεια συνέχισε να μαστίζει τη Νοτιοανατολική Ευρώπη για δεκαετίες. Τα Βαλκάνια φαινόταν να προσφέρουν γόνιμο έδαφος για τη φιλοδοξία της Γερμανίας να επεκτείνει την εξωτερική της επιρροή, ακολουθώντας σχεδόν την ίδια πολιτική που είχε κάνει για τις αποικίες της στο παρελθόν. Προς τα τέλη του 1926, ο Muehlens έκανε άλλο ένα μεγάλο ταξίδι στις βαλκανικές χώρες, αυτή τη φορά στη Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Η αποστολή του δεν ήταν μόνο να αναφέρει την ιατρική κατάσταση στην περιοχή, αλλά και τις πολιτιστικές και πολιτικές διαθέσεις προς τη Γερμανία.

    Ο Muehlens επισκέφτηκε τους καταυλισμούς προσφύγων που αναγκάστηκαν να μετακινηθούν κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, καθώς και τους καταυλισμούς στη Βουλγαρία. Σύμφωνα με τον Γερμανό γιατρό, η κατάσταση ήταν απελπιστικά φρικτή. Στην Ελλάδα, επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη, όπου δοκίμασε το νέο φάρμακο, το Plasmochin, κατά της ελονοσίας σε νέα κρούσματα. Το ίδιο  έκανε στη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία. Η Θεσσαλονίκη, το μεγαλύτερο λιμάνι της βόρειας Ελλάδας, είχε μετατραπεί σε προσφυγική πόλη, καθώς μεγάλος αριθμός Ελλήνων που ζούσαν για αιώνες στη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και σε μερικές από τις μεγαλύτερες πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Η ξαφνική αύξηση του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης, που ήταν απροετοίμαστη να δεχθεί τεράστιους αριθμούς προσφύγων, ήταν μια από τις αιτίες των πολλών επιδημιών που ξέσπασαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Η έλλειψη ετοιμότητας για τη μεγάλη δημογραφική και κοινωνική αυτή αλλαγή δεν ήταν η μοναδική περίπτωση αλλά εμφανίστηκε και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Επομένως, η ελονοσία και ο τύφος απειλούσαν τώρα τον γενικό πληθυσμό. Ο Muehlens, που ήταν γνωστή προσωπικότητα, έγινε δεκτός με θέρμη στην πόλη της Θεσσαλονίκης, τόσο από τις τοπικές όσο και από τις κρατικές αρχές. Παράλληλα του επέτρεψαν να επισκεφθεί το τοπικό στρατιωτικό νοσοκομείο και να δοκιμάσει το νέο φάρμακο κατά της ελονοσίας σε Έλληνες στρατιώτες. Όπως ανέφερε ο Γερμανός επιστήμονας, η οργάνωση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα ήταν πρωτόγονη σε σύγκριση με την κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία, όπου υπήρχαν επαρκής εξοπλισμός και αρκετό υγειονομικό υλικό. Η Ελλάδα βρισκόταν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση και ο αντίκτυπος της ασθένειας επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την οικονομία, προκαλώντας πολλές χαμένες μέρες εργασίας.

    Παρόλο που οι Γερμανοί υποστήριξαν τον «ανθρωπιστικό» χαρακτήρα της επίσκεψης του Muehlens στα εδάφη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που ήταν απελπισμένα για ιατρική βοήθεια, το ταξίδι του ήταν κάτι παραπάνω από αυτό. Είναι γεγονός ότι ο Γερμανός επιστήμονας γνώριζε ήδη πολύ καλά την περιοχή της Μακεδονίας και το μέτωπο της Θεσσαλονίκης από την τετραετή απόσπασή του στον τουρκικό και βουλγαρικό στρατό. Οι γνώσεις του, όμως, δεν περιορίζονταν σε ιατρικά θέματα, αλλά πήγαιναν βαθύτερα στη νοοτροπία των ανθρώπων. Όσο για τους Έλληνες, σημείωνε στην ίδια έκθεση, εξακολουθούσαν να εκτιμούν τη γερμανική επιστήμη, παρά τη συμμαχική προπαγάνδα εναντίον της τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τον πόλεμο. Μια απόδειξη αυτής της στάσης των Ελλήνων ήταν το γεγονός ότι έλαβε πρόσκληση από Έλληνες γιατρούς να συμμετάσχει στο εθνικό τους συνέδριο στη Θεσσαλονίκη και να δώσει εκεί μία διάλεξη. Παρόλο που τελικά ο Muehlens αρνήθηκε την πρόσκληση λόγω προγραμματισμένου ταξιδιού στην Κων/πολη, ήταν φανερό πως είχε πλέον σπάσει το φράγμα της απομόνωσης της Γερμανίας και στην  Νοτιο-ανατολική Ευρώπη.

    Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως ο επιστημονικός απομονωτισμός της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης όχι μόνο δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα μακροπρόθεσμα, αλλά δημιούργησε συνθήκες ακόμη πιο δυστοπικές από εκείνες που τον προκάλεσαν για το μέλλον της διεθνούς κοινότητας. Επίσης, ο αποκλεισμός δεν έβλαψε μόνο τη Γερμανία βραχυπρόθεσμα αλλά και την ίδια τη Δύση που αγνοούσε την επιστημονική δουλειά που γινόταν στην ίδια τη Γερμανία, η οποία είχε βρει τρόπους να παρακάμψει σε κάποιο βαθμό την απαγόρευση στην επικοινωνία της γνώσης. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που οι Σύμμαχοι έσπευσαν να συμπεριλάβουν τη Γερμανία στην Κοινωνία των Εθνών το 1926, πολύ πριν τη λήξη των απαγορεύσεων που είχαν οριστεί στις Βερσαλλίες, δηλαδή το 1931.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    Οι άλλοι οκτώ βραβευθέντες μέχρι το 1918 ήταν από Αγγλία (2), Γαλλία (2), Σουηδία (1), Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (1), Ολλανδία (1), και Πολωνία (1 γυναίκα). Επερώτηση στη Γερμανική Βουλή 16 Οκτωβρίου 1922, περιλαμβάνεται στο αρχειακό έγγραφο: Reichstagsverhandlungen vom 15. und 16. November 1922, με τίτλο “Die Not der Wissenschaft im Reichstag”, σ. 9008, Politisches Archiv des Auswärtigen Amts (PAAA), R 65519.

    Académie Royale de Belgique. Bulletin de la classe des Science, 1919, στο Schroeder-Gudehus, Deutsche Wissenschaft, 107.

    “Conférence des Académies des sciences interalliées tenue à Londres en Octobre 1918. Compte rendu”. Académie Royale de Belgique, Bulletin de la classe des sciences, 1919, στο: Schroeder-Gudehus, Deutsche Wissenschaft, 93.

    E. Picard, Πρακτικά 27ης Νοεμβρίου 1918, Παρίσι, στο: Schroeder-Gudehus, Deutsche Wissenschaft, 108.

    Όπ.π.

    Βλ. παραγράφους 4, 20, 21 και 23 του Άρθρου 282, Part X (Economic Clauses) της Συνθήκης των Βερσαλλιών, http://avalon.law.yale.edu/imt/parti.aspTreaty of Versailles (Treaty of peace with Germany) – 28th June 1919 (30.12.2024)

    Κριτική Prof. Hardy (Oxford University) σε άρθρο στο Nature 24 March 1921, στο Karl Kerkhof, Der Krieg gegen die deutsche Wissenschaft. Eine Zusammenstellung von Kongressberichten und Zeitungsmeldungen. Wittenberg 1922, 112.

    Όπ.π.

    “Denkschrift der Reichszentrale für naturwissenschaftliche Berichterstattung vom 29. Januar 1925”, PAAA, R 64981.

    Ωστόσο, αυτές, η Διεθνής Ένωση Μαθηματικών καθώς και η Διεθνής Γεωγραφική Ένωση δεν αναπτύχθηκαν πέρα από την ονομαστική τους ύπαρξη.

    Βλ. και „Denkschrift der Reichszentrale für naturwissenschaftliche Berichterstattung vom 29. Januar 1925“, PAAA, R 64981.

    „Denkschrift der Reichszentrale für naturwissenschaftliche Berichterstattung vom 29. Januar 1925“, PAAA, R 64981.

    Επερώτηση 16. Οκτωβρίου 1922 με τίτλο “Die Not der Wissenschaft im Reichstag”, στο: „Reichstagsverhandlungen vom 15. und 16. November 1922“, PAAA, R 65519.

    Nature, 25 Ιανουαρίου 1917, παρατίθεται στο: Kerkhof, Der Krieg gegen die deutsche Wissenschaft, p. 9.

    Αυτό συνέβη στο Διεθνές Συνέδριο Φυματίωσης στη Λοζάνη τον Αύγουστο του 1924.

    Βραβείο Νόμπελ χημείας, το 1918, για τη μέθοδό του για τη σύνθεση αμμωνίας, που οδήγησε στην εύκολη παραγωγή τόσο λιπασμάτων, όσο και εκρηκτικών

    Φυσικοχημικός, γνωστός για τις θεωρίες του για τον υπολογισμό της χημικής συγγένειας και την ενσωμάτωσή τους στον Τρίτο νόμο της Θερμοδυναμικής.

    Να πούμε εδώ πως ήδη στις αρχές του εικοστού αιώνα, η Γερμανία είχε επεκτείνει την ερευνητική της παρουσία πέρα ​​από τα ηπειρωτικά σύνορα, ιδρύοντας τέσσερα επιστημονικά κέντρα: το κέντρο θεωρητικής φυσικής στη Λα Πλάτα, στην Αργεντινή, το γεωφυσικό παρατηρητήριο στην Απία, πρωτεύουσα των Δυτικών Σαμόα στο Νότιο Ειρηνικό, το Γερμανο-Κινεζικό Πανεπιστήμιο στο Tsingtau και τη Γερμανική Ιατρική Σχολή στο Woosung, προάστιο της Σαγκάης στην Κίνα.

    Σχετικά με τη γερμανική αποστολή στον Ατλαντικό Ωκεανό με το θρυλικό πλοίο “Meteor”, βλέπε τη σχετική δημοσίευση στο: PAAA, R 65521.

    “Bericht der Notgemeinschaft der Deutschen Wissenschaft über ihre Tätigkeit bis zum 31.Maerz 1922”, 38 κ.ε. στο: PAAA, R 65519.

    Η Χριστοδουλάκη αμφισβητεί την ορθόδοξη άποψη της παραδοσιακής βιβλιογραφίας ότι η Ελλάδα γλίτωσε αλώβητη από τη Μεγάλη Ύφεση, χρησιμοποιώντας νέους δείκτες και μια πιο αξιόπιστη μέθοδο ανάλυσης δεδομένων.

    Αντίγραφο επιστολής των Dr. Gerh. Menz και Herr Selke στον Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών, Friedrich Heilbron, 22 Oktober 1920, Leipzig. Στο: PAAA, R 64853. Η ίδια επιστολή εστάλη και στον επικεφαλής της Ένωσης Χρηματιστηρίων (Börsenvereins).

    Σημείωμα του Γραμματέα της Γερμανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, Carl August Clodius, σχετικά με τις πολιτιστικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, 11 Μαρτίου 1924, στο: PAAA, R 64853.

    Η Αγγλία κατάσχεσε κατά τη διάρκεια του πολέμου αρκετούς γερμανικούς σταθμούς και νοσοκομεία, όπως το “Viktoria-Krankenhaus der Diakonissenanstalt Kaiserswerth” στο Κάιρο (ιδρύθηκε το 1885) και την Αλεξάνδρια, το “Koenig-Wilhelm-Hospiz” στο Coubeeh les Bains κοντά στο Cairo που δημιουργήθηκε το 1912, και το “Hospital der Sudan-Pioniermission” στο Assuan, που ιδρύθηκε το 1906. Στο Ιράν, το Kaiserreich συνέβαλε στην ίδρυση του Εθνικού Νοσοκομείου στην Τεχεράνη το 1885, το οποίο από το καλοκαίρι του 1919 διευθυνόταν από Άγγλους γιατρούς. Στο ίδιο, 51.

    Εμπιστευτική έκθεση του Muehlens με τίτλο “Kurzer Bericht über medizinische und kulturelle Eindrücke aus Jugoslawien, Griechenland, Bulgarien und der Türkei”, 1926. Στο: PAAA, R 64680.

    Αναφορά του Γερμανού Προξένου στη Θεσσαλονίκη προς το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στο Βερολίνο, 07.08.1926. Στο: PAAA, R 64680.

    Εμπιστευτική έκθεση του Muehlens με τίτλο “Kurzer Bericht über medizinische und kulturelle Eindrücke aus Jugoslawien, Griechenland, Bulgarien und der Türkei”, 1926. Στο: PAAA, R 64680.ΑΡΧΕΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

    Politisches Archiv des Auswärtigen Amts (PAAA) – ΓΕΡΜΑΝΙΑ

    R 64680, R 64853, R 64981, R 65519, R 65521ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ

    Ελληνόγλωσσες

    Κουγέας, Σ. Β., (1925) Εντυπώσεις εκ Ρουμανίας. Απόσπασμα εκ του ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδος.

    Ξενόγλωσσες

    Karo, G., (1919), Der Krieg der Wissenschaft gegen Deutschland. München.

    Karo, G., (1925), Der geistige Krieg gegen Deutschland. Halle: Sonderheft

    Kerkhof, K., (1922), Der Krieg gegen die deutsche Wissenschaft. Eine Zusammenstellung von Kongressberichten und Zeitungsmeldungen. Wittenberg.

    Schreiber, G., (1926), Deutsche Medizin und Notgemeinschaft der deutschen Wissenschaft. Geschehnisse und Erlebnisse deutscher Medizinalpolitik und Kulturpolitik. Leipzig: Quelle & Meyer.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Ελληνόγλωσση

    Mazower, M., (2002), Η Ελλάδα και η Οικονομική Κρίση του Μεσοπολέμου. Αθήνα: ΜΙΕΤ

    Ξενόγλωσση 

    Christodoulaki, O., (2001) “Industrial growth in Greece between the wars. A new perspective.” στο: European Review of Economic History 5, 61-89. doi:10.1017/S136149160100003X

    Hammerstein, N., (1999), Die Deutsche Forschungsgemeinschaft in der Weimarer Republik und im Dritten Reich. Wissenschaftspolitik in Republik und Diktatur 1920-1945. München.

    MacLeod, R., (1999), “Secrets among Friends: The Research Information Service and the ‘Special Relationship’ in the Allied Scientific Information and Intelligence, 1916-1918.”, Minerva 37, 201-233. http://www.jstor.org/stable/41821146.

    Macrakis, K., (1993), Surviving the Swastika. Scientific Research in Nazi Germany. New York: Oxford University Press.

    Pyenson, L., (1985), Cultural Imperialism and Exact Sciences. German Expansion Overseas 1900-1930, New York: Lang.

    Schroeder-Gudehus, B., (1966), Deutsche Wissenschaft und Internationale Zusammenarbeit 1914-1928. Ein Beitrag zum Studium kultureller Beziehungen in politischen Krisenzeiten. (Dissertation), Genève. https://repository.graduateinstitute.ch/record/604/

    Schroeder-Gudehus, B., (1973), “Challenge to Transnational Loyalties: International Scientific Organisations after the First World War”, Science Studies 3, 93-118. https://doi.org/10.1177/030631277300300201

    Schroeder-Gudehus, B., (1990), “Internationale Wissenschaftsbeziehungen und auswärtige Kulturpolitik 1919-1933. Vom Boykott und Gegen-Boykott zu ihrer Wiederaufnahme”, στο: RUDOLF VIERHAUS, BERNHARD Vom BROCKE (Hg.), Forschung im Spannungsfeld von Politik und Gesellschaft. Geschichte und Struktur der Kaiser-Wilhelm-/Max-Planck-Gesellschaft. Stuttgart 1990, 858-885.

    Schulze, W., (1995), Der Stifterverband für die Deutsche Wissenschaft 1920-1995. Berlin: Academie Verlag.

    Schumann, W., (Hg.) (1973), Griff nach Südosteuropa. Neue Dokumente über die Politik des deutschen Imperialismus und Militarismus gegenüber Südosteuropa im Zweiten Weltkrieg. Berlin : Deutscher Verlag d. Wiss.

    Solla Price, Derek J. de (1967), “Nations can publish or perish”, Science and Technology 70, 84-90.

    Spence Richards, P., (1990), “The Movement of Scientific Knowledge from and to Germany under National Socialism”, Minerva 28: 4, 401-425. https://www.jstor.org/stable/41820823

    Thoerner, K., (1999) Deutsche Südosteuropapläne, 1840-1945. Dissertation an der Carl-von Ossietzky Universität, 31.10.1999.

    Vierhaus, R. και Vom BROCKE, B., (Hg.), (1990), Forschung im Spannungsfeld von Politik und Gesellschaft. Geschichte und Struktur der Kaiser-Wilhelm-/Max-Planck-Gesellschaft. Stuttgart: Dt. Verl.-Anst.Η Μαρία Ζαρίφη είναι Ιστορικός της Επιστήμης και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στην Ιστορία και τον Πολιτισμό του European University Institute (EUI) της Φλωρεντίας. Έχει διδάξει Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο για πολλά χρόνια. Έχει επίσης διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας και στο University of Regensburg στη Γερμανία ως full-time επισκέπτρια καθηγήτρια. Διετέλεσε ερευνητική συνεργάτης (fellow) στο Institute for Advanced Studies (FRIAS) στο Freiburg i.Br., στο Institute for East and Southeast European Studies (IOS) στο Regensburg, και στο Heidelberg Centre for Transcultural Studies (HCTS), Cluster of Excellence “Asia and Europe in a Global Context”, στη Γερμανία. Τα ενδιαφέροντά της τα τελευταία χρόνια εστιάζουν στην Ιστορία της Ιατρικής και της Δημόσιας Υγείας. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου Science, Culture and Politics. Germany’s cultural policy and scientific relations with Greece 1933-1945 (Saarbrücken/Germany, 2010) και μαζί με τους Γ. Βλαχάκη και Β.Χριστίδου έχει συγγράψει το διδακτικό εγχειρίδιο Επιστήμη και Τεχνολογία στη Δημόσια Σφαίρα (Πάτρα, 2022) για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου «Επικοινωνία της Επιστήμης». Έχει επίσης δημοσιεύσει κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους και άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά.

  • MAX BORN – Η στατιστική ερμηνεία της κβαντομηχανικής

    MAX BORN – Η στατιστική ερμηνεία της κβαντομηχανικής

    Διάλεξη Νόμπελ, 11 Δεκεμβρίου, 1954

    Μετάφραση: Βαρβάρα Πετανίδου«…σύμφωνα με τον Born, η κβαντική μηχανική μας δίνει μόνο μια στατιστική περιγραφή». (Από την προσφώνηση στην τελετή απονομής του βραβείου Nobel, 11 Δεκεμβρίου 1954)Το έργο για το οποίο είχα την τιμή να μου απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ για το 1954, δεν περιέχει την ανακάλυψη ενός νέου φυσικού φαινομένου, αλλά μάλλον τη βάση για έναν νέο τρόπο σκέψης όσον αφορά τα φυσικά φαινόμενα. Αυτός ο τρόπος σκέψης έχει διαπεράσει τόσο την πειραματική, όσο και τη θεωρητική φυσική, σε τέτοιο βαθμό που φαίνεται δύσκολο να ειπωθεί κάτι περισσότερο γι’ αυτόν που δεν έχει ήδη ειπωθεί τόσο συχνά. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες ιδιαίτερες πτυχές τις οποίες θα ήθελα να συζητήσω σε μια τόσο εορταστική για μένα περίσταση. Το πρώτο σημείο είναι το εξής: οι εργασίες στη σχολή του Γκέτινγκεν, τις οποίες διηύθυνα για ένα διάστημα (1926-1927), συνέβαλαν στην επίλυση μιας πνευματικής κρίσης στην οποία περιήλθε η επιστήμη μας, ως αποτέλεσμα της ανακάλυψης του κβάντου δράσης από τον Planck το 1900. Σήμερα, η Φυσική βρίσκεται σε μια παρόμοια κρίση – δεν εννοώ εδώ την εμπλοκή της στην πολιτική και την οικονομία ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας μιας νέας και τρομακτικής δύναμης της φύσης, αλλά εξετάζω περισσότερο τα λογικά και επιστημολογικά προβλήματα που θέτει η πυρηνική φυσική. Ίσως, είναι καλό σε μια τέτοια στιγμή να θυμηθούμε τι συνέβη παλαιότερα σε μια παρόμοια κατάσταση, ιδίως επειδή τα γεγονότα αυτά δεν στερούνται μιας συγκεκριμένης δραματικής αίσθησης.

    Το δεύτερο σημείο που θέλω να αναφέρω είναι, ότι όταν λέω, ότι οι φυσικοί είχαν αποδεχτεί τις έννοιες και τον τρόπο σκέψης που αναπτύξαμε τότε, δεν είμαι αρκετά σωστός. Υπάρχουν ορισμένες, πολύ αξιόλογες εξαιρέσεις, ιδίως μεταξύ των ίδιων των σκαπανέων που συνέβαλαν τα μέγιστα στην οικοδόμηση της κβαντικής θεωρίας. Ο ίδιος ο Planck, ανήκε στους σκεπτικιστές μέχρι τον θάνατό του. Ο Einstein, ο De Broglie και ο Schrödinger τόνιζαν αδιάκοπα τα μη ικανοποιητικά χαρακτηριστικά της κβαντομηχανικής και ζητούσαν την επιστροφή στις έννοιες της κλασικής, νευτώνειας φυσικής, ενώ πρότειναν τρόπους με τους οποίους αυτό θα μπορούσε να γίνει χωρίς να έρχονται σε αντίθεση με τα πειραματικά δεδομένα. Τέτοιες βαρυσήμαντες απόψεις δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ο Niels Bohr έκανε μεγάλο κόπο για να αντικρούσει τις αντιρρήσεις. Κι εγώ, επίσης, τις έχω μελετήσει και πιστεύω ότι μπορώ να συμβάλω κάπως στην αποσαφήνιση αυτής της θέσης. Το θέμα αφορά τα όρια μεταξύ φυσικής και φιλοσοφίας, και έτσι η διάλεξή μου για τη φυσική θα έχει και ιστορικό και φιλοσοφικό χαρακτήρα, για τον οποίο πρέπει να ζητήσω την επιείκειά σας.

    Πρώτα απ’ όλα, θα εξηγήσω πώς προέκυψε η κβαντομηχανική και η στατιστική της ερμηνεία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’20, κάθε φυσικός, νομίζω, ήταν πεπεισμένος ότι η κβαντική υπόθεση του Planck ήταν σωστή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία η ενέργεια εμφανίζεται σε πεπερασμένα κβάντα μεγέθους σε ταλαντωτικές διαδικασίες που έχουν μια συγκεκριμένη συχνότητα ν (π.χ. στα κύματα φωτός). Αμέτρητα πειράματα μπορούσαν να εξηγηθούν με αυτόν τον τρόπο και έδιναν πάντα την ίδια τιμή της σταθεράς του Planck h. Και πάλι, ο ισχυρισμός του Einstein ότι τα κβάντα του φωτός έχουν ορμή hν/c (όπου c είναι η ταχύτητα του φωτός) υποστηρίχθηκε καλά από το πείραμα (π.χ. μέσω του φαινομένου Compton). Αυτό συνεπαγόταν την αναβίωση της σωµατιδιακής θεωρίας του φωτός για ένα ορισµένο σύνολο φαινοµένων. Η κυματική θεωρία εξακολουθούσε να ισχύει για άλλες διεργασίες. Οι φυσικοί εξοικειώθηκαν με αυτόν τον δυισμό και έμαθαν πώς να τον αντιμετωπίζουν σε κάποιο βαθμό.

    Το 1913 ο Niels Bohr είχε λύσει τον γρίφο των φασματικών γραμμών μέσω της κβαντικής θεωρίας και είχε έτσι εξηγήσει σε γενικές γραμμές την εκπληκτική σταθερότητα των ατόμων, τη δομή των ηλεκτρονικών τους κελυφών και το Περιοδικό Σύστημα των στοιχείων. Για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει αργότερα, η σημαντικότερη παραδοχή της διδασκαλίας του ήταν η εξής: ένα ατομικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρχει σε όλες τις μηχανικά δυνατές καταστάσεις, σχηματίζοντας ένα συνεχές, αλλά σε μια σειρά από διακριτές «στάσιμες» καταστάσεις. Κατά τη μετάβαση από τη μία στην άλλη, η διαφορά ενέργειας Εm – En εκπέμπεται ή απορροφάται ως κβάντο φωτός mn (ανάλογα με το αν η Εm είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την En). Πρόκειται για την ερμηνεία, με βάση την ενέργεια, του θεμελιώδους νόμου της φασματοσκοπίας που ανακαλύφθηκε μερικά χρόνια πριν από τον W. Ritz. Η κατάσταση μπορεί να γίνει αντιληπτή με μια ματιά γράφοντας τα ενεργειακά επίπεδα των στάσιμων καταστάσεων δύο φορές, οριζόντια και κάθετα. Αυτό παράγει μια τετραγωνική διάταξη

    E E₁ E₂ E₃
    E₁ 11 12 13
    E₂ 21 22 23
    E₃ 31 32 33

    στην οποία οι θέσεις στη διαγώνιο αντιστοιχούν σε καταστάσεις και οι μη διαγώνιες θέσεις αντιστοιχούν σε μεταβάσεις.

    Ήταν απολύτως σαφές στον Bohr ότι ο νόμος που διατυπώθηκε με αυτόν τον τρόπο έρχεται σε σύγκρουση με τη μηχανική, και ότι επομένως η χρήση της έννοιας της ενέργειας σε αυτόν είναι προβληματική. Βασίζει αυτή την τολμηρή συγχώνευση παλαιού και νέου στην αρχή της αντιστοιχίας. Αυτή συνίσταται στην προφανή απαίτηση ότι η συνήθης κλασική μηχανική πρέπει να ισχύει με υψηλό βαθμό προσέγγισης στην οριακή περίπτωση, όπου οι αριθμοί των στάσιμων καταστάσεων, οι λεγόμενοι κβαντικοί αριθμοί, είναι πολύ μεγάλοι (δηλαδή, πολύ δεξιά και προς το κάτω μέρος στην παραπάνω διάταξη) και η ενέργεια μεταβάλλεται σχετικά λίγο από την μια θέση στην άλλη, στην ουσία πρακτικά συνεχώς.

    Η θεωρητική φυσική βασίστηκε σε αυτή την αντίληψη για τα επόμενα δέκα χρόνια. Το πρόβλημα ήταν το εξής: μια αρμονική ταλάντωση δεν έχει μόνο συχνότητα, αλλά και ένταση. Για κάθε μετάβαση στη διάταξη πρέπει να υπάρχει μια αντίστοιχη ένταση. Το ερώτημα είναι, πώς μπορεί να βρεθεί αυτή μέσα από τη λογική της αρχής της αντιστοιχίας; Αυτό σήμαινε να μαντέψουμε το άγνωστο από τις διαθέσιμες πληροφορίες για μια γνωστή οριακή περίπτωση. Σημαντική επιτυχία σημειώθηκε από τον ίδιο τον Bohr, από τους Kramers, Sommerfeld, Epstein και πολλούς άλλους. Αλλά το αποφασιστικό βήμα έγινε και πάλι από τον Einstein, ο οποίος, με μια νέα εξαγωγή του τύπου ακτινοβολίας του Planck, κατέστησε ξεκάθαρα σαφές ότι η κλασική έννοια της έντασης της ακτινοβολίας πρέπει να αντικατασταθεί από τη στατιστική έννοια της πιθανότητας μετάβασης. Σε κάθε θέση στον παραπάνω πίνακα αντιστοιχεί (μαζί με τη συχνότητα νmn = (Εm – En) / h) μια συγκεκριμένη πιθανότητα για τη μετάβαση που συνδυάζεται με εκπομπή ή απορρόφηση.

    Στο Γκέτινγκεν συμμετείχαμε επίσης στις προσπάθειες να εξαγάγουμε την άγνωστη μηχανική του ατόμου από τα πειραματικά αποτελέσματα. Η λογική δυσκολία γινόταν όλο και πιο έντονη. Οι έρευνες σχετικά με τη σκέδαση και τη διασπορά του φωτός έδειξαν ότι η αντίληψη του Einstein για την πιθανότητα μετάβασης ως μέτρο της ισχύος μιας ταλάντωσης δεν ανταποκρινόταν στην περίπτωση, και η ιδέα ενός πλάτους ταλάντωσης που συνδέεται με κάθε μετάβαση ήταν απαραίτητη. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αναφερθούν οι εργασίες των Ladenburg1, Kramers2, Heisenberg3, Jordan και εμού4. Η τέχνη του να μαντεύει κανείς σωστούς τύπους, οι οποίοι αποκλίνουν από τους κλασικούς, αλλά τους περιέχουν ως οριακή περίπτωση σύμφωνα με την αρχή της αντιστοιχίας, έφτασε σε υψηλό βαθμό τελειότητας. Μια εργασία μου, η οποία εισήγαγε, για πρώτη φορά νομίζω, την έκφραση κβαντομηχανική στον τίτλο της, περιέχει έναν αρκετά περίπλοκο τύπο (που ισχύει ακόμη και σήμερα) για την αμοιβαία διαταραχή των ατομικών συστημάτων.

    Ο Heisenberg, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν βοηθός μου, έδωσε ένα ξαφνικό τέλος σε αυτή την περίοδο5. Έκοψε τον γόρδιο δεσμό μέσω μιας φιλοσοφικής αρχής και αντικατέστησε την εικασία με έναν μαθηματικό κανόνα. Η αρχή ορίζει ότι έννοιες και αναπαραστάσεις που δεν αντιστοιχούν σε φυσικά παρατηρήσιμα γεγονότα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στη θεωρητική περιγραφή. Ο Einstein χρησιμοποίησε την ίδια αρχή όταν, συγκροτώντας τη θεωρία της σχετικότητας, εξάλειψε τις έννοιες της απόλυτης ταχύτητας ενός σώματος και του απόλυτου συγχρονισμού δύο γεγονότων σε διαφορετικούς τόπους. Ο Heisenberg απέρριψε την εικόνα των τροχιών των ηλεκτρονίων με καθορισμένες ακτίνες και περιόδους περιστροφής, επειδή τα μεγέθη αυτά δεν είναι παρατηρήσιμα, και επέμεινε ότι η θεωρία πρέπει να οικοδομηθεί μέσω των τετραγωνικών πινάκων που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αντί να περιγράφεται η κίνηση δίνοντας μια συντεταγμένη ως συνάρτηση του χρόνου, x(t), θα έπρεπε να προσδιορίζεται ένας πίνακας από πλάτη μετάβασης xmn. Για μένα το αποφασιστικό μέρος του έργου του είναι η απαίτηση να προσδιοριστεί ένας κανόνας με τον οποίο από έναν δεδομένο

    πίνακα

        \[ \left[\begin{matrix}x_{11}&x_{12}&\ldots\ldots\ldots\ldots\ldots\\x_{21}&x_{22}&\ldots\ldots\ldots\ldots\ldots\\-&-&-----\\\end{matrix}\right] \]

    να βρεθεί ο πίνακας

        \[ \left[\begin{matrix}\left(x^2\right)_{11}&\left(x^2\right)_{12}&\ldots\ldots\ldots\ldots\ldots\\\left(x^2\right)_{21}&\left(x^2\right)_{22}&\ldots\ldots\ldots\ldots\ldots\\-&-&-----\\\end{matrix}\right] \]

    (ή, γενικότερα, ο κανόνας πολλαπλασιασμού για τέτοιους πίνακες).

    Με παρατήρηση γνωστών παραδειγμάτων που λύθηκαν με εικασίες βρήκε αυτόν τον κανόνα και τον εφάρμοσε με επιτυχία σε απλά παραδείγματα, όπως ο αρμονικός και ο μη αρμονικός ταλαντωτής.

    Αυτά συνέβησαν το καλοκαίρι του 1925. Ο Heisenberg, που υπέφερε από αλλεργική ρινίτιδα, πήρε άδεια για θεραπεία δίπλα στη θάλασσα και μου έδωσε την εργασία του για δημοσίευση αν θεωρούσα πως μπορούσα να κάνω κάτι σχετικά με αυτό.

    Η σημασία της ιδέας ήταν αμέσως ξεκάθαρη για μένα και έστειλα το χειρόγραφο στο επιστημονικό περιοδικό Zeitschrift für Physik. Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου τον κανόνα πολλαπλασιασμού του Heisenberg, και μετά από μια εβδομάδα εντατικής σκέψης και δοκιμών θυμήθηκα ξαφνικά μια αλγεβρική θεωρία που είχα μάθει από τον καθηγητή μου, τον καθηγητή Rosanes, στο Μπρεσλάου (Σ.τ.Μ. Σημερινό Βρότσλαβ στην Πολωνία). Τέτοιοι τετραγωνικοί πίνακες είναι γνωστοί στους μαθηματικούς και, σε συνδυασμό με έναν συγκεκριμένο κανόνα πολλαπλασιασμού, ονομάζονται μήτρες. Εφάρμοσα αυτόν τον κανόνα στην κβαντική συνθήκη του Heisenberg και διαπίστωσα ότι αυτή συμφωνούσε στους διαγώνιους όρους. Ήταν εύκολο να μαντέψω ποιες πρέπει να είναι οι υπόλοιπες ποσότητες, δηλαδή μηδέν – και αμέσως βρέθηκε μπροστά μου ο ιδιότυπος τύπος:

        \[ pq-qp=h/2\pi i. \]

    Αυτό σήμαινε ότι οι συντεταγμένες q και οι ορμές p δεν μπορούν να αναπαρασταθούν με αριθμητικές τιμές αλλά με σύμβολα, το γινόμενο των οποίων εξαρτάται από τη σειρά του πολλαπλασιασμού – τα οποία ονομάζονται «μη μετατιθέμενα».

    Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος από αυτό το αποτέλεσμα, όσο θα ήταν ένας ναυτικός που, μετά από ένα μακρύ ταξίδι, βλέπει από μακριά την πολυπόθητη στεριά, και ένιωσα λύπη που ο Heisenberg δεν ήταν εκεί. Ήμουν πεπεισμένος από την αρχή ότι είχαμε βρεθεί στο σωστό δρόμο. Ακόμα κι έτσι, ένα μεγάλο μέρος ήταν μόνο εικασίες, ιδίως η απαλοιφή των μη διαγώνιων στοιχείων στην προαναφερθείσα έκφραση. Σαν βοήθεια σε αυτό το πρόβλημα ζήτησα και τη συνεργασία του μαθητή μου Pascual Jordan, και σε λίγες ημέρες καταφέραμε να αποδείξουμε ότι είχα μαντέψει σωστά. Η κοινή εργασία του Jordan και εμού6 περιέχει τις σημαντικότερες αρχές της κβαντομηχανικής, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασής της στην ηλεκτροδυναμική. Ακολούθησε μια ταραχώδης περίοδος συνεργασίας μεταξύ των τριών μας, η οποία περιπλέχθηκε λόγω απουσίας του Heisenberg. Υπήρξε μια ζωηρή ανταλλαγή επιστολών- η συμβολή μου σε αυτές, δυστυχώς, χάθηκε μέσα στις πολιτικές αναταραχές. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άρθρο τριών συγγραφέων7, το οποίο έφερε την επίσημη πλευρά της έρευνας σε οριστικό συμπέρασμα . Πριν από την εμφάνιση αυτού του άρθρου, ήρθε η πρώτη δραματική έκπληξη: Η εργασία του Paul Dirac για το ίδιο θέμα8. Η έμπνευση που του παρείχε μια διάλεξη του Heisenberg στο Κέιμπριτζ, τον είχε οδηγήσει σε παρόμοια αποτελέσματα με αυτά που είχαμε λάβει εμείς στο Γκέτινγκεν, με τη διαφορά ότι δεν κατέφυγε στη γνωστή θεωρία των πινάκων των μαθηματικών, αλλά ανακάλυψε μόνος του το εργαλείο και επεξεργάστηκε τη θεωρία τέτοιων μη μετατιθέμενων συμβόλων.

    Η πρώτη μη τετριμμένη και φυσικά σημαντική εφαρμογή της κβαντομηχανικής έγινε λίγο αργότερα από τον W. Pauli9 ο οποίος υπολόγισε τις στάσιμες τιμές της ενέργειας του ατόμου του υδρογόνου με τη μέθοδο των πινάκων και βρήκε πλήρη συμφωνία με τους τύπους του Bohr. Από αυτή τη στιγμή και μετά δεν μπορούσε πλέον να υπάρχει καμία αμφιβολία για την ορθότητα της θεωρίας.

    Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου σαφές τι πραγματικά σήμαινε αυτός ο φορμαλισμός. Τα μαθηματικά, όπως συμβαίνει συχνά, ήταν πιο έξυπνα από τη διάνοια που τα ερμηνεύει. Ενώ ακόμα συζητούσαμε αυτό το σημείο, ήρθε η δεύτερη δραματική έκπληξη, η εμφάνιση των περίφημων εργασιών του Schrödinger10. Ο ίδιος υιοθέτησε μια εντελώς διαφορετική γραμμή σκέψης που είχε προέλθει από τον Louis de Broglie11.

    Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο τελευταίος είχε προβεί στον τολμηρό ισχυρισμό, υποστηριζόμενος από λαμπρές θεωρητικές εκτιμήσεις, ότι o δυισμός κύματος-σωματιδίου, γνωστός στους φυσικούς στην περίπτωση του φωτός, πρέπει να ισχύει και για τα ηλεκτρόνια. Σε κάθε ηλεκτρόνιο που κινείται χωρίς την επίδραση κάποιας δύναμης, αντιστοιχεί ένα επίπεδο κύμα με ορισμένο μήκος κύματος, το οποίο καθορίζεται από τη σταθερά του Planck και τη μάζα. Αυτή η συναρπαστική διατριβή του De Broglie ήταν γνωστή σε εμάς στο Γκέτινγκεν. Μια μέρα του 1925 έλαβα μια επιστολή από τον C. J. Davisson που έδινε κάποια περίεργα αποτελέσματα σχετικά με την ανάκλαση των ηλεκτρονίων από μεταλλικές επιφάνειες. Εγώ και ο συνάδελφός μου στην πειραματική πλευρά, ο James Franck, υποψιαστήκαμε αμέσως ότι αυτές οι καμπύλες του Davisson ήταν φάσματα κρυσταλλικού πλέγματος των κυμάτων ηλεκτρονίων του De Broglie, και βάλαμε έναν από τους μαθητές μας, τον Elsasser12, να ερευνήσει το θέμα. Τα αποτελέσματά του παρείχαν την πρώτη προκαταρκτική επιβεβαίωση της ιδέας του De Broglie, και αυτό αποδείχθηκε αργότερα ανεξάρτητα από τους Davisson και Germer13 και τον G. P. Thomson14, με συστηματικά πειράματα.

    Ωστόσο, αυτή η γνωριμία με τον τρόπο σκέψης του De Broglie δεν μας οδήγησε σε μια προσπάθεια εφαρμογής του στην ηλεκτρονική δομή των ατόμων. Αυτό αφέθηκε στον Schrödinger15. Αυτός επέκτεινε την κυματική εξίσωση του De Broglie, η οποία αναφερόταν σε κίνηση χωρίς την επίδραση κάποιας δύναμης, στην περίπτωση όπου λαμβάνεται υπόψη η επίδραση της δύναμης, και έδωσε μια ακριβή διατύπωση των συμπληρωματικών συνθηκών, που είχε ήδη προτείνει ο De Broglie, στις οποίες πρέπει να υπόκειται η κυματοσυνάρτηση ψ, δηλαδή να είναι μονοσήμαντη και πεπερασμένη στο χώρο και στο χρόνο. Με αυτόν τον τρόπο πέτυχε να εξάγει τις στάσιμες καταστάσεις του ατόμου του υδρογόνου με τη μορφή αυτών των μονοχρωματικών λύσεων της κυματικής εξίσωσης που δεν εκτείνονται στο άπειρο.

    Για μια σύντομη περίοδο στις αρχές του 1926, φάνηκε ότι υπήρχαν, ξαφνικά, δύο αυτοτελή, αλλά εντελώς διαφορετικά συστήματα εξήγησης: η μηχανική των μητρών και η κυματομηχανική. Αλλά ο ίδιος ο Schrödinger σύντομα απέδειξε την πλήρη ισοδυναμία τους.

    Η κυματομηχανική απολάμβανε πολύ μεγαλύτερη δημοτικότητα από την εκδοχή της κβαντομηχανικής του Γκέτινγκεν ή του Κέιμπριτζ. Βασίζεται σε μια κυματοσυνάρτηση ψ, η οποία στην περίπτωση ενός τουλάχιστον σωματιδίου μπορεί να απεικονιστεί στο χώρο, και χρησιμοποιεί τις μαθηματικές μεθόδους των μερικών διαφορικών εξισώσεων που χρησιμοποιούνται σήμερα από τους φυσικούς. Ο Schrödinger πίστευε ότι η κυματική του θεωρία επέτρεπε την επιστροφή στην ντετερμινιστική κλασική φυσική. Πρότεινε (και τόνισε πρόσφατα την πρότασή του εκ νέου), να απαλλαγούμε εντελώς από την αναπαράσταση των σωματιδίων, και αντί να μιλάμε για τα ηλεκτρόνια ως σωματίδια, να τα θεωρούμε ως μια συνεχή κατανομή πυκνότητας |ψ|2 (ή ηλεκτρικής πυκνότητας e|ψ|2).

    Σε εμάς στο Γκέτινγκεν αυτή η ερμηνεία φαινόταν απαράδεκτη μπροστά στα καλώς τεκμηριωμένα πειραματικά γεγονότα. Εκείνη την εποχή ήταν ήδη δυνατό να μετράμε τα σωματίδια μέσω σπινθήρων ή με έναν μετρητή Geiger και να φωτογραφίζουμε τις τροχιές τους με τη βοήθεια ενός θαλάμου νεφών Wilson.

    Μου φάνηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μια σαφής ερμηνεία της συνάρτησης ψ, λαμβάνοντας υπόψη τα δέσμια ηλεκτρόνια. Ως εκ τούτου, ήδη από τα τέλη του 1925, είχα κάνει μια προσπάθεια να επεκτείνω τη μέθοδο των πινάκων, η οποία προφανώς κάλυπτε μόνο τις ταλαντωτικές διεργασίες, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί και στις μη περιοδικές διεργασίες. Εκείνη την εποχή ήμουν φιλοξενούμενος του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης στις ΗΠΑ όπου βρήκα στο πρόσωπο του Norbert Wiener έναν εξαιρετικό συνεργάτη. Στην κοινή µας εργασία16 αντικαταστήσαµε τον πίνακα µε τη γενική έννοια του τελεστή, και έτσι καταστήσαµε δυνατή την περιγραφή μη περιοδικών διεργασιών. Παρ’ όλα αυτά μας ξέφυγε η σωστή προσέγγιση. Αυτό αφέθηκε στον Schrödinger, και εγώ ακολούθησα αμέσως τη μέθοδό του, καθώς έδινε την υπόσχεση ότι θα οδηγούσε σε μια ερμηνεία της συνάρτησης ψ. Και πάλι μια ιδέα του Einstein μου έδωσε το προβάδισμα. Είχε προσπαθήσει να κάνει κατανοητό τον δυισμό των σωματιδίων φωτονίων και των κυμάτων ερμηνεύοντας το τετράγωνο των πλατών των οπτικών κυμάτων ως πυκνότητα πιθανότητας για την εμφάνιση φωτονίων. Αυτή η ιδέα θα μπορούσε αμέσως να μεταφερθεί στη συνάρτηση ψ : η ποσότητα |ψ|2 θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει την πυκνότητα πιθανότητας για τα ηλεκτρόνια (ή άλλα σωματίδια). Ήταν εύκολο να υποστηριχθεί αυτό, αλλά πώς θα μπορούσε να αποδειχθεί;

    Στο σημείο αυτό εμφανίστηκαν οι διαδικασίες σκέδασης σε άτομα. Ένα πλήθος ηλεκτρονίων προερχόμενο από το άπειρο, που αντιπροσωπεύεται από ένα προσπίπτον κύμα γνωστής έντασης (δηλαδή, |ψ|2), προσκρούει σε ένα εμπόδιο, ας πούμε ένα βαρύ άτομο. Με τον ίδιο τρόπο που ένα κύμα νερού που παράγεται από ένα ατμόπλοιο προκαλεί δευτερογενή κυκλικά κύματα κατά την πρόσκρουση σε ένα βράχο, το προσπίπτον κύμα ηλεκτρονίων μετατρέπεται εν μέρει σε ένα δευτερογενές σφαιρικό κύμα του οποίου το πλάτος ταλάντωσης ψ διαφέρει για διαφορετικές κατευθύνσεις. Το τετράγωνο του πλάτους αυτού του κύματος σε μεγάλη απόσταση από το κέντρο σκέδασης καθορίζει τη σχετική πιθανότητα σκέδασης σε συνάρτηση με την κατεύθυνση. Επιπλέον, αν το ίδιο το άτομο που σκεδάζει είναι ικανό να υπάρχει σε διάφορες στάσιμες καταστάσεις, τότε η κυματική εξίσωση του Schrödinger δίνει αυτόματα την πιθανότητα διέγερσης αυτών των καταστάσεων και το ηλεκτρόνιο σκεδάζεται με απώλεια ενέργειας, δηλαδή ανελαστικά, όπως λέγεται. Με αυτόν τον τρόπο κατέστη δυνατό να αποκτήσουν θεωρητική βάση17 οι υποθέσεις της θεωρίας του Bohr, οι οποίες είχαν επιβεβαιωθεί πειραματικά από τους Franck και Hertz. Σύντομα ο Wentzel18 κατάφερε να εξαγάγει στηριζόμενος στη θεωρία μου τον περίφημο τύπο του Rutherford για τη σκέδαση των σωματιδίων- α.

    Ωστόσο, μια εργασία του Heisenberg19, που περιείχε την περίφημη σχέση αβεβαιότητας, συνέβαλε, περισσότερο από τις προαναφερθείσες επιτυχίες, στην ταχεία αποδοχή της στατιστικής ερμηνείας της συνάρτησης ψ. Μέσω αυτής της εργασίας έγινε σαφής ο επαναστατικός χαρακτήρας της νέας αντίληψης. Έδειξε ότι όχι μόνο ο ντετερμινισμός της κλασικής φυσικής πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά και η αφελής αντίληψη της πραγματικότητας που έβλεπε τα σωματίδια της ατομικής φυσικής σαν να ήταν πολύ μικροί κόκκοι άμμου. Κάθε στιγμή ένας κόκκος άμμου έχει μια συγκεκριμένη θέση και ταχύτητα. Αυτό δεν συμβαίνει με ένα ηλεκτρόνιο. Αν η θέση του προσδιορίζεται με αυξανόμενη ακρίβεια, η δυνατότητα εξακρίβωσης της ταχύτητας μειώνεται και αντίστροφα. Θα επανέλθω σύντομα σε αυτά τα προβλήματα σε γενικότερο πλαίσιο, αλλά θα ήθελα πρώτα να πω λίγα λόγια για τη θεωρία των κρούσεων.

    Οι μαθηματικές μέθοδοι προσέγγισης που χρησιμοποίησα ήταν αρκετά ξεπερασμένες και σύντομα βελτιώθηκαν. Από τη βιβλιογραφία, η οποία έχει αυξηθεί σε σημείο που δεν μπορώ να την διαχειριστώ, θα ήθελα να αναφέρω μόνο μερικούς από τους πρώτους συγγραφείς στους οποίους η θεωρία οφείλει μεγάλη πρόοδο: Faxén στη Σουηδία, Holtsmark στη Νορβηγία20, Bethe στη Γερμανία21, Mott και Massey στην Αγγλία22.

    Σήμερα, η θεωρία των κρούσεων είναι μια ειδική επιστήμη με τα δικά της μεγάλα, ολοκληρωμένα εγχειρίδια, τα οποία είναι εντελώς πάνω από τις δυνάμεις μου. Βέβαια, σε τελευταία ανάλυση, όλοι οι σύγχρονοι κλάδοι της φυσικής, η κβαντική ηλεκτροδυναμική, η θεωρία των μεσονίων, των πυρήνων, των κοσμικών ακτίνων, των στοιχειωδών σωματιδίων και των μετασχηματισμών τους, όλα ανήκουν στο πεδίο εφαρμογής αυτών των ιδεών και δεν θα μπορούσαν να τεθούν όρια σε μια συζήτηση επ’ αυτών.

    Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι το 1926 και το 1927 δοκίμασα έναν άλλο τρόπο υποστήριξης της στατιστικής έννοιας της κβαντομηχανικής, εν μέρει σε συνεργασία με τον Ρώσο φυσικό Fock23. Στην προαναφερθείσα εργασία τριών συγγραφέων υπάρχει ένα κεφάλαιο που προδικάζει τη συνάρτηση Schrödinger, με τη διαφορά ότι δεν θεωρείται ως συνάρτηση ψ(x) στο χώρο, αλλά ως συνάρτηση ψn του διακριτού δείκτη n = 1, 2, . . . που απαριθμεί τις στάσιμες καταστάσεις. Αν το εξεταζόμενο σύστημα υπόκειται σε μια δύναμη η οποία μεταβάλλεται με το χρόνο, η ψn γίνεται επίσης χρονικά εξαρτώμενη, και το |ψn(t)|2 δηλώνει την πιθανότητα για την ύπαρξη της κατάστασης n τη χρονική στιγμή t. Ξεκινώντας από μια αρχική κατανομή όπου υπάρχει μόνο μια κατάσταση, λαμβάνονται οι πιθανότητες μετάβασης και μπορούν να εξεταστούν οι ιδιότητές τους. Αυτό που με ενδιέφερε, ιδιαίτερα τότε, ήταν τι συμβαίνει στην αδιαβατική οριακή περίπτωση, δηλαδή στην πολύ αργά μεταβαλλόμενη δράση. Ήταν δυνατό να δείξω ότι, όπως ήταν αναμενόμενο, η πιθανότητα των μεταβάσεων γίνεται όλο και μικρότερη. Η θεωρία των πιθανοτήτων μετάβασης αναπτύχθηκε ανεξάρτητα από τον Dirac με μεγάλη επιτυχία. Μπορεί να ειπωθεί ότι ολόκληρη η ατομική και πυρηνική φυσική λειτουργεί με αυτό το σύστημα εννοιών, ιδίως με την πολύ κομψή μορφή που τους έδωσε ο Dirac24. Σχεδόν όλα τα πειράματα οδηγούν σε συμπεράσματα για τις σχετικές συχνότητες των γεγονότων, ακόμη και όταν αυτά συμβαίνουν κρυφά με ονόματα όπως ενεργός διατομή ή παρόμοια.

    Πώς γίνεται, λοιπόν, μεγάλοι επιστήμονες όπως ο Einstein, ο Schrödinger και ο De Broglie να είναι δυσαρεστημένοι με την κατάσταση; Φυσικά, όλες αυτές οι αντιρρήσεις διατυπώνονται όχι κατά της ορθότητας των τύπων, αλλά κατά της ερμηνείας τους. Δύο στενά συνδεδεμένες απόψεις πρέπει να διακριθούν: το ζήτημα του ντετερμινισμού και το ζήτημα της πραγματικότητας.

    Η νευτώνεια μηχανική είναι ντετερμινιστική με την ακόλουθη έννοια:

    Εάν η αρχική κατάσταση (θέσεις και ταχύτητες όλων των σωματιδίων) ενός συστήματος είναι δεδομένη με ακρίβεια, τότε η κατάσταση σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή (νωρίτερα ή αργότερα) μπορεί να υπολογιστεί από τους νόμους της μηχανικής. Όλοι οι άλλοι κλάδοι της κλασικής φυσικής έχουν δημιουργηθεί σύμφωνα με αυτό το μοντέλο. O μηχανιστικός ντετερμινισμός έγινε σταδιακά ένα είδος άρθρου της πίστης: ο κόσμος ως μια μηχανή, ως ένα αυτόματο. Απ’ όσο μπορώ να δω, αυτή η ιδέα δεν έχει προδρόμους στην αρχαία και μεσαιωνική φιλοσοφία. Η ιδέα είναι προϊόν της τεράστιας επιτυχίας της νευτώνειας μηχανικής, ιδίως στην αστρονομία. Τον 19ο αιώνα έγινε βασική φιλοσοφική αρχή για το σύνολο των θετικών επιστημών. Αναρωτήθηκα αν αυτό ήταν πραγματικά δικαιολογημένο. Μπορούν πράγματι να γίνουν απόλυτες προβλέψεις για πάντα με βάση τις κλασικές εξισώσεις κίνησης; Γίνεται εύκολα αντιληπτό, με απλά παραδείγματα, ότι αυτό ισχύει μόνο όταν δεχτούμε τη δυνατότητα της απόλυτα ακριβούς μέτρησης (της θέσης, της ταχύτητας ή άλλων μεγεθών). Ας θεωρήσουμε ένα σωματίδιο που κινείται χωρίς τριβές σε μια ευθεία γραμμή μεταξύ δύο ακραίων σημείων (τοίχων), στα οποία υφίσταται απολύτως ελαστική κρούση. Το σωματίδιο κινείται με σταθερή ταχύτητα ίση με την αρχική του ταχύτητα v0 προς τα πίσω και προς τα εμπρός, και μπορεί να καθοριστεί ακριβώς πού θα βρίσκεται σε δεδομένη χρονική στιγμή, υπό την προϋπόθεση ότι η v0 είναι επακριβώς γνωστή. Αν όμως επιτραπεί μια μικρή απροσδιοριστία Δv0, τότε η απροσδιοριστία στην πρόβλεψη tΔv0 της θέσης τη χρονική στιγμή t, αυξάνεται με το t. Αν κάποιος περιμένει αρκετά μέχρι τον χρόνο tc=l/Δv0, όπου l είναι η απόσταση μεταξύ των ελαστικών τοιχωμάτων, η απροσδιοριστία θα έχει γίνει ίση με ολόκληρο το διάστημα l. Έτσι, είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς οτιδήποτε για τη θέση σε χρόνο που είναι μεταγενέστερος από τον tc. Οπότε, ο ντετερμινισμός μετατρέπεται πλήρως σε απροσδιοριστία μόλις επιτραπεί η παραμικρή ανακρίβεια στα δεδομένα για την ταχύτητα. Υπάρχει κάποια έννοια – και εννοώ οποιαδήποτε φυσική έννοια, όχι μεταφυσική – υπό την οποία μπορεί κανείς να μιλήσει για απόλυτα δεδομένα; Δικαιολογείται κανείς να πει ότι η συντεταγμένη x = π cm όπου π = 3.1415. . είναι ο γνωστός υπερβατικός αριθμός που καθορίζει τον λόγο της περιφέρειας ενός κύκλου προς τη διάμετρό του; Ως μαθηματικό εργαλείο η έννοια του πραγματικού αριθμού που αντιπροσωπεύεται από ένα μη τερματικό δεκαδικό κλάσμα είναι εξαιρετικά σημαντικό και γόνιμο. Ως μέτρο μιας φυσικής ποσότητας είναι ανοησία. Εάν το π ληφθεί στην 20η ή 25η θέση των δεκαδικών ψηφίων, προκύπτουν δύο αριθμοί που δεν διακρίνονται μεταξύ τους, καθώς και η πραγματική τιμή του π με οποιαδήποτε μέτρηση. Σύµφωνα µε την ευρετική αρχή που χρησιµοποιήθηκε από τον Einstein στη θεωρία της σχετικότητας και από τον Heisenberg στην κβαντική θεωρία, οι έννοιες που δεν αντιστοιχούν σε κάποια πιθανή παρατήρηση πρέπει να εξαλειφθούν από τη φυσική. Αυτό είναι δυνατό χωρίς δυσκολία και στην παρούσα περίπτωση. Αρκεί να αντικαταστήσουμε δηλώσεις όπως x = π cm με: η πιθανότητα κατανομής των τιμών του x έχει ένα απότομο μέγιστο στο x = π cm – και (αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς) να προσθέσουμε: τέτοιου και τόσου πλάτους. Εν ολίγοις, η συνήθης μηχανική πρέπει επίσης να διατυπώνεται στατιστικά. Ασχολήθηκα λίγο πρόσφατα με το πρόβλημα αυτό και διαπίστωσα ότι είναι εφικτό χωρίς δυσκολία. Εδώ δεν είναι ο κατάλληλος χώρος για να εμβαθύνω περισσότερο στο θέμα. Θα ήθελα μόνο να πω το εξής: ο ντετερμινισμός της κλασικής φυσικής αποδεικνύεται ότι είναι μια ψευδαίσθηση, που δημιουργήθηκε από την υπερεκτίμηση των μαθηματικών-λογικών εννοιών. Είναι ένα είδωλο, όχι ένα ιδανικό στην επιστημονική έρευνα και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να χρησιμοποιηθεί ως αντίρρηση στην ουσιαστικά μη νομοτελειακή στατιστική ερμηνεία της κβαντομηχανικής.

    Πολύ δυσκολότερη είναι η ένσταση που βασίζεται στην πραγματικότητα. Η έννοια ενός σωματιδίου, π.χ. ενός κόκκου άμμου, εμπεριέχει ανεπιφύλακτα την ιδέα ότι βρίσκεται σε μια καθορισμένη θέση και έχει μια καθορισμένη κίνηση. Αλλά σύμφωνα με την κβαντομηχανική είναι αδύνατο να προσδιοριστούν ταυτόχρονα με οποιαδήποτε επιθυμητή ακρίβεια τόσο η θέση όσο και η ταχύτητα (ακριβέστερα : η ορμή, δηλαδή η μάζα επί την ταχύτητα). Προκύπτουν λοιπόν δύο ερωτήματα: τι μας εμποδίζει, παρά τον θεωρητικό ισχυρισμό, να μετρήσουμε και τα δύο μεγέθη με οποιαδήποτε επιθυμητή ακρίβεια μέσω βελτιωμένων πειραμάτων; Δεύτερον, αν όντως αποδειχθεί ότι αυτό δεν είναι εφικτό, δικαιολογούμαστε ακόμα να εφαρμόζουμε στο ηλεκτρόνιο την έννοια του σωματιδίου και επομένως τις ιδέες που συνδέονται με αυτό;

    Αναφερόμενοι στο πρώτο ερώτημα, είναι σαφές ότι αν η θεωρία είναι σωστή – και έχουμε αρκετούς λόγους να το πιστεύουμε αυτό – το εμπόδιο στην ταυτόχρονη μέτρηση της θέσης και της κίνησης (και άλλων τέτοιων ζευγών των λεγόμενων συζυγών μεγεθών) πρέπει να βρίσκεται στους ίδιους τους νόμους της κβαντομηχανικής. Πράγματι, έτσι είναι. Αλλά δεν είναι απλό θέμα να αποσαφηνιστεί η κατάσταση. Ο ίδιος ο Niels Bohr έχει καταβάλλει μεγάλο κόπο και εφευρετικότητα25 για να αναπτύξει μια θεωρία μετρήσεων που να ξεκαθαρίζει το θέμα και να ανταποκρίνεται στις πιο βελτιωμένες και ευφυείς επιθέσεις του Einstein, ο οποίος προσπάθησε επανειλημμένα να σκεφτεί μεθόδους μέτρησης με τις οποίες θα μπορούσαν να μετρηθούν η θέση και η κίνηση ταυτόχρονα και με ακρίβεια. Από αυτές τις προσπάθειες προκύπτει το εξής: για τη μέτρηση των χωρικών συντεταγμένων και των χρονικών στιγμών απαιτούνται άκαμπτες μετρητικές ράβδοι και ρολόγια. Από την άλλη πλευρά, για τη μέτρηση των ορμών και των ενεργειών, απαιτούνται συσκευές με κινητά μέρη που απορροφούν την κρούση του δοκιμαστικού αντικειμένου και δείχνουν το μέγεθος της ορμής του. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η κβαντομηχανική είναι αρμόδια για την αντιμετώπιση της αλληλεπίδρασης αντικειμένου και συσκευής, γίνεται αντιληπτό ότι δεν είναι δυνατή καμία διάταξη που να ικανοποιεί ταυτόχρονα και τις δύο απαιτήσεις. Υπάρχουν, επομένως, αμοιβαία αποκλειόμενα αν και συμπληρωματικά πειράματα, που μόνο ως σύνολο εμπερικλείουν όλα όσα συμβαίνουν σε σχέση με ένα αντικείμενο.

    Αυτή η ιδέα της συμπληρωματικότητας θεωρείται σήμερα από τους περισσότερους φυσικούς ως το κλειδί για την καθαρή κατανόηση των κβαντικών διαδικασιών. Ο Bohr γενίκευσε την ιδέα αυτή σε αρκετά διαφορετικά πεδία γνώσης, π.χ. στη σχέση μεταξύ συνείδησης και εγκεφάλου, στο πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης και σε άλλα βασικά προβλήματα της φιλοσοφίας. Για να έρθουμε τώρα στο τελευταίο σημείο: μπορούμε να ονομάσουμε κάτι με το οποίο οι έννοιες της θέσης και της κίνησης δεν μπορούν να συσχετιστούν με τον συνήθη τρόπο, πράγμα ή σωματίδιο; Και αν όχι, ποια είναι η πραγματικότητα, που η θεωρία μας επινοήθηκε για να περιγράψει;

    Η απάντηση σε αυτό δεν είναι πλέον η φυσική, αλλά η φιλοσοφία, και η διεξοδική αντιμετώπισή της θα σήμαινε ότι θα ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια αυτής της διάλεξης. Έχω εκθέσει τις απόψεις μου επ’ αυτού αλλού26. Εδώ θα πω μόνο ότι είμαι κατηγορηματικά υπέρ της διατήρησης της ιδέας των σωματιδίων. Φυσικά, είναι απαραίτητο να επαναπροσδιορίσουμε τι εννοείται. Για το σκοπό αυτό, υπάρχουν διαθέσιμες, καλά αναπτυγμένες έννοιες που εμφανίζονται στα μαθηματικά με το όνομα, αναλλοίωτες σε μετασχηματισμούς. Κάθε αντικείμενο που αντιλαμβανόμαστε εμφανίζεται σε αναρίθμητες όψεις. Η έννοια του αντικειμένου είναι η αναλλοίωτη όλων αυτών των όψεων. Από αυτή την άποψη, το σημερινό παγκοσμίως χρησιμοποιούμενο σύστημα εννοιών στο οποίο τα σωματίδια και τα κύματα εμφανίζονται ταυτόχρονα, μπορεί να δικαιολογηθεί πλήρως.

    Οι τελευταίες έρευνες σχετικά με τους πυρήνες και τα στοιχειώδη σωμάτια μας οδήγησαν, ωστόσο, σε όρια πέρα από τα οποία αυτό το ίδιο το σύστημα εννοιών δεν φαίνεται να επαρκεί. Το μάθημα που πρέπει να πάρουμε από όσα διηγήθηκα για την προέλευση της κβαντομηχανικής είναι ότι οι πιθανές βελτιώσεις των μαθηματικών μεθόδων δεν αρκούν για να παραγάγουμε μια ικανοποιητική θεωρία, αλλά ότι κάπου στο δόγμα μας κρύβεται μια αντίληψη, αδικαιολόγητη από την εμπειρία, την οποία πρέπει να εξαλείψουμε για να ανοίξει ο δρόμος.ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Ευχαριστούμε τον καθηγητή του ΕΚΠΑ Θόδωρο Αραμπατζή για τη βοήθειά του στην ακριβή απόδοση όρων του κειμένου.

    Το πορτραίτο του Born φιλοτέχνησε ο εικαστικός Χρήστος Αλαβέρας από τη Θεσσαλονίκη.ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

    [1] Ladenburg, R., 1921. Die quantentheoretische Deutung der Zahl der Dispersionselektronen. Z. Physik, 4, 451, http://dx.doi.org/10.1007/BF01331244; Ladenburg, R., and Reiche, F., 1923. Absorption, Zerstreuung und Dispersion in der Bohrschen Atomtheorie. Naturwiss., 11584, https://link.springer.com/article/10.1007/BF01554355.

    [2] Kramers, H., A., 1924. The Law of Dispersion and Bohr’s Theory of Spectra. Nature, 113, 673, https://www.nature.com/articles/113673a0.

    [3] Kramers, H., A., and Heisenberg, W., 1925. Über die Streuung von Strahlung durch Atome. Z. Physik, 31, 681, https://link.springer.com/article/10.1007/BF02980624.

    [4]; Born, M., 1924. Über Quantenmechanik. Z. Physik, 26, 379, https://link.springer.com/article/10.1007/BF01327341; Born, M., and Jordan, P., 1925. Absorption, Zerstreuung und Dispersion in der Bohrschen Atomtheorie. Naturwiss., 11584,
    https://doi.org/10.1007/BF01554355.

    [5] Heisenberg, W., 1925. Über quantentheoretische Umdeutung kinematischer und mechanischer Beziehungen. Z. Physik, 33, 879, https://doi.org/10.1007/BF01328377.

    [6] Born, M., and Jordan, P., 1925. Zur Quantenmechanik. Z. Physik, 34, 858, https://link.springer.com/article/10.1007/BF01328531.

    [7] Born, M., Heisenberg, W., and Jordan, P., 1926. Zur Quantenmechanik. II.. Z. Physik, 35, 557, https://link.springer.com/article/10.1007/bf01379806.

    [8] Dirac, P., A., M., 1925. The fundamental equations of quantum mechanics. Proc. Roy. Soc., A109, 642, https://doi.org/10.1098/rspa.1925.0150.

    [9] Pauli, W., 1926. Über das Wasserstoffspektrum vom Standpunkt der neuen Quantenmechanik. Z. Physik, 36, 336, https://doi.org/10.1007/BF01450175.

    [10] Schrödinger, E., 1926. Über das Verhältnis der Heisenberg Born Jordanischen Quantenmechanik zu der meinen. Ann. Physik, 79 (8), 734, https://doi.org/10.1002/andp.19263840804.

    [11] De Broglie, L., 1925. Recherches sur la théorie des quanta (Researches on the quantum theory). Ann. Phys., 10 (3), 22-128, https://doi.org/10.1051/anphys/192510030022.

    [12] Elsasser, W., 1925. Bemerkungen zur Quantenmechanik freier Elektronen. Naturwissenschaften 13, 711, https://doi.org/10.1007/BF01558853.

    [13] Davisson, C., and Germer, L., H., 1927. Diffraction of Electrons by a Crystal of Nickel. Phys. Rev., 30, 707, https://doi.org/10.1103/PhysRev.30.705.

    [14] Thomson, G., P., and Reid, A., 1927. Diffraction of Cathode Rays by a Thin Film. Nature, 119, 890, https://doi.org/10.1038/119890a0; Thomson, G., P., 1928 Experiments on the diffraction of cathode ray. Proc. Roy. Soc., A 117, 600, https://doi.org/10.1098/rspa.1928.0022.

    [15] Schrödinger, E., 1952. Are there quantum jumps? Part II. Brit. J. Phil. Sci., 3, 109, 233, https://www.jstor.org/stable/685266.

    [16] Born, M., and Wiener, N., 1926. Eine neue Formulierung der Quantengesetze für periodische und nicht periodische Vorgänge. Z. Physik, 36, 174, https://doi.org/10.1007/BF01382261.

    [17] Born, M., 1926. Zur Quantenmechanik der Stoßvorgänge. Z. Physik, 37, 863-867, https://doi.org/10.1007/BF01397477; Göttinger Nachr. Math. Phys. Kl., 146.

    [18] Wentzel, G., 1926. Zwei Bemerkungen über die Zerstreuung korpuskularer Strahlen als Beugungserscheinung. Z. Physik, 40, 590, https://doi.org/10.1007/BF01390457.

    [19] Heisenberg, W., 1927. Über den anschaulichen Inhalt der quantentheoretischen Kinematik und Mechanik. Z. Physik, 43, 172, http://dx.doi.org/10.1007/BF01397280.

    [20] Faxén, H., and Holtsmark, J., 1927. Beitrag zur Theorie des Durchganges langsamer Elektronen durch Gase. Z. Physik, 45, 307, https://doi.org/10.1007/BF01343053.

    [21] Bethe, H., A., 1930. On the Theory of the Passage of Fast Corpuscular Rays through Matter. Ann. Physik, 5, 325, https://doi.org/10.1002/andp.19303970303.

    [22] Mott, N., F., 1929. The scattering of fast electrons by atomic nuclei. Proc. Roy. Soc.,A 124, 422, 425, http://dx.doi.org/10.1098/rspa.1929.0127; The Quantum Theory of electronic scattering by Helium. Proc. Cambridge Phil. Soc., 25, 304, https://doi.org/10.1017/S030500410001402X.

    [23] Born, M., 1927. Das Adiabatenprinzip in der Quantenmechanik. Z. Physik, 40, 167, https://doi.org/10.1007/BF01400360; Born, M., and Fock, V., 1928. Beweis des Adiabatensatzes. Z. Physik 51, 165, https://doi.org/10.1007/BF01343193.

    [24] Dirac, P., A., M., 1925. The fundamental equations of quantum mechanics. Proc. Roy. Soc., A 109, 642, https://doi.org/10.1098/rspa.1925.0150; 1926. Quantum mechanics and a preliminary investigation of the hydrogen atom, 110, 561, https://doi.org/10.1098/rspa.1926.0034; 1926. The elimination of the nodes in quantum mechanics, 111, 281, https://doi.org/10.1098/rspa.1926.0068; 1926. On the theory of quantum mechanics, 112, 674, https://doi.org/10.1098/rspa.1926.0133.

    [25] Bohr, N., 1928. Das Quantenpostulat und die neuere Entwicklung der Atomistik. Naturwissenschaften, 16, 245, https://doi.org/10.1007/BF01504968; 1936. Kausalität und Komplementarität» (Causality and Complementarity), Die Erkenntnis, 6, 293, https://www.jstor.org/stable/20011824.

    [26] Born, N., 1953. Physical Reality. Phil. Quart., 3, 134, https://doi.org/10.2307/2216882; 1954, Physik. Bl., I0, 49.

  • Η ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

    Η ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

    Erwin Schrödinger

    Μετάφραση: Κωνσταντίνα Γεωργούλια

    Το παρόν κείμενο είναι το πέμπτο κεφάλαιο από το βιβλίο του Erwin Schrödinger με τίτλο Science and the Human Temperament (Η Επιστήμη και η Ανθρώπινη Ιδιοσυγκρασία) που εκδόθηκε το 1935 στο Λονδίνο από τις εκδόσεις George Allen & Unwin Ltd.Σε αυτό το κεφάλαιο, θα θίξω το ζήτημα του σε ποιο βαθμό έχει περιγραφεί η εικόνα του φυσικού σύμπαντος, όπως μας την έχει παρουσιάσει η σύγχρονη επιστήμη, υπό την επιρροή ορισμένων σύγχρονων τάσεων, οι οποίες δεν αφορούν μόνο την επιστήμη. Βλέπουμε αυτές οι τάσεις να κυριαρχούν στις τέχνες και στα τεχνουργήματα (Σ.τ.Μ.: «Crafts» στο πρωτότυπο. Αρχικά, με τον όρο «crafts» όριζαν τη χειροτεχνία, τα χειροποίητα αντικείμενα, αλλά μετά τον 19ο αιώνα χαρακτήριζαν τον σχεδιασμό και τη μηχανική παραγωγή χρηστικών αντικειμένων, π.χ. κοσμήματα, καθρέπτες, χτένες κτλ. Πρόκειται για όρο αγγλοσαξονικό, από την απαρχή της βιομηχανικής επανάστασης.), στην πολιτική και στις βιομηχανικές και κοινωνικές δομές. Για παράδειγμα, στην τέχνη, μια κυρίαρχη ιδέα είναι εκείνη της απλότητας και της σκοπιμότητας –reine Sachlichkeit, για να χρησιμοποιήσω μια γερμανική έκφραση– και η ίδια σκέψη κυριαρχεί και σε ολόκληρο τον κλάδο των τεχνουργημάτων. Στην πολιτική και στην κοινωνική τάξη, η επιθυμία για αλλαγή και ελευθερία από τον ζυγό του νόμου, των συμβάσεων και της εξουσίας είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Η φιλοσοφική και ηθική οπτική μας είναι αισθητά σχετική και όχι απόλυτη. Στην κοινωνική και εμπορική και βιομηχανική οργάνωσή μας, οι μέθοδοι ελέγχου των μαζών και ο εξορθολογισμός είναι η μόδα της εποχής. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί εκείνη η αξιοσημείωτη εφεύρεση του καιρού μας που ακούει στο όνομα στατιστική. Ας πάρουμε καθεμία από αυτές τις κύριες τάσεις και ας τη συζητήσουμε ξεχωριστά, επισημαίνοντας παρόμοια χαρακτηριστικά στη σύγχρονη φυσική επιστήμη.

    Απλότητα και σκοπιμότητα στις τέχνες και στα τεχνουργήματα. Ελάχιστοι ζωγράφοι πορτραίτων στις μέρες μας –για να πάρουμε ως παράδειγμα αυτό το είδος της τέχνης– θα σκέφτονταν να ζωγραφίσουν ένα πορτραίτο όπως εκείνο του Πάπα Λέοντα Χ του Ραφαήλ, όπου η κάθε λεπτομέρεια του ενδύματος και των επίπλων έχει δουλευτεί με μεγάλη προσοχή. Οι καλλιτέχνες μας θα είναι ικανοποιημένοι αν αιχμαλωτίσουν τα βασικά χαρακτηριστικά του μοντέλου τους και θα θεωρήσουν την όποια προσπάθεια που έχει να κάνει με τη διακόσμηση ή τη λεπτομερή ζωγραφική των αξεσουάρ ως εμπόδιο όσον αφορά τον κύριο σκοπό, ο οποίος είναι να παρουσιάσουν τον χαρακτήρα του μοντέλου, όπως αυτός απεικονίζεται στα βασικά χαρακτηριστικά του. Πίσω από όλη τη δεξιοτεχνία μας υπάρχει η ίδια ακριβώς θέληση που έχει να κάνει με τη σκοπιμότητα. Στην κατασκευή των σπιτιών και των επίπλων μας και όλων των οικιακών αξεσουάρ, στους τρόπους κατασκευής που υιοθετούνται από τους μηχανικούς αυτοκινήτων και του σιδηροδρόμου και των πλοίων, οτιδήποτε δεν συμβάλλει στον βασικό σκοπό εξορκίζεται. Νιώθουμε ότι δεν θέλουμε καμία διακόσμηση που δεν θα εναρμονιζόταν με την κεντρική ιδέα της πρακτικής χρησιμότητας. Και εξορκίζουμε αυτά τα διακοσμητικά αξεσουάρ όχι λόγω έλλειψης καλλιέργειας ή λόγω κακόγουστου ωφελιμισμού, αλλά μάλλον γιατί είμαστε πεπεισμένοι ότι αν πληρείται το κριτήριο της χρησιμότητας αυτό θα εξελίξει τον δικό του τύπο ομορφιάς. Δεν φοβόμαστε πλέον τους τεράστιους άδειους χώρους όσον αφορά την επίπλωσή μας ή τους τοίχους μας. Δεν έχουμε πλέον αυτό που αποκαλούν οι Γερμανοί Platzangst, τον φόβο των άδειων χώρων. Πράγματι, θα πρέπει να το θεωρούμε κακογουστιά να γεμίζουμε αυτούς τους άδειους χώρους πάνω στους τοίχους μας με ανούσιες εικόνες μέσα σε περίτεχνα σκαλισμένες κορνίζες ή να ποικίλλουμε τη μονοτονία του άθικτου τοίχου με σπειροειδή διακοσμητικά στοιχεία ή πίνακες ή άλλη σκαλιστή διακόσμηση.

    Τώρα, υπάρχει κάτι παρόμοιο στην επιστήμη μας. Αρχίζουμε να διατυπώνουμε μια άποψη όσον αφορά τη διαμόρφωση της εικόνας μας σχετικά με το φυσικό σύμπαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να αντιπροσωπεύει μόνο τα γεγονότα που μπορούν στην πραγματικότητα να επαληθευτούν μέσω του πειράματος και αποφεύγουμε όσο πιο πολύ μπορούμε όλες τις εκούσιες θεωρίες ή υποθέσεις. Δεν θέλουμε διακοσμητικά αξεσουάρ. Όπως δεν φοβόμαστε πλέον τις γυμνές επιφάνειες στα έπιπλά μας και στα δωμάτια που κατοικούμε, έτσι και στην επιστημονική εικόνα που έχουμε για τον εξωτερικό κόσμο δεν προσπαθούμε να γεμίσουμε τους άδειους χώρους. Προσπαθούμε να αποκλείσουμε οτιδήποτε που στη θεωρία δεν μπορεί να είναι το αντικείμενο της πειραματικής παρατήρησης. Και πιστεύουμε ότι είναι καλύτερο να αφήσουμε το αίσθημα έλλειψης πληρότητας ανικανοποίητο αντί να εισαγάγουμε νοητικές δομές, οι οποίες δεν μπορούν από τη φύση τους να ελεγχθούν πειραματικά όσον αφορά την αντιστοιχία τους με την εξωτερική πραγματικότητα.

    Ως παράδειγμα, θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω την ανάπτυξη της κινητικής θεωρίας των αερίων. Στο παρελθόν, τα μόρια των αερίων θεωρούνταν λείες, ελαστικές μπάλες ή σφαιροειδή, σαν μικροσκοπικές μπάλες του μπιλιάρδου –αλλά απολύτως ελαστικές– που αναπηδούσαν, όταν συγκρούονταν μεταξύ τους ή με τα τοιχώματα του δοχείου. Σταδιακά, θεωρήθηκε επαρκές και πράγματι προτιμότερο να αντικαταστήσουμε τις μπάλες του μπιλιάρδου με μηχανικά συστήματα, η ακριβής φύση των οποίων μπορεί να παραμείνει απροσδιόριστη, δεδομένου μόνο τού ότι υπακούν ακριβώς στους μηχανικούς νόμους. Ωστόσο, αυτά με τη σειρά τους θεωρήθηκαν σταδιακά ακατάλληλα όσον αφορά την εφαρμογή τους στην εσωτερική δομή των ατόμων και των μορίων και, στη συνέχεια, προέκυψε ότι τα κύρια αποτελέσματα που έδωσε η παλαιότερη θεωρία των αερίων μπορούσαν να ληφθούν υπόψη χωρίς καμία άλλη υπόθεση από εκείνη που υποστηρίζει ότι ο νόμος της διατήρησης της ενέργειας και της ορμής θεωρείται ότι επηρεάζει τις συγκρούσεις των μορίων μεταξύ τους ή με τα τοιχώματα του δοχείου. Και είναι ακόμη και αρκετό να θεωρήσουμε ότι αυτοί οι νόμοι εκφράζουν απλώς μέσους όρους, δηλαδή ότι είναι ορθοί μόνο για έναν μεγάλο αριθμό μοριακών συγκρούσεων που λαμβάνονται υπόψη χονδρικά.

    Άλλο ένα παράδειγμα είναι αυτό της εντυπωσιακής συμπεριφοράς που έχει να κάνει με τη σύγχρονη έννοια της κβαντικής μηχανικής, όπως αυτή εφαρμόζεται στα ατομικά προβλήματα που ήρθαν αντιμέτωπα με την πρωιμότερη διατύπωση. Πρόκειται για ένα θεμελιώδες αξίωμα της σύγχρονης κβαντικής θεωρίας, σύμφωνα με το οποίο, ένα άτομο, όταν εκπέμπει ακτινοβολία, αλλάζει από ένα πολύ διακριτά ορισμένο επίπεδο υψηλότερης ενέργειας σε ένα διακριτά ορισμένο επίπεδο χαμηλότερης ενέργειας και εκπέμπει μια ποσότητα ενέργειας ως κύμα φωτός, του οποίου η συχνότητα ορίζεται με ακρίβεια. Ας ονομάσουμε το πρώτο επίπεδο ενέργειας Ε1 και το δεύτερο Ε2. Τότε, η συχνότητα του κύματος φωτός είναι (Ε1Ε2)/h, όπου h είναι η σταθερά του Planck1. Σημαντικότατο κομμάτι αυτής της θεωρίας είναι ότι δεν απαντώνται ποτέ ενδιάμεσες τιμές ενέργειας, ανάμεσα στην Ε1 και την Ε2. Αλλάζει, λοιπόν, το άτομο ακαριαία, δηλαδή χωρίς να απαιτηθεί χρόνος, από τη μία κατάσταση ενέργειας στην άλλη; Αυτό δεν μπορεί να ισχύει, μιας και ο κυματοσυρμός, τον οποίο παράγει, μπορεί να αποδειχθεί ότι έχει ένα σημαντικό μήκος, σε ορισμένες περιπτώσεις πάνω από ένα μέτρο, και άρα η εκπομπή πρέπει να απαιτεί χρόνο, ο οποίος, από τη σκοπιά της ατομικής αντίδρασης, είναι σημαντικός. Τι ενέργεια έχει το άτομο κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου – δηλαδή κατά την εκπομπή του κυματοσυρμού; Είναι Ε1 ή Ε2; Όποια απάντηση και αν επιλέξουμε να δώσουμε, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ορισμένες δυσκολίες. Γιατί όσο η ατομική ενέργεια εξακολουθεί να είναι Ε1, η ενέργεια του φωτός θα εκπεμπόταν, κατά κάποιον τρόπο, «σε δόσεις». Και αν το άτομο πραγματοποιήσει τη μεταπήδηση σε Ε2, προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία της ακτινοβολίας, τότε θα είναι σαν να πραγματοποιεί την πληρωμή «προκαταβολικά». Σε κάθε περίπτωση, τι συμβαίνει στην ιερή Αρχή της Διατήρησης της Ενέργειας, αν, για παράδειγμα, λάμβανε χώρα κάποια βίαιη παρεμβολή, η οποία θα διέκοπτε τη διαδικασία, όπως η σύγκρουση με ένα άλλο άτομο; Αυτό το δίλημμα παρέμεινε άλυτο στην παλαιότερη κβαντική θεωρία: αλλά η νεότερη κβαντική θεωρία υιοθετεί την παράδοξη στάση ότι το ερώτημα είναι ανούσιο. Δεν πρέπει να ρωτάμε τι ενέργεια έχει «στ’ αλήθεια» το άτομο ανά πάσα στιγμή, εκτός αν μπορούμε να τη μετρήσουμε. Και, σύμφωνα με τον Heisenberg2, αυτή η μέτρηση είναι θεωρητικώς αδύνατη χωρίς την ενεργητική αλληλεπίδραση με το σύστημα, η οποία γίνεται όλο και πιο σημαντική όσο πιο ακριβής γίνεται η μέτρηση (αυτό αφορά τη σχέση αβεβαιότητας ανάμεσα στην ενέργεια και τον χρόνο). Αν αποφασίσουμε να πραγματοποιήσουμε τη μέτρηση, τότε υποστηρίζεται ότι θα βρούμε είτε την τιμή Ε1 είτε την Ε2, ποτέ μια ενδιάμεση τιμή· και, επίσης, σε πλήρη αντιστοιχία, θα ανιχνεύσουμε γύρω από το άτομο είτε τη συνολική ποσότητα ενέργειας, Ε1Ε2, με τη μορφή ακτινοβολίας, ή απολύτως τίποτα. Άρα, αν εξετάσουμε πειραματικά, δεν θα διαπιστώσουμε ποτέ να παραβιάζεται η Αρχή της Διατήρησης της Ενέργειας. Αν δεν εξετάσουμε πειραματικά, ε, τότε, λοιπόν, είμαστε υποχρεωμένοι να αποφύγουμε να δώσουμε οποιοδήποτε νόημα στην έννοια της πραγματικής ενέργειας του συστήματος! Η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο θα πρέπει να παραμείνει γυμνή και άδεια υπό αυτή την έννοια – δεν φοβόμαστε τον άδειο χώρο πάνω στον καμβά μας. Εδώ παρουσιάζω τη σύγχρονη άποψη, χωρίς να της ασκώ κριτική. Μπορείτε, αν θέλετε, να την αποκαλέσετε επιστημονική μόδα της εποχής, γιατί αυτή είναι που μας ενδιαφέρει για τον σκοπό της παρούσας συζήτησης.

    Επιθυμία για Αλλαγή και Ελευθερία από την Εξουσία: Σε σχεδόν κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, τον πολιτικό, τον κοινωνικό, τον καλλιτεχνικό ή τον θρησκευτικό, υπάρχει σήμερα ένας έντονος σκεπτικισμός σε σχέση με τις παραδοσιακά αποδεκτές αρχές. Ασφαλώς, σε όλες τις εποχές, υπήρχε η επιθυμία για αλλαγή· αλλιώς, η ζωή δεν θα εξελισσόταν. Αλλά αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο σήμερα είναι ότι η επιθυμία των ανθρώπων να μην παρασυρθούν από το ρεύμα των παραδεδομένων ιδεών επεκτείνεται όχι μόνο σε κάθε κλάδο της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά είναι και μια συνήθης στάση που υιοθετούν όλες οι τάξεις. Και επιπλέον, οι ριζοσπάστες αυτοί καθαυτοί δεν συνιστούν πλέον μια μειονότητα εκκεντρικών και ενοχλητικών· η επιθυμία για αλλαγή είναι πανανθρώπινη. Είναι ένα πνευματικό χαρακτηριστικό των πιο υπεύθυνων και σοβαρών ανθρώπων από εμάς, και όχι απλώς μια τρελή ιδέα του όχλου, ο οποίος είναι πάντα έτοιμος να επιρρίψει την ευθύνη για τις δυστυχίες που βιώνει στην ανοησία των άλλων και σκέφτεται ότι οτιδήποτε άλλο εκτός από την τωρινή τάξη θα ήταν καλύτερο. Η τάση να υποτιμούμε την αξία των υπαρχόντων θεσμών φαίνεται πιο έντονα στη γενική στάση απέναντι στην εξουσία κάθε είδους, ιδίως εκείνη την εξουσία, η οποία βασίζεται αποκλειστικά στην παράδοση. Οτιδήποτε θα πρέπει να υπόκειται σε ανεξάρτητο εξονυχιστικό έλεγχο και ένας θεσμός, ο οποίος δεν μπορεί να αιτιολογήσει τον εαυτό του, σε αυτή τη βάση, θα πρέπει να εγκαταλείπεται. Θα πρέπει να έχει κάτι άλλο που να τον προτείνει, αντί απλώς την ιστορική εξέλιξη ή την αποδοχή των προηγούμενων γενεών.

    Δεν θα υπερασπιστώ εδώ αυτή την τάση ούτε θα καταφερθώ εναντίον της. Υπάρχει και πρέπει να τη θεωρήσουμε δεδομένη. Και βλέπουμε η επιρροή της να είναι πολύ έντονα αισθητή στη σύγχρονη φυσική. Ωστόσο, στην περίπτωση της φυσικής επιστήμης, μπορούμε να εντοπίσουμε την απαρχή του κινήματος πολύ πιο πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο (Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για τον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο.). Το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της ριζικής αλλαγής ήταν η ανακάλυψη αυτού που αποκαλείται μη ευκλείδεια γεωμετρία πριν από πάνω από εκατό χρόνια. Αργά και διακριτικά, αλλά με αυξανόμενη ένταση αναδύθηκε το ερώτημα που είχε να κάνει με το ποια γεωμετρία είναι στ’ αλήθεια πραγματική – η παραδοσιακά ιερή γεωμετρία του Ευκλείδη, σύμφωνα με την οποία ο τρισδιάστατος χώρος είναι ανάλογος προς ένα απείρως επεκτεινόμενο επίπεδο σε δύο διαστάσεις, ή μία από τις προσφάτως επινοημένες γεωμετρίες που παρουσιάζουν έναν συγκεκριμένο θετικά ή αρνητικά καμπύλο χώρο. Η τόλμη που φανερώνει αυτή η ιδέα θα σας εκπλήξει, όταν θυμηθείτε ότι, με τη θετική καμπυλότητα, ο τρισδιάστατος χώρος θα έβρισκε τη δισδιάστατη αναλογία του στην επιφάνεια μιας τεράστιας μπάλας και, όπως ακριβώς η επιφάνεια της μπάλας, θα ήταν πεπερασμένος, αν και απεριόριστος.

    Συχνά, αναφέρεται –αν και μου έχουν πει ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί από τίποτε από αυτά που έχει γράψει ο Gauss3 στα άρθρα ή στις επιστολές του– ότι αυτός ο σπουδαίος μαθηματικός, πραγματοποιώντας μια τριγωνομέτρηση στη Βόρεια Γερμανία, είχε την ελπίδα μιας πιθανής πειραματικής απόφασης ανάμεσα στις διαφορετικές γεωμετρίες. Γιατί με βάση και τους δύο τύπους της μη ευκλείδειας γεωμετρίας, το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου θα έπρεπε να μην είναι 180°, είτε η τιμή αυτή είναι μεγαλύτερη είτε μικρότερη· η τιμή 180° είναι χαρακτηριστική μόνο για τη συνήθη ευκλείδεια περίπτωση, η οποία βρίσκεται ακριβώς στο ενδιάμεσο. Επιπλέον, η απόκλιση θα πρέπει να είναι ανάλογη με το εμβαδόν του τριγώνου. Αν αυτός ο θρύλος του Gauss είναι αληθής, θα μπορούσε κανείς να τον θεωρήσει μια ένδειξη της προοδευτικής διάνοιάς του, αφού δεν δίστασε να απομακρυνθεί από την ιερή παράδοση, με βάση την οποία οτιδήποτε άλλο μέχρι την τότε αποδεκτή γεωμετρία ήταν αδύνατο. Από την άλλη, αν ο θρύλος είναι αναληθής, αυτό μπορεί να ισχύει γιατί ο Gauss είχε μια ακόμη μεγαλύτερη διορατικότητα όσον αφορά το ερώτημα! Γιατί από εκείνη την εποχή, έχουμε μάθει από τον Henri Poincaré4 ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να αναμένουμε μια πειραματική απόφαση, δηλαδή ότι υπό μία ορισμένη έννοια είναι θεωρητικώς αδύνατη. Από τη στιγμή που η μέτρηση των γωνιών θα πρέπει προφανώς να γίνει με οπτικά όργανα, εξαρτάται, καταρχάς, από την ένταση των ακτίνων του φωτός, και στη συνέχεια από την κίνηση των μεταλλικών στροφέων και άλλων εξαρτημάτων που κινούνται σε αυτό που ήταν ίσως ένας μη ευκλείδειος χώρος. Όλα αυτά οδήγησαν τον Poincaré στο συμπέρασμα ότι είμαστε απολύτως ελεύθεροι να πιστεύουμε οποιαδήποτε γεωμετρία θέλουμε να είναι αληθής. Επιλέγουμε εκείνη που μας είναι πιο βολική – δηλαδή τη γεωμετρία σύμφωνα με την οποία οι νόμοι της φύσης εμφανίζονται με την απλούστερη μορφή τους και σύμφωνα με την οποία μπορούμε με τον απλούστερο τρόπο να εκφράσουμε τους νόμους της διάδοσης του φωτός, την κίνηση των πραγματικών στερεών σωμάτων και ούτω καθεξής.

    Η επαναστατική τάση της σύγχρονης φυσικής έχει εκφραστεί πιο έντονα στη θεωρία της σχετικότητας και στην κβαντική θεωρία. Η δεύτερη αμφισβητεί ακόμη και την εγκυρότητα της αρχής της αιτιότητας. Με την ευκαιρία, να πω εδώ ότι πιστεύω πως ό,τι ισχύει στη γεωμετρία ισχύει και στην αιτιότητα. Δεν μπορεί ποτέ να αποφασιστεί πειραματικά αν η αιτιότητα στη φύση είναι «αληθής» ή «αναληθής». Η σχέση μεταξύ αιτίου και αιτιατού, όπως επισήμανε ο Hume5 πριν από πολύ καιρό, δεν είναι κάτι που βρίσκουμε στη φύση, αλλά είναι ένα χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τη φύση. Είμαστε απολύτως ελεύθεροι να υποστηρίξουμε αυτή την αρχή της αιτιότητας ή να την αλλάξουμε όπως μας βολεύει, με την έννοια ότι μπορούμε να την εκλάβουμε με όποιον τρόπο οδηγεί σε μια απλούστερη περιγραφή των φυσικών φαινομένων. Και εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι όχι μόνο είμαστε ελεύθεροι να απορρίψουμε μια εδώ και πολύ καιρό αποδεκτή αρχή, όταν πιστεύουμε ότι βρήκαμε κάτι πιο βολικό από την άποψη της φυσικής έρευνας, αλλά και ότι είμαστε, επίσης, ελεύθεροι να υιοθετήσουμε εκ νέου την απορριφθείσα αρχή, όταν δούμε ότι κάναμε λάθος που την αφήσαμε στην άκρη. Αυτό το λάθος μπορεί εύκολα να γίνει φανερό με την ανακάλυψη νέων δεδομένων. Μια αναπτυσσόμενη εμπειρική επιστήμη δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να φοβάται ότι θα αποδοκιμαστεί λόγω έλλειψης συνέπειας ανάμεσα στα συμπεράσματά της τις επόμενες εποχές.

    Η Ιδέα της Σχετικότητας και του Αναλλοίωτου: Πιστεύω ότι αυτή η ομάδα ιδεών θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ξέχωρα από την επαναστατική πτυχή της, γιατί αυτή καθαυτή εκτείνεται πέρα από το αντικείμενο της φυσικής. Η ιδέα της σχετικότητας είναι πολύ παλαιότερη από τη Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν. Οι πρώτοι ιστορικά γνωστοί σχετικιστές της Δύσης ήταν οι Έλληνες Σοφιστές, οι οποίοι υποστήριζαν ότι μπορούσαν με την τέχνη των λέξεων να αποδείξουν εξίσου το αληθές είτε της μίας είτε της άλλης από δύο αντικρουόμενες δηλώσεις. Παρόλο που μια τέτοιου είδους διαφήμιση θα μπορούσε να είναι χρήσιμη για τους δικηγόρους και τους πολιτικούς, ωστόσο τείνω να πιστεύω ότι οι Σοφιστές είχαν αρχικά ως στόχο κάτι πολύ πιο σοβαρό από το να καυχηθούν απλώς για την αυτού εξοχότητά τους με εξαιρετικά πειστικά λόγια. Είμαι σίγουρος ότι ήθελαν να τονίσουν την αλήθεια ότι μια δήλωση είναι πολύ σπάνια απλώς είτε σωστή είτε λάθος, αλλά ότι σχεδόν πάντα μπορεί να βρεθεί μια άποψη με βάση την οποία είναι σωστή και μια άλλη άποψη με βάση την οποία είναι λάθος. Πολύ γενικά, ο πυρήνας της ιδέας της σχετικότητας είναι ο εξής: Ακόμη και σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα το οποίο έχει τεθεί με ακρίβεια (για παράδειγμα: κινείται η Γη στο μέσο μέσα από το οποίο διαδίδονται τα κύματα του φωτός ή όχι;), παρόλο που το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί με ένα απλό «Ναι» ή «Όχι», ωστόσο κάποιος μερικές φορές πρέπει να απαντήσει λέγοντας: Εξαρτάται από το πώς το βλέπει κανείς. Εξαρτάται. Αλλά ασφαλώς δεν είναι αυτή η διφορούμενη απάντηση που περιέχει τη σπουδαία σκέψη. Το πραγματικό βασικό σημείο είναι να δομήσουμε αυτό το Εξαρτάται με τέτοιο τρόπο ώστε οι αντιφάσεις που οδήγησαν στο δίλημμα να ακυρωθούν.

    Στο παράδειγμα στο οποίο αναφέρθηκα εμμέσως, η λεγόμενη εκτροπή του φωτός που προέρχεται από έναν σταθερό αστέρα φαινόταν να αντιτίθεται στα αποτελέσματα του πειράματος του Michelson6. Με τον όρο «εκτροπή» δηλώνουμε το γεγονός ότι η κατεύθυνση στην οποία βλέπουμε τον σταθερό αστέρα αλλάζει ελαφρώς, όταν αλλάζει η κατεύθυνση της κίνησης της Γης κατά τη διάρκεια της ετήσιας περιστροφής της. Το προφανές συμπέρασμα ήταν ότι η Γη κινείται αντίθετα με τα κύματα του φωτός, όπως ακριβώς ο οδηγός ενός αυτοκινήτου κινείται αντίθετα με τη βροχή που χτυπάει πάνω στο παρμπρίζ του. Σε εκείνον φαίνεται σαν η βροχή να έρχεται πάνω του από μπροστά. Αν αυτό το συμπέρασμα ήταν σωστό, κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει, επίσης, ότι σε ένα εργαστήριο, το οποίο κινείται μαζί με τη Γη, μια ακτίνα φωτός θα έπρεπε να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να ταξιδέψει, για παράδειγμα, από το ένα άκρο του εργαστηρίου στο άλλο, αν αυτή είναι η κατεύθυνση της κίνησης της Γης (και, κατά συνέπεια, του εργαστηρίου) απ’ ό,τι αν ήταν η αντίθετη κατεύθυνση. Γιατί όταν ο στόχος κινείται προς τον δρομέα, ο δρομέας θα τον φτάσει νωρίτερα απ’ ό,τι όταν ο στόχος απομακρύνεται. Αλλά το πείραμα του Michelson αποδεικνύει ότι χρειάζεται ο ίδιος χρόνος και στις δύο περιπτώσεις. Πολλές εξηγήσεις έχουν διατυπωθεί όσον αφορά αυτή τη δυσκολία, αλλά καμία τους δεν είναι ικανοποιητική. Για παράδειγμα, υπάρχει μία που επιχειρεί να λύσει τον γρίφο, προτείνοντας ότι η δέσμη φωτός που προέρχεται από ένα εργαστήριο-πηγή αποκτά την ταχύτητα της πηγής τη στιγμή της εκπομπής, δηλαδή την ταχύτητα της Γης, με περίπου τον ίδιο τρόπο που μια σφαίρα η οποία εκτοξεύεται από ένα αεροπλάνο λαμβάνει την ταχύτητα του γρήγορα κινούμενου αεροπλάνου μαζί με την ταχύτητα που της δίνει το όπλο από το οποίο εκτοξεύεται.

    Αλλά αυτή η υπόθεση δεν λειτουργεί. Γιατί γνωρίζουμε ότι υπάρχουν μακρινά δίδυμα αστέρια, τα οποία περιστρέφονται το ένα γύρω από το άλλο. Τώρα, αν η παραπάνω εξήγηση ήταν ορθή, θα έπρεπε να ισχύει και για το φως που εκπέμπεται από τα αστέρια. Κατά συνέπεια, το φως που εκπέμπεται όταν το αστέρι απομακρύνεται από εμάς οφείλει να ξεκινήσει το ταξίδι του με μια μικρότερη ταχύτητα απ’ ό,τι το φως που εκπέμπεται λίγη ώρα αργότερα, όταν το αστέρι κινείται προς το μέρος μας. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, θα οδηγούσε σε μια απελπιστική «σύγχυση»· γιατί θα σήμαινε ότι το φως, το οποίο είχε εκπεμφθεί αργότερα θα έφτανε σε εμάς νωρίτερα, αν υποθέσουμε ότι η αλλαγή κατεύθυνσης είχε λάβει χώρα στο ενδιάμεσο. Αλλά δεν μπορούμε να βρούμε κανένα ίχνος αυτής της σύγχυσης του φωτός που προέρχεται από μακρινές δίδυμες πηγές.

    Η πολύ μεγάλη δυσκολία που έχει το να ελέγξουμε αν όλα αυτά τα δεδομένα συμφωνούν μεταξύ τους οδήγησε τελικά σε αυτό που ονομάζεται Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας. Εδώ, μπορώ μόνο να δείξω το βασικό σημείο της. Η κίνηση ενός σώματος μπορεί να παρατηρηθεί απευθείας μόνο σε σχέση με ένα άλλο σώμα που λειτουργεί ως ένα «σύστημα αναφοράς». Τώρα ας προσπαθήσουμε απλώς να υποθέσουμε ότι η έννοια της κίνησης δεν έχει κανένα άλλο νόημα παρά μόνο αυτό της σχετικής κίνησης των υλικών σωμάτων. Αν ήταν δυνατό να διατυπώσουμε όλους τους νόμους της Φύσης, συμπεριλαμβανομένων των νόμων της οπτικής, ώστε να συνεπάγονται μόνο τις σχετικές ταχύτητες των υλικών σωμάτων, τότε, αυτομάτως, στο πείραμα του Michelson, όπου όλα τα εν λόγω σώματα (η Γη, τα οπτικά όργανα και ο παρατηρητής) δεν κινούνται καθόλου το ένα σε σχέση με το άλλο, καμία ταχύτητα ενός σώματος δεν μπορεί να εμφανιστεί στα αποτελέσματα του πειράματος. Ωστόσο, στην περίπτωση της εκτροπής του φωτός που προέρχεται από έναν μακρινό αστέρα, υπάρχουν στην πραγματικότητα δύο υλικά συστήματα, και συγκεκριμένα ο παρατηρητής πάνω στη Γη και ο σταθερός αστέρας. Είναι πιθανό οι σχετικές ταχύτητές τους να πρέπει να ληφθούν υπόψη.

    Αυτή η περίπτωση μπορεί, επίσης, να χρησιμεύσει ως πείραμα του αποκλεισμού των περιττών χαρακτηριστικών στην επιστημονική εικόνα μας όσον αφορά το φυσικό σύμπαν. Αν αποκλείσουμε την αφηρημένη έννοια την οποία αποκαλούμε «κίνηση», όπως επίσης και την έννοια της «ταυτοχρονίας» (στην οποία δεν θα υπεισέλθω εδώ), τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι με εκείνους τους «άδειους χώρους», οι οποίοι προκάλεσαν μια κάποια ταραχή στους περισσότερους από εμάς, όταν προτάθηκε για πρώτη φορά η ιδέα του αποκλεισμού εκείνων των χαρακτηριστικών.

    Η έννοια του Αναλλοίωτου είναι η απαραίτητη συμπληρωματική ιδέα στη γενική ιδέα της σχετικότητας. Αν δηλώσετε ότι το ερώτημα, το οποίο έχουμε διατυπώσει, δεν μπορεί να απαντηθεί με ένα «Ναι» ή ένα «Όχι» –κάτι το οποίο σημαίνει, για να είμαστε ευθείς, ότι έχουμε διατυπώσει ένα ανόητο ερώτημα– τότε ας δούμε πώς πρέπει να διατυπώσουμε ένα ερώτημα, ώστε να έχει νόημα! Ποια πράγματα είναι ανεξάρτητα από το δικό σας οικτρό Εξαρτάται; Για παράδειγμα, στη Θεωρία της Σχετικότητας, ποια πράγματα είναι ανεξάρτητα από το Σύστημα Αναφοράς; – Αυτά τα ερωτήματα δείχνουν ακριβώς τι σημαίνει η έννοια του Αναλλοίωτου. Όταν διατυπώσουμε την ιδέα, αυτή αποδεικνύεται τόσο περιεκτική, ώστε όλος ο σχηματισμός των ανθρώπινων ιδεών φαίνεται να υπόκειται σε αυτή. Στο προηγούμενο κεφάλαιο, υποστήριξα ότι στην επιστημονική πρακτική αποδεχόμαστε ένα πείραμα, ως ένα νόμιμο μέρος της ομάδας των εδραιωμένων επιστημονικών δεδομένων μόνο αν το αποτέλεσμα του πειράματος είναι αναπαράξιμο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι κάτι Αναλλοίωτο, όχι μόνο σε σχέση με τον παρατηρητή, αλλά και σε σχέση με πολλά άλλα πράγματα. Εν ολίγοις, πρέπει να είναι κάτι Αναλλοίωτο σε σχέση με οτιδήποτε εκτός από εκείνες τις συνθήκες, τις οποίες επισημαίνουμε ειδικά ως απαραίτητες, όταν περιγράφουμε το πείραμα. Και υπό μία πολύ πιο γενική έννοια, το όλο ερώτημα που συζητιέται σε αυτό και στο προηγούμενο κεφάλαιο είναι ένα ερώτημα αμεταβλητότητας. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα αποτελέσματα της φυσικής επιστήμης αποτελούν σταθερές σε σχέση με το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε ή αν θα πρέπει να αναφέρονται σε αυτό το περιβάλλον ως ένα Πλαίσιο Αναφοράς. Στη δεύτερη περίπτωση, όταν το πολιτισμικό περιβάλλον υφίσταται μια ριζική αλλαγή, τα αποτελέσματα της επιστήμης, παρόλο που μπορεί να μη γίνουν ψευδή στη λεπτομέρεια, θα αποκτούσαν ωστόσο ένα τελείως διαφορετικό νόημα και ενδιαφέρον.

    Ας έρθουμε τώρα στο επόμενο χαρακτηριστικό που ανέφερα ως βασικό στοιχείο της εποχής μας. Θα το αποκαλέσω μαζικό έλεγχο. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον όρο, θέλω να δείξω την άκρως ανεπτυγμένη τεχνική μας που έχει να κάνει με την τεράστια μείωση των δαπανών που σχετίζονται με τον χρόνο και την εργασία όσον αφορά τη διαχείριση τεράστιων συνόλων, τα μεμονωμένα στοιχεία των οποίων απαιτούν μεμονωμένο χειρισμό. Αυτά τα σύνολα είναι, για παράδειγμα, ομάδες κατοίκων (μιας χώρας, επαρχίας, πόλης ή ενορίας), εκλογείς, φορολογούμενοι, καταναλωτές, άτομα που πληρώνουν συνδρομές (σε βιβλιοθήκες, εφημερίδες, ασφαλιστικές εταιρείες, σιδηροδρόμους κτλ.)  οι τόμοι των βιβλίων στις βιβλιοθήκες, τα αυτοκίνητα και ούτω καθεξής. Τα μέσα ελέγχου όλων αυτών ως συνόλων είναι η εγγραφή, η χαρτογράφηση, οι κατάλογοι, οι επίσημες μορφές, τα λογιστικά βιβλία, με οργανωμένα σώματα αξιωματούχων σε κάθε κλάδο, οι δραστηριότητες των οποίων προσδιορίζονται μέσω γενικών νόμων και ειδικών οδηγιών. Η θέσπιση νόμων και η δικαιοσύνη υπόκεινται στην ίδια τεχνική μαζικού ελέγχου. Όταν θεσπίζουμε νόμους, επιχειρούμε να προβλέψουμε όλους τους τύπους αγωγών και πταισμάτων που μπορούμε να φανταστούμε, έτσι ώστε να μπορέσουμε να θεσπίσουμε έναν γενικό νόμο, ο οποίος θα διευκολύνει έναν δικαστή να βγάλει την ετυμηγορία του, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν αδύνατο να πράττει με έναν δίκαιο και ομοιόμορφο τρόπο σε κάθε υπόθεση.

    Τέλος, αξίζει εξίσου να αναφερθεί το θαυμάσιο σύστημα της παραγωγής του εργοστασίου, με το οποίο μπορούμε να ικανοποιήσουμε την τεράστια ζήτηση σε αγαθά της εποχής μας. Αν, για παράδειγμα, κάθε γραφομηχανή παραγόταν μεμονωμένα, με κάθε τμήμα της να κατασκευάζεται αποκλειστικά για μία ορισμένη μηχανή, τότε η χρησιμότητα της εργασίας που θα γινόταν από τη γραφομηχανή δεν θα αντιστάθμιζε ποτέ την τεράστια ποσότητα χρόνου και σκέψης και ενέργειας που θα αφιερωνόταν στην κατασκευή της. Αλλά όταν τυποποιούμε τη γραφομηχανή και όλα τα κομμάτια της, ώστε μια μηχανή εργοστασίου να μπορεί να παράγει κάθε κομμάτι με τη σειρά, τότε είναι πιθανό να μπορούμε να κατασκευάσουμε γραφομηχανές σε μεγάλες ποσότητες, έτσι ώστε το κόστος κάθε μηχανής, ως μέλος της μάζας, να είναι ανάλογο με τη χρησιμότητά της. Το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης για την κατασκευή μπορεί να γίνει μια και καλή, με τη δημιουργία των απαραίτητων εργοστασιακών εγκαταστάσεων, όπου θα κατασκευάζονται τα μεμονωμένα κομμάτια. Με μια παραγωγή πολλών χιλιάδων ημερησίως, η μεγαλοφυής ιδέα, κατά κάποιον τρόπο, πολλαπλασιάζεται κατά αυτόν τον συντελεστή, η δαπάνη για το απλό δείγμα μειώνεται ανάλογα και απομένει αυτό που στ’ αλήθεια θα άξιζε να αποκαλείται θαύμα, αν εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν το είχαμε τόσο συνηθίσει, δηλαδή το ότι αγοράζουμε, για παράδειγμα, με δέκα ή δώδεκα λίρες ένα μικρό θαύμα, το οποίο ως μεμονωμένη κατασκευή δεν θα ήταν διαθέσιμη ούτε με χίλιες λίρες. Σε αυτό ακριβώς το σύστημα μαζικού ελέγχου στην παραγωγή οφείλουν την εκπληκτική τελειότητά τους τόσα πολλά από τα σύγχρονα προϊόντα μας. Στην πραγματικότητα, ισοδυναμεί με την απασχόληση εκατοντάδων χιλιάδων υπαλλήλων, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της Αυτού Μεγαλειότητος του Καταναλωτή.

    Το τελειότερο παράδειγμα της κυριαρχίας μας επί της ύλης μέσω ενός οργανωμένου συστήματος ελέγχου παράλληλα με την εξοικονόμηση εργασίας με μία μόνο αρχική δαπάνη για τη λειτουργία των μηχανημάτων μας, εντοπίζεται στη μαθηματική ανάλυση. Η χρήση της μαθηματικής ανάλυσης είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της φυσικής επιστήμης σήμερα. Αν έλεγαν σε έναν φιλόσοφο ή σε έναν επιστήμονα, στην αρχαία Ελλάδα, πώς λύνουμε ένα απλό πρόβλημα στην υδροδυναμική σήμερα: αν του έλεγαν, για παράδειγμα, ότι μπορούμε να ακολουθήσουμε κάθε μικρή ποσότητα ενός υγρού και ότι μπορούμε να λάβουμε υπόψη, ανά πάσα στιγμή, όλες τις δυνάμεις οι οποίες ασκούνται πάνω σε αυτή την ποσότητα, και οι οποίες αλλάζουν συνεχώς, γιατί προκύπτουν από άλλα τμήματα του υγρού, η κίνηση των οποίων συνιστά η ίδια ένα κομμάτι του προβλήματος – οι Έλληνες δεν θα πίστευαν ότι μια πεπερασμένη ανθρώπινη διάνοια θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι τόσο πολύπλοκο, ακόμη και αν αφιέρωνε αρκετά χρόνια σε αυτό. Ωστόσο, το πρόβλημα θα μπορούσε να είναι ένα πρόβλημα, το οποίο μπορεί να δίναμε σήμερα σαν μια κοινή άσκηση σε μια σχολική τάξη.

    Γεγονός είναι ότι έχουμε μάθει πώς να ελέγχουμε τη συνολική διαδικασία με μία διαφορική εξίσωση, όπως η ακόλουθη:

        \[ \frac{\partial^2u}{\partial x^2}+\frac{\partial^2u}{\partial y^2}+\frac{\partial^2u}{\partial z^2}=0 \]

    Λέω: «Με μία εξίσωση». Στην πραγματικότητα, η εξίσωση δηλώνει αυτό που ισχύει για κάθε μεμονωμένο σημείο ανά πάσα στιγμή. Η τέχνη έγκειται στο να διαμορφώνουμε τη γνώση μας με τέτοιο τρόπο, ώστε η μορφή της δήλωσης να είναι η ίδια για κάθε σημείο στον χρόνο και τον χώρο. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο προσαρμόζουμε τη γνώση μας, ώστε να μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο όσον αφορά τον χρόνο και την εργασία, καθώς ο κατασκευαστής χειρίζεται τη μηχανή.

    Ένα άλλο παράδειγμα απαντάται στις συνιστώσες των τανυστών και των διανυσμάτων. Γράφουμε ένα και μόνο γράμμα της αλφαβήτου με διάφορους δείκτες, ως ακολούθως:

        \[ \Gamma_{lm}^k \]

    ή

        \[R_{kl,mn}. \]

    Οι δείκτες αντιπροσωπεύουν κάποιον αριθμό, όπως το 1, το 2, το 3 ή το 4 και τους αριθμούς μιας συστηματικά ταξινομημένης λίστας.

    Συνεπώς, το πρώτο από τα σύμβολα που δίνονται παραπάνω χρησιμοποιείται στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας για να δηλώσει ένα από τα σαράντα μεγέθη, τα οποία εισάγονται σε μια τέτοια λίστα. Το δεύτερο σύμβολο σημαίνει είκοσι διαφορετικά μεγέθη. Τέτοιου είδους μεγέθη συνδέονται συχνά το ένα με το άλλο με συστήματα των 20, των 40 ή των 100 εξισώσεων, τα οποία πρέπει να συνδυάζονται το ένα με το άλλο με τον πιο πολύπλοκο τρόπο. Ωστόσο, οι ακριβείς κανόνες (όπως εκείνοι για τη λεγόμενη αύξηση και μείωση των δεικτών) βγάζουν τη μισή ντουζίνα μεγεθών ή εξισώσεων, που απαιτούνται, αυτομάτως από τη μέση, ώστε ο υπολογισμός να μπορεί να γίνει εξίσου απλά και ξεκάθαρα, όπως και με μία ή δύο εξισώσεις. Αυτά τα παραδείγματα θα μπορούσαν να αυξηθούν ad libitum (Σ.τ.Μ.: Λατινικά στο πρωτότυπο. Κατά βούληση.). Η απλοποίηση για χάρη της οικονομίας είναι το βασικό χαρακτηριστικό της μαθηματικής προόδου, όπου μια διαρκώς μεταβαλλόμενη σφαίρα έρευνας μπαίνει στα πρακτικά όρια της ποσοτικής ανάλυσής μας.

    Η χρήση της στατιστικής, η οποία παίζει έναν τόσο σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη φυσική και αστρονομία, είναι μία από τις μεθόδους που ανήκουν στο σύγχρονο σύστημά μας όσον αφορά τον έλεγχο των τεράστιων συνόλων. Ωστόσο, εδώ έχει μια πιο συγκεκριμένη και βαθιά σημασία, γιατί εισάγει μια τελείως νέα ιδέα, η οποία, όπως αποδείχτηκε, ήταν εξαιρετικά παραγωγική όσον αφορά τα αποτελέσματα. Η χαρτογράφηση και η καταχώριση χρησιμοποιούνται από όλους μας για τη γρήγορη εξασφάλιση του σωστού προσανατολισμού σε σχέση με κάθε μεμονωμένη περίπτωση, όπως αυτή εμφανίζεται· αλλά το βασικό χαρακτηριστικό της στατιστικής είναι η προσεκτική και συστηματική αγνόηση των λεπτομερειών. Αυτό είναι ένα τυπικό παράδειγμα στο οποίο μια νέα τάση ενδιαφέροντος έχει να κάνει με την αλλαγή όλων των ερωτημάτων και τη διατύπωση νέων. Ακόμη και όταν είναι δυνατό να εξασφαλίσουμε τη γνώση των συγκεκριμένων λεπτομερειών αναφορικά με μεμονωμένα χαρακτηριστικά ή γεγονότα, αυτή η γνώση δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει τον στατιστικολόγο· γιατί εκείνος αναζητά νόμους τελείως διαφορετικού είδους που παρέχουν νέες πληροφορίες. Αυτό αναγνωρίζεται πιο εύκολα στην περίπτωση της αστρονομίας απ’ ό,τι στην περίπτωση της φυσικής. Στη φυσική, μπορεί να φαίνεται σε εκείνους που δεν είναι επαρκώς εξοικειωμένοι με τη βασική ιδέα ότι η χρήση της στατιστικής δείχνει μια αναγνώριση ήττας, στο βαθμό που υποδηλώνει ότι έχουμε μείνει πίσω όσον αφορά αυτή τη μέθοδο, γιατί έχουμε βρει ότι θα ήταν αδύνατο να δώσουμε μια λεπτομερή περιγραφή της θέσης και της κίνησης των μεμονωμένων μορίων, ακόμη και αν το θέλαμε. Στην περίπτωση της στατιστικής στην αστρονομία, κατέχουμε τη λεπτομερή γνώση, αλλά διαπιστώνουμε ότι αυτή δεν μας οδηγεί πουθενά. Δεν μας ενδιαφέρει διόλου το ερώτημα, αν ένα συγκεκριμένο αστέρι είναι πιο ερυθρό ή πιο ανοιχτόχρωμο, ποια είναι η ένταση του φωτός που εκπέμπεται από αυτό, αν κινείται προς εμάς ή αν απομακρύνεται από εμάς και ποια είναι η ταχύτητα της κίνησής του. Αναγκαζόμαστε να αγνοήσουμε λεπτομέρειες εδώ, προκειμένου να καταλήξουμε σε συμπεράσματα, τα οποία είναι μη προσβάσιμα σε οποιοδήποτε σύστημα έρευνας βασίζεται στη γνώση αυτών των λεπτομερειών. Ας σημειώσουμε εδώ μία μόνο πολύ γνωστή περίπτωση ως τυπικό παράδειγμα αυτού που θέλω να πω:

    Μόνο στην περίπτωση συγκριτικά λίγων αστεριών στην «άμεση γειτονιά» του ήλιου μπορούμε να μετρήσουμε την απόστασή τους από εμάς απευθείας, με τη λεγόμενη παράλλαξη, η οποία λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Όσον αφορά την απόσταση των αστεριών που είναι μακρύτερα, δεν γνωρίζουμε τίποτα απευθείας· και καταλήγουμε ότι, κατά έναν μέσο όρο, όσο πιο αμυδρό φαίνεται το φως τους σε εμάς τόσο πιο μακριά μας είναι. Με βάση αυτή την υπόθεση, εικάζουμε ότι τα αστέρια με το αμυδρότερο φως πρέπει να είναι πολύ περισσότερα από τα λαμπρότερα. Και αυτό, όπως προκύπτει, είναι αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα. Ισχύει, επίσης, ότι ο αριθμός των αστεριών με μειούμενη λαμπρότητα αυξάνεται στον ίδιο ακριβώς βαθμό, όπως θα αναμενόταν, αν τα αστέρια –αν λάβουμε έναν ευρύ μέσο όρο– ήταν κατανεμημένα ομοιόμορφα στο διάστημα και με την ίδια πυκνότητα όπως στην άμεση γειτονιά μας. Γιατί αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε –από τη στιγμή που η λαμπρότητα μειώνεται ανάλογα με το τετράγωνο της απόστασης– μπορούμε να υπολογίσουμε ακριβώς τον αυξανόμενο αριθμό των αστεριών, καθώς η λαμπρότητά τους μειώνεται και, όπως είπα, η παρατήρηση δείχνει ότι αυτοί οι υπολογισμοί είναι σωστοί. Αλλά μόνο μέχρι ένα ορισμένο μέγεθος. Πέρα από αυτό βρίσκουμε ότι ο αριθμός των αστεριών με την αμυδρότερη λαμπρότητα που μπορεί να παρατηρηθεί παύει να αυξάνεται με τον τρόπο τον οποίο θα περιμέναμε με βάση την υπόθεση της ομοιόμορφης κατανομής στο διάστημα. Ο πραγματικός αριθμός είναι όλο και μικρότερος σε σχέση με αυτόν που υπολογίζουμε. Για τα αστέρια με αυτό το συγκεκριμένο μέγεθος, ο παρατηρητής με το τηλεσκόπιο έχει, απ’ ό,τι φαίνεται, φτάσει στο σύνορο του «κοντινού» αστρικού περιβάλλοντός μας – τον Γαλαξία. Από τη στιγμή που γνωρίζουμε τη στατιστική σχέση ανάμεσα στο μέγεθος και την απόσταση, μπορούμε με αυτόν τον τρόπο να υπολογίσουμε τις διαστάσεις του Γαλαξία σε όλες τις κατευθύνσεις (ξέρετε ότι, όπως προκύπτει, αυτός έχει σχήμα φακού), παρόλο που οι διαστάσεις είναι πάρα πολύ μεγάλες για να μας επιτρέψουν να εξακριβώσουμε την απόσταση ενός μεμονωμένου αστεριού. Με αυτόν τον τρόπο, η λογική απόρριψη των λεπτομερειών, τις οποίες μας δίδαξε το στατιστικό σύστημα, επέφερε μια απόλυτη μεταμόρφωση των γνώσεών μας για το σύμπαν.

    Είναι προφανές από κάθε πλευρά ότι αυτή η στατιστική μέθοδος είναι ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εποχής μας και ένα σημαντικό όργανο προόδου σε σχεδόν κάθε τομέα της δημόσιας ζωής. Αλλά είναι, δυστυχώς, ένα όργανο που χρησιμοποιείται όλως αδιακρίτως και χωρίς την απαιτούμενη κρίση. Φαίνεται πολύ απλό, αλλά είναι άκρως πολύπλοκο. Στην εφαρμογή του στην ανθρώπινη ζωή, όπου εμφανίζονται πιο περίπλοκα και άκρως αναπάντεχα χαρακτηριστικά, είναι πολύ πιο δύσκολο στη διαχείρισή του απ’ ό,τι όταν ασχολούμαστε με τα αστέρια και τα μόρια. Το να προσθέτουμε στήλες και να σκαρφιζόμαστε μέσους όρους ή ποσοστά φαίνεται πολύ εύκολο. Και, συνεπώς, η ίδια η μέθοδος αποδεικνύεται λάθος λόγω της έλλειψης μαθηματικής και λογικής εκπαίδευσης εκείνων που τη χρησιμοποιούν – για να μη μιλήσουμε για μια έλλειψη αντικειμενικότητας. Είναι πολύ πιο εύκολο να καταλήξουμε σε ένα λανθασμένο στατιστικό αποτέλεσμα απ’ ό,τι σε ένα σωστό, ώστε όποιος έχει μια προτίμηση γι’ αυτό, μπορεί πολύ εύκολα να το απολαύσει!

    Η στατιστική των οικονομολόγων, των κοινωνιολόγων και ούτω καθεξής –εν ολίγοις, η στατιστική στις ανθρωπιστικές επιστήμες– μοιάζει περισσότερο με τη στατιστική της φυσικής απ’ ό,τι με εκείνη της αστρονομίας. Ο αστρονόμος παρατηρεί το αντικείμενό του και δεν μπορεί να το επηρεάσει, γιατί είναι εκτός αυτού και μακριά του· αλλά ο φυσικός και ο στατιστικολόγος των ανθρωπιστικών επιστημών επιχειρούν να προβλέψουν τους νόμους σύμφωνα με τους οποίους η στατιστική θα αλλάξει, αν οι εξωτερικές συνθήκες αλλάξουν κι εκείνες αυθαίρετα. Σε ένα προηγούμενο κεφάλαιο, μίλησα πολύ συγκεκριμένα για τον «νόμο των μέσων όρων», όπως είναι γνωστός στη φυσική επιστήμη. Αυτός ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στον φυσικό να τιθασεύσει την ύλη απόλυτα, αν και ποτέ δεν μπορεί να γνωρίζει τη μοίρα ενός μεμονωμένου μορίου· ούτε και να επηρεάσει την πορεία του.

    Θα μου επιτρέπατε να εκφράσω την ελπίδα ότι η αναλογία ανάμεσα σε αυτή την κατάσταση των πραγμάτων στη φυσική επιστήμη και σε μια σημαντική τάση της εποχής μας θα γίνει ολοένα και πιο στενή με την πάροδο του χρόνου; Γιατί ο απώτερος σκοπός, τον οποίο έχω στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή, σίγουρα δεν έχει ακόμα επιτευχθεί.

    Το να εγκαθιδρύσουμε την απαραίτητη τάξη και νομοτέλεια στην ανθρώπινη κοινότητα, με τη λιγότερη δυνατή παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του ατόμου, μου φαίνεται ότι είναι ο στόχος μιας άκρως αναπτυσσόμενης κουλτούρας. Γι’ αυτό τον σκοπό, η στατιστική μέθοδος, όπως χρησιμοποιείται από τον φυσικό, φαίνεται άκρως κατάλληλη. Στην περίπτωση της ανθρώπινης κοινότητας, θα ισοδυναμούσε με τη μελέτη του κοινού νου και των κοινών ανθρώπινων ταλέντων, λαμβάνοντας υπόψη το εύρος της ποικιλίας τους, από το οποίο θα συμπεραίναμε ποια είναι τα κίνητρα που θα έπρεπε να έχουν τα ανθρώπινα όντα, ώστε να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, με τρόπο που να εξασφαλίζει μια κοινωνική τάξη η οποία είναι τουλάχιστον ανεκτή με βάση όλα τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της.ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Ευχαριστούμε τον καθηγητή του ΕΚΠΑ Θεόδωρο Αραμπατζή και τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Χρήστο Σκαλκώτο, για τη βοήθεια τους στην ακριβή απόδοση όρων του κειμένου.

    Το πορτραίτο του Schrödinger φιλοτέχνησε ο εικαστικός Χρήστος Αλαβέρας από τη Θεσσαλονίκη.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    [1]Ο Max Planck (23 Απριλίου 1858 – 4 Οκτωβρίου 1947) ήταν Γερμανός φυσικός, κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ στη Φυσική (1918). Θεωρείται ο πατέρας της κβαντικής θεωρίας. Η θεμελιώδης σταθερά της κβαντικής φυσικής, η «Σταθερά του Planck», πήρε το όνομά του.

    [2]Ο Werner Karl Heisenberg (5 Δεκεμβρίου 1901 – 1 Φεβρουαρίου 1976) ήταν Γερμανός θεωρητικός φυσικός, ένας από τους πρωτοπόρους της κβαντικής μηχανικής. Είχε σημαντική συμβολή στο πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της Ναζιστικής Γερμανίας. Για την έρευνά του πάνω στη θεμελίωση της κβαντικής θεωρίας τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ στη Φυσική το 1932.

    [3]Ο Johann Carl Friedrich Gauss (30 Απριλίου 1777 – 23 Φεβρουαρίου 1855) ήταν Γερμανός μαθηματικός που συνεισέφερε σε πολλά ερευνητικά πεδία της επιστήμης του, όπως η θεωρία αριθμών, η στατιστική, η μαθηματική ανάλυση, η διαφορική γεωμετρία, αλλά και η γεωδαισία, η αστρονομία και η φυσική. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, αποκλήθηκε «Princeps mathematicorum» («Πρίγκιπας των Μαθηματικών»).

    [4]Ο Henri Poincaré (29 Απριλίου 1854 – 17 Ιουλίου 1912) ήταν ένας από τους κορυφαίους Γάλλους μαθηματικούς και θεωρητικούς φυσικούς, καθώς και φιλόσοφος της επιστήμης. Στον κόσμο των μαθηματικών είναι γνωστός ως ο «τελευταίος πανεπιστήμονας».

    [5]Ο David Hume (26 Απριλίου/7 Μαΐου 1711 – 25 Αυγούστου 1776) ήταν Σκωτσέζος φιλόσοφος που επηρέασε την ανάπτυξη δύο σχολών φιλοσοφίας, του σκεπτικισμού και του εμπειρισμού. Έπαιξε μεγάλο ρόλο στο κίνημα του αγγλικού διαφωτισμού.

    [6]Ο Albert Abraham Michelson (19 Δεκεμβρίου 1852 – 9 Μαΐου 1931) ήταν ένας Γερμανο-Αμερικανός φυσικός, γνωστός για το έργο του όσον αφορά τη μέτρηση της ταχύτητας του φωτός και συγκεκριμένα για το πείραμα Michelson-Morley. Το 1907, έλαβε το Βραβείο Νόμπελ στη Φυσική.

  • ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ

    ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

    JORGE CHAM & DANIEL WHITESON

    Μετάφραση: Νίκος Αποστολόπουλος

    ISBN 978-618-230-044-2

    Διαστάσεις: 17 x 24 cm
    Αριθμός σελίδων:
    320

    Τιμή: € 18

    Έτος έκδοσης: 2024Αναρωτηθήκατε ποτέ τι συμβαίνει μέσα στις μαύρες τρύπες; Γιατί το σύμπαν διαστέλλεται; Μήπως υπάρχει εκεί έξω κάποια άλλη εκδοχή του εαυτού μας; Οι άνθρωποι μπορεί να διαφωνούμε σε πολλά, όμως όλοι έχουμε ερωτή­ματα. Και τα ερωτήματα αυτά, κατά βάθος, είναι κοινά: Πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν; Μας έχουν επισκεφτεί εξωγήινοι; Πράγματι υπάρχουμε, ή μήπως είμαστε μια προγραμματισμένη προσομοίωση σ’ ένα παιχνίδι που παίζουν άλλοι; Υπάρχει μετά θάνατον ζωή; Ευτυχώς που στις μέρες μας έχουμε και πολλές από τις απαντήσεις!

    Πιάνοντας, με μεγάλο κέφι, το νήμα από εκεί που το άφησαν στο τέλος του προηγούμενου βιβλίου τους, Δεν έχουμε ιδέα, ο Χόρχε και ο Ντάνιελ συνδυάζουν μεταξύ άλλων τη διασκέδαση με την επιστημονική εγκυρότητα, τα καρτούν με τις σκουληκότρυπες και τα κβαντικά φαινόμενα με τη σωματιδια­κή φυσική, φτιάχνοντας το βιβλίο που θα σας κάνει το επίκεντρο της παρέας, το βιβλίο που θα σας κρατήσει ξάγρυπνους! Πρόκειται για άλλη μια λαμπρή συνεργασία, που μας προσφέρει τον ιδεώδη οδηγό πλοήγησης σ’ ένα ταξίδι απομυθοποίησης του σύμπαντος και των περίτεχνων μυστηρίων του.

     

    «Αστείο και διασκεδαστικό, αλλά ταυτόχρονα επιστημονικά στιβαρό και πανέ­ξυπνο: μόνον ο Χόρχε και ο Ντάνιελ μπορούν να πετύχουν μια τέτοια άριστη ισορροπία.»
    — Carlo Rovelli, θεωρητικός φυσικός, συγγραφέας του βιβλίου Η τάξη του χρόνο

    «Οι Cham και Whiteson χρησιμοποιούν απλή καθημερινή γλώσσα και χιούμορ για να προσεγγίσουν τις πλέον εξελιγμένες επιστημονικές θεωρίες για το σύμπαν και για τη θέση του ανθρώπου μέσα σ’ αυτό. Εικονογραφημένο από τον Cham, τούτο το βιβλίο μάς μαθαίνει πολλά και μας ψυχαγωγεί.»
    — Physics Today

    «Μια διασκεδαστική εισαγωγή στα μυστήρια του σύμπαντος (…) Τις απαντήσεις των συγγραφέων τις διακρίνει πάντοτε μια φρεσκάδα, ενώ τα σκίτσα του Cham είναι σκέτη απόλαυση.»
    — Publishers Weekly

    _____________________________________________________________________________________Ο Jorge Cham είναι διδάκτορας ρομποτικής του Stanford. Άλλοτε ερευνητής στο Caltech, είναι δημιουργός του δημοφιλούς κόμικ Piled Higher and Deeper, γνωστού και ως PHD Comics. Έχει συνεργαστεί με τον D. Whiteson στο βιβλίο We have No Idea. (2017. Ελλ. έκδ. Δεν έχουμε ιδέα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2020), στη διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή (podcast) Daniel and Jorge Explain the Universe (Ο Ντάνιελ και ο Χόρχε εξηγούν το σύμπαν) και στη σειρά κινουμένων σχεδίων της δημόσιας αμερικανικής τηλεόρασης (PBS) Elinor Wonders Why (Η Έλινορ αναρωτιέται γιατί).

    Ο Daniel Whiteson είναι καθηγητής φυσικής και αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ιρβάιν, και εταίρος της Αμερικανικής Ένωσης Φυσικής. Η έρευνά του διεξάγεται στον Μεγάλο Συγκρουστήρα Αδρονίων (Large Hadron Collider), στο CERN, και επικεντρώνεται στην αναζήτηση νέων υποατομικών σωματιδίων. Έχει συνεργαστεί με τον J. Cham στο βιβλίο We have No Idea. (2017. Ελλ. έκδ. Δεν έχουμε ιδέα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2020), στη διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή (podcast) Daniel and Jorge Explain the Universe (Ο Ντάνιελ και ο Χόρχε εξηγούν το σύμπαν) και στη σειρά κινουμένων σχεδίων της δημόσιας αμερικανικής τηλεόρασης (PBS) Elinor Wonders Why (Η Έλινορ αναρωτιέται γιατί).

  • Podcast: Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ – Η Πολιτισμική ιστορία της Κβαντικής Θεωρίας

    Podcast: Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ – Η Πολιτισμική ιστορία της Κβαντικής Θεωρίας

    Αγαπητές φίλες και φίλοι

    Στα πλαίσια του ανοικτού αφιερωματικού κύκλου ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ το InScience παρουσιάζει τον πρόλογο του βιβλίου «Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ – Η Πολιτισμική ιστορία της Κβαντικής Θεωρίας»

    Το βιβλίο εκδόθηκε το 2012 από τις ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ σε επιμέλεια των Θόδωρου Αραμπατζή και Κωνσταντίνου Γαβρόγλου.

    Την επιμέλεια του podcast είχε η Ομάδα Αφήγησης Παραμυθανθός

    Αφηγητής: Δημήτρης Μάλλης

    Μουσική: «Science Documentary», συνθέτης Aleksey Chistilin

    H συντακτική επιτροπή του InScience αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει θερμά τις ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ και ιδιαίτερα την κυρία Ελένη Χρηστιά για την ευγενική παραχώρηση της άδειας για την αναπαραγωγή του υλικού.

  • Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ: Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

    Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ: Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

    Βαρελάς Τάκης / Δουλεύοντας το χαλκό ΙΙΙ / Μικτή τεχνική 60cm X 86cm / 2015

    Mikael Hård


    Μετάφραση-επιμέλεια:
    Κωνσταντίνα Γεωργούλια

    Επιστημονική επιμέλεια μετάφρασης – Θόδωρος Αραμπατζής

    Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το Κεφάλαιο 3 του βιβλίου με τίτλο The Intellectual Appropriation of Technology. Discourses on Modernity, 1900–1939, Hård, M. & Jamison, A. (eds), 1998. Cambridge, Massachussetts: The MIT Press. Το InS έχει εξασφαλίσει τα δικαιώματα για τη μετάφραση του κεφαλαίου αυτού στην ελληνική γλώσσα. O συγγραφέας του κειμένου είναι καθηγητής στο Ινστιτούτο Ιστορίας του Πολυτεχνείου του Darmstadt.

    Η ΠΡΩΤΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

    Στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, ένας νεαρός μηχανικός, ο Χανς Κάστορπ, πασχίζει να προσανατολιστεί σε μια περίοδο αλλαγής. Ο Μαν γράφει: «Η πρόοδος, μέχρι τώρα, στο μυαλό του Κάστορπ, είχε να κάνει με πράγματα, όπως η ανάπτυξη των γερανών και των παλάγκων ανύψωσης του δέκατου ένατου αιώνα» (Mann, 1924/1969, 155). Η παραδοσιακή άποψη της μηχανικής όσον αφορά την τεχνολογία, ως τη μόνη πραγματικά προοδευτική δύναμη, που μεταμόρφωνε τη φύση προς υλικό όφελος της ανθρωπότητας, δεν είναι πλέον αυτονόητη. Ο Κάστορπ δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τα επιχειρήματα του Λουντοβίκο Σετεμπρίνι, ενός Ιταλού λόγιου. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι αξίες, όπως η δημοκρατία και η δικαιοσύνη θα μπορούσαν, επίσης, να θεωρηθούν προοδευτικές. «Όλα αυτά έκαναν μια συγκεχυμένη εντύπωση στον Χανς Κάστορπ. Ο κ. Σετεμπρίνι φαινόταν να φέρνει κοντά, ταυτόχρονα, κατηγορίες τόσο διαφορετικές, οι οποίες, στο μυαλό του νεαρού άντρα, ήταν ως τώρα εκ διαμέτρου αντίθετες – για παράδειγμα, η τεχνολογία και η ηθική!» (ό. π., 155-156). Το ότι ο Μαν επισημαίνει τον μεταβατικό χαρακτήρα της έννοιας της «τεχνολογίας», τη δεκαετία του 1920, δεν είναι το μόνο ενδιαφέρον πράγμα εδώ. Ίσως ακόμα πιο συναρπαστικό είναι ότι αποδίδει στον Σετεμπρίνι την ιδέα ότι η τεχνολογική ανάπτυξη μπορεί να έχει θετικές, ηθικές συνέπειες. Είναι ο Ιταλός homo humanus που αποτυπώνει την πεποίθηση ότι τα νέα συστήματα μεταφοράς και επικοινωνίας θα επιφέρουν «την παγκόσμια αδελφικότητα μεταξύ των ανθρώπων». Ο ουμανιστής είναι εκείνος που ενώνει την τεχνική και την πολιτισμική πρόοδο – όχι ο μηχανικός!

    Η σύγχρονη τεχνολογία αμφισβητήθηκε κατά κόρον στη Γερμανία του Μαν, συχνά με τρόπο που έδωσε το έναυσμα για πνευματικές θέσεις και συμμαχίες που προκάλεσαν έκπληξη. Η πάλη για να βρεθεί μια κατάλληλη θέση για τη «μηχανή», στο πλαίσιο της γερμανικής κουλτούρας, αποδείχθηκε δύσκολη. Οι διανοούμενοι έτειναν να διστάζουν ενόψει της σύγχρονης τεχνολογίας και δεν είναι να απορεί κανείς που ο Μαν επέλεξε έναν Ιταλό ουμανιστή ως τον εκπρόσωπο των πιο προοδευτικών και επιστημονικών ιδεών. Ωστόσο, το να διστάζει κανείς σημαίνει ότι δεν αντιτίθεται. Όπως θα δείξουμε σε αυτό το κεφάλαιο, μία από τις πιο κοινές ουμανιστικές θέσεις, όσον αφορά τη γερμανική πάλη, ήταν να κληθεί το κράτος να ελέγξει και να κατευθύνει την ανάπτυξη και τη χρήση της τεχνολογίας. Πολλοί διανοούμενοι, τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς, ήθελαν να οργανώσουν την τεχνολογία, όπως ακριβώς ήθελαν να βάλουν τάξη σε αυτό που θεωρούσαν τη χαοτική οικονομία του αχαλίνωτου καπιταλισμού. Στην προσπάθειά τους να οργανώσουν τη νεωτερικότητα, ζήτησαν την παρέμβαση του κράτους (βλέπε Wagner, 1994 και κεφάλαιο 9 στον παρόντα τόμο).

    Η γενική κρίση της κλασικής, φιλελεύθερης νεωτερικότητας είχε ήδη αρχίσει στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Ωστόσο, η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να ειπωθεί ότι πέρασε την πρώτη της κρίση κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο μετά. Εκείνη την εποχή, αποτέλεσε κεντρικό θέμα στο γερμανικό συλλογιστικό πλαίσιο. «Ο διάλογος περί “τεχνολογίας” έγινε της μόδας», έγραψε αργότερα ένας σύγχρονος παρατηρητής (Dessauer, 1958, 27). Το αέριο μουστάρδας και τα τανκς απέδειξαν στους επικριτές ότι η τεχνολογία δεν οδηγούσε απαραίτητα στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου και ότι δεν χρειαζόταν να είναι μια διεθνής, ενοποιητική δύναμη. Η μεταπολεμική ύφεση απέδειξε, επίσης, σε ορισμένους σχολιαστές, ότι ο καπιταλισμός έπρεπε να τιθασευτεί και να κατευθυνθεί προς κοινούς στόχους. Οι επικλήσεις για σχεδιασμό, ρύθμιση και έλεγχο ακούγονταν ευρέως – κυρίως από τον Βάλτερ Ράτεναου (Walther Rathenau), τον πολύπλευρο διευθυντή της AEG1, υπουργό της κυβέρνησης και δοκιμιογράφο. Παρόλο που δεν ήταν τυπικός βιομήχανος, ο Ράτεναου ήταν εξίσου ανήσυχος όπως και όλοι οι άλλοι για τα οικονομικά προβλήματα που ταλάνιζαν τη μεταπολεμική Γερμανία. Όπως και ο περισσότερος κόσμος, είχε την τάση να κατηγορεί τους νικητές του πολέμου για τα δεινά της Γερμανίας.

    Δεν ήταν μόνο οι πρώην εχθροί που στοχοποιούνταν στον γενικό διάλογο· κριτικάρονταν, επίσης, και οι μηχανικοί και οι επιστήμονες (Forman, 1971) (Herf, 1984). Χρησιμοποιώντας το κλασικό επιχείρημα της ηθικής ουδετερότητας της επιστήμης, οι εκπρόσωποι του επαγγέλματος των μηχανικών διατείνονταν ότι οι μηχανικοί δεν μπορούσαν να καταστούν υπεύθυνοι για τις θηριωδίες του πολέμου. Στον αγώνα τους για να πετύχουν μια εκ νέου αναγνώριση, πολλοί ιδιαιτέρως μορφωμένοι μηχανικοί ισχυρίζονταν ότι οι δραστηριότητές τους θα έπρεπε να θεωρηθούν τόσο «πολιτιστικές» όσο και εκείνες των καλλιτεχνών και των επιστημόνων (Dietz et al, 1996). Για να στηρίξουν αυτό το επιχείρημα, υποστήριζαν ότι η τεχνολογία θα έπρεπε να ενσωματωθεί στην εθνική πολιτισμική ταυτότητα και ότι η εκπαίδευση των μηχανικών θα έπρεπε να περιλαμβάνει στοιχεία της κλασικής Bildung (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Παιδεία.). Με άλλα λόγια, επιστρατεύτηκαν τα παραδοσιακά πλαίσια αναφοράς, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της σύγχρονης τεχνολογίας.

    Ωστόσο, ο πόλεμος δεν έκανε όλους τους μη μηχανικούς ανταγωνιστικούς απέναντι στο σύστημα της μηχανής. Ήταν γενικά αποδεκτό ότι χρειαζόταν η τεχνολογία, προκειμένου να ανοικοδομηθεί η Γερμανία μετά τον πόλεμο. Στον κοινωνικό επιστήμονα Βέρνερ Σόμπαρτ (Werner Sombart), που ασκούσε μεγάλη επιρροή, ο πόλεμος έδειξε ότι η τεχνολογία είχε τη δυνατότητα να ενώσει τη Γερμανία και να τη μετατρέψει σε μεγάλη δύναμη. Για τον εθνικιστή Σόμπαρτ –όπως και για τον διάσημο προφήτη της ημέρας της κρίσεως Όσβαλντ Σπένγκλερ (Oswald Spengler)– μια προϋπόθεση ήταν ο γερμανικός λαός να απορρίψει την ξένη τεχνολογία και να αναπτύξει τη δική του, η οποία θα βασιζόταν στο κράτος.

    Η Nolan επισημαίνει στην ανάλυσή της όσον αφορά την «ενσωμάτωση» των αμερικανικών ιδεών στη γερμανική κοινωνία ότι ελάχιστοι διανοούμενοι ενδιαφέρθηκαν να εισαγάγουν ξένες έννοιες χωρίς τροποποίηση (Nolan, 1994, 9). Ακόμη και οι πιο εξέχοντες Γερμανοί υπέρμαχοι του Τεϊλορισμού (Σ.τ.Μ.: Ο Τεϊλορισμός, που πήρε το όνομά του από τον Frederick Taylor, είναι θεωρία μάνατζμεντ που αναλύει και συνθέτει ροές εργασίας και αποτελεί τη βάση της μαζικής παραγωγής. Κύριος στόχος του είναι η βελτίωση της οικονομικής αποδοτικότητας, ιδίως της παραγωγικότητας της εργασίας. Ήταν μία από τις πρώτες προσπάθειες εφαρμογής της επιστήμης στη μηχανική των διαδικασιών και το μάνατζμεντ) και του Φορντισμού (Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για καθεστώς συσσώρευσης που έχει ως χαρακτηριστικά την καθετοποιημένη μαζική παραγωγή, τη σταθερότητα στα κέρδη της επιχείρησης, τη συνεχή λειτουργία των εργοστασίων με πλήρη παραγωγή και πλήρη απασχόληση. Ο όρος εισήχθη για πρώτη φορά από τον Antonio Gramsci, τη δεκαετία του 1930 και χρησιμοποιήθηκε ευρέως για την αποτύπωση του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο) ισχυρίζονταν ότι εκείνα τα αρχικώς αμερικανικά φαινόμενα θα έπρεπε να τροποποιηθούν για να ταιριάξουν με τις γερμανικές συνθήκες. Όπως το θέτει η Banta, όταν μιλάει για την αφηγηματική εφαρμογή των ιδεών του Taylor και του Ford στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτές τις ιδέες «τις οικειοποιήθηκε οποιαδήποτε ιδεολογία τις βρήκε χρήσιμες» (Banta, 1993, 14). Υποστηρίζω ότι παρόμοιες διαδικασίες πνευματικής ενσωμάτωσης και οικειοποίησης μπορούν να εντοπιστούν στις περισσότερες γερμανικές συζητήσεις γύρω από τη σύγχρονη τεχνολογία. Ακόμη και ο μηχανικός των ακτίνων Χ, Friedrich Dessauer, το θεώρησε υποχρέωσή του –από την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα– να «ενσωματώσει την τεχνολογία στην κουλτούρα» (Dessauer, 1958, 62). Ο Dessauer και άλλοι υπέρμαχοι της τεχνικής προόδου έθεσαν, κατά την προσωπική μου ερμηνεία, ως στόχο τους να τιθασεύσουν τη σύγχρονη τεχνολογία και να την ενσωματώσουν στην παραδοσιακή κοινωνία, χωρίς να χρειαστεί να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του μηχανικού πνεύματος. Για τον λόγο αυτό, προσέφυγαν σε ένα παραδοσιακό, γερμανικό συλλογιστικό πλαίσιο, στο οποίο η εθνική Kultur (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Κουλτούρα.) χαιρετίστηκε και ο διεθνής Zivilisation (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Πολιτισμός.) αποδοκιμάστηκε. Από τον «σχεδιασμένο καπιταλισμό» του Ράτεναου, τη δεκαετία του 1910, έως τον «γερμανικό σοσιαλισμό» του Σόμπαρτ, τη δεκαετία του 1930, έγιναν προσπάθειες για να δομηθεί ένας «λόγος περί ρύθμισης» και να ελεγχθεί και να οργανωθεί η ανάπτυξη της τεχνολογίας σε μια εθνική βάση (Dierkes et al, 1988). Αυτές οι ιδέες έτυχαν μεγάλης στήριξης από την κοινότητα των μηχανικών και ορισμένες από αυτές ενσωματώθηκαν στη ναζιστική πολιτική πρακτική (Herf, 1984) (Renneberg & Walker, 1993).

    Στη συνέχεια, θα παρουσιάσω τις θέσεις των βασικών μηχανικών της Γερμανίας και των αντιπάλων τους που είχαν λάβει κλασική εκπαίδευση, όπως επίσης και τις απόψεις του Ράτεναου, του Σόμπαρτ και του Μαξ Βέμπερ (Max Weber). Δεδομένου ότι είναι αδύνατο να καλυφθεί ολόκληρη η γερμανική «πάλη για την τεχνολογία» στο παρόν κεφάλαιο, επέλεξα να αντιμετωπίσω αυτές τις ομάδες και αυτά τα άτομα ως εκπρόσωπους διαφορετικών θέσεων στη συζήτηση. Δυστυχώς, δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να αναφερθώ εκτενώς είτε στους σοσιαλιστές είτε στους βασικούς Ναζιστές διανοούμενους.

    Εκτός από το γεγονός ότι ο Ράτεναου, ο Σόμπαρτ και ο Βέμπερ άσκησαν μεγάλη επιρροή, αυτοί οι πρωταγωνιστές έδωσαν, επίσης, το έναυσμα για να ξεκινήσουν διάλογοι που από τότε αποτέλεσαν το πλαίσιο για σύγχρονες ακαδημαϊκές και πολιτικές συζητήσεις. Το δυσεπίλυτο πρόβλημα τεχνολογίας-κουλτούρας, το οποίο ήταν τόσο βασικό για τους κορυφαίους μηχανικούς τις δεκαετίες του 1910 και του 1920, παραμένει ένα θέμα στη σημερινή, γερμανικού στιλ, φιλοσοφία της τεχνολογίας (Ropohl, 1991). Ομοίως, το ερώτημα του πώς να ελέγξουμε την τεχνολογία εξακολουθεί να υφίσταται τη δεκαετία του ’90 με όρους που εν πολλοίς είναι οι ίδιοι με εκείνους που αναδύθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Dierkes et al, 1988). Και ο διάλογος περί τεχνολογικού έναντι κοινωνικού ντετερμινισμού εξακολουθεί να είναι κεντρικός στις κοινωνικές σπουδές της τεχνολογίας από τον Σόμπαρτ και τον Βέμπερ έως τον Jürgen Habermas και τον Ulrich Beck (Rammert, 1993).Βαρελάς Τάκης / Λεωφόρος των δακρύων / Ακρυλικό 90cm X 100cm / 2015ΟΙ ΜΑΝΔΑΡΙΝΟΙ ΤΙΘΑΣΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΤΗΝ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

    Είναι γνωστό τοις πάσι ότι, στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, οι Γερμανοί μηχανικοί συνιστούσαν έναν κλάδο που χαρακτηριζόταν από ανασφάλεια (Gispen, 1989). Ο Hortleder έχει δείξει ότι πολλοί μηχανικοί αγωνίζονταν να αποκτήσουν ένα υψηλότερο κοινωνικό στάτους και σημαίνουσες θέσεις στη δημόσια διοίκηση (Hortleder, 1974). Οι μηχανικοί που ήταν πιο δραστήριοι σε αυτή την προσπάθεια για αναγνώριση ήταν εκείνοι που είχαν λάβει ανώτερη εκπαίδευση σε ένα ινστιτούτο τεχνολογίας και είχαν γίνει DiplomIngenieuren (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Διπλωματούχοι μηχανικοί.) (Ludwig, 1974, 25).

    Οι μηχανικοί απολάμβαναν, όντως, κάποια επιτυχία. Πολλές πολυτεχνικές σχολές, τη δεκαετία του 1870, απέκτησαν στάτους Hochschule (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.)· αυτές οι σχολές, με τη σειρά τους, απέκτησαν το προνόμιο να χορηγούν διδακτορικά διπλώματα το 1899. Τα σύγχρονα γυμνάσια και λύκεια που βασίζονταν στις θετικές επιστήμες κατατάσσονταν επισήμως ως ισότιμα με τα κλασικού προσανατολισμού Gymnasien (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.). Ωστόσο, αυτή η επαγγελματική στρατηγική αποδείχτηκε ανεπαρκής. Δεν μπορούσε ο κάθε μηχανικός να γίνει δημόσιος υπάλληλος ή διάσημος ηγέτης επιχείρησης, μια εποχή που εκπαιδεύονταν όλο και περισσότεροι μηχανικοί. Η κραυγή για υψηλότερο στάτους έπεσε στο κενό ενόψει ενός αναδυόμενου «προλεταριάτου» μηχανικών2. Επιπλέον, από τη στιγμή που η κοινωνική κριτική πάνω στην επιστήμη και την τεχνολογία έγινε εντονότερη στο τέλος του αιώνα (Hughes, 1958), η θέση των μηχανικών γινόταν ολοένα και πιο προβληματική. Πιέζονταν έντονα να βρουν άλλες οδούς για κοινωνική αναγνώριση. Ένα τέτοιο μονοπάτι έδωσε στους μηχανικούς το δικαίωμα να υιοθετήσουν τη φιλοσοφικά ιδεαλιστική γλώσσα που ήταν γνωστή σε εκείνους που ο Ringer έχει αποκαλέσει Γερμανούς μανδαρίνους (Ringer, 1987). Αυτή η ομάδα αποτελούνταν από την κλασικά εκπαιδευμένη ελίτ της μεσαίας τάξης των αξιωματούχων της κυβέρνησης, των καθηγητών πανεπιστημίου, των καθηγητών των σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των ιατρών και των δικηγόρων. Τα μέλη της, συνήθως, ήταν συντηρητικοί, από πολιτική άποψη, και είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τη γερμανική κουλτούρα και την κλασική παιδεία. Είχαν φοιτήσει στο Gymnasium (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.) και είχαν εντρυφήσει στον Φίχτε, τον Χούμπολτ και τον Χέγκελ, αποκτώντας, κατά συνέπεια, αυτό που ο Bourdieu αποκαλεί μια μεγάλη ποσότητα «πολιτισμικού κεφαλαίου» (Bourdieu, 1991, κεφάλαιο 2).

    Το κύριο σημείο που θίγω σε αυτήν την ενότητα είναι ότι πολλοί μηχανικοί ανέπτυξαν μια νέα επαγγελματική στρατηγική μετά το 1900 και ότι το έκαναν αυτό προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί από την ελίτ των διανοούμενων. Πολλοί μηχανικοί επιχείρησαν να αποκομίσουν «συμβολικό όφελος», υιοθετώντας τον διάλογο των μανδαρίνων. Αντί να αγωνίζονται αρχικά να αποκτήσουν θέσεις στην κρατική διοίκηση και υψηλότερους μισθούς, επέλεξαν μια συμπληρωματική στρατηγική: να κάνουν τη σύγχρονη τεχνολογία αποδεκτή από την ελίτ των διανοούμενων, προσαρμόζοντας το λεξιλόγιό τους στο πρότυπο των μανδαρίνων. Η εξουσία των μανδαρίνων εξαρτάτο σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά τους να ελέγχουν και να ορίζουν αυτό που θα έπρεπε να θεωρείται αποδεκτή γλώσσα (Ringer, 1987, 21). Μηχανικοί με μεγάλη επιρροή επιχείρησαν να προαγάγουν την πνευματική και πολιτισμική αφομοίωση της σύγχρονης τεχνολογίας, αποδεχόμενοι το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων, στο οποίο ο όρος Kultur έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο. Οι προσπάθειες των μηχανικών να προσδώσουν στην τεχνολογία ένα πολιτισμικό νόημα μπορεί να ιδωθεί ως μια «στρατηγική στροφή σε εννοιολογικό επίπεδο» (Ropohl, 1991, 200). Όπως έχουν παρατηρήσει οι Koenne, Ludwig και Lenk, το αποτέλεσμα ήταν ότι κάποια τμήματα της γερμανικής αντιπαράθεσης, όσον αφορά τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις, κατέληξαν να καμουφλαριστούν με την ιδεαλιστική γλώσσα των κλασικών σπουδών (Koenne, 1979) (Ludwig, 1974) (Lenk, 1982). Ωστόσο, αυτό που δεν συζήτησαν αυτοί οι ακαδημαϊκοί είναι ότι η υιοθέτηση εκ μέρους των μηχανικών ενός μανδαρινικού λεξιλογίου επηρέασε, επίσης, τα νοήματα των όρων που χρησιμοποιούνται. Η μηχανή εισχώρησε στον νου ως μια εξιδανικευμένη οντότητα και έτσι σπάρθηκαν οι πρώτοι σπόροι αυτού που θα γινόταν η Technikphilosophie (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Φιλοσοφία της τεχνολογίας.). Ο διάλογος στον οποίο ανήκει και ο ίδιος ο Ropohl απέκτησε το πλαίσιό του αυτήν την εποχή.

    Η έννοια της Bildung, η οποία είχε τις ρίζες της στα γραπτά του Wilhelm von Humboldt, ήταν κομβική για την ιδεολογία των μανδαρίνων (Bollenbeck, 1994). Αποτελούμενη από τρία αλληλένδετα στοιχεία (Ropohl, 1991, 217), έδινε έμφαση στην προσωπική ανάπτυξη του ατόμου, συνέστηνε τις ελληνικές και ρωμαϊκές μελέτες ως την καλύτερη εκπαίδευση για τον ανθρώπινο νου και τόνιζε ότι ήταν πιο σημαντικές οι πνευματικές αντί οι υλικές πτυχές του κόσμου. Ωστόσο, αυτός ο ιδεαλισμός ήταν στοχαστικός και παθητικός, αλλά εκτιμούσε την εποικοδομητική δημιουργικότητα του ανθρώπου (Ringer, 1987, 28). Όχι μόνο οι πνευματικές, αλλά και οι υλικές δημιουργίες μιας πραγματικά δημιουργικής ύπαρξης μπορούσαν να αποκαλεστούν Kultur – και η Kultur ήταν κάτι που οι μηχανικοί λαχταρούσαν να λάβουν.

    Ανά τους αιώνες, ανάμεσα στο κράτος και στους διανοούμενους που είχαν λάβει ακαδημαϊκή μόρφωση καλλιεργήθηκαν ισχυροί αμοιβαίοι δεσμοί. Το κράτος είχε παράσχει στους διανοούμενους ορισμένα προνόμια και, ως αντάλλαγμα, είχε καταφέρει να εκμεταλλευτεί τις διοικητικές και ρητορικές τους δεξιότητες. Με την αλλαγή του αιώνα, αυτή η προνομιούχα θέση –το πολιτισμικό κεφάλαιο των διανοούμενων– απειλήθηκε από μια ισχυρότερη τάση της επικαιρότητας. Ενόψει των έντονων υλικών, πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών αλλαγών, οι μανδαρίνοι ένιωσαν η θέση τους, ως φορέων του πνεύματος και του πολιτισμού, να κινδυνεύει (Ringer, 1987, 12-13, 50). Είδαν να δέχονται επίθεση από τους ματεριαλιστές μηχανικούς και επιστήμονες, τους απάνθρωπους βιομήχανους και (μερικές φορές, τους Εβραίους) επιχειρηματίες. Αλλά ακόμα και αν οι τελευταίες αυτές ομάδες είχαν αποκτήσει χρηματική δύναμη, οι μανδαρίνοι εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε να εμπιστευτούν στους ίδιους τη διατήρηση των κλασικών αξιών. Μόνο εκείνοι έπρεπε να είναι Kulturträger (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Φορείς πολιτισμικών αξιών.).

    Προς το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, οι μανδαρίνοι είδαν η θέση τους να κινδυνεύει ακόμα περισσότερο και αντέδρασαν ποικιλοτρόπως, προκειμένου να διατηρήσουν το κοινωνικοπολιτισμικό πλεονέκτημά τους. Αυτή η δύσκολη κατάσταση τους υποχρέωσε να επανεξετάσουν, να αναθεωρήσουν και να επαναδιατυπώσουν την ιδεολογία τους. Ορισμένοι μανδαρίνοι «μεταρρυθμιστές», συνειδητοποιώντας ότι ζούσαν τώρα στην «εποχή της τεχνολογίας», ήταν πρόθυμοι να ενσωματώσουν κάποια στοιχεία της σύγχρονης ζωής στα χαμηλότερα και μεσαία επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος (Ringer, 1987, 52-53). Αλλά περισσότερο σύνηθες ήταν να απορρίπτουν πολλά από τα στοιχεία της σύγχρονης κοινωνίας και να ζητούν μεγαλύτερη στήριξη από το κράτος. Οι περισσότεροι μανδαρίνοι επιτέθηκαν στην ορθολογική τεχνολογία και την ωφελιμιστική επιστήμη, όπως επίσης και στη μετριότητα της δημοκρατικής κοινωνίας της μάζας, κατηγορώντας τες ότι ήταν υπέρμαχοι του Zivilisation. Το να είναι κάποιος πολιτισμένος σήμαινε, σύμφωνα με την κοσμοθεωρία των μανδαρίνων, να τον απασχολεί υπερβολικά μόνο ο εξωτερικός κόσμος. Οι μανδαρίνοι αντιπαράβαλλαν έντονα αυτόν τον υλισμό με αυτό που θεωρούσαν ως τον βαθύ προσανατολισμό της Kultur που ήταν εσωστρεφής. Απεχθάνονταν τη σύγχρονη εκπαίδευση, η οποία είχε να κάνει με την απλή μετάδοση πληροφοριών και έναν προσανατολισμό προς την τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, προστάτευαν την κλασική εκπαίδευση ως μέσο καλλιέργειας της προσωπικής ανάπτυξης. Ήθελαν την Bildung και όχι την Ausbildung (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Εκπαίδευση.). Ο δεξιός συγγραφέας Moeller van der Bruck συνόψισε εύγλωττα αυτή την άποψη, όταν είπε ότι ο πολιτισμός ανήκε στο στομάχι και η κουλτούρα στο πνεύμα (Stern, 1961).

    Προς το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, οι μανδαρίνοι άρχισαν να υπερασπίζονται την κουλτούρα και για εθνικούς λόγους. Άρχισαν να θεωρούν τον εαυτό τους φορέα όχι μόνο της εσωτερικής κουλτούρας, αλλά και της γερμανικής κουλτούρας. Ενώ ο πολιτισμός αποδοκιμάστηκε ως ένα διεφθαρμένο αγγλοσαξονικό και γαλλικό φαινόμενο, η Kultur εκθειάστηκε ως κάτι γνήσια γερμανικό. Κατά συνέπεια, ο όρος Kultur δεν είχε συγκεκριμένο νόημα. Ο Bollenbeck δείχνει πώς, γύρω στην αλλαγή του αιώνα, ο όρος Kultur συνδέθηκε με όλα τα είδη της ανθρώπινης δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της Technik (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Τεχνολογία.) (Bollenbeck, 1994, 29 κ. εξ.). Αλλάζοντας την υποδήλωση του όρου από κάτι πνευματικό και ατομικό σε κάτι εθνικό και συλλογικό, οι μανδαρίνοι αύξησαν την πιθανότητά τους να υπερασπιστούν με επιτυχία τη θέση τους μέσα σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη κοινωνία. Σε αυτή τη διαδικασία, αναβίωσαν μια παράδοση αιώνων και την τροποποίησαν, έτσι ώστε να ταιριάζει με τη νέα εποχή. Πολλοί εκπρόσωποι της μηχανικής άρχισαν να κάνουν το ίδιο – αλλά από μια άλλη κατεύθυνση.

    Το χάσμα ανάμεσα στον πολιτισμό και την κουλτούρα στον γερμανικό διάλογο είναι γνωστό τοις πάσι. Λιγότερο οικείες, αλλά διόλου άγνωστες, είναι οι πτυχές εκείνες του διαλόγου που ασχολήθηκαν απευθείας με την τεχνολογία ως κοινωνικοπολιτισμικό φαινόμενο (Herf, 1984) (van der Pot, 1985) (Ropohl 1991, κεφάλαιο 10) (Sieferle, 1984). Αυτός ο διάλογος άρχισε να αποκτά σχήμα τη δεκαετία του 1900, όταν ο συντηρητικός μανδαρίνος συγγραφέας Eduard von Mayer εξέδωσε ένα βιβλίο με τον τίτλο Technik und Kultur (Τεχνολογία και Κουλτούρα) (1906) και όταν ο Friedrich Dessauer άρχισε να δημοσιεύει άρθρα πάνω σε αυτό το θέμα (π.χ., Dessauer, 1908). Ο Dessauer ήταν που αργότερα θα αποκαλούσε αυτόν τον διάλογο «η πάλη για την τεχνολογία». Αυτή η πάλη δεν αφορούσε κατά κύριο λόγο τις θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις ορισμένων καινοτομιών, όπως ο διάλογος του δέκατου ένατου αιώνα για «τη μηχανή». Αντίθετα, οι μαχόμενοι και από τα δύο στρατόπεδα διατηρούσαν το παραδοσιακό συλλογιστικό πλαίσιο, επιχειρώντας να βρουν ένα μέρος για τη σύγχρονη τεχνολογία εντός των ορίων μιας κλασικής και εθνικής κουλτούρας. Συνεπώς, η υπόθεση του Ropohl ότι όλοι οι μη μηχανικοί συμφωνούσαν με τον διαχωρισμό τεχνολογίας-κουλτούρας δεν είναι σωστή, ούτε και ο ισχυρισμός του ότι αυτός ο διαχωρισμός ανήκει σε μια «συγκεκριμένη “γερμανική ιδεολογία”» ή η άποψή του ότι μόνο οι μη Γερμανοί, όπως ο Lewis Mumford3, έχουν αναπτύξει πλήρως την ιδέα της τεχνολογίας ως πολιτισμικού προϊόντος (Ropohl, 1991, 198-199).

    Ο Mayer αντιτίθετο σε μεγάλο μέρος, αλλά όχι στο σύνολο της σύγχρονης τεχνολογίας· ωστόσο, δεν υποστήριζε την παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα στην τεχνολογία και την κουλτούρα. Μέσα από μια συντονισμένη κίνηση «πνευματικής ιδιοποίησης», όρισε εκ νέου την έννοια της τεχνολογίας, με σκοπό να καταστήσει δυνατό να συμπεριληφθούν στη γερμανική κουλτούρα τεχνολογίες που θεωρούσε αποδεκτές, αποκλείοντας παράλληλα και απορρίπτοντας μη αποδεκτές τεχνολογίες. Ο Mayer δεν αποδέχτηκε τον κλασικό βασικό ορισμό της Technik ως ταυτόσημο με τα υλικά δημιουργήματα και τα μηχανικά συστήματα. Αντίθετα, θεώρησε όλα τα αποτελέσματα της γνήσια ανθρώπινης δραστηριότητας ως Technik (Zschimmer, 1937, 27–37). Τα εργαλεία, τα εργοστάσια, τα βιβλία, ακόμη και τα κοινωνικά συστήματα ανήκαν τώρα στην τεχνολογία – δεδομένου ότι ήταν προϊόντα μιας αληθινής προσωπικότητας. Ο Mayer ασπάστηκε το ιδανικό της ατομικής Bildung και υποστήριξε ότι η καλύτερη τεχνολογία θα έδινε τη δυνατότητα στον καθένα να αναπτύξει τις δικές του ικανότητες. Ωστόσο, η άποψή του δεν ήταν ατομικιστική με τη φιλελεύθερη έννοια του όρου. Αντίθετα, ήταν εμπνευσμένη από τα ιδανικά του κοινοτισμού. Ο Mayer απαίτησε η τεχνολογία να συμβάλει στην κοινωνική και πολιτισμική ενοποίηση. Εντούτοις, η σύγχρονη τεχνολογία δεν στόχευε σε καμία από αυτές τις κατευθύνσεις. Αντίθετα, δημιουργούσε έναν κονιορτοποιημένο και απάνθρωπο κόσμο στον οποίο δεν υπήρχε καθόλου χώρος για να αναπτυχθούν οι προσωπικότητες4. Ο Mayer άσκησε κριτική στην καταστροφική και αποθαρρυντική ισχύ του σύγχρονου συστήματος του εργοστασίου. Κατηγόρησε το σύγχρονο «τεχνικό πνεύμα» για τη δημιουργία «αποξένωσης» και για το χτίσιμο μιας κοινωνίας, στην οποία η μοναδικότητα και οι ατομικές ανάγκες είχαν καταπατηθεί από τις τυποποιημένες λύσεις για τις μάζες (von Mayer, 1906, παρατίθεται από τον Dessauer, 1958, 122).Βαρελάς Τάκης / Μεταλλεργάτες / Ακρυλικό 50cm X 31cm / 2008Για ειλικρινείς μηχανικούς, όπως ο Dessauer, τέτοιου είδους επιθέσεις έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Δεδομένου ότι ο διάλογος δεν αφορούσε πλέον απευθείας πολιτικά, νομικά και διοικητικά ζητήματα, όπως κενές θέσεις στην κυβέρνηση ή πανεπιστημιακά πτυχία, έγινε έκκληση για μια πιο πνευματική και γνωστικού προσανατολισμού στρατηγική. Στις επακόλουθες απαντήσεις του στον Mayer και σε άλλους, ο Dessauer έκανε ό,τι μπορούσε για να κάνει τα επιχειρήματα και τη γλώσσα του να ταιριάξουν με το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων – να αναμετρηθεί μαζί τους, κατά κάποιον τρόπο, στο δικό τους γήπεδο. Ωστόσο, στην πορεία, και εκείνος (όπως ο Mayer) προσπάθησε να επηρεάσει και να τροποποιήσει το περιεχόμενο αυτού του πλαισίου. Όταν συζητούσε τη σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και την κουλτούρα με έναν ιστορικό του πολιτισμού, ένα μέρος της στρατηγικής του ήταν να επεκτείνει την υποδήλωση του όρου Technik. Ήθελε να προσδώσει στον όρο μια πνευματική διάσταση. Παραφράζοντας τις σύγχρονες συζητήσεις, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο Dessauer (όπως ο Mayer) δεν ήθελε να περιορίσει τον όρο Technik, εννοώντας μόνο καθετί το υλικό. Αποδεχόταν την ιδέα των μανδαρίνων ότι το Geist (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Πνεύμα.) ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικής Kultur, αλλά ισχυριζόταν ότι η τεχνολογία περιείχε, επίσης, το Geist. Με αυτή την κίνηση, προσδόθηκε στην τεχνολογία τόσο μια υλική όσο και μια πνευματική πλευρά5.

    Η επέκταση του όρου Technik ήταν κάτι παραπάνω από λογοπαίγνιο. Από τη στιγμή που έδωσε τη δυνατότητα στους μηχανικούς να ισχυριστούν ότι η μηχανική ήταν τόσο πνευματική δραστηριότητα όσο και η μελέτη της ιστορίας ή η ανάγνωση της Βίβλου, μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να γίνει η τεχνολογία αποδεκτή από τη μορφωμένη ελίτ. Τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν και αρκετές άλλες προσπάθειες, προς την ίδια κατεύθυνση [βλέπε, π.χ., (Coudenhove-Kalergi, 1922) (Stodola, 1932) (Zschimmer, 1914)].

    Οι αντιδράσεις των Γερμανών διανοούμενων απέναντι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ποικίλες. Οι Σόμπαρτ και Σπένγκλερ δεν ήταν οι μόνοι που ανακάλυψαν ότι ο πόλεμος αποκάλυψε τις κρυμμένες δυνατότητες της γερμανικής κουλτούρας και του γερμανικού έθνους. Ο νεαρός συγγραφέας της Δεξιάς Ernst Jünger θεωρούσε τον πόλεμο ένα είδος εξυγίανσης που εν τέλει θα δυνάμωνε τη Γερμανία. Ο Jünger δεν ήταν παραδοσιακός μανδαρίνος· ήταν ένας ανεξάρτητος συγγραφέας και ένας σκληροπυρηνικός εκπρόσωπος αυτού που ο Peukert έχει αποκαλέσει η «γενιά των συνόρων» (Peukert, 1987, 26 κ. εξ.). Πήγε να πολεμήσει εθελοντής στον πόλεμο και η εμπειρία αυτή του απέδειξε ότι η σύγχρονη τεχνολογία ήταν ένα από τα κύρια μέσα επιλογής των ισχυρών μελών της κοινωνίας (Herf, 1984, 70 κ. εξ.). Με έναν φουτουριστικό τρόπο, ο Jünger έγραφε: «Η γενιά μας είναι η πρώτη γενιά που αρχίζει να συμφιλιώνεται με τη μηχανή και να βλέπει σε αυτή όχι μόνο κάτι χρήσιμο, αλλά και κάτι όμορφο»6.

    Άλλοι διανοούμενοι δεν ήταν τόσο θετικοί. Στα χρόνια του πολέμου, ο μανδαρίνος θεολόγος και ιατρός Albert Schweitzer διατύπωσε μια ριζοσπαστικά ειρηνιστική ηθική, η οποία περιλάμβανε μια θεμελιώδη κριτική της σύγχρονης τεχνολογίας. Ωστόσο, η άποψη του Schweitzer δεν ήταν ότι ο πόλεμος ήταν η ρίζα της παρούσας κρίσης. Αντίθετα, τόσο ο πόλεμος όσο και η σύγχρονη τεχνολογία ήταν τα αποτελέσματα μη ισορροπημένων πολιτισμικών εξελίξεων. «Η μοίρα του πολιτισμού μας», έγραφε, «είναι ότι η υλική πλευρά του αναπτύσσεται πολύ περισσότερο σε σχέση με την πνευματική πλευρά του». (Schweitzer, 1923–24, II, 2). Αυτή η έλλειψη ισορροπίας ήταν εμφανής τόσο στις βαναυσότητες των χαρακωμάτων όσο και στις εργασιακές συνθήκες του σύγχρονου εργοστασίου που θύμιζαν φυλακή. Ο Schweitzer καταδίκασε τη σύγχρονη τεχνολογία για το ότι μεταχειριζόταν τον άνθρωπο και τα άλλα έμβια όντα ως πράγματα, με έναν εργαλειακό τρόπο. Έκανε έκκληση για μια τεχνολογία που θα βασιζόταν στην ηθική. Σύμφωνα με τους όρους του Βέμπερ, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο Schweitzer επιθυμούσε να αντικαταστήσει μια τεχνολογία που ήταν ορθολογική ως προς την αξία με την κυρίαρχη τεχνολογία που ήταν ορθολογική ως προς τον σκοπό (Σ.τ.Μ.: Ο Βέμπερ κάνει τη διάκριση ανάμεσα στην ορθολογική ως προς την αξία δράση και στην ορθολογική ως προς τον σκοπό δράση. Στην πρώτη περίπτωση, το κίνητρο είναι δογματικές αξίες, με έντονο το στοιχείο της ανελαστικότητας. Στη δεύτερη περίπτωση, τη λεγόμενη δράση εργαλειακού ορθολογισμού, επιλέγονται τα πλέον ορθολογικά μέσα και ο σκοπός είναι ωφελιμιστικός). Ο Schweitzer ήθελε μια τεχνολογία που θα ανακούφιζε τόσο τα «άτομα όσο και τις συλλογικότητες» από τον αγώνα για την άμεση επιβίωση (Schweitzer, 1923–24, I, 21). Ακολουθώντας την παράδοση της Bildung, έκανε έκκληση για μια τεχνολογία που θα έκανε τους ανθρώπους ελεύθερους να καλλιεργήσουν τις δικές τους ικανότητες.

    Όπως ο Mayer και αρκετοί άλλοι μανδαρίνοι, ο Schweitzer όρισε εκ νέου την έννοια Kultur, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί σε μια νέα κατάσταση. Η ατομική ελευθερία υπήρξε πάντα ένα σημαντικό συστατικό του πλαισίου αναφοράς των μανδαρίνων, αλλά ο Schweitzer τώρα επαναδιατύπωσε αυτό το πλαίσιο, ώστε να ταιριάζει με την ειρηνιστική και μη ελιτιστική ιδεολογία του. Η κριτική που ασκεί στον ελιτισμό είναι αξιοσημείωτη, μιας και οι περισσότεροι μανδαρίνοι ήταν ελιτιστές. Όρισε την Kultur ως μια ηθική θέση που εγγυάται σε όλα τα έμβια όντα ελευθερία και τον απαιτούμενο σεβασμό. Μια πραγματικά πολιτισμική τεχνολογία θα ελευθέρωνε τους ανθρώπους και τα ζώα, αντί να τα εκμεταλλεύεται και να τα απειλεί. Το βιβλίο με τίτλο Kulturphilosophie (Φιλοσοφία της Κουλτούρας) του Schweitzer, που γράφτηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά δημοσιεύτηκε αρκετά χρόνια μετά, μπορεί να διαβαστεί ως μια μεγάλης κλίμακας επίθεση στην πολεμική προσπάθεια εν γένει και στη στρατιωτική τεχνολογία ειδικότερα (βλέπε Schweitzer, 1923–24, II, 270). Αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί, επίσης, να ιδωθεί ως μια προσπάθεια να έχει κάποιος πολιτισμικό έλεγχο πάνω στην τεχνολογική ανάπτυξη και να την οδηγήσει σε νέες κατευθύνσεις. Ο Schweitzer δεν απέρριψε την τεχνολογία, αλλά ήθελε να την οικειοποιηθεί για νέους, πιο πνευματικούς σκοπούς. Επιθυμούσε, κατά κάποιον τρόπο, να την τιθασεύσει με σκοπό αυτή να απελευθερώσει όλα τα έμβια όντα.

    Οι μανδαρίνοι δεν ήταν οι μόνοι που φοβόντουσαν τον υποδουλωτικό και βίαιο χαρακτήρα της στρατιωτικής τεχνολογίας και του συστήματος του εργοστασίου. Παρόλο που οι περισσότεροι μηχανικοί δεν φοβόντουσαν απευθείας τις παρούσες τροχιές της τεχνολογίας αυτές καθαυτές, αρκετοί από αυτούς σίγουρα ανησυχούσαν για την έντονη κριτική την οποία πυροδοτούσαν οι αρνητικές συνέπειες. Αν ο επίπονος αντίκτυπος της τεχνολογίας γινόταν περισσότερο αισθητός στον διάλογο και αν, κατά συνέπεια, η κριτική γινόταν εντονότερη, τότε το επάγγελμά τους και ο σκοπός τον οποίο εξυπηρετούσαν θα μπορούσαν να κινδυνεύσουν. Ένας συγγραφέας που το συνειδητοποίησε αυτό7 ήταν ο Manfred Schröter, γιος ενός καθηγητή μηχανικής. Τη δεκαετία του 1910, ο Schröter ανέπτυξε μια φιλοσοφία που αντιμετώπιζε την τεχνολογία ως ένα πολιτισμικό προϊόν. Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς μανδαρίνους, ο Schröter δεν θεωρούσε τη φιλοσοφία, την τέχνη και τη θρησκεία τα μόνα συστατικά της Kultur, αλλά συμπεριλάμβανε, επίσης, την επιστήμη και την τεχνολογία «στο σύνολο της κουλτούρας» (Schröter, 1920, 49). Στον εκ νέου ορισμό που έδωσε στην κουλτούρα, επέλεξε μια πτυχή που ήταν πάντα έμφυτη στην ουμανιστική παράδοση: Kultur και Bildung ως δημιουργικές αντί ως στοχαστικές δραστηριότητες. Ο Schröter όρισε την κουλτούρα ως όλες εκείνες τις δραστηριότητες που βάζουν τάξη και προσδίδουν νόημα στην ανθρώπινη ζωή (ό. π., 1). Η θρησκεία και η φιλοσοφία ήταν τα μέσα δημιουργίας αυτής της τάξης, αλλά στη σύγχρονη κοινωνία τον ρόλο τους αναλάμβαναν ολοένα και περισσότερο η επιστήμη και η τεχνολογία. Ο Schröter, κατά συνέπεια, δεν περιόρισε την Technik στα εργαλεία και στις μηχανές· την έκανε να συμπεριλαμβάνει όλο το «δημιουργικό, παραγωγικό έργο» που στόχο έχει να δίνει νόημα στη ζωή με τα υλικά μέσα (ό. π., 56-57). Με άλλα λόγια, έκανε χρήση του συλλογιστικού πλαισίου των μανδαρίνων για να οικειοποιηθεί την τεχνολογία σε μια εκ νέου ορισθείσα έννοια της κουλτούρας.

    Ο Schröter δεν ήταν εξολοκλήρου θετικός απέναντι στις εξελίξεις της εποχής του. Ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι η κριτική που άσκησε στον υποδουλωτικό χαρακτήρα του μεγαλύτερου μέρους της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία αντανακλάται πιο ξεκάθαρα στο έργο του με τίτλο Philosophie der Technik (Φιλοσοφία της Τεχνολογίας) (Schröter, 1934), θύμιζε τις απόψεις του Schweitzer. Αν η τεχνολογία δεν κυριαρχείται από το πνεύμα, μπορεί να πάρει επικίνδυνη τροπή. Ο «λειτουργιστής» συγγραφέας που ήταν υπέρμαχος της τεχνολογίας και ο ουμανιστής μανδαρίνος μπορούσαν πράγματι να βρουν ένα κοινό έδαφος.

    Η επιρροή του Σπένγκλερ πάνω στον δημόσιο διάλογο ήταν μεγαλύτερη από οποιουδήποτε άλλου αυτή την εποχή. Το έργο του με τίτλο The Decline of the West (Η Παρακμή της Δύσης. Στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα, 2003, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου), ο πρώτος τόμος του οποίου δημοσιεύτηκε πρώτα το 1918 και ο δεύτερος το 1922, πυροδότησε έναν έντονο διάλογο τόσο εντός όσο και εκτός Γερμανίας. Για να υπερασπίσει τον Σπένγκλερ, ο Manfred Schröter έγραψε ακόμα και ένα βιβλίο που συνόψιζε αυτή την «πάλη» (Schröter, 1922). Ο Σπένγκλερ ήταν ένας ανεξάρτητος συγγραφέας αντί ένας καταξιωμένος μανδαρίνος και πολλοί διανοούμενοι άσκησαν κριτική στην ιστοριογραφική προσέγγισή του. Αλλά αρκετές από τις ιδέες του και τα συμπεράσματά του έπεσαν, όντως, σε γόνιμο έδαφος, κυρίως όσον αφορά τους ορθόδοξους μανδαρίνους (Ringer, 1987, 204). Ο Σπένγκλερ ακολούθησε πιστά το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων. Πήρε την παράδοση του Γκαίτε και την επαναδιατύπωσε και επηρεάστηκε πολύ και από τον Νίτσε. Προετοίμασε το έδαφος για τον γνωστό διαχωρισμό ανάμεσα στην Kultur και τον Zivilisation, και κατηγόρησε τον διεφθαρμένο δυτικό πολιτισμό για τις περισσότερες αχρειότητες της σύγχρονης κοινωνίας. Όπως ο Ράτεναου, απεχθανόταν τον φιλελευθερισμό της προσέγγισης του laissezfaire (Σ.τ.Μ.: Φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία που απαιτεί τη μη παρέμβαση της κυβέρνησης, ιδίως στον οικονομικό τομέα. Κυριολεκτικά, «αφήστε ελεύθερα» όσα σχετίζονται με την παραγωγή και τη διακίνηση των εμπορευμάτων.) και τάχθηκε υπέρ μιας οικονομίας που θα χαρακτηριζόταν από την τάξη και τον έλεγχο. Όπως ο Σόμπαρτ, ήθελε ένα νέο είδος σοσιαλισμού, βασισμένου στις γερμανικές αρετές.

    Ο Σπένγκλερ αφιέρωσε το τελευταίο κεφάλαιο του διάσημου βιβλίου του στη «μηχανή» και, αργότερα, θα επανερχόταν σε αυτό το θέμα σε ένα βιβλίο με τίτλο Man and the Machine (Spengler, 1931) (Ο Άνθρωπος και η Τεχνική. Στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Μάγμα, Αθήνα, 2019, μτφ. Γιώργος Δ. Στεφανίδης). Όρισε την τεχνολογία με πολύ ευρείς όρους ως κάθε ικανότητα να ενεργούμε, συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και την ικανότητα ενός ζώου να τρέχει (Spengler, 1991, 1183). Η τεχνολογία δεν αποτελούσε από μόνη της πρόβλημα. Πρόβλημα ήταν μόνο η καπιταλιστική τεχνολογία. Όταν αναδύθηκε η «ιδέα της μηχανής» στην Αναγέννηση, είχε τη δυνατότητα να μεταμορφώσει τον κόσμο σε κάτι σπουδαίο, κάτι που ενσωμάτωνε την πραγματικά δημιουργική ψυχή του ανθρώπινου είδους (ό. π., 1187). Ωστόσο, εξαιτίας της ολέθριας επιρροής των εμπόρων και των ηγετών των επιχειρήσεων, είχε, κατά συνέπεια, βγει εκτός ελέγχου. Οι κάτοικοι της Δύσης είχαν γίνει σκλάβοι της τεχνολογίας, αντί κυρίαρχοί της. Και ο κατά τ’ άλλα δημιουργικός μηχανικός, «ο πεφωτισμένος ιερέας της μηχανής» (ό. π., 1191) είχε γίνει θύμα της.

    Ένας λόγος που ο Schröter ένιωθε την ανάγκη να υπερασπιστεί τον Σπένγκλερ ήταν ότι Η Παρακμή της Δύσης διαβαζόταν συνήθως ως ένα άκρως αντιτεχνολογικό ανάγνωσμα. Φράσεις όπως «η μηχανή ανήκει στον διάβολο» ήταν ευρέως παρεξηγημένες, τόσο από τους σύγχρονους του Σπένγκλερ όσο και από μεταγενέστερους διανοούμενους (βλέπε π.χ. Hortleder, 1974, 86 κ. εξ.). Όπως έχει επισημάνει ο Herf, γενικά δεν είχε παρατηρηθεί ότι ο Σπένγκλερ έτεινε να τοποθετεί τις χειρότερες πτυχές της σύγχρονης τεχνολογίας στις πιο απροκάλυπτα καπιταλιστικές χώρες στον κόσμο και το βιβλίο του περιλάμβανε μια έκκληση για μια τεχνολογία, η οποία δεν θα εξουσιαζόταν από τον Μαμμωνά (Herf, 1984, κεφάλαιο 3). Οι παραδοσιακοί ήρωες του Σπένγκλερ ήταν ο αγρότης που καλλιεργούσε τη γη και ο σιδεράς, του οποίου τα αγαθά ενσωμάτωναν την ψυχή του δημιουργού τους. Οι δραστηριότητές τους ήταν «αυτού που παρήγαγε» (erzeugend) και «αυτού που επεξεργαζόταν» (verarbeitend), ενώ ο έμπορος που «εκμεταλλευόταν» μόνο μετέδιδε (vermitteln) αγαθά (Spengler, 1991, 1158 κ. εξ.). Το ιδεώδες του Σπένγκλερ ήταν μια τεχνολογία, η οποία ελεγχόταν από τους πραγματικά παραγωγικούς ανθρώπους, όπως τους τεχνίτες και τους μηχανικούς (τους απόγονους του σιδερά). Ήθελε μια τεχνολογία που προέκυπτε από την πραγματική εμπειρία και από μια δημιουργική ψυχή αντί από έναν νου που «εκμεταλλευόταν». Μόνο μια τέτοιου είδους τεχνολογία θα μπορούσε να είναι πραγματικά πολιτισμική. Για τον γερμανικό λαό, αυτό σήμαινε μια ανάγκη για την απόρριψη της τεχνολογίας της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών και τη δημιουργία της δικής του τεχνολογίας – που θα βασιζόταν στη γερμανική Kultur.

    Με βάση τις κύριες αντιλήψεις αυτού του βιβλίου, είναι δυνατό να ερμηνεύσουμε το έργο του Σπένγκλερ σε δύο επίπεδα. Πρώτον, ο Σπένγκλερ προσπάθησε να τιθασεύσει τη σύγχρονη τεχνολογία, ενσωματώνοντάς τη στη γερμανική κουλτούρα. Δεύτερον, επιχείρησε να βάλει τάξη στην καπιταλιστική νεωτερικότητα, δημιουργώντας ένα νέο είδος κοινοτικής τάξης (Wagner, 1994).

    Ο Σπένγκλερ και πολλοί μανδαρίνοι δεν ήταν σε καμία περίπτωση οι μόνοι που εξέφρασαν έναν φόβο απέναντι στην ξένη τεχνολογία και υπερασπίστηκαν μια εθνικά προσανατολισμένη τεχνολογία. Το έκαναν ακόμη και ορισμένοι σημαίνοντες μηχανικοί. Ο DiplomIngenieur Carl Weihe ζήτησε από τους συναδέλφους του να μην ξεπουληθούν στη διεθνή τεχνολογία και προειδοποίησε τους συμπατριώτες του για τους κινδύνους του «Amerikanismus (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αμερικανισμός.) και όλες τις βλαβερές συνέπειές του για την ψυχή του λαού» – εννοώντας την ψυχή του γερμανικού λαού (Weihe, 1918, 86). Αυτός ο φόβος γι’ αυτά που θεωρούνταν αμερικανικά ιδεώδη και αμερικανική τεχνολογία άρχισε να διαδίδεται ευρέως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Hermand & Trommler, 1988, 49–58). Ο Weihe υπονόησε ότι η σύγχρονη τεχνολογία θα μπορούσε, πράγματι, να αποτελέσει απειλή, αν δεν στηριζόταν πάνω σε «κοινωνικοηθικές σκέψεις» και κάλεσε τους ανθρώπους της τεχνολογίας και της βιομηχανίας να κάνουν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να αναπτύξουν μια ανθρώπινη τεχνολογία και να διαδώσουν τη γνώση σχετικά με τα οφέλη της τεχνολογίας στους πολίτες (Weihe, 1918, 86).

    Δύο χρόνια αργότερα, ο Weihe επιμελήθηκε την έκδοση του περιοδικού Zeitschrift des Verbandes deutscher DiplomIngenieure, το όνομα του οποίου άλλαξε στο λιγότερο βαρετό Technik und Kultur, το 1922 (Herf, 1984, 171–178). Ο Weihe χρησιμοποίησε αυτό το περιοδικό πολύ αποτελεσματικά ως βήμα για έναν εντατικοποιημένο αγώνα για τη δημόσια αποδοχή της μηχανικής ως πνευματικού εγχειρήματος και έγινε ένας από τους πιο σημαίνοντες και πολυγραφότατους εκπροσώπους του σώματος των μηχανικών την περίοδο του μεσοπολέμου. Οι προσπάθειές του να κάνει την τεχνολογία «την αγαπημένη του λαού» είχαν αρχίσει αμέσως μετά τον πόλεμο ως μια αντίδραση στα συναισθήματα κατά της τεχνικής εκείνης της εποχής (Weihe, 1918, 87). Συμφωνούσε με πολλούς κριτικούς ότι «τα όπλα, τα κανόνια, τα αεροπλάνα, τα πολεμικά πλοία και τα υποβρύχια» ήταν τρομακτικά, αλλά υποστήριζε ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιπροσώπευαν τα τεχνικά προϊόντα ως σύνολο (Weihe, 1918, 330). Αντίθετα, όπως πρέσβευε, η ιστορία έδειχνε ότι η τεχνολογία ενσωματώνει τις πολιτισμικές αξίες και συμβάλλει στην πνευματική απελευθέρωση, μιας και απελευθέρωσε τους ανθρώπους από μέρος του μόχθου της σκληρής εργασίας (ό. π., 331).

    Ο Weihe υποστήριζε τον αγώνα των μηχανικών, κάνοντας τη σύγχρονη τεχνολογία πιο γερμανική και πιο ηθικά αποδεχτή και υιοθέτησε το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων, αναλύοντας την τεχνολογία με τους όρους της Kultur και του Geist.

    Παρόλο που πολλοί μηχανικοί άρχισαν να προσαρμόζονται στο συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων μετά το 1905, οι λόγοι τους όσον αφορά την εμπλοκή τους στον δημόσιο διάλογο ήταν οι ίδιοι με εκείνους στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα εξακολουθούσαν να καθοδηγούν τον αγώνα τους. Ο Dessauer δήλωσε κατηγορηματικά ότι, στις δραστηριότητές του ως συγγραφέα και ομιλητή, είχε πάντοτε προσπαθήσει να ενισχύσει το κοινωνικό στάτους του επαγγέλματος των μηχανικών8 (Dessauer, 1958, 22).

    Ο Bourdieu επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν ουδέτερα μέσα επικοινωνίας (Bourdieu, 1991, κεφάλαιο 7). Παρόλο που εκείνοι που ελέγχουν την υλική παραγωγή σε μια κοινωνία έχουν οικονομική δύναμη, εκείνοι που ελέγχουν τη διαμόρφωση των ιδεολογιών και άλλες κοσμοθεωρίες έχουν συμβολική δύναμη. Η συμβολική δύναμη θα παραμένει σε ισχύ όσο οι κατώτερες ομάδες θα πιστεύουν στις ιδεολογίες που παράγονται από τις κυρίαρχες τάξεις. Κι εδώ έγκειται το πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι μανδαρίνοι στην αλλαγή του αιώνα. Το ιδεολογικό τους μονοπώλιο τέθηκε υπό αμφισβήτηση και μόνο ορισμένοι μοντερνιστές μεταρρυθμιστές κατάλαβαν ότι θα μπορούσε να είναι αυτοκαταστροφικό να μένει κάποιος προσκολλημένος σε όλα τα κλασικά ιδανικά. Αντί να απορρίψουν εξολοκλήρου τη νεωτερικότητα, ο Mayer και ο Schweitzer επέλεξαν να κάνουν κάποιες πτυχές της να ταιριάξουν με την εκ νέου ορισθείσα εκδοχή της Kultur. Ένα μέρος αυτής της στρατηγικής ήταν να τιθασεύσουν τη σύγχρονη τεχνολογία, αναδεικνύοντας εκείνα τα συστατικά που ήταν ιδιαιτέρως γερμανικά ή απελευθερωτικά. Το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής ήταν η διαμόρφωση ενός διαλόγου που εξακολουθούμε να γνωρίζουμε σήμερα ως Technikphilosophie.


    ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Η «ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ», ΤΟ «ΝΕΟ ΚΡΑΤΟΣ» ΚΑΙ Η «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΤΟΥ ΡΑΤΕΝΑΟΥ

    Ο Βάλτερ Ράτεναου συμβόλιζε, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, τον αγώνα των Γερμανών για την ανάκαμψη και την ανόρθωση μετά τον πόλεμο. Αγωνιζόταν να επιβιώσει υπό συνθήκες ελλείψεων και κακουχιών, ως διευθυντής της μεγάλης ηλεκτροτεχνικής εταιρείας AEG, ως ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση της εθνικής παροχής φυσικών πόρων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και ως Υπουργός Εθνικής Ανασυγκρότησης σε μια κυβέρνηση μετά τον πόλεμο. Οι δραστηριότητές του ως διαχειριστή, επιχειρηματία και πολιτικού είναι αρκετά γνωστές και δεν θα εστιάσουμε εδώ σε αυτές. Αντίθετα, η προσοχή θα στραφεί στα οράματα μιας μελλοντικής κοινωνίας, τα οποία σκιαγράφησε μετά το 1915, οράματα τα οποία απορρίφθηκαν μάλλον με κατηγορηματικό τρόπο από τον Barnouw ως «ελαττωματικά» και «ουτοπικά με την παλιά, στατική έννοια του όρου» (Barnouw, 1988, 48, 66).

    Ο Ράτεναου προσπάθησε να κατανοήσει το χάος της περιόδου του πολέμου και την ύφεση μετά τον πόλεμο, μέσω του ορθολογικού σχεδιασμού με σκοπό την επίτευξη κοινών στόχων. Από τη θέση του στην κορυφή της γερμανικής κοινωνίας, οραματίστηκε ένα ισχυρό κράτος και ένα έθνος όπου η εξουσία των ομάδων ειδικών συμφερόντων είχε εξαφανιστεί. Παρόλο που εναπόθετε τις ελπίδες του στους νέους (Rathenau, 1918a), η καρδιά του –όπως και πολλών άλλων της «γενιάς του Γουλιέλμου» [Σ.τ.Μ.: Η περίοδος του Γουλιέλμου περιλαμβάνει την περίοδο της γερμανικής ιστορίας από το 1890 έως το 1918, δηλαδή την ηγεμονία του τελευταίου Γερμανού αυτοκράτορα, Γουλιέλμου Β´ (1888–1918), από την παραίτηση του Καγκελάριου Όττο φον Βίσμαρκ μέχρι το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, την πτώση του Γουλιέλμου Β´ και την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.]– χτυπούσε ακόμα για τα ιδανικά του Βίσμαρκ και του Kaiserreich (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αυτοκρατορία.) (Peukert, 1987, 26).

    Ο Ράτεναου διαμόρφωσε το όραμά του στα πολυάριθμα βιβλία, φυλλάδια και άρθρα που έγραψε μεταξύ 1915 και 1922. Τίτλοι όπως «Η Νέα Κοινωνία», «Το Νέο Κράτος» και «Η Νέα Οικονομία» αποκαλύπτουν ότι στόχος του ήταν μια νέα αρχή (Rathenau, 1918b, 1919c, 1922). Είχε ήδη χτίσει το όνομά του ως δοκιμιογράφος την πρώτη δεκαετία του αιώνα, αλλά είναι σαφές ότι ο πόλεμος τον επηρέασε βαθιά. Λίγο πριν το 1914, είχε γράψει δύο φιλοσοφικές κριτικές για το σύγχρονο Zeitgeist (Σ.τ.Μ.: Όρος που έχει καθιερωθεί από τα Γερμανικά και σημαίνει «πνεύμα των καιρών».), αλλά τα γραπτά του, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν, υπογράμμισαν οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Είναι αλήθεια ότι άρχιζε το βιβλίο του που εκδόθηκε το 1917 με τίτλο In Days to Come (Στο Μέλλον), ισχυριζόμενος ότι τα υλικά φαινόμενα δεν έχουν καμία εγγενή αξία και ότι μόνος σκοπός τους είναι «να προάγουν την ανάπτυξη της ψυχής και των ορίων αυτής», αλλά στις επόμενες αναλύσεις του μιλούσε πάρα πολύ λίγο για την ψυχή και το πνεύμα. (Βλέπε, π.χ., Rathenau, 1917a, 5). Αντί να κάνει μια ιδεαλιστική «κριτική της εποχής μας» ή μια μπεργκσονιανή ανάλυση «της μηχανικής του πνεύματος», όπως είχε κάνει πριν από τον πόλεμο (Rathenau, 1912, 1913), συζητούσε τώρα για το πώς θα έπρεπε να οργανωθεί η Γερμανία για να ανταποκριθεί στις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις που ακολούθησαν τον απόηχο του πολέμου. Ήθελε να βγάλει τη Γερμανία από μια καταστροφική κατάσταση, στην οποία η εθνική οικονομία της ήταν κατεστραμμένη, το σύνταγμά της αμφισβητείτο και ο πληθυσμός της είχε μειωθεί σημαντικά (Rathenau, 1918d) (Rathenau, 1918e, 57). Και σε μια τέτοια κατάσταση, ο Ράτεναου θεώρησε ότι ένας πραγματιστικά οικονομικός διάλογος ήταν πιο ενδεδειγμένος.

    Ο Ράτεναου ήταν μια εξέχουσα μορφή στη γερμανική υψηλή κοινωνία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιδέες του συμφωνούσαν πάντα με εκείνες της πολιτικής, στρατιωτικής και επιχειρηματικής ελίτ. Ο Barnouw και ο Hellige υποστηρίζουν ότι ο Ράτεναου ήταν ένας αουτσάιντερ που ασπαζόταν ορισμένες από τις απόψεις των συναδέλφων του και απέρριπτε άλλες (Barnouw, 1988) (Hellige, 1990). Ήταν ένας πολίτης, αλλά έγινε υπεύθυνος για την αξιοποίηση των εθνικών πόρων για την πολεμική προσπάθεια· ήταν καπιταλιστής (για παράδειγμα, μέλος πολλών διοικητικών συμβουλίων), αλλά επιχειρηματολογούσε υπέρ της περισσότερης κρατικής εξουσίας· ήταν Εβραίος, αλλά και ένθερμος Γερμανός εθνικιστής· ήταν μηχανικός, αλλά προειδοποιούσε για τους κινδύνους του εκμηχανισμού.

    Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το υπόβαθρο, δεν αποτελεί έκπληξη το να βλέπουμε ότι ένας από τους κύριους στόχους του Ράτεναου, στα γραπτά του μετά τον πόλεμο, ήταν η φιλελεύθερη οικονομία που ήταν οργανωμένη με βάση τις αρχές του laissez faire. Η «ανεξέλεγκτη διαμάχη» μεταξύ των γερμανικών εταιρειών οδήγησε μόνο στο χάος και στην κακοδιαχείριση των πόρων (Rathenau, 1918e, 67). Ήταν φρικτό «εκατοντάδες χιλιάδες άντρες να ταξιδεύουν στους σιδηροδρόμους με μοναδικό τους μέλημα να εξυπηρετούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων εμπορικών εταιρειών» (ό. π., 75). Ο ανταγωνισμός ήταν γενικά καταστροφικός όσον αφορά τον πλούτο του έθνους. Ήταν ηθικά ανεύθυνο κάθε άτομο να πασχίζει για το δικό του όφελος, ενώ η Γερμανία αιμορραγούσε και αργοπέθαινε. Συνεπώς, η κριτική του Ράτεναου για ένα άκρως φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα είχε μια καθαρά εθνικιστική προκατάληψη. Αντιπαθούσε τον ανταγωνισμό εντός της Γερμανίας, αλλά αποδεχόταν τον οικονομικό ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών.

    Ο Ράτεναου ήταν υπέρ των περισσότερων ειδών εγχώριων μονοπωλίων και είχε ταχθεί υπέρ της οργάνωσης της γερμανικής οικονομίας με τη μορφή φορέων που θύμιζαν καρτέλ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το έβρισκε απολύτως σωστό «ο ιδιοκτήτης ενός σιδηροδρόμου, ενός συστήματος ύδρευσης, ενός λιμανιού να λαμβάνει δικαιώματα μονοπωλίου απευθείας από το κράτος ή τις δημοτικές αρχές» (Rathenau, 1917a, 107). Ορισμένοι μπορεί να πιστεύουν ότι τέτοιου είδους μονοπώλια –μαζί με τα δικαιώματα επί των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και τα καρτέλ– ήταν άδικα και αναποτελεσματικά, αλλά ο Ράτεναου ήταν της άποψης ότι όντως ίσχυε το αντίθετο. Στην καλύτερη περίπτωση, ο ανταγωνισμός ήταν ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Το «μονοπώλιο της τεχνολογικής προόδου» ήταν εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία του κοινού πλούτου (ό. π., 108). Στις εταιρείες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους μπορεί να μην αρέσει το να μην μπορούν να μοιράζονται τους καρπούς των νέων εφευρέσεων, αλλά τα δικαιώματα επί των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έδιναν στους κατόχους τους τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις καινοτομίες με έναν τρόπο που ήταν οικονομικά ορθολογικός σε σχέση με την κοινωνία ως σύνολο.

    Βαρελάς Τάκης / Όπου φως και η ζωή / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

    Ο Ράτεναου αντιλαμβανόταν ότι μια προϋπόθεση για το οικονομικό του σύστημα ήταν είτε αυτό να διαπνέεται από «μια ηθική αίσθηση ευθύνης» είτε να ελέγχεται με λεπτομέρεια (Rathenau, 1918e, 67). Διαφορετικά, τα μονοπώλια μπορεί να χρησιμοποιούνταν λανθασμένα και οι άνθρωποι να εργάζονταν μόνο για το δικό τους όφελος. Κάθε άτομο και εταιρεία έπρεπε να νιώθει την υποχρέωση να εργάζεται για το κοινό καλό του έθνους. Πράγματι, μόνο στους αρρώστους και στους ηλικιωμένους θα έπρεπε να επιτρέπεται να παραμένουν άεργοι (Rathenau, 1917a, 131). Η νωθρότητα, η κερδοσκοπία και ο κοντόφθαλμος εγωισμός θα έπρεπε να καταπολεμηθούν.

    Παρά τους περιορισμούς αυτούς, ο Ράτεναου ποτέ δεν αμφισβήτησε «τον νόμο του κεφαλαίου» (Rathenau, 1917a, 70). Μερικές φορές, αποκαλούσε τον εαυτό του σοσιαλιστή, αλλά δεν έβλεπε τον σοβιετικό κομμουνισμό ως εναλλακτική στον φιλελευθερισμό. Δεν ήθελε να κοινωνικοποιήσει τα μέσα παραγωγής, αλλά επιθυμούσε να εμποδίσει τις ιδιωτικές εταιρείες από το να ενεργούν ενάντια στα συμφέροντα της χώρας ως σύνολο. Δεν ήθελε να απαλλαχθεί από το δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, αλλά αντιπαθούσε τον κληρονομούμενο πλούτο και τα προνόμια (Rathenau, 1918c, 38). Δεν ήθελε να καταπνίξει το παγκόσμιο εμπόριο, αλλά επιχειρηματολογούσε υπέρ των σημαντικά αυξημένων τελωνειακών δασμών. Το όραμά του περιλάμβανε ένα σύστημα με ιδιωτική, αλλά «όχι απεριόριστη» επιχειρηματική δραστηριότητα (Rathenau, 1918e, 67).

    Ο Ράτεναου γνώριζε καλά ότι τα υλικά, η ενέργεια και η εργασία ήταν περιορισμένα και θεωρούσε τη χρήση αυτών των πόρων κοινό, κοινωνικό μέλημα (Rathenau, 1917a, 247). Κάθε πολίτης είχε δικαίωμα σε ένα συγκεκριμένο μερίδιο φυσικών πόρων και στους καρπούς της βιομηχανίας. Για λόγους τόσο οικονομίας όσο και ισότητας, ήθελε, επομένως, να μειώσει την κατανάλωση των μη απαραίτητων ειδών. Στιγμάτιζε τη ματαιοδοξία των ανώτερων τάξεων και ισχυριζόταν ότι η απληστία τους συνέβαλε στην ολοένα και αυξανόμενη ανέχεια των χαμηλότερων τάξεων: «… όλα αυτά τα χρόνια δουλειάς που απαιτούνται για την παραγωγή ενός ακριβού κεντήματος ή μιας εντυπωσιακής ταπισερί, έχουν αφαιρεθεί για πάντα από τον ρουχισμό των φτωχών» (Rathenau, 1917a, 78). Ενώ ορισμένοι άνθρωποι κολυμπούσαν στην πολυτέλεια, άλλοι δεν είχαν αρκετά για να φάνε. Αυτό ήταν ιδιαίτερα καταστροφικό στην περίπτωση των εισαγόμενων αγαθών, από τη στιγμή που οι φτωχοί όχι μόνο στερούνταν πόρων, αλλά οι πόροι αυτοί εξάγονταν και από τη χώρα. Η εισαγωγή ειδών πολυτελείας είχε κάνει τη Γερμανία φτωχή και θα έπρεπε να αποφεύγεται (Rathenau, 1918d, 26) (Rathenau, 1918e, 55).

    Δυστυχώς, η απόλαυση της πολυτέλειας δεν περιοριζόταν στα πιο εύπορα τμήματα της κοινωνίας. Ο Ράτεναου υποστήριζε ότι διαδιδόταν ο άψυχος ηδονισμός. Πολλοί άνθρωποι ντρέπονταν για το ότι ενέδιδαν στην «επιδεικτική κατανάλωση» (όρος του Thorstein Veblen), αλλά, ωστόσο, προσπαθούσαν να «καλύψουν αυτή την ντροπή, προσθέτοντας λίγο συναίσθημα στην άθλια τεχνολογία της σημερινής ζωής και των προϊόντων της» (Rathenau, 1917a, 8). Ο κόσμος απαιτούσε προϊόντα με μια «έγχρωμη επιφάνεια», ώστε να μην κριτικάρεται για το ότι ήταν υπερβολικά ματεριαλιστής (ό. π., 9). Με άλλα λόγια, ο περιττός σχεδιασμός είχε γίνει ένα μέσο αντιστάθμισης όσον αφορά την απεριόριστη κατανάλωση. Η μείωση των απαιτήσεων για νέα αγαθά φαινόταν να αποκλείεται εξολοκλήρου.

    Ο βασικός φορέας του σχεδόν επαναστατικού οράματος του Ράτεναου έπρεπε να είναι το γερμανικό κράτος. Όταν περιέγραψε αυτό το κράτος, ήταν ασυνήθιστα ποιητικός:

    … βλέπουμε ακτίνες φωτός να αγγίζουν την εικόνα – ακτίνες από τον ήλιο του κράτους. Δεν ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα για την κοινωνικοποίηση της οικονομίας ούτε έχουμε και κάποια μανία όσον αφορά την παρέμβαση του κράτους, εκεί όπου αυτή δεν χρειάζεται. Αλλά νιώθουμε ολοένα και περισσότερο ότι δεν είμαστε μόνο οικονομικά υπεύθυνοι για τον εαυτό μας, αλλά και για τους άλλους και ότι εμείς και το κράτος έχουμε από κοινού ευθύνη. Ένα πιο βαθύ συναίσθημα κοινότητας ανάμεσα στο κράτος και τη βιομηχανία δεν είναι τρομακτικό, δεδομένου ότι το κράτος είναι σε θέση να απελευθερωθεί από τις μονόπλευρες και γραφειοκρατικές μεθόδους… και να μετατραπεί στο υψηλότερο και πιο αυθεντικό όργανο της κοινής θέλησης και του κοινού πνεύματος (Rathenau, 1918d, 28).

    Μόνο το κράτος, σύμφωνα με την άποψη του Ράτεναου, μπορούσε να εγγυηθεί ότι οι κοινές ανάγκες θα ταίριαζαν με τα ιδιωτικά συμφέροντα. Το κράτος θα ρύθμιζε τις οικονομικές υποθέσεις, επιτρέποντας παράλληλα την ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της θρησκείας. Το νέο κράτος θα εξασφάλιζε ότι η παραγωγή και η διανομή θα εκτελούνταν αποτελεσματικά και η υπερβολική κατανάλωση θα αποφεύγονταν. Για παράδειγμα, θα εφάρμοζε υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές, θα αύξανε τους φόρους στα είδη πολυτελείας και θα παρείχε σε κάθε πολίτη ένα ελάχιστο μερίδιο από τον κοινό πλούτο (Rathenau, 1917a, 103). Οι φόροι επί των πωλήσεων θα έπρεπε να αυξηθούν και οι φόροι επί του εισοδήματος να μειωθούν. Το «νέο κράτος» του Ράτεναου περιλάμβανε τόσο πατερναλιστικά όσο και «νεο-μερκαντιλιστικά» (ό. π., 251) στοιχεία.

    Ο Ράτεναου θεωρούσε μεγάλο εχθρό του κράτους του τον μαζικό αριθμό ομάδων ειδικών συμφερόντων που αγωνίζονταν μόνο για το δικό τους όφελος. Όπως υπαινισσόταν, ο παρτικουλαρισμός (Σ.τ.Μ.: Αρχή με βάση την οποία ένα κράτος σε ένα έθνος ή μια ομοσπονδία ενεργεί ανεξάρτητα από την κεντρική εξουσία, ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με την προώθηση των δικών του οικονομικών συμφερόντων.) ήταν δυσλειτουργικός όσον αφορά την οργανική ενότητα οποιουδήποτε λαού και σε σχέση με τον συλλογικό πλούτο οποιουδήποτε έθνους. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπονοηθεί ότι ο Ράτεναου αντιτίθετο σε όλα τα είδη της ομαδικής επιρροής. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τη Sachlichkeit (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αντικειμενικότητα.) και ήθελε κάθε επαγγελματική ομάδα να είναι σε θέση να επηρεάζει την οργάνωση του τομέα εξειδίκευσής της (Rathenau, 1922, 29). Για παράδειγμα, το θεωρούσε άκρως φυσικό οι καθηγητές και οι άλλοι δάσκαλοι να έχουν λόγο στα εκπαιδευτικά ζητήματα, αλλά υποστήριζε ότι έπρεπε να το κάνουν αυτό ως ειδικοί και όχι ως ομάδες ειδικών συμφερόντων (ό. π., 39). Από τη στιγμή που ο Ράτεναου θεωρούσε τη Sachlichkeit αναπόσπαστο κομμάτι του «πραγματικού γερμανικού πνεύματος», ήταν πεπεισμένος ότι θα ήταν δυνατό να διαχωρίσει κανείς τις γνώσεις των ειδικών από τα υποκειμενικά συμφέροντα στη Γερμανία (ό. π., 9). Το κράτος του δεν θα ήταν μόνο πατερναλιστικά οργανικό· θα ήταν και τεχνοκρατικά εταιρικό: «Θα οικοδομήσουμε ένα κράτος το οποίο θα είναι πιο αμερόληπτο, πιο οργανικό, πιο δίκαιο, πιο ελεύθερο και πιο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε άλλο κράτος… Αυτό είναι το Νέο Κράτος» (ό. π., 71).

    Το κράτος του Ράτεναου θα στηριζόταν στους ώμους του γερμανικού λαού. Το πρόβλημα, κατά την άποψή του, ήταν ότι ο λαός ήταν κοινωνικά διασπασμένος και είχε «μηχανοποιηθεί όσον αφορά το πνεύμα και τον τρόπο ζωής» (Rathenau, 1918e, 72) (Rathenau, 1922, 16). Κατά συνέπεια, ήταν απαραίτητο ο λαός να ενωθεί. Παρόλο που ήταν Εβραίος, ο Ράτεναου δεν έπαψε ποτέ να δίνει έμφαση στην ενότητα του γερμανικού λαού – Τεύτονες ή Εβραίοι. Όπως και αρκετοί συντηρητικοί Σουηδοί κριτικοί αυτή την περίοδο (βλέπε Elzinga et al, κεφάλαιο 6 στον παρόντα τόμο), ο Ράτεναου μιλούσε για «τη σπουδαία εποχή» στην ιστορία της χώρας του και ήθελε να την αποκαταστήσει (Rathenau, 1922, 10).

    Ο Ράτεναου γνώριζε πολύ καλά ότι η υλική βάση της νέας κοινωνίας μπορούσε να στηρίζεται μόνο στη βιομηχανία και τη γεωργία. Από τη στιγμή που η βιομηχανική παραγωγή ήταν γενικά οργανωμένη με αναποτελεσματικό τρόπο, υπήρχε ανάγκη για μια «επιστήμη της βιομηχανίας» (Rathenau, 1918e, 76). Μιας και οι περισσότερες εταιρείες ήταν σε θέση να πουλούν ό,τι παρήγαγαν με μεγάλο κέρδος, οι βιομήχανοι είχαν πολύ λίγα κίνητρα για να εξοικονομούν πόρους. Η «επιστημονική τεχνολογία», την οποία εκπροσωπούσαν καλά εκπαιδευμένοι μηχανικοί, είχε διεισδύσει μόνο σε λίγους κλάδους της βιομηχανίας – τη βιομηχανία της ενέργειας, στην οποία και ο ίδιος ο Ράτεναου ήταν πιο ενεργός, μιας και ανήκε σε αυτή (ό. π., 78). Η παθητική στάση των περισσότερων εταιρειών θα μπορούσε να είναι κατανοητή, αν η οικονομία ανθούσε, αλλά δεν μπορούσε να είναι αποδεκτή όταν «όλες οι απώλειες και η σπατάλη [ήταν] κοινό μέλημα» (ό. π.). Η ανεπάρκεια πόρων που είχε γίνει εμφανής κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε καταστήσει ανήθικο τον μη εκσυγχρονισμό της παραγωγής.

    Υπάρχουν πολυάριθμες ερμηνείες των γραπτών και των πράξεων του Ράτεναου. Η Mader τον έχει αποκαλέσει «αξιωματούχο του οικονομικού κεφαλαίου» (Mader, 1974). Ο Hughes έχει υποστηρίξει ότι ο Ράτεναου ήταν ένας «οικοδόμος συστημάτων», ο οποίος όχι μόνο οικοδόμησε τεχνικά συστήματα, αλλά προσπάθησε, επίσης, να οργανώσει εταιρείες και ολόκληρους κλάδους της βιομηχανίας με έναν συστημικό τρόπο (Hughes, 1990). Παραδειγματική στην ερμηνεία του Hughes είναι η προσπάθεια του Ράτεναου να συντονίσει τη γερμανική ηλεκτροτεχνική βιομηχανία μέσω της παρέμβασης του κράτους· ο Ράτεναου επιχείρησε να δημιουργήσει ένα εθνικό μονοπώλιο σε αυτόν τον τομέα για χάρη της βέλτιστης απόδοσης. Η εξήγηση του Hughes όσον αφορά την πολιτική συγκεντρωτισμού του Ράτεναου αποτέλεσε στη συνέχεια αντικείμενο κριτικής από τον Hellige, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι προσπάθειες του Ράτεναου να ελέγξει τη βιομηχανία είχαν να κάνουν με την αρνητική εμπειρία που είχε στη νεανική του ηλικία από τον απεριόριστο ανταγωνισμό στη βιομηχανία των χημικών (Hellige, 1990). Ο Ράτεναου ήταν, σύμφωνα με την ανάλυση του Hellige, ένας «οργανωτής του καπιταλισμού» και όχι ένας «οικοδόμος συστημάτων»· ήταν πιο κοντά στον Αμερικανό μηχανικό και σοσιαλιστή Charles Steinmetz και τον «εταιρικό κολεκτιβισμό» του αντί στον, επίσης, Αμερικανό Τόμας Έντισον και τη στρατηγική του με βάση την οποία χτιζόταν ένα σύστημα.

    Το έργο του Ράτεναου θα μπορούσε, επίσης, να ερμηνευθεί ως ένα έργο που ταίριαζε σε αυτό που ο Galbreith έχει αποκαλέσει «οργανωμένο καπιταλισμό» (Galbreith, 1967) ή ως ένα έργο που επιχείρησε να εισαγάγει ένα «ορατό χέρι» στην αγορά (Chandler, 1977). Ωστόσο, πιστεύω ότι όλες αυτές οι ερμηνείες είναι, κατά κάποιον τρόπο, μονομερείς, γιατί θεωρούν την επιχειρηματική εμπειρία του Ράτεναου το σημείο εκκίνησης. Η οπτική του Ράτεναου δεν περιλάμβανε μόνο μια επιχειρηματική πολιτική· το όραμά του περιλάμβανε όχι μόνο τον κόσμο της παραγωγής, αλλά και την κοινωνία ως σύνολο. Σίγουρα δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι τα γραπτά του και η πολιτική σχεδιασμού του την περίοδο του πολέμου ενέπνευσαν τον Λένιν και άλλους Μπολσεβίκους στα σχέδιά τους για τη Σοβιετική Ένωση (Maier, 1987, 43). Θα πρέπει να κοιτάξουμε καλύτερα τις πολιτικές διαστάσεις του οράματός του. Θα έλεγα ότι η ανάλυση του 1994 του Wagner όσον αφορά το τέλος της «φιλελεύθερης ουτοπίας» στην αλλαγή του αιώνα είναι μια πιο κατάλληλη βάση για μια ερμηνεία του έργου του Ράτεναου. Ο Wagner υποστηρίζει ότι η κλασική νεωτερικότητα γενικά και ο κλασικός φιλελευθερισμός ειδικότερα αντικαταστάθηκαν από την «οργανωμένη νεωτερικότητα» και διάφορα κρατιστικά έργα την περίοδο του μεσοπολέμου (Wagner, ό. π., κεφάλαια 5 και 6). Τα οράματα της Γαλλικής Επανάστασης είχαν αποτύχει. Η ελεύθερη πρωτοβουλία, η αληθινή δημοκρατία και η αμερόληπτη επιστήμη είχαν αποδειχθεί μη πρακτικές. Αντίθετα, διάφοροι παράγοντες προσπάθησαν να χαλιναγωγήσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα, την πολιτική και την επιστήμη. Η φιλελεύθερη ιδέα των ελεύθερων ανθρώπινων όντων αντικαταστάθηκε από συλλογικές έννοιες, όπως η τάξη και ο Volk (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Λαός.) (Stråth, 1990). Ασφαλώς, ο σοβιετικός κομμουνισμός και ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός κατέληξαν να ενσαρκώσουν αυτές τις τάσεις, αλλά αναπτύχθηκαν, επίσης, και λιγότερο ακραίες προσπάθειες ελέγχου της νεωτερικότητας. Στη Σουηδία, το όραμα του folkhem (Σ.τ.Μ.: Σουηδικά στο κείμενο. Κράτος πρόνοιας.) διαμορφώθηκε τόσο από διανοούμενους της Δεξιάς όσο και από εξέχοντες σοσιαλδημοκράτες (βλέπε κεφάλαιο 6 παρακάτω). Οι Αμερικανοί υιοθέτησαν τη λεγόμενη Νέα Συμφωνία (New Deal). Ο Wagner γράφει ότι «όλες αυτές οι προτάσεις ήταν αντιδράσεις στην αισθητή αστάθεια των μεταφιλελεύθερων καθεστώτων» και ότι «όλες τους στηρίζονταν στον ορισμό μιας, κατά κύριο λόγο, εθνικής κολεκτίβας και στην κινητοποίηση των μελών μιας τέτοιας κολεκτίβας υπό την ηγεσία του κράτους» (Wagner, 1994, 67).

    Καταλήγοντας, συμπεραίνω ότι οι ιδέες και οι δραστηριότητες του Ράτεναου κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά από αυτόν συνιστούσαν μια συντονισμένη προσπάθεια για τη ρύθμιση του μοντέρνου έργου χωρίς να το απορρίπτουν. Ο Ράτεναου αγωνιζόταν να φέρει τις βιομηχανίες και τα άτομα σε έναν κοινό δρόμο, όπου οι προσπάθειές τους θα μπορούσαν να οργανωθούν συλλογικά και να κατευθυνθούν προς κοινούς στόχους. Ήλπιζε να χρησιμοποιήσει την πειθαρχία αντί την ελευθερία και την κοινότητα αντί το εγώ. Η πολιτική του στόχευε στην αφομοίωση της σύγχρονης τεχνολογίας σε οικείες δομές αντί στην προσαρμογή αυτών των δομών στις απαιτήσεις της τεχνολογίας.

    Ο πόλεμος, στο μυαλό του Ράτεναου, άνοιγε μια πόρτα σε έναν κόσμο χωρίς εγωισμό. Παρά τις ωμότητές του, είχε ορισμένες θετικές συνέπειες: «… η φωτιά του κόσμου είχε βγάλει καρπούς, οι οποίοι –ενόψει του ψυχρού εγωισμού και της αδιαφορίας– διαφορετικά θα είχαν χρειαστεί αιώνες για να ωριμάσουν» (Rathenau, 1918e, 71). Ήδη το 1915, όπως παρατήρησε ο Ράτεναου, η αντίσταση των φιλελεύθερων ενάντια στην κρατική παρέμβαση είχε αρχίσει να εξασθενεί εξαιτίας του πολέμου (Rathenau, 1917a, 77). Ο Ράτεναου ήλπιζε ότι ο πόλεμος θα έπειθε τελικά κάθε μεμονωμένο άτομο και κάθε εταιρεία για την αναγκαιότητα του κρατικού συντονισμού, της εθνικής συνεργασίας και της σκληρής δουλειάς προς την επίτευξη κοινών στόχων. Μόνο οι χώρες που θα είχαν «σχεδιασμένη τάξη, συνειδητή οργάνωση, επιστημονική αρτιότητα και ένα πιστό αίσθημα ευθύνης» (Rathenau, 1918e, 67) θα επιβίωναν μακροπρόθεσμα. Οι υπόλοιπες, «τα σκουπίδια» θα εξαφανίζονταν (ό. π., 72).

    Συνεπώς, ο Ράτεναου απέδωσε στον Παγκόσμιο Πόλεμο τον ρόλο μιας Μεγάλης Διαχωριστικής Γραμμής στην ιστορία και τον θεώρησε, στην ουσία, ένα γεγονός με θετικά αποτελέσματα. Αντίθετα από τον Schulin, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ο Ράτεναου «δεν ήταν σίγουρος» αν ο πόλεμος θα συνέβαλε στις «επαναστατικές αλλαγές του σύγχρονου κόσμου», τις οποίες ανέμενε (Schulin, 1990, 55). Ο Ράτεναου ήταν πολύ σίγουρος ότι ο πόλεμος θα είχε δραστικές συνέπειες. Ο πόλεμος είχε οδηγήσει στην εφαρμογή νέων μεθόδων παραγωγής και στην κατασκευή νέων εργοστασίων όσον αφορά τις βιομηχανίες των χημικών, των μεταλλουργικών υλικών και της κατασκευής πλοίων (Rathenau, 1918e, 50). Αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι οδήγησε στην εμφάνιση μιας νέας κοινωνίας. Μια νέα παγκόσμια οικονομία, μια νέα βιομηχανία και μια νέα Γερμανία θα γεννιούνταν από τις στάχτες. «Η ιδιοκτησία, η κατανάλωση και οι απαιτήσεις» ήταν «κάθε άλλο παρά ιδιωτικά ζητήματα» σε αυτόν τον κόσμο (Rathenau, 1917a, 75). Εξαιτίας της έλλειψης φυσικών πόρων, ο γερμανικός λαός θα έπρεπε να μάθει να κάνει οικονομία. Αυτό δεν σήμαινε ότι η Γερμανία θα έπρεπε να γυρίσει την πλάτη στη σύγχρονη βιομηχανία, αλλά αντίθετα ότι η βιομηχανική παραγωγή θα έπρεπε να γίνει πιο αποδοτική. Χρειάζονταν καλύτερος σχεδιασμός και βελτιωμένη οργάνωση. Στο επίκεντρο του οράματος του Ράτεναου βρίσκονταν η συγκέντρωση της παραγωγής σε λιγότερες αλλά μεγαλύτερες μονάδες, η τυποποίηση των προϊόντων με στόχο τον περιορισμό των περιττών μεγάλων ποικιλιών, ο εκμηχανισμός της παραγωγής και η εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης (Rathenau, 1918d, 27-28). Εδώ, δεν είχε μόνο το κράτος σημαντική αποστολή. Οι εταιρείες που ανήκαν στον ίδιο επιχειρηματικό κλάδο έπρεπε να συνεργαστούν αντί να εμπλακούν σε ανούσιο ανταγωνισμό. Έπρεπε να διεξαγάγουν προγράμματα δομικής αναδιάρθρωσης, προκειμένου η παραγωγή να γίνει ιδανικά αποδοτική. Μέσα από αυτά τα προγράμματα, θα έπρεπε να λάβει χώρα μια «επιστημονικά οργανωμένη διάκριση της εργασίας ανά κατηγορία» ανάμεσα στις εταιρείες (Rathenau, 1918e, 80). Κατά πάσα πιθανότητα, έχοντας στο νου του το καρτέλ της IG-Farben (Σ.τ.Μ.: Γερμανική Κοινοπραξία Βιομηχανιών Χρωστικών Υλών που συστάθηκε το 1925 και διαλύθηκε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως λόγω της συνεργασίας της με τους Ναζί. Η IGFarben παρήγαγε το εντομοκτόνο Zyklon B, αέριο με βάση το υδροκυάνιο, που χρησιμοποιήθηκε στους θαλάμους αερίων στα στρατόπεδα εξόντωσης του ναζιστικού καθεστώτος.), ο Ράτεναου εγκωμίαζε τη βιομηχανία των χημικών για το ότι είχε πετύχει τα περισσότερα από αυτή την άποψη (Rathenau, ό. π., 111 κ. εξ.).

    Ο πόλεμος έδωσε στον Ράτεναου καλούς λόγους για να ταχθεί υπέρ διάφορων μέτρων αναδιάρθρωσης. Παρόλο που ο ίδιος δεν χρησιμοποιούσε τον όρο «αναδιάρθρωση», όταν συζητούσε τρόπους για να κάνει την οικονομία πιο αποδοτική, πολλές από τις ιδέες του εναρμονίζονταν με εκείνες του αναδυόμενου «κινήματος αναδιάρθρωσης» (De Geer, 1978). Στον πυρήνα αυτού του κινήματος βρισκόταν το «επιστημονικό μάνατζμεντ» του Frederick Taylor, η γραμμή παραγωγής του Henry Ford και διάφορες μορφές εταιρικής αναδιάρθρωσης (π.χ., η δημιουργία καρτέλ). Όλα αυτά τα μέτρα ήταν επωφελή για τη βιομηχανία εν γένει και για τις μεγάλες εταιρείες ειδικότερα – πόσο μάλλον για την AEG του Ράτεναου. Η ερμηνεία μου είναι ότι ο πόλεμος έδωσε την ευκαιρία στον Ράτεναου να παρουσιάσει αυτά τα ειδικά συμφέροντα με τη μορφή κοινών, γενικών συμφερόντων. Μια τέτοια στρατηγική ήταν άκρως πειστική στο γερμανικό συλλογιστικό πλαίσιο, όταν υποβαθμίστηκαν οι αμερικανικές ρίζες του. Το μεγαλύτερο μέρος της ανώτερης και της μεσαίας τάξης στη Γερμανία –όχι μόνο οι μανδαρίνοι– θεωρούσε ότι το κράτος ήταν αντικειμενικό και δίκαιο. Αν κάποιος είχε την ικανότητα να εξασφαλίσει ότι η σύγχρονη βιομηχανία θα οργανωνόταν και θα τιθασευόταν με έναν αποδεκτό τρόπο, αυτός θα ήταν το κράτος (Wagner, 1994, κεφάλαιο 4).

    Από τη στιγμή που η νέα οικονομία θα οργανωνόταν σε εθνικό επίπεδο, θα ήταν για μία ακόμη φορά δυνατό τα εθνικά χαρακτηριστικά να επηρεάσουν τις τεχνολογικές εξελίξεις. Ο Ράτεναου θλιβόταν για το γεγονός ότι η μαζική παραγωγή είχε οδηγήσει σε μια ολοένα και αυξανόμενη ομοιόμορφη τεχνολογία: «Τα αγαθά πλημμύριζαν τη Γη. Οι παλιές, όμορφες διαφορές που συναντούσε συνήθως όποιος επισκεπτόταν μακρινές πόλεις και χώρες έχουν χαθεί στην εποχή μας. Ο ταξιδιώτης δεν μπορεί πλέον να βιώσει και να εκτιμήσει τους καρπούς νέων εδαφών, της τέχνης και της εργασίας» (Rathenau, 1918d, 20).

    Βαρελάς Τάκης / Γεννήτορ / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

    Ο Ράτεναου κατέληξε ότι, αν η παραγωγή επρόκειτο να γίνει λιγότερο διεθνής, μπορεί να επανεμφανίζονταν τοπικές τάσεις και θα ήταν ευκολότερο να αντισταθεί κανείς στην αμερικανική επιρροή πάνω στην τεχνολογία. Η γερμανική τεχνολογία θα αντικατόπτριζε σε μεγαλύτερο βαθμό τη γερμανική νοοτροπία και, συνεπώς, θα ήταν πιο οικεία στον γερμανικό λαό.

    Επομένως, ο Ράτεναου προσπάθησε να αντιμετωπίσει την έλλειψη πόρων και τον ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό με ένα ισχυρό κράτος και να κάνει τη σύγχρονη τεχνολογία παραγωγής και την καπιταλιστική εκμετάλλευση αποδεκτές μέσω της χρήσης εθνικιστικής επιχειρηματολογίας. Ο Βίσμαρκ είχε δει το ισχυρό κράτος ως εργαλείο για την ενοποίηση του γερμανικού λαού 50 χρόνια νωρίτερα και ο Χίντενμπουργκ είχε χρησιμοποιήσει τον μηχανικό εξοπλισμό του κράτους για να προμηθεύσει τις ένοπλες δυνάμεις με υλικούς πόρους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Ράτεναου, ωστόσο, θεωρούσε το κράτος ένα μέσο για να γίνει η σύγχρονη βιομηχανία ελκυστική. Υπό την προστασία του γερμανικού κράτους, η σύγχρονη τεχνολογία, διαποτισμένη από ένα εθνικιστικό πνεύμα, θα τιθασευόταν.

    Μια βασική θέση σε αυτόν τον τόμο είναι ότι διάφορα γεγονότα την περίοδο 1900–1939 αποτέλεσαν πρόκληση για τους δυτικούς διανοούμενους με σημαντικούς τρόπους και ότι οι εν λόγω διανοούμενοι αντιμετώπισαν αυτές τις προκλήσεις, προσφεύγοντας σε οικείες, αλλά αναδιατυπωμένες έννοιες και θέματα. Στη γερμανική περίπτωση, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν το ορόσημο. Μια σύγκριση των μεταπολεμικών γραπτών του Ράτεναου με δύο δοκίμια που είχε δημοσιεύσει μόλις πριν το ξέσπασμα του πολέμου υποστηρίζει αυτή τη θέση9.

    Κύριος στόχος του συναισθηματικά φορτισμένου έργου του Ράτεναου με τίτλο Zur Kritik der Zeit (Προς μια Κριτική του Χρόνου) (Rathenau, 1912) και του Zur Mechanik des Geistes (Προς μια Μηχανική του Πνεύματος) (Rathenau, 1913) ήταν ο άψυχος, μηχανικός χαρακτήρας της σύγχρονης ζωής. Είχε καταστεί απαραίτητο να γίνει πιο αποδοτική η παραγωγή βασικών αγαθών, αλλά «η σύγχρονη, τεχνική habitus (Σ.τ.Μ.: η έξη, η διάθεση, η προδιάθεση.)» είχε επεκταθεί σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας (Rathenau, 1918f, 4). Η «ψυχή» είχε περιθωριοποιηθεί όλο και πιο πολύ σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν «το επιχειρείν, η διπλωματία, η τεχνολογία και οι μεταφορές» (Rathenau, 1918g, 37). Ο Ράτεναου επιχειρηματολογούσε με βάση τους κλασικούς διαχωρισμούς από τη Lebensphilosophie (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Φιλοσοφία της ζωής.) και ισχυριζόταν ότι ο κόσμος βασιζόταν στον ορθολογισμό και τη νοησιοκρατία αντί στον ιδεαλισμό και τη διαίσθηση. Καθοδηγούνταν από το πνεύμα αντί από την ψυχή και οι κεντρικές αξίες του ήταν η αποδοτικότητα και η χρησιμότητα αντί η ποιότητα και η αλήθεια. Ήταν ένας μηχανικός κόσμος.

    Η ρίζα της τάσης προς μια μηχανοποιημένη κοινωνία ήταν η ταχεία αύξηση του πληθυσμού που είχε λάβει χώρα τους πρόσφατους αιώνες:

    Παρεμπιπτόντως, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι η τεχνολογία ή οι μεταφορές δεν είναι η αιτία του εκμηχανισμού και των σύγχρονων μορφών της ζωής μας. Αντίθετα, η αυξανόμενη πυκνότητα του πληθυσμού έχει ωθήσει τον εκμηχανισμό προς τα εμπρός και η διαδικασία εκμηχανισμού έχει γεννήσει νέες ανάγκες και δημιουργήσει νέες μορφές βοήθειας. Θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι ο σιδηρόδρομος έχει οδηγήσει σε μεγάλες ροές κυκλοφορίας ή ότι το τουφέκι έχει προκαλέσει μαζικό πόλεμο. (Rathenau, 1918f, 30).

    Η ανάλυση του Ράτεναου στράφηκε, επομένως, εναντίον όλων των μορφών τεχνολογικού ντετερμινισμού, παρόλο που είχε μια ιστορικά υλιστική κλίση. Οι οργανωτικές και τεχνικές καινοτομίες που στόχο είχαν να εξασφαλίσουν έναν διαρκώς αυξανόμενο βαθμό αποδοτικότητας είχαν αναπτυχθεί ως απάντηση στην αύξηση του πληθυσμού. Ο καπιταλιστικός «νόμος της παραγωγής», ο οποίος βασίστηκε πάνω στον ανταγωνισμό για τους περιορισμένους πόρους, είχε αποδειχθεί άκρως αποτελεσματικός και είχε οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα και τζίρο (ό. π., 39). Εκτός από μεγάλες ποσότητες πανομοιότυπων προϊόντων κακής ποιότητας, ο καπιταλισμός είχε επιφέρει την εξειδίκευση και την αφηρημένη σκέψη – «ένα πνεύμα, το οποίο, επίσης, με συναισθηματικούς όρους αξίζει το όνομα εκμηχανισμός» (ό. π., 33). Ο άνθρωπος είχε γίνει «και χειριστής και μηχανή» (ό. π., 70).

    Στην ανάλυση του Ράτεναου, η σύγχρονη κοινωνία ήταν μια εργαλειακή κοινωνία, στην οποία τα πάντα –όπως και οι συνάνθρωποι– υποβιβάζονταν στο να είναι εργαλεία. Ο σύγχρονος άνθρωπος ήταν ένας «άνθρωπος με σκοπό», όχι ένας «άνθρωπος με ψυχή» (Rathenau, 1918g, 30, 49). Παραφράζοντας τον Μαξ Βέμπερ, σύγχρονο του Ράτεναου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ράτεναου επιχείρησε να δείξει ότι ο κόσμος χαρακτηριζόταν από έναν ολοένα και αυξανόμενο ορθολογισμό ως προς τον σκοπό. Οι άνθρωποι στη σύγχρονη κοινωνία έθεταν στόχους και προσπαθούσαν να οργανώσουν τη ζωή τους με τρόπο ώστε να μπορούν να πραγματοποιήσουν αυτούς τους στόχους με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Εντούτοις, οι στόχοι τους ήταν προβληματικοί. Η σχέση μεταξύ μέσων και σκοπών είχε αντιστραφεί και η «μηχανική παραγωγή [είχε] προαχθεί σε έναν στόχο από μόνη της» (Rathenau, 1918f, 44). Η τεχνολογία και η τεχνολογική εξέλιξη δεν ήταν πλέον ουδέτερα εργαλεία για την επίτευξη διάφορων σκοπών· η μεγαλύτερη παραγωγικότητα και η αυξημένη παραγωγή είχαν γίνει στόχοι από μόνες τους.

    Ορισμένα από αυτά που κήρυττε ο Ράτεναου κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν ερχόντουσαν σε αντίθεση με αυτά που είχε πει νωρίτερα. Από το 1915 και μετά έκανε έκκληση για αυξημένη παραγωγικότητα, αλλά πριν από τον πόλεμο είχε απορρίψει με προσβλητικό τρόπο τον σύγχρονο προβληματισμό όσον αφορά την υλική παραγωγή. Το 1913, δεν είχε ταχθεί υπέρ των εταιρικών μέτρων αναδιάρθρωσης και της βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας, αλλά είχε εκθειάσει «τον τεχνίτη του παλιού τύπου, ο οποίος κατασκευάζει οικιακά είδη για τον ίδιο, με στόχο την τελειότητα» (Rathenau, 1918g, 65). Είχε κάνει τον βιομηχανικό τρόπο παραγωγής το επίκεντρο της κριτικής του, το 1912 και το 1913, αλλά λίγα χρόνια αργότερα είδε το ίδιο φαινόμενο ως σωτήρα της Γερμανίας.

    Η ανάλυση του Ράτεναου σχετικά με το γερμανικό κράτος πέρασε από παρόμοια επανεκτίμηση. Ο Ράτεναου δεν είχε αποδώσει μεγάλη σημασία στο κράτος πριν από τον πόλεμο. Για την ακρίβεια, έβλεπε τον ρόλο του κράτους να περιορίζεται στην «εξωτερική πολιτική, την εθνική άμυνα, τη νομοθεσία και τη νομική προστασία» (Rathenau, 1918f, 50). Ένα τέτοιο «κράτος-νυχτοφύλακας» είναι, ασφαλώς, έτη φωτός μακριά από το ισχυρό, πατερναλιστικό κράτος που απεικόνισε ο Ράτεναου μετά τον πόλεμο. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί μια τέτοια ριζική αλλαγή απόψεων; Η απάντηση, πιστεύω, μπορεί να βρεθεί τόσο στα κείμενά του όσο και στο σύγχρονο με αυτά πλαίσιο. Ο Ράτεναου δεν προέβλεψε τον πόλεμο και τις συνέπειές του· το 1912, σκεφτόταν ακόμα και ότι όλα τα έθνη θα μπορούσαν να ξεφορτωθούν τον στρατό στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Το πρόβλημα, σε μια κατάσταση αυξανόμενου πλούτου και αυξανόμενης παραγωγικότητας, δεν ήταν πώς να εξορθολογιστεί η βιομηχανία, αλλά πώς να περιοριστεί η επίδραση του μηχανικού πνεύματος. Με τον πόλεμο, προέκυψαν νέες και απρόσμενες προκλήσεις: Πώς θα σωζόταν η Γερμανία από τη στρατιωτική ήττα; Πώς θα σωζόταν ο γερμανικός λαός από την οικονομική καταστροφή, ακόμη και από την πείνα; Ο Ράτεναου στράφηκε προς μια ιδέα που είχε αναπτύξει σε αρκετές δημοσιεύσεις πριν από τον πόλεμο: την έννοια του ευπλουτισμού (Rathenau, 1918f, 60-61).

    Ο όρος «ευπλουτισμός» σημαίνει η ευημερία των πολλών. Ο Ράτεναου τον είχε χρησιμοποιήσει το 1912 για να περιγράψει μια κοινωνία στην οποία οι συλλογικές ανάγκες είναι πιο σημαντικές από τις ατομικές. Σε αυτή την κοινωνία, δεν υπήρχαν μονοπώλια, ούτε κληρονομούμενος πλούτος, ούτε και άδικη κατανομή του πλούτου – όπως ακριβώς και στο μεταπολεμικό όραμά του για τη Νέα Κοινωνία. Η βασική διαφορά είναι ότι χρειάστηκε ο πόλεμος για να βρει ο Ράτεναου τον φορέα της ιδέας του ευπλουτισμού. Ενώ πριν από τον πόλεμο είχε ελπίσει ότι θα πραγματοποιείτο από τα άτομα μια ηθική ανάσταση των κοινών αξιών, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν εναπόθεσε όλη του την πίστη στο κράτος. Κάνοντάς το αυτό, αναβίωσε αυτό που ο McNeill έχει αποκαλέσει «αρχές [που] είχαν βαθιές ρίζες στο πρωσικό παρελθόν» (McNeill, 1983, 339). Σύμφωνα με τον McNeill (ό. π.), «οι ηγέτες από τον Μέγα Εκλέκτορα έως τον Φρειδερίκο τον Μέγα, σε περιόδους κρίσης, είχαν επιτάξει τις προμήθειες, όπως ήταν πρέπον, τάσσοντας με αδίστακτο τρόπο το ιδιωτικό συμφέρον στην υπηρεσία της συλλογικής, στρατιωτικής προσπάθειας».

    Ο Ράτεναου έγινε ένα σύμβολο τόσο της μεταπολεμικής ανάκαμψης όσο και της νεαρής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (Volkov, 1990) και, όπως ακριβώς και η δημοκρατία, κατά κύριο λόγο απέτυχε. Ήταν σε τόσο μεγάλο βαθμό αουτσάιντερ, ώστε δεν είχε τη δύναμη να επηρεάσει τη γερμανική κοινωνία προς την κατεύθυνση που ήθελε. Οι ιδέες του για την οργάνωση της βιομηχανίας ήταν πολύ ριζοσπαστικές και προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από επιχειρηματικούς κύκλους (Schulin, 1990, 64). Ταυτόχρονα, η εξωτερική πολιτική του δεν ήταν αρκετά ριζοσπαστική για να εξευμενίσει την Άκρα Δεξιά. Το 1922, δολοφονήθηκε από ένα μέλος μιας ομάδας της Άκρας Δεξιάς με την ονομασία Οργάνωση Κόνσουλ.


    ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΗΜΕΝΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΒΕΜΠΕΡ ΚΑΙ ΣΟΜΠΑΡΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

    Τον Οκτώβριο του 2010, η Γερμανική Εταιρεία Κοινωνιολογίας διεξήγαγε ένα εθνικό συνέδριο στη Φρανκφούρτη επί του Μάιν. Ο Βέρνερ Σόμπαρτ, καθηγητής στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Βερολίνου, έδωσε μια ομιλία με τον σύντομο τίτλο «Technik und Kultur» («Τεχνολογία και Κουλτούρα») (Sombart, 1911). Δεν είναι γνωστό αν γνώριζε την ύπαρξη του βιβλίου του Mayer που έφερε τον ίδιο τίτλο ή τη διαμάχη μεταξύ Mayer και Dessauer. Ωστόσο, είναι πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς ότι το θέμα της τεχνολογίας και της κουλτούρας είχε φτάσει στο επίκεντρο της γερμανικής πολιτιστικής ζωής πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόλο που ο πόλεμος σίγουρα ενέτεινε και άλλαξε το περιεχόμενο του διαλόγου όσον αφορά την τεχνολογία, δεν ήταν αυτός που ξεκίνησε την «πάλη» για την τεχνολογία.

    Δεν ήταν μόνο ο Μαξ Βέμπερ που πήρε μέρος στον διάλογο που ακολούθησε την ομιλία του Σόμπαρτ. Ο γερμανικός διάλογος για την τεχνολογία και την κουλτούρα δεν περιορίστηκε σε λίγους περιθωριακούς μανδαρίνους και μηχανικούς, αλλά διαμορφώθηκε με διαφορετικό τρόπο στους κύκλους των κοινωνιολόγων και η διαφορά είναι εμφανής σήμερα.

    Η συμβολή του Σόμπαρτ στον αναδυόμενο διάλογο δημοσιεύθηκε αργότερα στο Archives for Social Science and Social Policy, ένα περιοδικό του οποίου την έκδοση επιμελούνταν τότε μαζί με τον Μαξ Βέμπερ και τον Edgar Jaffé. Ο Herf απορρίπτει αυτή τη νηφάλια περιγραφή της σχέσης ανάμεσα στην τεχνολογική ανάπτυξη και την πολιτιστική ζωή ως ένα «αρκετά συμβατικό δείγμα πολιτισμικής απόγνωσης», αλλά πιστεύω ότι αξίζει μια νέα ανάγνωση (Herf, 1984, 133).

    Ο Σόμπαρτ ανησυχούσε για την υπερβολική και αστόχαστη αισιοδοξία που εντόπιζε στους περισσότερους σύγχρονούς του. Στην ανάλυσή του όσον αφορά τις αρνητικές επιπτώσεις της σύγχρονης τεχνολογίας, επέλεξε να εστιάσει στο πώς αυτή επηρέαζε τη μουσική: «Η πρόοδος της τεχνολογίας μάς δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε το θέατρο και τις αίθουσες για τα κονσέρτα ακόμη μεγαλύτερα και πιο φωτεινά. Δεν είναι να απορεί κανείς που η μουσική έχει τώρα προσαρμοστεί σε αυτές τις νέες δημιουργίες και ότι καταλήγει τόσο μακριά από τη ζεστασιά και τη “στενή” οικειότητα όσο και οι αίθουσες μέσα στις οποίες δίνονται τα κονσέρτα». (Sombart, 1911, 346)

    Ο Σόμπαρτ λυπόταν, επίσης, που η πρόοδος στις μεταφορές είχε οδηγήσει στην παγκόσμια ομοιομορφία και στην εξαφάνιση των τοπικών μουσικών παραδόσεων. Εντούτοις, αναγνώριζε ότι η ύπαρξη σύγχρονων μέσων μεταφοράς έδινε την ευκαιρία σε άτομα που δεν ζούσαν σε πολιτιστικά κέντρα να απολαύσουν καλά κονσέρτα. Οι «μουσικές μηχανές», πίστευε, είχαν δύο όψεις (Sombart, 1911, 347). Από τη μία, παρήγαγαν έναν τρομερό θόρυβο που «ταράζει τα νεύρα» των θαμώνων των μπαρ· από την άλλη, έκαναν τη μουσική προσβάσιμη στον μέσο πολίτη (ό. π., 345). Για την ακρίβεια, ο Σόμπαρτ πρότεινε ότι αυτού του είδους οι μηχανές θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να εξευγενίσουν και να καλλιεργήσουν «τις μάζες» και δεν το θεωρούσε αδύνατο ότι μπορούσαν να «οδηγήσουν σε μια απόλυτη επανάσταση των κοινωνικών και πολιτιστικών μας σχέσεων» (ό. π., 347).

    Βαρελάς Τάκης / Ορυκτός κάμπος / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

    Η ομιλία του Σόμπαρτ δεν ήταν απλώς μια ομιλία πολιτισμικής απόγνωσης· ήταν μια πολύ πρώιμη προσπάθεια να τεθούν τα θεμέλια για κάτι που σήμερα αποκαλείται Technkisoziologie (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Κοινωνιολογία της τεχνολογίας.). Ο Σόμπαρτ δεν χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο, αλλά ο δηλωμένος στόχος του ήταν να προτείνει μια μεθοδολογία και ορισμένες έννοιες για την ανάλυση της πολύπλοκης σχέσης ανάμεσα στην Technik και την Kultur. Αυτό το έκανε παρουσιάζοντας ένα πλήθος ορισμών και δίνοντας ορισμένα παραδείγματα του πώς θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια ανάλυση. Η συζήτηση του Σόμπαρτ όσον αφορά την τεχνολογία και τη μουσική εμφανίστηκε στο τέλος της ομιλίας και είχε στόχο να επεξηγήσει την προσέγγισή του με «παραδειγματικό» τρόπο (ό. π., 342).

    Παρόλο που το πρωταρχικό θέμα του Σόμπαρτ ήταν η εξάρτηση της κουλτούρας από την τεχνολογία, είναι ξεκάθαρο ότι αντιλαμβανόταν πλήρως και την αντίστροφη σχέση. Μια ολοκληρωμένη ανάλυση θα έπρεπε να καθορίσει «πώς ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό χαρακτηριστικό… επηρεάζει την ποσοτική και ποιοτική διαμόρφωση της τεχνολογίας… και… πώς, σε συγκεκριμένους τομείς της κουλτούρας, αναδύονται συμφέροντα που έχουν αντίκτυπο στις τεχνικές εξελίξεις» (ό. π., 313).

    Ο Σόμπαρτ ανέφερε ένα μεγάλο πλήθος κοινωνικών παραγόντων που επηρέαζαν το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της τεχνολογίας, όπως η πολιτική του κράτους, το επίπεδο της επιστημονικής γνώσης, ο βαθμός της θρησκευτικότητας και οι απαιτήσεις των εργατών. Ο αντίκτυπος αυτών των παραγόντων ήταν πιο εμφανής στην οικονομική σφαίρα και ο Σόμπαρτ επανέλαβε τη διάσημη διαφορά ανάμεσα στη χειροτεχνία και στο καπιταλιστικό σύστημα σε ό,τι έχει να κάνει με το ενδιαφέρον για την τεχνική αλλαγή.

    Ασφαλώς, θα ήταν αναχρονιστικό να αποκαλέσει κάποιος τον Σόμπαρτ κοινωνικό ή πολιτισμικό κονστρουκτιβιστή ή αντιτεχνολογικό ντετερμινιστή (βλέπε Smith & Marx, 1994), παρόλο που το σκεπτικό του περιείχε ψήγματα που ανήκουν και στα δύο στρατόπεδα. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι απέρριψε κατηγορηματικά την «τεχνολογική άποψη της ιστορίας» του Καρλ Μαρξ (Sombart, 1911, 314). Ο Σόμπαρτ παρέθεσε ένα απόσπασμα από το Κεφάλαιο και κατέληξε ότι ο Μαρξ θεωρούσε τις παραγωγικές δυνάμεις τις απόλυτες ρίζες όλων των πτυχών της οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής. Ο Σόμπαρτ ισχυριζόταν ότι ο Μαρξ έβλεπε λανθασμένα την τεχνολογία ως μια ανεξάρτητη μεταβλητή και συνέχισε λέγοντας: «Καμία τεχνολογία δεν μπορεί να υπάρξει σε έναν (κοινωνικά) άδειο χώρο· είναι αδύνατο για μια τεχνολογία να υπάρξει σε ένα Αρχιμήδειο σημείο εκτός της ανθρώπινης κουλτούρας και να ασκήσει επιρροή από εκεί. Ο θεωρητικός της αλληλεπίδρασης έχει (σε αυτή την περίπτωση) δίκιο, όταν λέει ότι “Τα πάντα προκαλούν (και επηρεάζουν) τα πάντα”» (ό. π., 316).

    Για τον Σόμπαρτ, η τεχνολογία δεν ήταν ένας αυτόνομος τομέας της κοινωνίας. Αντίθετα, μιλούσε για τη σχέση ανάμεσα σε αυτή και σε άλλες σφαίρες της κοινωνίας υπό την έννοια ενός «πολιτισμικού χαλιού» (ό. π., 311) – μια έννοια που ακούγεται εντυπωσιακά παρόμοια με τον «αδιάλειπτο ιστό» του Hughes (Hughes, 1987).

    Υπάρχει άλλος ένας, ίσως περίεργος, παραλληλισμός που μπορούμε να εντοπίσουμε ανάμεσα στον Hughes και τον Σόμπαρτ: και οι δυο τους μιλούν για την τεχνολογία υπό την έννοια των προσωρινών ή γεωγραφικά οριοθετημένων «στιλ». Ενώ ο Σόμπαρτ εξετάζει αυτό που αποκαλούσε «πολιτισμικό στιλ» της τεχνολογίας, ο Hughes χρησιμοποιεί την έννοια του «τεχνολογικού στιλ» για να ορίσει τοπικές ή εθνικές διαφορές στον σχεδιασμό τεχνικών συστημάτων ή χειροποίητων αντικειμένων (Hughes, 1987). Προσπαθώντας να βρει τα κεντρικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης τεχνολογίας, ο Σόμπαρτ διατυπώνει την ακόλουθη άποψη: «Η τεχνολογία του καιρού μας είναι ορθολογική σε αντίθεση με την πρωιμότερη τεχνολογία που ήταν εμπειρικά προσανατολισμένη·… πηγαίνει πέρα από τους περιορισμούς που επιβάλλονται από την οργανική φύση…» (Sombart, 1911, 309). Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα της σύγχρονης τεχνολογίας, είπε, θα πρέπει να ερευνήσουμε τις απαιτήσεις που θέτει πάνω σε αυτή ο καπιταλισμός. Πράγματι, ο Σόμπαρτ ισχυρίστηκε ότι «είναι στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού να επιδιώκει την ορθολογική τεχνολογία, τη μηχανική τεχνολογία, την τεχνική πρόοδο» (ό. π., 314). Αυτό δεν σήμαινε ότι η σύγχρονη τεχνολογία είναι μια απευθείας λειτουργία του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, αλλά υπονοούσε ότι ο καπιταλισμός έχει την τάση να ευνοεί έναν ορθολογικό τύπο τεχνολογίας και ένα συγκεκριμένο στιλ που περιέχει μια μεγάλη ποσότητα επιστημονικής γνώσης.10. Αναμφίβολα, οι όροι του Σόμπαρτ όσον αφορά την ανάλυση έχουν πολλά κοινά με εκείνους που θα χρησιμοποιούσε αργότερα ο Βέμπερ στην ομιλία του με τίτλο «Science as a Vocation» («Η Επιστήμη ως Λειτούργημα») (Weber, 1919) και στο βιβλίο του με τίτλο General Economic History (Γενική Οικονομική Ιστορία) (Weber, 1923) (πρβ. Hård, 1994b).

    Ο Σόμπαρτ έλαβε πολλή στήριξη από τον Βέμπερ στον διάλογο που ακολούθησε, ιδίως για την κριτική του όσον αφορά τον Μαρξ. Η υλιστική άποψη του Μαρξ για την κοινωνία και την ιστορία ήταν για καιρό και θα παρέμενε ένας από τους κύριους στόχους του Σόμπαρτ και του Βέμπερ (Krause, 1960) (Mitzman, 1971). Ο Βέμπερ δεν ισχυρίστηκε μόνο ότι η διάσημη τεχνολογική ντετερμινιστική δήλωση του Μαρξ ότι ο χειρόμυλος δημιουργεί μια φεουδαρχική κοινωνία, ενώ ο ατμόμυλος δημιουργεί μια καπιταλιστική κοινωνία «είναι απλώς λανθασμένη» (Weber, 1924, 450)· επιτέθηκε, επίσης, σε εκείνους τους σύγχρονους μηχανικούς που φαινόταν «σοβαρά να πιστεύουν ότι η τεχνολογική εξέλιξη είναι η απόλυτη κινητήρια δύναμη όσον αφορά την ανάπτυξη της κουλτούρας» (ό. π., 451-452). Όπως και ο Σόμπαρτ, ο Βέμπερ (ό. π., 456) ισχυρίστηκε ότι, στη θεωρία, είναι αδύνατο να βρει κανείς μια τελική αιτία στην ανθρώπινη ιστορία:

    Θα ήθελα να διατυπώσω μια διαμαρτυρία εναντίον… της ιδέας ότι κάτι –είτε η τεχνολογία είτε η οικονομία– μπορεί να είναι η «τελευταία» ή η «τελική» ή η «αληθινή» αιτία οποιουδήποτε πράγματος. Όταν αναλύουμε μια αλυσίδα αιτίων, βρίσκουμε πάντα ότι αυτή ξεκινάει πρώτα από τα τεχνικά προς τα οικονομικά και τα πολιτικά πράγματα και ύστερα από τα πολιτικά προς τα θρησκευτικά και τα οικονομικά πράγματα. Δεν βρίσκουμε πουθενά ένα σημείο ακινησίας.

    Αυτός ο βεμπεριανός αντιντετερμινισμός –που σε καμία περίπτωση δεν περιοριζόταν στην κοινωνία και την τεχνολογία– έχει παρατηρηθεί από πολλούς ακαδημαϊκούς. Για παράδειγμα, ο Collins έχει πει ότι «σύμφωνα με το σχέδιο του Βέμπερ, η τεχνολογία είναι ουσιαστικά μια εξαρτημένη μεταβλητή» (Collins, 1986, 25). [Πρβ. (Abramowski, 1966) (Schmidt, 1981) (Schluchter, 1989)].

    Ο Βέμπερ επανήλθε στο παράδειγμα του Σόμπαρτ όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στη μουσική και την τεχνολογία, υποστηρίζοντας ότι τα σύγχρονα όργανα είχαν, σε μεγάλο βαθμό, αναπτυχθεί ανταποκρινόμενα απευθείας στις ανάγκες που είχαν εκφράσει οι συνθέτες (Weber, 1924). Εδώ, ο Βέμπερ επιτέθηκε έμμεσα στον Σόμπαρτ επειδή ο τελευταίος είχε δώσει πολύ μεγάλη έμφαση στις αρνητικές επιπτώσεις της τεχνολογίας πάνω στις μουσικές μορφές.11. Ο Βέμπερ (ό. π., 455) ισχυρίστηκε ότι ήταν λάθος να λέει κάποιος ότι η μουσική μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου ήταν «ένα προϊόν της τεχνικής κατάστασης».12 Στην περίπτωση της χημείας, ίσως είναι δυνατό να μιλήσουμε για μια απευθείας εξάρτηση από τις τεχνικές και οικονομικές εξελίξεις, αλλά στην περίπτωση της μουσικής θα ήταν πιο πρέπον να πούμε ότι ο συνθέτης έκανε χρήση όλων των τεχνολογικών δυνατοτήτων που ήταν διαθέσιμες και ενεργούσε εντός των ορίων τους. Εν ολίγοις, τόσο ο Βέμπερ όσο και ο Σόμπαρτ έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υπερασπιστούν μια μη απλουστευτική άποψη της ιστορίας γενικά και μια αντιντετερμινιστική άποψη της σχέσης ανάμεσα στην τεχνολογία και την κουλτούρα ειδικότερα. Συμφώνησαν ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις επηρέαζαν την κοινωνική ζωή, αλλά δεν ισχυρίστηκαν ποτέ ότι αυτή ήταν όλη η αλήθεια. Εν ολίγοις, εντόπισαν θέματα που εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών μελετών της τεχνολογίας, συμβάλλοντας στη θεμελίωση ενός συλλογιστικού πλαισίου γι’ αυτόν τον ακαδημαϊκό τομέα έρευνας.

    Ο Wagner περιγράφει τον εθνικοσοσιαλισμό ως μια ιδεολογία που, πρώτα και κύρια, επιχείρησε να οργανώσει τη σύγχρονη ζωή (Wagner, 1994, 68-69). Αναφερόμενος στον Bauman, 1989, καταλήγει ότι, παρόλο που το ναζιστικό κίνημα έφτασε σε ακρότητες όσον αφορά τις επιδιώξεις του, δεν θα πρέπει να θεωρείται διαφορετικό στη θεωρία από τον «Σταλινισμό, το Μέτωπο του Λαού (και μετέπειτα Βισύ), το Σπίτι του Λαού και τη Νέα Συμφωνία». Αυτά τα κινήματα ή έργα δεν ένιωθαν άνετα με τη φιλελεύθερη ουτοπία της κλασικής νεωτερικότητας και με την έμφασή της στην ατομική ελευθερία και την προσέγγιση του laissez faire. Αντίθετα, ήθελαν να ελέγξουν την οικονομία προς όφελος των πολλών, να οδηγήσουν την επιστήμη σε μια κοινωνικά και πολιτικά αποδεκτή κατεύθυνση και να θέσουν το συλλογικό πάνω από το ατομικό. Για τους παρόντες σκοπούς, το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι έκαναν υπερβολική χρήση της ενημερωμένης τεχνολογίας σε αυτές τις προσπάθειες. Με άλλα λόγια, εφάρμοσαν σύγχρονα μέσα για τον έλεγχο της σύγχρονης ζωής.

    Πιθανόν δεν είναι σύμπτωση που ο όρος «τεχνοκρατία» έγινε πολύ δημοφιλής στο μεσουράνημα των προαναφερθέντων κινημάτων και έργων (κεφάλαια 4 και 5 παρακάτω) (Layton, 1971, κεφάλαιο 10) ούτε το γεγονός ότι αυτή την εποχή έγιναν συντονισμένες προσπάθειες για τη δημιουργία ενός είδους «κοινωνικής μηχανικής». Πολλοί μηχανικοί και κοινωνικοί επιστήμονες ένιωσαν ότι τη δεκαετία του ’30 είχε έρθει η στιγμή να επηρεάσει η τεχνογνωσία τους την πολιτική. Στη Γερμανία, η άνοδος των Ναζί στην εξουσία θεωρήθηκε από αρκετούς μηχανικούς ως μια θεόσταλτη ευκαιρία για να επηρεάσουν την ανάπτυξη της κοινωνίας συνολικά. Οι Renneberg και Walker παρατηρούν ότι «μετά το 1933, το Κόμμα [των Ναζί] ή διάφορες λιγότερο σημαντικές οργανώσεις πλημμύρισαν τεχνοκράτες» (Renneberg & Walker, 1993, 8). Ωστόσο, ορισμένοι από αυτούς τους τεχνοκράτες εκνεύρισαν πολλούς με τις προσπάθειές τους να κερδίσουν επιρροή και το 1935 οι Ναζί διέταξαν το κλείσιμο της εφημερίδας Technokratie – «κατά ειρωνικό τρόπο, τη στιγμή ακριβώς που οι ευκαιρίες για τους τεχνοκράτες εντός του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους άρχισαν να βελτιώνονται» (ό. π., 5). Οι Renneberg και Walker (ό. π., 9) συμφωνούν με τον ισχυρισμό του Herf ότι οι Ναζί δεν αντιτίθεντο γενικά στη σύγχρονη τεχνολογία (Herf, 1984) και ισχυρίζονται ότι «η κοινή υπόθεση ότι το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα είχε την πρόθεση να εξυγιάνει την επιστήμη ή τη μηχανική συγκεκριμένα είναι αμφισβητήσιμη».

    Παρόλο που αυτή η «κοινή υπόθεση» βασίζεται συνήθως σε λίγες περιπτώσεις (συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών των Ναζί να ελέγξουν τη μετανευτώνεια φυσική και της ανικανότητάς τους να εκτιμήσουν τις δυνατότητες της ατομικής βόμβας), όντως φαίνεται κατανοητή. Πράγματι, η άποψη των Ναζί όσον αφορά την τεχνολογία δεν ήταν πολύ ξεκάθαρη, ακόμη και για τους σύγχρονούς τους. Έναν χρόνο αφότου ήρθε στην εξουσία το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, ο Σόμπαρτ δημοσίευσε ένα βιβλίο, το οποίο δικαιολογεί αυτή την παρατήρηση. Το βιβλίο αυτό με τον τίτλο Deutscher Sozialismus (Γερμανικός Σοσιαλισμός) (Sombart, 1934), το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί ένα απροκάλυπτο φλερτ με τη νέα κυβέρνηση, περιλάμβανε ένα λεπτομερές σχέδιο για το πώς θα πρέπει να ελέγχεται η σύγχρονη τεχνολογία και πώς θα πρέπει να διδάσκεται η επιστήμη (πρβ. Herf, 1984, 148 κ. εξ.). Οι ιδέες του Σόμπαρτ δεν συνάντησαν γόνιμο έδαφος. Ένας Ναζιστής κριτικός του βιβλίου έγραψε το ακόλουθο προσβλητικό σχόλιο: «Η εθνικοσοσιαλιστική θέση όσον αφορά την τεχνολογία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον Σόμπαρτ… Η σύγχρονη τεχνολογία είναι για μας ένα τέκνο του βόρειου πνεύματος και εκφράζει τη δύναμη της ανθρωπότητας».13. Προφανώς, ο Σόμπαρτ είχε παρερμηνεύσει τη ναζιστική ιδεολογία από αυτήν την άποψη.

    Ο Σόμπαρτ έβλεπε τη σύγχρονη τεχνολογία με πιο κριτική ματιά απ’ ό,τι οι Ναζί και ο Ράτεναου. Με τις ιδέες του όσον αφορά την «τιθάσευση της τεχνολογίας» δεν ήθελε απλώς να οργανώσει τη σύγχρονη κοινωνία με ορθολογικό τρόπο· ήθελε και να απορρίψει ορισμένα αποτελέσματα της νεωτερικότητας αυτά καθαυτά (Sombart, 1934, 264). Ο Σόμπαρτ είχε ήδη επιτεθεί στην ιδέα της αυτόνομης τεχνολογίας αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Sieferle, 1984, 215) και στο βιβλίο του με τίτλο Die Zukunft des Kapitalismus (Το Μέλλον του Καπιταλισμού) (Sombart,1932) είχε, σύμφωνα με τα λόγια του Krause, ταχθεί υπέρ μιας «τακτικής, ελεγχόμενης, τιθασευμένης, ουσιαστικής και οργανωμένης οικονομίας» (Krause, 1960, 175). Το 1934, πίστεψε τελικά ότι είχε έρθει η στιγμή για να προτείνει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για το πώς θα έπρεπε να ελέγχονται η ανάπτυξη και η χρήση των μη κατάλληλων τεχνολογιών: «Κάθε εφεύρεση πρέπει να εγκρίνεται από ένα ανώτατο πολιτιστικό συμβούλιο [oberster Kulturrat], όπου οι τεχνολόγοι έχουν μια συμβουλευτική λειτουργία. Το πολιτιστικό συμβούλιο αποφασίζει αν η εφεύρεση θα πρέπει να απορριφθεί, να παραδοθεί σε ένα μουσείο ή να εφαρμοστεί». (Sombart, 1934, 266). Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Σόμπαρτ εκνεύρισε τους μηχανικούς και άλλους που είχαν τεχνοκρατικές κλίσεις.

    Στην ανάλυσή τους για τον διάλογο περί «ρύθμισης» την περίοδο του μεσοπολέμου, οι Dierkes et al αναφέρονται αναλυτικά στον «γερμανικό σοσιαλισμό» του Σόμπαρτ (Dierkes et al, 1988, 13-14). Οι ιδέες του Σόμπαρτ για το πώς να τιθασευτεί η τεχνολογία θα πρέπει να θεωρηθούν ένα ακραίο μανιφέστο αυτού του λόγου, το οποίο σήμερα βρίσκουμε σε διάφορες συζητήσεις για το πώς να «ρυθμίσουμε», να «αξιολογήσουμε» και να «αποτιμήσουμε» την τεχνολογία. Όχι μόνο πρότεινε να διορίζει η κυβέρνηση έναν φορέα, ο οποίος θα αποφάσιζε ποιες νέες εφευρέσεις θα έπρεπε να αναπτυχθούν· απευθύνθηκε και στην αστυνομία για να απαγορεύσει τη χρήση εκείνων των υπαρχουσών τεχνολογιών που ενοχλούσαν τον κοινό πολίτη ή απειλούσαν την υγεία των εργατών και αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην πρότερη απόφαση του ελβετικού καντονιού του Γκραουμπίντεν να απαγορεύσει τα αυτοκίνητα και τις μηχανές. Ως τελευταίο σημείο στο σχέδιό του να ελέγξει την τεχνολογία, ζήτησε την ίδρυση ενός κυβερνητικού ερευνητικού ινστιτούτου, με βάση το ότι το κράτος και όχι η αγορά θα έπρεπε να αποφασίζει σε ποιες κατευθύνσεις θα έπρεπε να κινηθεί η επιστημονική και τεχνολογική έρευνα.

    Οι κύριοι λόγοι για τις προτάσεις του Σόμπαρτ εντοπίζονται στην αντιπάθεια που έτρεφε για τον αχαλίνωτο καπιταλισμό. Ο Σόμπαρτ ποτέ δεν είχε συμφιλιωθεί πλήρως με τον φιλελευθερισμό και στα μετέπειτα γραπτά του έγινε ολοένα και πιο επικριτικός όσον αφορά τη φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς (Harris, 1958, κεφάλαιο 6). Αναμφίβολα, η γερμανική εμπειρία με τον υπερβολικά υψηλό πληθωρισμό στις αρχές της δεκαετίας του ’20 και με τις οικονομικές δυσκολίες γύρω στο 1930 πυροδότησε αυτές τις αντιδράσεις. Στον τρίτο τόμο του μνημειώδους έργου του με τίτλο Modern Capitalism (Σύγχρονος Καπιταλισμός) (Sombart, 1927), προφήτευσε την πτώση του καπιταλισμού και στο Die drei Nationalökonomien (Οι Τρεις Εθνικές Οικονομίες) (Sombart, 1930), επιχείρησε να χρησιμοποιήσει μια νέα οικονομική θεωρία αντί τη στενή νεοκλασική θεωρία. Στο έργο του με τίτλο The Future of Capitalism (Το Μέλλον του Καπιταλισμού), ο Σόμπαρτ τάχθηκε υπέρ ενός είδους οργανωμένου καπιταλισμού με καρτέλ και μονοπώλια αντί ενός κοντόφθαλμου, ανελέητου ανταγωνισμού. Όπως υποστήριξε, ο υπεύθυνος σχεδιασμός όφειλε να αντικαταστήσει την εγωιστική μεγιστοποίηση του κέρδους. Το 1934, ήταν έτοιμος να αναπτύξει τις συνέπειες αυτού του σκεπτικού για τον τομέα της τεχνολογίας. Η τεχνολογική ανάπτυξη, έγραφε, δεν θα έπρεπε να κατευθύνεται από κίνητρα που συνδέονται με το κέρδος και τα συμφέροντα των ιδιωτικών εταιρειών (Sombart, 1934, 257). Αντί να παρατηρεί παθητικά πώς «η διαμόρφωση της υλικής κουλτούρας μας είναι στο έλεος μιας ομάδας εφευρετών και ευφυών επιχειρηματιών» (ό. π., 264), το κράτος θα έπρεπε να παρεμβαίνει ενεργά στη διαδικασία της ανάπτυξης. Μόνο τότε θα ήταν δυνατό να «βάλουμε τάξη στο χάος» (ό. π., 266). Αν η τεχνολογία αφήνονταν στο έλεος των δυνάμεων της αγοράς, το πιο πιθανό ήταν να συνεχίσει να αναπτύσσεται προς μια κατεύθυνση, η οποία δεν εξυπηρετούσε τους πολλούς.

    Ο επίσημος ορισμός του Σόμπαρτ όσον αφορά την τεχνολογία δεν άλλαξε ανάμεσα στις αρχές της δεκαετίας του 1910 και στη δεκαετία του 1930. Η Technik ήταν «όλα τα συστήματα (συγκροτήματα, ολότητες) μέσων που είναι κατάλληλα… για να εξυπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό» (Sombart, 1934, 245).14 Η «τεχνολογία» διατήρησε τον εργαλειακό ορισμό της, αλλά το 1934 ο Σόμπαρτ έγινε πιο σαφής όσον αφορά τις συνέπειες αυτού του ορισμού. Πρώτον, σήμαινε ότι «η τεχνολογία είναι πάντα πολιτισμικά ουδέτερη και ηθικά αδιάφορη: μπορεί να εξυπηρετεί είτε το καλό είτε το κακό» (ό. π., 262). Δεύτερον, σήμαινε ότι η τεχνολογία δεν μπορεί να έχει εγγενή αξία. Για παράδειγμα, ήταν αδύνατο να κατασκευαστεί μια κλίμακα με την οποία θα μπορούσαν να μετριούνται διαφορετικές τεχνολογίες (ό. π., 252).

    Ενάντια σε αυτό το εννοιολογικό υπόβαθρο μπορεί, ασφαλώς, να τεθεί το ερώτημα τού ποια κριτήρια θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει το πολιτιστικό συμβούλιο του Σόμπαρτ, όταν θα ενέκρινε ή θα απέρριπτε διάφορες εφευρέσεις. Ο Σόμπαρτ ποτέ δεν φάνηκε να αναγνωρίζει αυτό το πρόβλημα. Αντίθετα, επέλεξε να επιτεθεί σε εκείνους από τους σύγχρονούς του, οι οποίοι είχαν ανατρέψει τον διαχωρισμό μέσων-σκοπού και είχαν κάνει την ίδια την τεχνολογία έναν σκοπό. Η φράση «l’ art pour l’ art» (Σ.τ.Μ.: Γαλλικά στο κείμενο. «Η τέχνη για την τέχνη».) ήταν, όπως έγραφε, συμπτωματική για ολόκληρη την «τεχνολογική εποχή» (ό. π., 255, 252). Η τεχνολογία είχε κερδίσει τόση πολλή εκτίμηση, ώστε οτιδήποτε ήταν δυνατό να κατασκευαστεί φαινόταν, επίσης, να αξίζει να φτιαχτεί, «χωρίς να τίθεται το ερώτημα για τους σκοπούς που θα έπρεπε να εξυπηρετεί» (ό. π., 254). Αυτή η επικίνδυνη άποψη που στερούνταν στοχασμού οδήγησε σε αδικαιολόγητο σεβασμό απέναντι «στον μηχανικό και στους τρόπους σκέψης του: η λέξη “τεχνοκρατία” μπορούσε να εμφανιστεί μόνο στην εποχή μας» (ό. π., 253).

    Η φιλελεύθερη οικονομία δεν ήταν, επομένως, ο μόνος στόχος της κριτικής του Σόμπαρτ. Η έκκλησή του για μια θεσμική μορφή τεχνολογικής αξιολόγησης μπορεί να ερμηνευτεί ως μια αντίδραση σε αυτό που έβλεπε ως ένα ολοένα και πιο επιθετικό σώμα της μηχανικής. Παρόλο που η λύση του Σόμπαρτ ήταν ξεκάθαρα ελιτιστική, αρνούνταν στους μηχανικούς να έχουν τον τελευταίο λόγο. Όπως το «συμβούλιο ηγετών» (Führerrat) που έπρεπε να έχει τον τελευταίο λόγο σε όλα τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα (Sombart, 1934, 214), το πολιτιστικό συμβούλιο έπρεπε να είναι ένας φορέας ειδικών πρώτης τάξης και πολιτικών που θα ταίριαζε απόλυτα στον σύγχρονο ρυθμιστικό διάλογο. Όπως και τόσοι πολλοί άλλοι, τα πρώτα 40 χρόνια του εικοστού αιώνα, ο Σόμπαρτ προσπάθησε να οργανώσει τη νεωτερικότητα.

    Η διάγνωση του Σόμπαρτ όσον αφορά την αντιστροφή της σχέσης μέσων-σκοπού απηχούσε κάτι το οποίο είχε αρχίσει να συζητά ο Βέμπερ πριν από 30 χρόνια. Η διάσημη φράση του Βέμπερ στο τέλος του βιβλίου του με τίτλο The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism (1904–05) (Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού. Στα Ελληνικά από τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, Αθήνα, 2010, μτφ. Δημοσθένης Κούρτοβικ) για «το σιδηρούν κλουβί» του σύγχρονου, υλιστικού κόσμου έμελλε να απεικονίσει την κατάσταση όπου τα αρχικά ορθολογικά ως προς τον σκοπό μέσα της τεχνολογίας και της γραφειοκρατίας είχαν φτάσει στην αυτονομία και άρχιζαν να απειλούν την ελευθερία του ατόμου (Habermas, 1981, I, 337). Αντί να είναι μέσα, τα εργαλεία έτειναν να γίνουν τα ίδια σκοποί.

    Όπως και ο Σόμπαρτ, ο Βέμπερ έδωσε στην τεχνολογία έναν εργαλειακό ορισμό: «Ο όρος “τεχνολογία” που δίνεται σε μια ενέργεια αναφέρεται στο σύνολο των μέσων που χρησιμοποιούνται σε αντίθεση με τη σημασία ή τον σκοπό προς τον οποίο, σε τελευταία ανάλυση, είναι προσανατολισμένη η ενέργεια» (Weber, 1922a, 160). Κατά τον ίδιο τρόπο, έκανε λόγο και για τη γραφειοκρατία: «Ο αποφασιστικός λόγος για την προαγωγή της γραφειοκρατικής οργάνωσης ήταν πάντα η αμιγώς τεχνική ανωτερότητά της έναντι οποιασδήποτε άλλης μορφής οργάνωσης. Ο πλήρως ανεπτυγμένος γραφειοκρατικός μηχανισμός συγκρίνεται με άλλες μορφές οργάνωσης, όπως ακριβώς η μηχανή συγκρίνεται με μη μηχανικές μεθόδους παραγωγής» (Weber, 1922b, 214).

    Οι βασικοί όροι στις αναλύσεις του Βέμπερ για την τεχνολογία και τη γραφειοκρατία ήταν «η προβλεψιμότητα» και «ο έλεγχος» (Collins, 1986). Η επιστημονική βάση της σύγχρονης τεχνολογίας και η γραφειοκρατική δομή των σύγχρονων οργανώσεων διευκόλυνε ιδιαίτερα τον βιομήχανο να προβλέπει το αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας και τον διευθυντή της επιχείρησης ή τον υπουργό να ελέγχει τους υπαλλήλους ή τους αξιωματούχους του, αντίστοιχα. Ωστόσο, το σύγχρονο πρόβλημα ήταν ότι αυτές οι δομές είχαν την τάση να γίνονται ολοένα και πιο αυτόνομες, καθώς μεγάλωναν σε μέγεθος. Όσο πιο ισχυρά ήταν τα εργαλεία, τόσο πιο δύσκολο ήταν να κυβερνήσει κανείς.

    Ο Βέμπερ βίωσε τόσο την ανάδυση του συστήματος των πολιτικών κομμάτων όσο και την αυξανόμενη εξουσία των καρτέλ και των τραστ και ερμήνευσε αυτές τις διαδικασίες στο πλαίσιο της γραφειοκρατικοποίησης της πολιτικής και των επιχειρήσεων. Παρά τις προσπάθειες του Βέμπερ να παραγάγει «αντικειμενική» και αμερόληπτη επιστήμη, είναι σαφές από τα γραπτά του ότι παραπονιόταν γι’ αυτές τις εξελίξεις (Abramowski, 1966, 161 κ. εξ.) (Marcuse, 1968, 224-225). Ο Βέμπερ θεωρούσε την ανάπτυξη στη Δύση αυτού του είδους ορθολογισμού «τραγική» (Åmark, 1990) και «φαινόταν να είναι επικριτικός όσον αφορά την επέκταση του τυπικού ορθολογισμού ως σκοπού καθεαυτού» (Beetham, 1985, 274). Η λύση που πρόσφερε στο πρόβλημα μέσων-σκοπού ήταν εν μέρει παρόμοια και εν μέρει διαφορετική από εκείνη του Σόμπαρτ.

    Όπως και ο Σόμπαρτ, ο Βέμπερ ήθελε σαφώς δηλωμένες αξίες και ιδεολογίες, οι οποίες θα επηρέαζαν όχι μόνο την πολιτική, αλλά και τις επιχειρήσεις και την τεχνολογία. Κανένας από αυτούς τους τομείς της σύγχρονης ζωής δεν θα έπρεπε να αποκλείεται από αυτό που ο Βέμπερ αποκάλεσε «ορθολογισμό ως προς την αξία» και «ουσιαστικό ορθολογισμό» (Weber, 1922a, 115, 185). Δηλαδή έπρεπε να είναι εφικτό για αξίες όπως το «εθνικό μεγαλείο» να σχετίζονται με την πολιτική και, τουλάχιστον στη θεωρία, για την «ισότητα» να επηρεάζει τον τομέα των επιχειρήσεων. Ωστόσο, όπως έχει δείξει ο Beetham, η μεθοδολογία του Βέμπερ που ήταν ουδέτερη όσον αφορά τις αξίες τον υποχρέωσε –τουλάχιστον στα επιστημονικά γραπτά του– να αναβάλλει πιο λεπτομερείς συζητήσεις για το πώς το καπιταλιστικό σύστημα θα μπορούσε να γίνει πιο ουσιαστικά ορθολογικό. Επιπλέον, η ιδεολογική ροπή του Βέμπερ τον έκανε να πιστεύει ότι η οικονομική αποδοτικότητα του καπιταλισμού, στο τέλος, θα διευκόλυνε περισσότερο μια καπιταλιστική κοινωνία αντί μια σοσιαλιστική να βελτιώσει τις συνθήκες των φτωχότερων τάξεων: «Παρ’ όλη τη γραφειοκρατικοποίηση της σύγχρονης κοινωνίας, που ήταν η ίδια μια συνέπεια του καπιταλισμού, ο Βέμπερ εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η συγκέντρωση κέρδους σε “ορθολογικά” εγχειρήματα θα μπορούσε να έχει ηθική σημασία». (Beetham, 1985, 273). Σε αντίθεση με τον Σόμπαρτ, ο οποίος αντιπαθούσε τα κίνητρα που είχαν να κάνουν αμιγώς με το κέρδος, ο Βέμπερ παρέμεινε σε τέτοιο βαθμό ένας φιλελεύθερος μεγαλοαστός που δεν ήταν σε θέση να στηρίξει τις ελπίδες του σε οποιοδήποτε άλλο οικονομικό σύστημα από τον καπιταλισμό (Mommsen, 1984/1974).

    Ωστόσο, κατά τ’ άλλα, οι Σόμπαρτ και Βέμπερ δεν διέφεραν και πολύ. Και οι δύο ζητούσαν ένα ισχυρό κράτος και έναν ισχυρό ηγέτη, αν και για διαφορετικούς λόγους. Ενώ ο Σόμπαρτ έβλεπε το κράτος ως μια ουδέτερη δύναμη που μπορούσε να μεσολαβήσει μεταξύ των τάξεων, να εμφυσήσει κοινωνικά ιδεώδη στον καπιταλισμό και να τιθασεύσει την τεχνολογία (Krause, 1960), ο Βέμπερ ήθελε μια ενωμένη Γερμανία και ένα ισχυρό κράτος κυρίως για λόγους διεθνούς κύρους και δύναμης (Mommsen, 1984, 394). Ενώ ο Σόμπαρτ δεν δίστασε να ζητήσει «μια συνολική κοινωνική τάξη εντός του κράτους» (Sombart, 1934, 224), ο Βέμπερ φοβόταν ότι η επέκταση της επιρροής του κράτους σε πάρα πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής θα ενίσχυε περαιτέρω το σιδηρούν κλουβί. Η απέχθεια του Βέμπερ προς τους σοσιαλδημοκράτες και τους κομμουνιστές βασιζόταν εν μέρει σε αυτό που θεωρούσε προτίμησή τους για τις γραφειοκρατικές δομές. Για να βγει κανείς από το κλουβί, ήταν απαραίτητο να πιστέψει σε μια ισχυρή προσωπικότητα αντί σε ένα πολιτιστικό συμβούλιο και να στραφεί σε κάποιον με «χαρισματική εξουσία» αντί σε μια ισχυρή γραφειοκρατία (Weber, 1922c). Ένα χαρισματικό άτομο θα ήταν σε θέση να απομακρυνθεί από τις παραδόσεις και να οδηγήσει τον λαό και τις οργανώσεις σε νέους, επαναστατικούς δρόμους με την απολύτως «συγκεκριμένη και εξαιρετική αγιότητά του, τον ηρωισμό του ή τον παραδειγματικό χαρακτήρα του» (Weber, 1922a, 328).

    Η πίστη του Βέμπερ στην πειθώ ορισμένων ατόμων δεν ερχόταν σε αντίθεση με την πίστη του στο κράτος. Η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού κράτους ήταν απαραίτητη προκειμένου να πραγματωθεί η ιδέα του χαρισματικού πολιτικού και να γίνει νόμιμη. Σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που μια μηχανή μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται, ακόμη και όταν ένα εργοστάσιο αποκτήσει έναν νέο διευθυντή ή ιδιοκτήτη, μια καλά οργανωμένη γραφειοκρατία θα έπρεπε να μπορεί να εξυπηρετήσει έναν νέο κύριο.

    Βαρελάς Τάκης / ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ ΓΡΑΝΑΖΙ ΔΕΝ ΓΥΡΝΑ / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ

    Σε αυτό το κεφάλαιο συναντήσαμε αρκετές πνευματικές αντιδράσεις στα προβλήματα που συνδέονται με την πρώτη κρίση της νεωτερικότητας. Από αυτές ξεχωρίζουν δύο, οι οποίες αλληλοσυνδέονται. Η μία προσέφυγε στην έννοια της γερμανικής κουλτούρας και η άλλη στο γερμανικό κράτος. Και οι δύο χαρακτηρίζονται από μια ισχυρή εθνικιστική προκατάληψη. Θα ήθελα να πω ότι οι Γερμανοί διανοούμενοι προσπάθησαν γενικά να αντιμετωπίσουν τις απειλές της σύγχρονης τεχνολογίας, καταφεύγοντας στις εθνικιστικές ιδέες μιας ανώτερης γερμανικής κουλτούρας και ενός ισχυρού γερμανικού κράτους. Όσον αφορά τη διαμόρφωση της γερμανικής Sonderweg (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Ιδιαίτερη διαδρομή. Πρόκειται για θεωρία στη γερμανική ιστοριογραφία σύμφωνα με την οποία η Γερμανία και συγκεκριμένα η γερμανική νοοτροπία, η δομή της κοινωνίας και η ανάπτυξη των θεσμών ακολούθησαν μια διαφορετική διαδρομή σε σύγκριση με άλλα έθνη της Δύσης. Οι υπέρμαχοι αυτής της θεωρίας υποστηρίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο αναπτύχθηκε η Γερμανία ανά τους αιώνες στην ουσία εξασφάλισε την εξέλιξη μιας κοινωνικής και πολιτικής τάξης του ίδιου είδους με τη ναζιστική Γερμανία.), τόσο die Kultur (η κουλτούρα) όσο και der Staat (το κράτος) θα έπρεπε να σώσουν τον γερμανικό λαό από τις πιο καταστροφικές συνέπειες του εκμηχανισμού και της αμερικανοποίησης (Jakobsen et al, κεφάλαιο 5 στον παρόντα τόμο) (Kocka, 1988). Ασφαλώς, υπήρχαν κοσμοπολίτες, φιλελεύθεροι και φουτουριστές στη Γερμανία, αλλά ένα εντυπωσιακά μεγάλο μέρος των Γερμανών διανοούμενων επέλεξε να συναντήσει τη νεωτερικότητα, επιστρέφοντας στις παραδοσιακές, αλλά εκ νέου ορισθείσες ιδέες της γερμανικής ιδιαιτερότητας. Κάνοντάς το αυτό, επιχείρησε να ενσωματώσει τη σύγχρονη τεχνολογία στη γερμανική κουλτούρα, τιθασεύοντάς τη με αυτό τον τρόπο. Προσπάθησε να κάνει τη σύγχρονη ζωή αποδεχτή, χτίζοντας ένα κατάλληλο μέρος γι’ αυτή μέσα στις υπάρχουσες δομές και ισχυριζόμενο ότι το γερμανικό κράτος έπρεπε να παίξει έναν κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

    Ο Dann έχει δείξει πώς η ιδέα ενός ενωμένου γερμανικού βασιλείου ή έθνους ήταν ένα ισχυρό συστατικό του γερμανικού στοχασμού από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα και μετά – με ίχνη πίσω στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους (Dann, 1993). Η ιδέα μπορεί να βρεθεί σε ομάδες διάφορων πολιτικών χρωματισμών και έχει λάβει μερικώς διαφορετικά νοήματα σε διαφορετικές συνθήκες. Έχει εμφανιστεί μεταμφιεσμένη ποικιλοτρόπως, με κάθε μεταμφίεση να φέρει μια ελαφρώς συγκεκριμένη συνδήλωση: Reichsnation (Έθνος του Ράιχ), Nationalstaat (εθνικό κράτος), Kulturnation (έθνος με μεγάλη πολιτιστική ιστορία) και, ασφαλώς, Dritte Reich (Τρίτο Ράιχ). Υποψιάζομαι ότι η ευελιξία αυτής της έννοιας εξηγεί γιατί ήταν δυνατό για τους διανοούμενους και τους πολιτικούς από διάφορα ιδεολογικά στρατόπεδα να την ορίσουν εκ νέου και να τη χρησιμοποιήσουν σε νέες καταστάσεις.

    Ο Βέμπερ και ο Σόμπαρτ υιοθέτησαν αυτή τη γερμανική παράδοση στη θετική αξιολόγησή τους όσον αφορά το κράτος. Τόσο το βουλευτικό-δημοκρατικό κράτος του Βέμπερ υπό μια χαρισματική εξουσία όσο και το ελιτίστικο γερμανικό σοσιαλιστικό κράτος του Σόμπαρτ χτίστηκαν πάνω σε ιδανικά που είχαν μια μακρά ιστορία στη χώρα τους. Ομοίως, όλο το πρόγραμμα της μεταπολεμικής αναδιάρθρωσης του Ράτεναου ήταν εθνικιστικό στη ρίζα του. Το «Νέο Κράτος» του, κατά μία έννοια, δεν ήταν διόλου πολύ νέο, αλλά μάλλον μια αναδιαμόρφωση των ιδανικών που έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στην Πρωσία, πολύ πριν την εποχή του Βίσμαρκ. Τέλος, οι μανδαρίνοι, όπως ο Mayer, και οι μηχανικοί, όπως ο Weihe, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να επανεφεύρουν την παλιά έννοια της γερμανικής κουλτούρας, ώστε αυτή να συμπεριλάβει τη σύγχρονη τεχνολογία.

    Ωστόσο, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Όπως επισημάνθηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, οι τρόποι αντιμετώπισης του ερωτήματος όσον αφορά την τεχνολογία που αναπτύχθηκαν τις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα έγιναν παραδειγματικοί για τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς διαλόγους. Πρώτον, η αρχικά γερμανική εκδοχή της Technikphilosophie –η οποία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θα αναπτυσσόταν περαιτέρω στις Ηνωμένες Πολιτείες– απέκτησε ορμή αυτή την περίοδο. Για παράδειγμα, στο βιβλίο του με τίτλο Technological Enlightenment (Τεχνολογικός Διαφωτισμός) (Ropohl, 1991), ο φιλόσοφος Günter Ropohl πραγματεύεται αρκετά από τα ίδια θέματα και κάνει χρήση αρκετών από τις ίδιες έννοιες, όπως και ο Dessauer και ο Weihe. Δεύτερον, η έννοια-γλωσσοδέτης Technikfolgenabschätzung (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αξιολόγηση των τεχνολογικών επιπτώσεων.) έλαβε τη γνωστική βάση της αυτή την περίοδο. Όταν οι γερμανικές αρχές αποτίμησαν το μέλλον των πυρηνικών εργοστασίων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας πριν από λίγα χρόνια, ενήργησαν κατά πολύ όπως το πολιτιστικό συμβούλιο του Σόμπαρτ, αποφασίζοντας αν θα έπρεπε να επιτραπεί ή όχι σε μια ξένη τεχνολογία να ενσωματωθεί στο «Νέο Κράτος» της ενοποιημένης Γερμανίας (Dierkes et al, 1988). Τρίτον, για τον μοντέρνο ακαδημαϊκό τομέα της Techniksoziologie μπορούμε, κατά ορισμένους τρόπους, να εντοπίσουμε τις ρίζες του στις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα. Όταν ο Γερμανός κοινωνιολόγος Werner Rammert επιχειρηματολογεί εναντίον του τεχνολογικού ντετερμινισμού και υπέρ μιας κατανόησης της τεχνολογίας ως κοινωνικό και πολιτισμικό προϊόν (Rammert, 1993), απηχεί ειδικά τον τρόπο που ο Βέμπερ θέτει το ερευνητικό του πρόβλημα (Collins, 1986) (Hård, 1994).

    Το επιχείρημα δεν θα πρέπει να παρερμηνευθεί. Το γεγονός ότι τα συλλογιστικά πλαίσια τέθηκαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου δεν σημαίνει ότι οι συζητήσεις παρέμειναν οι ίδιες από τότε. Όπως επισημαίνει ο Peter Wagner στο κεφάλαιο 9 παρακάτω, νέες απρόβλεπτες καταστάσεις και νέες συνθήκες κάνουν δυνατούς νέους τρόπους κατανόησης. Οι παραδόσεις δεν είναι μόνο ζουρλομανδύες· δίνουν, επίσης, στα δρώντα υποκείμενα ευελιξία και ελευθερία. Ωστόσο, πιθανότατα δεν είναι σύμπτωση ότι οι τρεις διάλογοι που αναφέρθηκαν εδώ έχουν τόσο ισχυρές θέσεις στη Γερμανία, όπου διαμορφώθηκαν και αναδιαμορφώθηκαν συνεχώς για σχεδόν 100 χρόνια.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    1. AEG: Allgemeine Electrizitäts-Gesellschaft.
    2. Ο συνολικός αριθμός των μαθητών στα τεχνικά κολέγια αυξήθηκε από 3.000 το 1885 σε 11.000 το 1911 (Ringer, 1987, 60).
    3. Βλέπε Jamison, κεφάλαιο 4 στον παρόντα τόμο.
    4. Μετά από πάνω από 30 χρόνια, ο Eberhard Zschimmer εξαπέλυσε μια ευρείας κλίμακας επίθεση εναντίον του Mayer. Ο Zschimmer βλέπει τον Mayer ως εκπρόσωπο των λεγόμενων καλλιεργημένων (gebildete) στοχαστών που είχαν απομακρυνθεί τόσο πολύ από την πραγματικότητα, ώστε είχαν παραμορφωθεί (verbildete) (Zschimmer, 1937, 37).
    5. Ας σημειωθεί ότι η συζήτηση εδώ αφορά την Technik και όχι την Technologie. Η δεύτερη είναι ένας επιστημολογικός και εκπαιδευτικός όρος που, από την εποχή του Johann Beckmann, είχε να κάνει με τη γνώση γύρω από την Technik (Μüller & Troitzsch, 1989).
    6. Παρατίθεται από τον Herf (Herf, 1984, 70)· το πρωτότυπο απόσπασμα υπάρχει στον Jünger (Jünger, 1929).
    7. Βλέπε Herf, 1984, 164 κ εξ.
    8. Ακολουθώ την πρόταση του Childers ότι οι Γερμανοί μηχανικοί ενήργησαν ως ένα επάγγελμα με τη σύγχρονη, αγγλοσαξονική έννοια του όρου, παρόλο που υιοθέτησαν ένα προνεωτερικό λεξιλόγιο, μιας και χαρακτήρισαν τον εαυτό τους ως Stand (τάξη) (Childers, 1990).
    9. Ο Schulin γράφει ότι ο πόλεμος έκανε τον Ράτεναου να «αμφισβητήσει τις προηγούμενες ιδέες του, τα σχέδιά του και τα σημεία εστίασής του» (Schulin, 1990, 55).
    10. Έως εκείνη την εποχή ο Σόμπαρτ, όπως και ο Dessauer και άλλοι, είχε αρχίσει να επεκτείνει την έννοια της Technik πέρα από τις απλές μηχανές.
    11. Μου φαίνεται ότι ο Βέμπερ είναι κάπως άδικος εδώ. Ο Σόμπαρτ είχε ξεκαθαρίσει απόλυτα στην ομιλία του ότι θα εστίαζε στις συνέπειες της τεχνολογίας για να μην κάνει την ομιλία του πολύ μακροσκελή. Είχε πει, επίσης, ότι «η μουσική ζωή συνδέεται με την τεχνολογία μέσω χιλιάδων νημάτων» (Sombart, 1911, 342).
    12. Απ’ όσο μπορώ να πω, ο Σόμπαρτ δεν το είχε ποτέ ισχυριστεί αυτό.
    13. Κριτική κάποιου Nonnenbruch στην εφημερίδα Völkischer Beobachter (αρ. 278, 3 Οκτωβρίου 1934)· παρατίθεται από τον Krause (Krause, 1960, 189-190).
    14. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στα κείμενα του 1911 και του 1934 είναι ότι, στα τελευταία, προστέθηκε η λέξη «ολότητες».

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

    Οι εικόνες που συνοδεύουν το άρθρο είναι ευγενική προσφορά του ζωγράφου Παναγιώτη (Τάκη) Βαρελά, μέλος του ΔΣ του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ως εκπρόσωπος του Επιμελητήριου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας).ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Abramowski, G., 1966. Das Geschichtsbild Max Webers: Universalgeschichte am Leitfaden des okzidentalen Rationalisierungsprozesses. Stuttgart: Ernst Klett.

    Åmark, K., 1990. Anteckningar om Max Weber, politik och professioner. MS, Uppsala: SCASSS.

    Baark, E., & Jamison, A., 1986. The Technology and Culture Problematique. In: idem (eds) Technological Development in China, India and Japan: Cross-Cultural Perspectives. Houndmills, Basingstoke, Hamps.: McMillan, pp. 1-34.

    Banta, M., 1993. Taylored Lives: Narrative Productions in the Age of Taylor, Veblen, and Ford. Chicago and London: The University of Chicago Press.

    Barnouw, D., 1988. Weimar Intellectuals and the Threat of Modernity. Bloomington and Indianapolis: Indiana University Press.

    Bauman, Z., 1989. Modernity and the Holocaust. Ithaca, NY: Cornell University Press.

    Beetham, D., 1985. Max Weber and the Theory of Modern Politics. Cambridge: Polity.

    Bijker, W., E., Hughes, T., P., & Pinch, T., J., (eds) 1987. The Social Construction of Technological Systems: New Directions in the Sociology and History of Technology. Cambridge, MA: The MIT Press.

    Bollenbeck, G., 1994. Bildung und Kultur. Glanz und Elend eines deutschen Deutungsmusters. Frankfurt a. M. and Leipzig: Insel Verlag.

    Bourdieu, P., 1990/1980. The Logic of Practice. Stanford: Stanford University Press.

    Bourdieu, P., 1991. Language and Symbolic Power. Cambridge, MA: Harvard University Press.

    Chandler, A., D., 1977. The Visible Hand: The Managerial Revolution in American Business. Cambridge, MA: Belknap.

    Childers, T., 1990. The Social Language of Politics in Germany: The Sociology of Political Discourse in the Weimar Republic. American Historical Review, 95, 331-358.

    Collins, R., 1986. Weberian Sociological Theory. Cambridge: Cambridge University Press.

    Coudenhove-Kalergi, R., N., 1922. Apologie der Technik. Leipzig: Der neue Geist Verlag.

    Dann, O., 1993. Nation und Nationalismus in Deutschland 1770-1990. Munich: C. H. Beck.

    De Geer, H., 1978. Rationaliseringsrörelsen i Sverige. Effektivitetsidéer och socialt ansvar under mellankrigstiden. Stockholm: Studieförbundet näringsliv och samhälle.

    Dessauer, F., 1908. Technische Kultur. Kempten: Kösel.

    Dessauer, F., 1958. Streit um die Technik. Frankfurt a. M.: Josef Knecht.

    Dierkes, M., Knie, A., & Wagner, P., 1988. Die Diskussion über das Verhältnins von Technik und Politik in der Weimarer Republik. Leviathan, 16, 1-22.

    Dietz, B., Fessner, M., and Maier, H., (eds) 1996. Technische Intelligenz und «Kulturfaktor Technik». Kulturvorstellungen von Technikern und Ingenieuren zwischen Kaiserreich und früher Bundesrepublik Deutschland. Münster: Waxmann.

    Forman, P., 1971. Weimar Culture, Causality, and Quantum Theory. Historical Studies in the Physical Sciences, 3, 1-116.

    Galbraith, J., K., 1967. The New Industrial State. New York: New American Library.

    Gerth, H., H., and Mills, C., W., (eds). From Max Weber: Essays in Sociology. New York: Oxford University Press.

    Gispen, K., 1989. New Profession, Old Order: Engineers and German Society, 1815-1914. Cambridge: Cambridge University Press.

    Habermas, J., 1981. Theorie des kommunikativen Handels. 2 vols. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Hård, M., 1990. Teknik-och-kultur-diskursen. Ett utsnitt ur den tyska moderniseringsdebatten, 1906-33. In: idem and Conny Mithander, Teknik som diskurs. Moderniseringsdebatter i Tyskland och Sverige, 1905-35, s. t. i. c., Vol. 3. Gothenburg: Department of Theory of Science, Gothenburg University, 7-47.

    Hård, M., 1994. Machines are Frozen Spirit: The Scientification of Refrigeration and Brewing in the 19th Century – A Weberian Inerpretation. Frankfurt a. M. and Boulder, Col.: Campus Verlag and Westview Press.

    Harris, A., L., 1958. Economics and Social Reform. New York: Harper & Brothers.

    Helldén, A., 1986. Maskinerna och lyckan. Ur industrisamhällets idéhistoria. Stockholm: Ordfront.

    Hellige, H., D., 1990. Walther Rathenau: ein Kritiker der Moderne als Organisator des Kapitalismus. In: Hughes et al, 32-54.

    Herf, J., 1984. Reactionary Modernism: Technology, Culture, and Politics in Weimar and the Third Reich. Cambridge: Cambridge University Press.

    Hermand, J., and Trommler, F., 1988. Die Kultur der Weimarer Republik. Frankfurt a. M.: Fischer Taschenbuch Verlag.

    Hortleder, G., 1974. Das Gesellschaftsbild des Ingenieurs. Zum politischen Verhalten der technischen Intelligenz in Deutschland. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Hughes, H., S., 1958. Consciousness and Society: The Reorientation of European Social Thought 1890-1930. New York: Knopf.

    Hughes, T., P., 1987. The Evolution of Large Technological Systems. In: Bijker et al, 51-82.

    Hughes, T., P., 1990. Walther Rathenau: «System Builder». In: Hughes et al, 9-31.

    Hughes, T., P., et al, 1990. Ein Mann vieler Eigenschaften. Walther Rathenau und die Kultur der Moderne. Berlin: Klaus Wagenbach.

    Jünger, E., 1929. Feuer und Blut. Ein kleiner Ausschnitt aus dem grossen Schlacht. Berlin: Frundsberg Verlag.

    Kocka, J., 1988. German History Before Hitler: The Debate about the German Sonderweg. Journal of Contemporary History, 23, 3-16.

    Koenne, W., 1979. On the Relationship between Philosophy and Technology in the German-Speaking Countries. In: George Bugliarello and Dean B. Doner (eds), The History and Philosophy of Technology. Urbana, Ill.

    Krause, W., 1960. Werner Sombarts Weg vom Kathedersozialismus zum Faschismus. Αδημοσίευτη διατριβή. Berlin: Humboldt-Universität.

    Lambourne, R., Shallis, M., and Shortland, M., 1990. Close Encounters? Science and Science Fiction. Bristol and New York: Adam Hilger.

    Lenk, H., 1982. Zur Sozialphilosophie der Technik. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Liedman, S.-E., 1986. Den synliga handen. Anders Berch och ekonomiämnena vid 1700-talets svenska universitet. Stockholm: Arbetarkultur.

    Ludwig, K.-H., 1974. Technik und Ingenieure im Dritten Reich. Düsseldorf: Droste.

    McNeill, W., H., 1983. The Pursuit of Power: Technology, Armed Force, and Society Since A.D. 1000. Oxford: Basil Blackwell.

    Mader, U., 1974. Walther Rathenau als Funktionär des Finanzkapitals. Beiträge zu einer politischen Biographie 1887-1917. Berlin: Humboldt-Universität.

    Maier, C. S., 1987. In Search of Stability: Explorations in Historical Political Economy. Cambridge: Cambridge University Press.

    Mann, T., 1969/1924. The Magic Mountain. New York: Vintage Books.

    Marcuse, H., 1968. Negations: Essays in Critical Theory. London: Allen Lane, The Penguin Press.

    Mayer, E., A., von, 1906. Technik und Kultur. Berlin: Hüpeden & Merzyn.

    Mitzman, A., 1971. The Iron Cage: An Historical Interpretation of Max Weber. New York: Knopf.

    Mommsen, W., J., 1984/1974. Max Weber and German Politics, 1890-1920. Chicago and London: University of Chicago Press.

    Müller, H., P., and Troitzsch, U., (eds) 1992. Technologie zwischen Fortschritt und Tradition. Beiträge zum Internationalen Johann Beckmann-Symposium Göttingen 1989. Frankfurt a. M.: Peter Lang.

    Nolan, M., 1994. Visions of Modernity: American Business and the Modernization of Germany. New York and Oxford: Oxford University Press.

    Peukert, D., J., K., 1987. Die Weimarer Republik. Krisenjahre der klassischen Moderne. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Pot, J., H., J., van der, 1985. Die Bewertung des technischen Fortschritts. Eine systematische Übersicht der Theorien. Assen: van Gorcum.

    Rammert, W., 1993. Technik aus soziologischer Perspektive. Opladen: Westdeutscher Verlag.

    Rathenau, W., 1912. Zur Kritik der Zeit. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1913. Zur Mechanik des Geistes. Oder vom Reich der Seele. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1916. Probleme der Friedenswirtschaft. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1917. Kommande tider – kommande ting. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1917a. Von kommenden Dingen. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1918. An Deutschlands Jugend. Berlin: S. Fischer

    Rathenau, W., 1918a. Die neue Wirtschaft. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1918b. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1918c./1916. Fredshushållningens problem. In: Rathenau, 1918b, 9-43.

    Rathenau, W., 1918d. Den nya hushållningen. In: Rathenau, 1918b, 45-125.

    Rathenau, W., 1918e/1912. Nutidens väsen. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1918f/1913. Själens krafter. Bidrag till nutidens psykologi. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1919. Autonome Wirtschaft. Jena: Eugen Diederich.

    Rathenau, W., 1919a. Kejsaren och andra studier. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1919b. Die neue Gesellschaft. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1922/1919. Der neue Staat. Berlin: S. Fischer.

    Renneberg, M., and Walker, M., 1993. Scientists, Engineers and National Socialists. In idem (eds) Science, Technology and National Socialism. Cambridge: Cambridge University Press, 1-29.

    Ringer, F., 1969. The Decline of the German Mandarins: The German Academic Community, 1890-1933. Cambridge, MA: Harvard University Press.

    Ringer, F., 1987/1969. Die Gelehrten. Der Niedergang der deutschen Mandarine 1890-1933. Munich: Deutscher Taschenbuch Verlag.

    Ropohl, G., 1991. Technologische Aufklärung. Beiträge zur Technikphilosophie. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Schluchter, W., 1989. Rationalism, Religion, and Domination: A Weberian Perspective. Berkeley, CA: University of California Press.

    Schmidt, G., 1981. Technik und kapitalistischer Betrieb. Max Webers Konzept der industriellen Entwicklung und das Rationlisierungsprblem in der neueren Industriesoziologie».In Walter M. Sprondel and Constans Seyfarth (eds) Max Weber und die Rationalisierung sozialen Handelns. Stuttgart: Ferdinand Enke, 168-188.

    Schröter, M., 1920. Die Kulturmöglichkeit der Technik als Formproblem der produktiven Arbeit. Kritische Studien zur Darlegung der Zivilisation und der Kultur der Gegenwart. Berlin and Leipzig: Walter de Gruyter.

    Schröter, M., 1922. Der Streit um Spengler. Kritik seiner Kritiker. Munich: C.H. Beck.

    Schröter, M., 1934. Philosophie der Technik. In: A. Baeumler and M. Schröter (eds) Handbuch der Philosophie. Abteilung IV: Staat und Geschichte. Munich and Berlin: R. Oldenbourg.

    Schulin, E., 1990. Krieg und Modernisierung. Rathenau als philosophierender Industrieorganisator im Ersten Weltkrieg. In: Hughes et al, 55-67.

    Schweitzer, A., 1923-24. Kulturphilosophie, 2 Vols. Munich: C. H. Beck.

    Sieferle, R., P., 1984. Fortschrittsfeinde? Opposition gegen Technik und Industrie von der Romantik bis zur Gegenwart. Munich: C. H. Beck.

    Smith, M., R., and Marx, L., 1994. Does Technology Drive History? The Dilemma of Technological Determinism. Cambridge, MA: The MIT Press.

    Sombart, W., 1911. Technik und Kultur. Archiv für Sozialwissenschaft und Sozialpolitik, 33, 305-47.

    Sombart, W., 1927. Der moderne Kapitalismus. Band III. Das Wirtschaftsleben im Zeitalter des Hochkapitalismus. Munich: Duncker & Humblot.

    Sombart, W., 1930. Die drei Nationalökonomien. Geschichte und System der Lehre von der Wirtschaft. Munich: Duncker & Humblot.

    Sombart, W., 1932. Die Zukunft des Kapitalismus. Munich: Duncker & Humblot.

    Sombart, W., 1934. Deutscher Sozialismus. Berlin: Buchholz & Weisswange.

    Spengler, O., 1931. Människan och tekniken. Bidrag till en livsfilosofi. Stockholm: Hugo Gebers.

    Spengler, O., 1991/1918-22. Der Untergang des Abendlandes. Umrisse einer Morphologie der Weltgeschichte. Munich: Deutscher Taschenbuch Verlag.

    Stern, F., 1961. The Politics of Cultural Despair: A Study in the Rise of the German Ideology. Berkeley: University of California Press.

    Stodola, A., 1932. Gedanken zu einer Weltanschauung vom Standpunkte des Ingenieurs. Berlin: J. Springer (2nd ed.).

    Stråth, B., (ed), 1990. Language and the Construction of Class Identities. The Struggle for Discursive Power in Social Organisation: Scandinavia and Germany after 1800. Gothenburg: Department of History, Gothenburg University.

    Volkov, S., 1990. Überlegungen zur Ermordung Rathenaus als symbolischem Akt. In: Hughes et al, 99-105.

    Wagner, P., 1994. A Sociology of Modernity: Liberty and Discipline. London and New York: Routledge.

    Weber, M., 1919. Geistige Sozialisierung (Technik und Volksbildung). Zeitschrift des Vereines deutscher Ingenieure, 63, 86f.

    Weber, M., 1924/1910. Diskussionsrede zu W. Sombarts Vortrag über Technik und Kultur. Erste Soziologentagung Frankfurt 1910. In: idem Gesammelte Aufsätze zur Soziologie und Sozialpolitik. Tübingen: J. C. B. Mohr, 449-56.

    Weber, M., 1930/1904-1905. The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism. London: George Allen & Unwin.

    Weber, M., 1958/1922. Bureaucracy. In: Gerth and Mills, 196-244.

    Weber, M., 1958a/1919. Science as a Vocation. In: Gerth and Mills, 129-156.

    Weber, M., 1958b/1922. The Sociology of Charismatic Authority. In: Gerth and Mills, 245-264.

    Weber, M., 1964/1922. The Theory of Social and Economic Organization. New York: Free Press.

    Weber, M., 1981/1923. General Economic History. New Brunswick and London: Transaction Books.

    Weihe, C., 1918. Der Kulturwert der Technik. Technik und Wirtschaft, 11, 329-339, 406-13.

    Winner, L., 1977. Autonomous Technology: Technics-out-of-Control as a Theme in Political Thought. Cambridge, MA: The MIT Press.

    Zschimmer, E., 1914. Philosophie der Technik. Vom Sinn der Technik und Kritik des Unsinns über die Technik. Jena: E. Diederichs.

    Zschimmer, E., 1937. Deutsche Philosophen der Technik. Stuttgart: Enke.