Tag: Επιστήμες

  • MAX BORN – Η στατιστική ερμηνεία της κβαντομηχανικής

    MAX BORN – Η στατιστική ερμηνεία της κβαντομηχανικής

    Διάλεξη Νόμπελ, 11 Δεκεμβρίου, 1954

    Μετάφραση: Βαρβάρα Πετανίδου«…σύμφωνα με τον Born, η κβαντική μηχανική μας δίνει μόνο μια στατιστική περιγραφή». (Από την προσφώνηση στην τελετή απονομής του βραβείου Nobel, 11 Δεκεμβρίου 1954)Το έργο για το οποίο είχα την τιμή να μου απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ για το 1954, δεν περιέχει την ανακάλυψη ενός νέου φυσικού φαινομένου, αλλά μάλλον τη βάση για έναν νέο τρόπο σκέψης όσον αφορά τα φυσικά φαινόμενα. Αυτός ο τρόπος σκέψης έχει διαπεράσει τόσο την πειραματική, όσο και τη θεωρητική φυσική, σε τέτοιο βαθμό που φαίνεται δύσκολο να ειπωθεί κάτι περισσότερο γι’ αυτόν που δεν έχει ήδη ειπωθεί τόσο συχνά. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες ιδιαίτερες πτυχές τις οποίες θα ήθελα να συζητήσω σε μια τόσο εορταστική για μένα περίσταση. Το πρώτο σημείο είναι το εξής: οι εργασίες στη σχολή του Γκέτινγκεν, τις οποίες διηύθυνα για ένα διάστημα (1926-1927), συνέβαλαν στην επίλυση μιας πνευματικής κρίσης στην οποία περιήλθε η επιστήμη μας, ως αποτέλεσμα της ανακάλυψης του κβάντου δράσης από τον Planck το 1900. Σήμερα, η Φυσική βρίσκεται σε μια παρόμοια κρίση – δεν εννοώ εδώ την εμπλοκή της στην πολιτική και την οικονομία ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας μιας νέας και τρομακτικής δύναμης της φύσης, αλλά εξετάζω περισσότερο τα λογικά και επιστημολογικά προβλήματα που θέτει η πυρηνική φυσική. Ίσως, είναι καλό σε μια τέτοια στιγμή να θυμηθούμε τι συνέβη παλαιότερα σε μια παρόμοια κατάσταση, ιδίως επειδή τα γεγονότα αυτά δεν στερούνται μιας συγκεκριμένης δραματικής αίσθησης.

    Το δεύτερο σημείο που θέλω να αναφέρω είναι, ότι όταν λέω, ότι οι φυσικοί είχαν αποδεχτεί τις έννοιες και τον τρόπο σκέψης που αναπτύξαμε τότε, δεν είμαι αρκετά σωστός. Υπάρχουν ορισμένες, πολύ αξιόλογες εξαιρέσεις, ιδίως μεταξύ των ίδιων των σκαπανέων που συνέβαλαν τα μέγιστα στην οικοδόμηση της κβαντικής θεωρίας. Ο ίδιος ο Planck, ανήκε στους σκεπτικιστές μέχρι τον θάνατό του. Ο Einstein, ο De Broglie και ο Schrödinger τόνιζαν αδιάκοπα τα μη ικανοποιητικά χαρακτηριστικά της κβαντομηχανικής και ζητούσαν την επιστροφή στις έννοιες της κλασικής, νευτώνειας φυσικής, ενώ πρότειναν τρόπους με τους οποίους αυτό θα μπορούσε να γίνει χωρίς να έρχονται σε αντίθεση με τα πειραματικά δεδομένα. Τέτοιες βαρυσήμαντες απόψεις δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ο Niels Bohr έκανε μεγάλο κόπο για να αντικρούσει τις αντιρρήσεις. Κι εγώ, επίσης, τις έχω μελετήσει και πιστεύω ότι μπορώ να συμβάλω κάπως στην αποσαφήνιση αυτής της θέσης. Το θέμα αφορά τα όρια μεταξύ φυσικής και φιλοσοφίας, και έτσι η διάλεξή μου για τη φυσική θα έχει και ιστορικό και φιλοσοφικό χαρακτήρα, για τον οποίο πρέπει να ζητήσω την επιείκειά σας.

    Πρώτα απ’ όλα, θα εξηγήσω πώς προέκυψε η κβαντομηχανική και η στατιστική της ερμηνεία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’20, κάθε φυσικός, νομίζω, ήταν πεπεισμένος ότι η κβαντική υπόθεση του Planck ήταν σωστή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία η ενέργεια εμφανίζεται σε πεπερασμένα κβάντα μεγέθους hν σε ταλαντωτικές διαδικασίες που έχουν μια συγκεκριμένη συχνότητα ν (π.χ. στα κύματα φωτός). Αμέτρητα πειράματα μπορούσαν να εξηγηθούν με αυτόν τον τρόπο και έδιναν πάντα την ίδια τιμή της σταθεράς του Planck h. Και πάλι, ο ισχυρισμός του Einstein ότι τα κβάντα του φωτός έχουν ορμή hν/c (όπου c είναι η ταχύτητα του φωτός) υποστηρίχθηκε καλά από το πείραμα (π.χ. μέσω του φαινομένου Compton). Αυτό συνεπαγόταν την αναβίωση της σωµατιδιακής θεωρίας του φωτός για ένα ορισµένο σύνολο φαινοµένων. Η κυματική θεωρία εξακολουθούσε να ισχύει για άλλες διεργασίες. Οι φυσικοί εξοικειώθηκαν με αυτόν τον δυισμό και έμαθαν πώς να τον αντιμετωπίζουν σε κάποιο βαθμό.

    Το 1913 ο Niels Bohr είχε λύσει τον γρίφο των φασματικών γραμμών μέσω της κβαντικής θεωρίας και είχε έτσι εξηγήσει σε γενικές γραμμές την εκπληκτική σταθερότητα των ατόμων, τη δομή των ηλεκτρονικών τους κελυφών και το Περιοδικό Σύστημα των στοιχείων. Για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει αργότερα, η σημαντικότερη παραδοχή της διδασκαλίας του ήταν η εξής: ένα ατομικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρχει σε όλες τις μηχανικά δυνατές καταστάσεις, σχηματίζοντας ένα συνεχές, αλλά σε μια σειρά από διακριτές «στάσιμες» καταστάσεις. Κατά τη μετάβαση από τη μία στην άλλη, η διαφορά ενέργειας Εm – En εκπέμπεται ή απορροφάται ως κβάντο φωτός hνmn (ανάλογα με το αν η Εm είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την En). Πρόκειται για την ερμηνεία, με βάση την ενέργεια, του θεμελιώδους νόμου της φασματοσκοπίας που ανακαλύφθηκε μερικά χρόνια πριν από τον W. Ritz. Η κατάσταση μπορεί να γίνει αντιληπτή με μια ματιά γράφοντας τα ενεργειακά επίπεδα των στάσιμων καταστάσεων δύο φορές, οριζόντια και κάθετα. Αυτό παράγει μια τετραγωνική διάταξη

    E E₁ E₂ E₃ …
    E₁ 11 12 13 –
    E₂ 21 22 23 –
    E₃ 31 32 33 –
    … – – – –

    στην οποία οι θέσεις στη διαγώνιο αντιστοιχούν σε καταστάσεις και οι μη διαγώνιες θέσεις αντιστοιχούν σε μεταβάσεις.

    Ήταν απολύτως σαφές στον Bohr ότι ο νόμος που διατυπώθηκε με αυτόν τον τρόπο έρχεται σε σύγκρουση με τη μηχανική, και ότι επομένως η χρήση της έννοιας της ενέργειας σε αυτόν είναι προβληματική. Βασίζει αυτή την τολμηρή συγχώνευση παλαιού και νέου στην αρχή της αντιστοιχίας. Αυτή συνίσταται στην προφανή απαίτηση ότι η συνήθης κλασική μηχανική πρέπει να ισχύει με υψηλό βαθμό προσέγγισης στην οριακή περίπτωση, όπου οι αριθμοί των στάσιμων καταστάσεων, οι λεγόμενοι κβαντικοί αριθμοί, είναι πολύ μεγάλοι (δηλαδή, πολύ δεξιά και προς το κάτω μέρος στην παραπάνω διάταξη) και η ενέργεια μεταβάλλεται σχετικά λίγο από την μια θέση στην άλλη, στην ουσία πρακτικά συνεχώς.

    Η θεωρητική φυσική βασίστηκε σε αυτή την αντίληψη για τα επόμενα δέκα χρόνια. Το πρόβλημα ήταν το εξής: μια αρμονική ταλάντωση δεν έχει μόνο συχνότητα, αλλά και ένταση. Για κάθε μετάβαση στη διάταξη πρέπει να υπάρχει μια αντίστοιχη ένταση. Το ερώτημα είναι, πώς μπορεί να βρεθεί αυτή μέσα από τη λογική της αρχής της αντιστοιχίας; Αυτό σήμαινε να μαντέψουμε το άγνωστο από τις διαθέσιμες πληροφορίες για μια γνωστή οριακή περίπτωση. Σημαντική επιτυχία σημειώθηκε από τον ίδιο τον Bohr, από τους Kramers, Sommerfeld, Epstein και πολλούς άλλους. Αλλά το αποφασιστικό βήμα έγινε και πάλι από τον Einstein, ο οποίος, με μια νέα εξαγωγή του τύπου ακτινοβολίας του Planck, κατέστησε ξεκάθαρα σαφές ότι η κλασική έννοια της έντασης της ακτινοβολίας πρέπει να αντικατασταθεί από τη στατιστική έννοια της πιθανότητας μετάβασης. Σε κάθε θέση στον παραπάνω πίνακα αντιστοιχεί (μαζί με τη συχνότητα νmn = (Εm – En) / h) μια συγκεκριμένη πιθανότητα για τη μετάβαση που συνδυάζεται με εκπομπή ή απορρόφηση.

    Στο Γκέτινγκεν συμμετείχαμε επίσης στις προσπάθειες να εξαγάγουμε την άγνωστη μηχανική του ατόμου από τα πειραματικά αποτελέσματα. Η λογική δυσκολία γινόταν όλο και πιο έντονη. Οι έρευνες σχετικά με τη σκέδαση και τη διασπορά του φωτός έδειξαν ότι η αντίληψη του Einstein για την πιθανότητα μετάβασης ως μέτρο της ισχύος μιας ταλάντωσης δεν ανταποκρινόταν στην περίπτωση, και η ιδέα ενός πλάτους ταλάντωσης που συνδέεται με κάθε μετάβαση ήταν απαραίτητη. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αναφερθούν οι εργασίες των Ladenburg1, Kramers2, Heisenberg3, Jordan και εμού4. Η τέχνη του να μαντεύει κανείς σωστούς τύπους, οι οποίοι αποκλίνουν από τους κλασικούς, αλλά τους περιέχουν ως οριακή περίπτωση σύμφωνα με την αρχή της αντιστοιχίας, έφτασε σε υψηλό βαθμό τελειότητας. Μια εργασία μου, η οποία εισήγαγε, για πρώτη φορά νομίζω, την έκφραση κβαντομηχανική στον τίτλο της, περιέχει έναν αρκετά περίπλοκο τύπο (που ισχύει ακόμη και σήμερα) για την αμοιβαία διαταραχή των ατομικών συστημάτων.

    Ο Heisenberg, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν βοηθός μου, έδωσε ένα ξαφνικό τέλος σε αυτή την περίοδο5. Έκοψε τον γόρδιο δεσμό μέσω μιας φιλοσοφικής αρχής και αντικατέστησε την εικασία με έναν μαθηματικό κανόνα. Η αρχή ορίζει ότι έννοιες και αναπαραστάσεις που δεν αντιστοιχούν σε φυσικά παρατηρήσιμα γεγονότα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στη θεωρητική περιγραφή. Ο Einstein χρησιμοποίησε την ίδια αρχή όταν, συγκροτώντας τη θεωρία της σχετικότητας, εξάλειψε τις έννοιες της απόλυτης ταχύτητας ενός σώματος και του απόλυτου συγχρονισμού δύο γεγονότων σε διαφορετικούς τόπους. Ο Heisenberg απέρριψε την εικόνα των τροχιών των ηλεκτρονίων με καθορισμένες ακτίνες και περιόδους περιστροφής, επειδή τα μεγέθη αυτά δεν είναι παρατηρήσιμα, και επέμεινε ότι η θεωρία πρέπει να οικοδομηθεί μέσω των τετραγωνικών πινάκων που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αντί να περιγράφεται η κίνηση δίνοντας μια συντεταγμένη ως συνάρτηση του χρόνου, x(t), θα έπρεπε να προσδιορίζεται ένας πίνακας από πλάτη μετάβασης xmn. Για μένα το αποφασιστικό μέρος του έργου του είναι η απαίτηση να προσδιοριστεί ένας κανόνας με τον οποίο από έναν δεδομένο

    πίνακα

        \[ \left[\begin{matrix}x_{11}&x_{12}&\ldots\ldots\ldots\ldots\ldots\\x_{21}&x_{22}&\ldots\ldots\ldots\ldots\ldots\\-&-&-----\\\end{matrix}\right] \]

    να βρεθεί ο πίνακας

        \[ \left[\begin{matrix}\left(x^2\right)_{11}&\left(x^2\right)_{12}&\ldots\ldots\ldots\ldots\ldots\\\left(x^2\right)_{21}&\left(x^2\right)_{22}&\ldots\ldots\ldots\ldots\ldots\\-&-&-----\\\end{matrix}\right] \]

    (ή, γενικότερα, ο κανόνας πολλαπλασιασμού για τέτοιους πίνακες).

    Με παρατήρηση γνωστών παραδειγμάτων που λύθηκαν με εικασίες βρήκε αυτόν τον κανόνα και τον εφάρμοσε με επιτυχία σε απλά παραδείγματα, όπως ο αρμονικός και ο μη αρμονικός ταλαντωτής.

    Αυτά συνέβησαν το καλοκαίρι του 1925. Ο Heisenberg, που υπέφερε από αλλεργική ρινίτιδα, πήρε άδεια για θεραπεία δίπλα στη θάλασσα και μου έδωσε την εργασία του για δημοσίευση αν θεωρούσα πως μπορούσα να κάνω κάτι σχετικά με αυτό.

    Η σημασία της ιδέας ήταν αμέσως ξεκάθαρη για μένα και έστειλα το χειρόγραφο στο επιστημονικό περιοδικό Zeitschrift für Physik. Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου τον κανόνα πολλαπλασιασμού του Heisenberg, και μετά από μια εβδομάδα εντατικής σκέψης και δοκιμών θυμήθηκα ξαφνικά μια αλγεβρική θεωρία που είχα μάθει από τον καθηγητή μου, τον καθηγητή Rosanes, στο Μπρεσλάου (Σ.τ.Μ. Σημερινό Βρότσλαβ στην Πολωνία). Τέτοιοι τετραγωνικοί πίνακες είναι γνωστοί στους μαθηματικούς και, σε συνδυασμό με έναν συγκεκριμένο κανόνα πολλαπλασιασμού, ονομάζονται μήτρες. Εφάρμοσα αυτόν τον κανόνα στην κβαντική συνθήκη του Heisenberg και διαπίστωσα ότι αυτή συμφωνούσε στους διαγώνιους όρους. Ήταν εύκολο να μαντέψω ποιες πρέπει να είναι οι υπόλοιπες ποσότητες, δηλαδή μηδέν – και αμέσως βρέθηκε μπροστά μου ο ιδιότυπος τύπος:

        \[ pq-qp=h/2\pi i. \]

    Αυτό σήμαινε ότι οι συντεταγμένες q και οι ορμές p δεν μπορούν να αναπαρασταθούν με αριθμητικές τιμές αλλά με σύμβολα, το γινόμενο των οποίων εξαρτάται από τη σειρά του πολλαπλασιασμού – τα οποία ονομάζονται «μη μετατιθέμενα».

    Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος από αυτό το αποτέλεσμα, όσο θα ήταν ένας ναυτικός που, μετά από ένα μακρύ ταξίδι, βλέπει από μακριά την πολυπόθητη στεριά, και ένιωσα λύπη που ο Heisenberg δεν ήταν εκεί. Ήμουν πεπεισμένος από την αρχή ότι είχαμε βρεθεί στο σωστό δρόμο. Ακόμα κι έτσι, ένα μεγάλο μέρος ήταν μόνο εικασίες, ιδίως η απαλοιφή των μη διαγώνιων στοιχείων στην προαναφερθείσα έκφραση. Σαν βοήθεια σε αυτό το πρόβλημα ζήτησα και τη συνεργασία του μαθητή μου Pascual Jordan, και σε λίγες ημέρες καταφέραμε να αποδείξουμε ότι είχα μαντέψει σωστά. Η κοινή εργασία του Jordan και εμού6 περιέχει τις σημαντικότερες αρχές της κβαντομηχανικής, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασής της στην ηλεκτροδυναμική. Ακολούθησε μια ταραχώδης περίοδος συνεργασίας μεταξύ των τριών μας, η οποία περιπλέχθηκε λόγω απουσίας του Heisenberg. Υπήρξε μια ζωηρή ανταλλαγή επιστολών- η συμβολή μου σε αυτές, δυστυχώς, χάθηκε μέσα στις πολιτικές αναταραχές. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άρθρο τριών συγγραφέων7, το οποίο έφερε την επίσημη πλευρά της έρευνας σε οριστικό συμπέρασμα . Πριν από την εμφάνιση αυτού του άρθρου, ήρθε η πρώτη δραματική έκπληξη: Η εργασία του Paul Dirac για το ίδιο θέμα8. Η έμπνευση που του παρείχε μια διάλεξη του Heisenberg στο Κέιμπριτζ, τον είχε οδηγήσει σε παρόμοια αποτελέσματα με αυτά που είχαμε λάβει εμείς στο Γκέτινγκεν, με τη διαφορά ότι δεν κατέφυγε στη γνωστή θεωρία των πινάκων των μαθηματικών, αλλά ανακάλυψε μόνος του το εργαλείο και επεξεργάστηκε τη θεωρία τέτοιων μη μετατιθέμενων συμβόλων.

    Η πρώτη μη τετριμμένη και φυσικά σημαντική εφαρμογή της κβαντομηχανικής έγινε λίγο αργότερα από τον W. Pauli9 ο οποίος υπολόγισε τις στάσιμες τιμές της ενέργειας του ατόμου του υδρογόνου με τη μέθοδο των πινάκων και βρήκε πλήρη συμφωνία με τους τύπους του Bohr. Από αυτή τη στιγμή και μετά δεν μπορούσε πλέον να υπάρχει καμία αμφιβολία για την ορθότητα της θεωρίας.

    Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου σαφές τι πραγματικά σήμαινε αυτός ο φορμαλισμός. Τα μαθηματικά, όπως συμβαίνει συχνά, ήταν πιο έξυπνα από τη διάνοια που τα ερμηνεύει. Ενώ ακόμα συζητούσαμε αυτό το σημείο, ήρθε η δεύτερη δραματική έκπληξη, η εμφάνιση των περίφημων εργασιών του Schrödinger10. Ο ίδιος υιοθέτησε μια εντελώς διαφορετική γραμμή σκέψης που είχε προέλθει από τον Louis de Broglie11.

    Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο τελευταίος είχε προβεί στον τολμηρό ισχυρισμό, υποστηριζόμενος από λαμπρές θεωρητικές εκτιμήσεις, ότι o δυισμός κύματος-σωματιδίου, γνωστός στους φυσικούς στην περίπτωση του φωτός, πρέπει να ισχύει και για τα ηλεκτρόνια. Σε κάθε ηλεκτρόνιο που κινείται χωρίς την επίδραση κάποιας δύναμης, αντιστοιχεί ένα επίπεδο κύμα με ορισμένο μήκος κύματος, το οποίο καθορίζεται από τη σταθερά του Planck και τη μάζα. Αυτή η συναρπαστική διατριβή του De Broglie ήταν γνωστή σε εμάς στο Γκέτινγκεν. Μια μέρα του 1925 έλαβα μια επιστολή από τον C. J. Davisson που έδινε κάποια περίεργα αποτελέσματα σχετικά με την ανάκλαση των ηλεκτρονίων από μεταλλικές επιφάνειες. Εγώ και ο συνάδελφός μου στην πειραματική πλευρά, ο James Franck, υποψιαστήκαμε αμέσως ότι αυτές οι καμπύλες του Davisson ήταν φάσματα κρυσταλλικού πλέγματος των κυμάτων ηλεκτρονίων του De Broglie, και βάλαμε έναν από τους μαθητές μας, τον Elsasser12, να ερευνήσει το θέμα. Τα αποτελέσματά του παρείχαν την πρώτη προκαταρκτική επιβεβαίωση της ιδέας του De Broglie, και αυτό αποδείχθηκε αργότερα ανεξάρτητα από τους Davisson και Germer13 και τον G. P. Thomson14, με συστηματικά πειράματα.

    Ωστόσο, αυτή η γνωριμία με τον τρόπο σκέψης του De Broglie δεν μας οδήγησε σε μια προσπάθεια εφαρμογής του στην ηλεκτρονική δομή των ατόμων. Αυτό αφέθηκε στον Schrödinger15. Αυτός επέκτεινε την κυματική εξίσωση του De Broglie, η οποία αναφερόταν σε κίνηση χωρίς την επίδραση κάποιας δύναμης, στην περίπτωση όπου λαμβάνεται υπόψη η επίδραση της δύναμης, και έδωσε μια ακριβή διατύπωση των συμπληρωματικών συνθηκών, που είχε ήδη προτείνει ο De Broglie, στις οποίες πρέπει να υπόκειται η κυματοσυνάρτηση ψ, δηλαδή να είναι μονοσήμαντη και πεπερασμένη στο χώρο και στο χρόνο. Με αυτόν τον τρόπο πέτυχε να εξάγει τις στάσιμες καταστάσεις του ατόμου του υδρογόνου με τη μορφή αυτών των μονοχρωματικών λύσεων της κυματικής εξίσωσης που δεν εκτείνονται στο άπειρο.

    Για μια σύντομη περίοδο στις αρχές του 1926, φάνηκε ότι υπήρχαν, ξαφνικά, δύο αυτοτελή, αλλά εντελώς διαφορετικά συστήματα εξήγησης: η μηχανική των μητρών και η κυματομηχανική. Αλλά ο ίδιος ο Schrödinger σύντομα απέδειξε την πλήρη ισοδυναμία τους.

    Η κυματομηχανική απολάμβανε πολύ μεγαλύτερη δημοτικότητα από την εκδοχή της κβαντομηχανικής του Γκέτινγκεν ή του Κέιμπριτζ. Βασίζεται σε μια κυματοσυνάρτηση ψ, η οποία στην περίπτωση ενός τουλάχιστον σωματιδίου μπορεί να απεικονιστεί στο χώρο, και χρησιμοποιεί τις μαθηματικές μεθόδους των μερικών διαφορικών εξισώσεων που χρησιμοποιούνται σήμερα από τους φυσικούς. Ο Schrödinger πίστευε ότι η κυματική του θεωρία επέτρεπε την επιστροφή στην ντετερμινιστική κλασική φυσική. Πρότεινε (και τόνισε πρόσφατα την πρότασή του εκ νέου), να απαλλαγούμε εντελώς από την αναπαράσταση των σωματιδίων, και αντί να μιλάμε για τα ηλεκτρόνια ως σωματίδια, να τα θεωρούμε ως μια συνεχή κατανομή πυκνότητας |ψ|2 (ή ηλεκτρικής πυκνότητας e|ψ|2).

    Σε εμάς στο Γκέτινγκεν αυτή η ερμηνεία φαινόταν απαράδεκτη μπροστά στα καλώς τεκμηριωμένα πειραματικά γεγονότα. Εκείνη την εποχή ήταν ήδη δυνατό να μετράμε τα σωματίδια μέσω σπινθήρων ή με έναν μετρητή Geiger και να φωτογραφίζουμε τις τροχιές τους με τη βοήθεια ενός θαλάμου νεφών Wilson.

    Μου φάνηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μια σαφής ερμηνεία της συνάρτησης ψ, λαμβάνοντας υπόψη τα δέσμια ηλεκτρόνια. Ως εκ τούτου, ήδη από τα τέλη του 1925, είχα κάνει μια προσπάθεια να επεκτείνω τη μέθοδο των πινάκων, η οποία προφανώς κάλυπτε μόνο τις ταλαντωτικές διεργασίες, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί και στις μη περιοδικές διεργασίες. Εκείνη την εποχή ήμουν φιλοξενούμενος του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης στις ΗΠΑ όπου βρήκα στο πρόσωπο του Norbert Wiener έναν εξαιρετικό συνεργάτη. Στην κοινή µας εργασία16 αντικαταστήσαµε τον πίνακα µε τη γενική έννοια του τελεστή, και έτσι καταστήσαµε δυνατή την περιγραφή μη περιοδικών διεργασιών. Παρ’ όλα αυτά μας ξέφυγε η σωστή προσέγγιση. Αυτό αφέθηκε στον Schrödinger, και εγώ ακολούθησα αμέσως τη μέθοδό του, καθώς έδινε την υπόσχεση ότι θα οδηγούσε σε μια ερμηνεία της συνάρτησης ψ. Και πάλι μια ιδέα του Einstein μου έδωσε το προβάδισμα. Είχε προσπαθήσει να κάνει κατανοητό τον δυισμό των σωματιδίων φωτονίων και των κυμάτων ερμηνεύοντας το τετράγωνο των πλατών των οπτικών κυμάτων ως πυκνότητα πιθανότητας για την εμφάνιση φωτονίων. Αυτή η ιδέα θα μπορούσε αμέσως να μεταφερθεί στη συνάρτηση ψ : η ποσότητα |ψ|2 θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει την πυκνότητα πιθανότητας για τα ηλεκτρόνια (ή άλλα σωματίδια). Ήταν εύκολο να υποστηριχθεί αυτό, αλλά πώς θα μπορούσε να αποδειχθεί;

    Στο σημείο αυτό εμφανίστηκαν οι διαδικασίες σκέδασης σε άτομα. Ένα πλήθος ηλεκτρονίων προερχόμενο από το άπειρο, που αντιπροσωπεύεται από ένα προσπίπτον κύμα γνωστής έντασης (δηλαδή, |ψ|2), προσκρούει σε ένα εμπόδιο, ας πούμε ένα βαρύ άτομο. Με τον ίδιο τρόπο που ένα κύμα νερού που παράγεται από ένα ατμόπλοιο προκαλεί δευτερογενή κυκλικά κύματα κατά την πρόσκρουση σε ένα βράχο, το προσπίπτον κύμα ηλεκτρονίων μετατρέπεται εν μέρει σε ένα δευτερογενές σφαιρικό κύμα του οποίου το πλάτος ταλάντωσης ψ διαφέρει για διαφορετικές κατευθύνσεις. Το τετράγωνο του πλάτους αυτού του κύματος σε μεγάλη απόσταση από το κέντρο σκέδασης καθορίζει τη σχετική πιθανότητα σκέδασης σε συνάρτηση με την κατεύθυνση. Επιπλέον, αν το ίδιο το άτομο που σκεδάζει είναι ικανό να υπάρχει σε διάφορες στάσιμες καταστάσεις, τότε η κυματική εξίσωση του Schrödinger δίνει αυτόματα την πιθανότητα διέγερσης αυτών των καταστάσεων και το ηλεκτρόνιο σκεδάζεται με απώλεια ενέργειας, δηλαδή ανελαστικά, όπως λέγεται. Με αυτόν τον τρόπο κατέστη δυνατό να αποκτήσουν θεωρητική βάση17 οι υποθέσεις της θεωρίας του Bohr, οι οποίες είχαν επιβεβαιωθεί πειραματικά από τους Franck και Hertz. Σύντομα ο Wentzel18 κατάφερε να εξαγάγει στηριζόμενος στη θεωρία μου τον περίφημο τύπο του Rutherford για τη σκέδαση των σωματιδίων- α.

    Ωστόσο, μια εργασία του Heisenberg19, που περιείχε την περίφημη σχέση αβεβαιότητας, συνέβαλε, περισσότερο από τις προαναφερθείσες επιτυχίες, στην ταχεία αποδοχή της στατιστικής ερμηνείας της συνάρτησης ψ. Μέσω αυτής της εργασίας έγινε σαφής ο επαναστατικός χαρακτήρας της νέας αντίληψης. Έδειξε ότι όχι μόνο ο ντετερμινισμός της κλασικής φυσικής πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά και η αφελής αντίληψη της πραγματικότητας που έβλεπε τα σωματίδια της ατομικής φυσικής σαν να ήταν πολύ μικροί κόκκοι άμμου. Κάθε στιγμή ένας κόκκος άμμου έχει μια συγκεκριμένη θέση και ταχύτητα. Αυτό δεν συμβαίνει με ένα ηλεκτρόνιο. Αν η θέση του προσδιορίζεται με αυξανόμενη ακρίβεια, η δυνατότητα εξακρίβωσης της ταχύτητας μειώνεται και αντίστροφα. Θα επανέλθω σύντομα σε αυτά τα προβλήματα σε γενικότερο πλαίσιο, αλλά θα ήθελα πρώτα να πω λίγα λόγια για τη θεωρία των κρούσεων.

    Οι μαθηματικές μέθοδοι προσέγγισης που χρησιμοποίησα ήταν αρκετά ξεπερασμένες και σύντομα βελτιώθηκαν. Από τη βιβλιογραφία, η οποία έχει αυξηθεί σε σημείο που δεν μπορώ να την διαχειριστώ, θα ήθελα να αναφέρω μόνο μερικούς από τους πρώτους συγγραφείς στους οποίους η θεωρία οφείλει μεγάλη πρόοδο: Faxén στη Σουηδία, Holtsmark στη Νορβηγία20, Bethe στη Γερμανία21, Mott και Massey στην Αγγλία22.

    Σήμερα, η θεωρία των κρούσεων είναι μια ειδική επιστήμη με τα δικά της μεγάλα, ολοκληρωμένα εγχειρίδια, τα οποία είναι εντελώς πάνω από τις δυνάμεις μου. Βέβαια, σε τελευταία ανάλυση, όλοι οι σύγχρονοι κλάδοι της φυσικής, η κβαντική ηλεκτροδυναμική, η θεωρία των μεσονίων, των πυρήνων, των κοσμικών ακτίνων, των στοιχειωδών σωματιδίων και των μετασχηματισμών τους, όλα ανήκουν στο πεδίο εφαρμογής αυτών των ιδεών και δεν θα μπορούσαν να τεθούν όρια σε μια συζήτηση επ’ αυτών.

    Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι το 1926 και το 1927 δοκίμασα έναν άλλο τρόπο υποστήριξης της στατιστικής έννοιας της κβαντομηχανικής, εν μέρει σε συνεργασία με τον Ρώσο φυσικό Fock23. Στην προαναφερθείσα εργασία τριών συγγραφέων υπάρχει ένα κεφάλαιο που προδικάζει τη συνάρτηση Schrödinger, με τη διαφορά ότι δεν θεωρείται ως συνάρτηση ψ(x) στο χώρο, αλλά ως συνάρτηση ψn του διακριτού δείκτη n = 1, 2, . . . που απαριθμεί τις στάσιμες καταστάσεις. Αν το εξεταζόμενο σύστημα υπόκειται σε μια δύναμη η οποία μεταβάλλεται με το χρόνο, η ψn γίνεται επίσης χρονικά εξαρτώμενη, και το |ψn(t)|2 δηλώνει την πιθανότητα για την ύπαρξη της κατάστασης n τη χρονική στιγμή t. Ξεκινώντας από μια αρχική κατανομή όπου υπάρχει μόνο μια κατάσταση, λαμβάνονται οι πιθανότητες μετάβασης και μπορούν να εξεταστούν οι ιδιότητές τους. Αυτό που με ενδιέφερε, ιδιαίτερα τότε, ήταν τι συμβαίνει στην αδιαβατική οριακή περίπτωση, δηλαδή στην πολύ αργά μεταβαλλόμενη δράση. Ήταν δυνατό να δείξω ότι, όπως ήταν αναμενόμενο, η πιθανότητα των μεταβάσεων γίνεται όλο και μικρότερη. Η θεωρία των πιθανοτήτων μετάβασης αναπτύχθηκε ανεξάρτητα από τον Dirac με μεγάλη επιτυχία. Μπορεί να ειπωθεί ότι ολόκληρη η ατομική και πυρηνική φυσική λειτουργεί με αυτό το σύστημα εννοιών, ιδίως με την πολύ κομψή μορφή που τους έδωσε ο Dirac24. Σχεδόν όλα τα πειράματα οδηγούν σε συμπεράσματα για τις σχετικές συχνότητες των γεγονότων, ακόμη και όταν αυτά συμβαίνουν κρυφά με ονόματα όπως ενεργός διατομή ή παρόμοια.

    Πώς γίνεται, λοιπόν, μεγάλοι επιστήμονες όπως ο Einstein, ο Schrödinger και ο De Broglie να είναι δυσαρεστημένοι με την κατάσταση; Φυσικά, όλες αυτές οι αντιρρήσεις διατυπώνονται όχι κατά της ορθότητας των τύπων, αλλά κατά της ερμηνείας τους. Δύο στενά συνδεδεμένες απόψεις πρέπει να διακριθούν: το ζήτημα του ντετερμινισμού και το ζήτημα της πραγματικότητας.

    Η νευτώνεια μηχανική είναι ντετερμινιστική με την ακόλουθη έννοια:

    Εάν η αρχική κατάσταση (θέσεις και ταχύτητες όλων των σωματιδίων) ενός συστήματος είναι δεδομένη με ακρίβεια, τότε η κατάσταση σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή (νωρίτερα ή αργότερα) μπορεί να υπολογιστεί από τους νόμους της μηχανικής. Όλοι οι άλλοι κλάδοι της κλασικής φυσικής έχουν δημιουργηθεί σύμφωνα με αυτό το μοντέλο. O μηχανιστικός ντετερμινισμός έγινε σταδιακά ένα είδος άρθρου της πίστης: ο κόσμος ως μια μηχανή, ως ένα αυτόματο. Απ’ όσο μπορώ να δω, αυτή η ιδέα δεν έχει προδρόμους στην αρχαία και μεσαιωνική φιλοσοφία. Η ιδέα είναι προϊόν της τεράστιας επιτυχίας της νευτώνειας μηχανικής, ιδίως στην αστρονομία. Τον 19ο αιώνα έγινε βασική φιλοσοφική αρχή για το σύνολο των θετικών επιστημών. Αναρωτήθηκα αν αυτό ήταν πραγματικά δικαιολογημένο. Μπορούν πράγματι να γίνουν απόλυτες προβλέψεις για πάντα με βάση τις κλασικές εξισώσεις κίνησης; Γίνεται εύκολα αντιληπτό, με απλά παραδείγματα, ότι αυτό ισχύει μόνο όταν δεχτούμε τη δυνατότητα της απόλυτα ακριβούς μέτρησης (της θέσης, της ταχύτητας ή άλλων μεγεθών). Ας θεωρήσουμε ένα σωματίδιο που κινείται χωρίς τριβές σε μια ευθεία γραμμή μεταξύ δύο ακραίων σημείων (τοίχων), στα οποία υφίσταται απολύτως ελαστική κρούση. Το σωματίδιο κινείται με σταθερή ταχύτητα ίση με την αρχική του ταχύτητα v0 προς τα πίσω και προς τα εμπρός, και μπορεί να καθοριστεί ακριβώς πού θα βρίσκεται σε δεδομένη χρονική στιγμή, υπό την προϋπόθεση ότι η v0 είναι επακριβώς γνωστή. Αν όμως επιτραπεί μια μικρή απροσδιοριστία Δv0, τότε η απροσδιοριστία στην πρόβλεψη tΔv0 της θέσης τη χρονική στιγμή t, αυξάνεται με το t. Αν κάποιος περιμένει αρκετά μέχρι τον χρόνο tc=l/Δv0, όπου l είναι η απόσταση μεταξύ των ελαστικών τοιχωμάτων, η απροσδιοριστία θα έχει γίνει ίση με ολόκληρο το διάστημα l. Έτσι, είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς οτιδήποτε για τη θέση σε χρόνο που είναι μεταγενέστερος από τον tc. Οπότε, ο ντετερμινισμός μετατρέπεται πλήρως σε απροσδιοριστία μόλις επιτραπεί η παραμικρή ανακρίβεια στα δεδομένα για την ταχύτητα. Υπάρχει κάποια έννοια – και εννοώ οποιαδήποτε φυσική έννοια, όχι μεταφυσική – υπό την οποία μπορεί κανείς να μιλήσει για απόλυτα δεδομένα; Δικαιολογείται κανείς να πει ότι η συντεταγμένη x = π cm όπου π = 3.1415. . είναι ο γνωστός υπερβατικός αριθμός που καθορίζει τον λόγο της περιφέρειας ενός κύκλου προς τη διάμετρό του; Ως μαθηματικό εργαλείο η έννοια του πραγματικού αριθμού που αντιπροσωπεύεται από ένα μη τερματικό δεκαδικό κλάσμα είναι εξαιρετικά σημαντικό και γόνιμο. Ως μέτρο μιας φυσικής ποσότητας είναι ανοησία. Εάν το π ληφθεί στην 20η ή 25η θέση των δεκαδικών ψηφίων, προκύπτουν δύο αριθμοί που δεν διακρίνονται μεταξύ τους, καθώς και η πραγματική τιμή του π με οποιαδήποτε μέτρηση. Σύµφωνα µε την ευρετική αρχή που χρησιµοποιήθηκε από τον Einstein στη θεωρία της σχετικότητας και από τον Heisenberg στην κβαντική θεωρία, οι έννοιες που δεν αντιστοιχούν σε κάποια πιθανή παρατήρηση πρέπει να εξαλειφθούν από τη φυσική. Αυτό είναι δυνατό χωρίς δυσκολία και στην παρούσα περίπτωση. Αρκεί να αντικαταστήσουμε δηλώσεις όπως x = π cm με: η πιθανότητα κατανομής των τιμών του x έχει ένα απότομο μέγιστο στο x = π cm – και (αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς) να προσθέσουμε: τέτοιου και τόσου πλάτους. Εν ολίγοις, η συνήθης μηχανική πρέπει επίσης να διατυπώνεται στατιστικά. Ασχολήθηκα λίγο πρόσφατα με το πρόβλημα αυτό και διαπίστωσα ότι είναι εφικτό χωρίς δυσκολία. Εδώ δεν είναι ο κατάλληλος χώρος για να εμβαθύνω περισσότερο στο θέμα. Θα ήθελα μόνο να πω το εξής: ο ντετερμινισμός της κλασικής φυσικής αποδεικνύεται ότι είναι μια ψευδαίσθηση, που δημιουργήθηκε από την υπερεκτίμηση των μαθηματικών-λογικών εννοιών. Είναι ένα είδωλο, όχι ένα ιδανικό στην επιστημονική έρευνα και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να χρησιμοποιηθεί ως αντίρρηση στην ουσιαστικά μη νομοτελειακή στατιστική ερμηνεία της κβαντομηχανικής.

    Πολύ δυσκολότερη είναι η ένσταση που βασίζεται στην πραγματικότητα. Η έννοια ενός σωματιδίου, π.χ. ενός κόκκου άμμου, εμπεριέχει ανεπιφύλακτα την ιδέα ότι βρίσκεται σε μια καθορισμένη θέση και έχει μια καθορισμένη κίνηση. Αλλά σύμφωνα με την κβαντομηχανική είναι αδύνατο να προσδιοριστούν ταυτόχρονα με οποιαδήποτε επιθυμητή ακρίβεια τόσο η θέση όσο και η ταχύτητα (ακριβέστερα : η ορμή, δηλαδή η μάζα επί την ταχύτητα). Προκύπτουν λοιπόν δύο ερωτήματα: τι μας εμποδίζει, παρά τον θεωρητικό ισχυρισμό, να μετρήσουμε και τα δύο μεγέθη με οποιαδήποτε επιθυμητή ακρίβεια μέσω βελτιωμένων πειραμάτων; Δεύτερον, αν όντως αποδειχθεί ότι αυτό δεν είναι εφικτό, δικαιολογούμαστε ακόμα να εφαρμόζουμε στο ηλεκτρόνιο την έννοια του σωματιδίου και επομένως τις ιδέες που συνδέονται με αυτό;

    Αναφερόμενοι στο πρώτο ερώτημα, είναι σαφές ότι αν η θεωρία είναι σωστή – και έχουμε αρκετούς λόγους να το πιστεύουμε αυτό – το εμπόδιο στην ταυτόχρονη μέτρηση της θέσης και της κίνησης (και άλλων τέτοιων ζευγών των λεγόμενων συζυγών μεγεθών) πρέπει να βρίσκεται στους ίδιους τους νόμους της κβαντομηχανικής. Πράγματι, έτσι είναι. Αλλά δεν είναι απλό θέμα να αποσαφηνιστεί η κατάσταση. Ο ίδιος ο Niels Bohr έχει καταβάλλει μεγάλο κόπο και εφευρετικότητα25 για να αναπτύξει μια θεωρία μετρήσεων που να ξεκαθαρίζει το θέμα και να ανταποκρίνεται στις πιο βελτιωμένες και ευφυείς επιθέσεις του Einstein, ο οποίος προσπάθησε επανειλημμένα να σκεφτεί μεθόδους μέτρησης με τις οποίες θα μπορούσαν να μετρηθούν η θέση και η κίνηση ταυτόχρονα και με ακρίβεια. Από αυτές τις προσπάθειες προκύπτει το εξής: για τη μέτρηση των χωρικών συντεταγμένων και των χρονικών στιγμών απαιτούνται άκαμπτες μετρητικές ράβδοι και ρολόγια. Από την άλλη πλευρά, για τη μέτρηση των ορμών και των ενεργειών, απαιτούνται συσκευές με κινητά μέρη που απορροφούν την κρούση του δοκιμαστικού αντικειμένου και δείχνουν το μέγεθος της ορμής του. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η κβαντομηχανική είναι αρμόδια για την αντιμετώπιση της αλληλεπίδρασης αντικειμένου και συσκευής, γίνεται αντιληπτό ότι δεν είναι δυνατή καμία διάταξη που να ικανοποιεί ταυτόχρονα και τις δύο απαιτήσεις. Υπάρχουν, επομένως, αμοιβαία αποκλειόμενα αν και συμπληρωματικά πειράματα, που μόνο ως σύνολο εμπερικλείουν όλα όσα συμβαίνουν σε σχέση με ένα αντικείμενο.

    Αυτή η ιδέα της συμπληρωματικότητας θεωρείται σήμερα από τους περισσότερους φυσικούς ως το κλειδί για την καθαρή κατανόηση των κβαντικών διαδικασιών. Ο Bohr γενίκευσε την ιδέα αυτή σε αρκετά διαφορετικά πεδία γνώσης, π.χ. στη σχέση μεταξύ συνείδησης και εγκεφάλου, στο πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης και σε άλλα βασικά προβλήματα της φιλοσοφίας. Για να έρθουμε τώρα στο τελευταίο σημείο: μπορούμε να ονομάσουμε κάτι με το οποίο οι έννοιες της θέσης και της κίνησης δεν μπορούν να συσχετιστούν με τον συνήθη τρόπο, πράγμα ή σωματίδιο; Και αν όχι, ποια είναι η πραγματικότητα, που η θεωρία μας επινοήθηκε για να περιγράψει;

    Η απάντηση σε αυτό δεν είναι πλέον η φυσική, αλλά η φιλοσοφία, και η διεξοδική αντιμετώπισή της θα σήμαινε ότι θα ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια αυτής της διάλεξης. Έχω εκθέσει τις απόψεις μου επ’ αυτού αλλού26. Εδώ θα πω μόνο ότι είμαι κατηγορηματικά υπέρ της διατήρησης της ιδέας των σωματιδίων. Φυσικά, είναι απαραίτητο να επαναπροσδιορίσουμε τι εννοείται. Για το σκοπό αυτό, υπάρχουν διαθέσιμες, καλά αναπτυγμένες έννοιες που εμφανίζονται στα μαθηματικά με το όνομα, αναλλοίωτες σε μετασχηματισμούς. Κάθε αντικείμενο που αντιλαμβανόμαστε εμφανίζεται σε αναρίθμητες όψεις. Η έννοια του αντικειμένου είναι η αναλλοίωτη όλων αυτών των όψεων. Από αυτή την άποψη, το σημερινό παγκοσμίως χρησιμοποιούμενο σύστημα εννοιών στο οποίο τα σωματίδια και τα κύματα εμφανίζονται ταυτόχρονα, μπορεί να δικαιολογηθεί πλήρως.

    Οι τελευταίες έρευνες σχετικά με τους πυρήνες και τα στοιχειώδη σωμάτια μας οδήγησαν, ωστόσο, σε όρια πέρα από τα οποία αυτό το ίδιο το σύστημα εννοιών δεν φαίνεται να επαρκεί. Το μάθημα που πρέπει να πάρουμε από όσα διηγήθηκα για την προέλευση της κβαντομηχανικής είναι ότι οι πιθανές βελτιώσεις των μαθηματικών μεθόδων δεν αρκούν για να παραγάγουμε μια ικανοποιητική θεωρία, αλλά ότι κάπου στο δόγμα μας κρύβεται μια αντίληψη, αδικαιολόγητη από την εμπειρία, την οποία πρέπει να εξαλείψουμε για να ανοίξει ο δρόμος.ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Ευχαριστούμε τον καθηγητή του ΕΚΠΑ Θόδωρο Αραμπατζή για τη βοήθειά του στην ακριβή απόδοση όρων του κειμένου.

    Το πορτραίτο του Born φιλοτέχνησε ο εικαστικός Χρήστος Αλαβέρας από τη Θεσσαλονίκη.ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

    [1] Ladenburg, R., 1921. Die quantentheoretische Deutung der Zahl der Dispersionselektronen. Z. Physik, 4, 451, http://dx.doi.org/10.1007/BF01331244; Ladenburg, R., and Reiche, F., 1923. Absorption, Zerstreuung und Dispersion in der Bohrschen Atomtheorie. Naturwiss., 11584, https://link.springer.com/article/10.1007/BF01554355.

    [2] Kramers, H., A., 1924. The Law of Dispersion and Bohr’s Theory of Spectra. Nature, 113, 673, https://www.nature.com/articles/113673a0.

    [3] Kramers, H., A., and Heisenberg, W., 1925. Über die Streuung von Strahlung durch Atome. Z. Physik, 31, 681, https://link.springer.com/article/10.1007/BF02980624.

    [4]; Born, M., 1924. Über Quantenmechanik. Z. Physik, 26, 379, https://link.springer.com/article/10.1007/BF01327341; Born, M., and Jordan, P., 1925. Absorption, Zerstreuung und Dispersion in der Bohrschen Atomtheorie. Naturwiss., 11584,
    https://doi.org/10.1007/BF01554355.

    [5] Heisenberg, W., 1925. Über quantentheoretische Umdeutung kinematischer und mechanischer Beziehungen. Z. Physik, 33, 879, https://doi.org/10.1007/BF01328377.

    [6] Born, M., and Jordan, P., 1925. Zur Quantenmechanik. Z. Physik, 34, 858, https://link.springer.com/article/10.1007/BF01328531.

    [7] Born, M., Heisenberg, W., and Jordan, P., 1926. Zur Quantenmechanik. II.. Z. Physik, 35, 557, https://link.springer.com/article/10.1007/bf01379806.

    [8] Dirac, P., A., M., 1925. The fundamental equations of quantum mechanics. Proc. Roy. Soc., A109, 642, https://doi.org/10.1098/rspa.1925.0150.

    [9] Pauli, W., 1926. Über das Wasserstoffspektrum vom Standpunkt der neuen Quantenmechanik. Z. Physik, 36, 336, https://doi.org/10.1007/BF01450175.

    [10] Schrödinger, E., 1926. Über das Verhältnis der Heisenberg Born Jordanischen Quantenmechanik zu der meinen. Ann. Physik, 79 (8), 734, https://doi.org/10.1002/andp.19263840804.

    [11] De Broglie, L., 1925. Recherches sur la théorie des quanta (Researches on the quantum theory). Ann. Phys., 10 (3), 22-128, https://doi.org/10.1051/anphys/192510030022.

    [12] Elsasser, W., 1925. Bemerkungen zur Quantenmechanik freier Elektronen. Naturwissenschaften 13, 711, https://doi.org/10.1007/BF01558853.

    [13] Davisson, C., and Germer, L., H., 1927. Diffraction of Electrons by a Crystal of Nickel. Phys. Rev., 30, 707, https://doi.org/10.1103/PhysRev.30.705.

    [14] Thomson, G., P., and Reid, A., 1927. Diffraction of Cathode Rays by a Thin Film. Nature, 119, 890, https://doi.org/10.1038/119890a0; Thomson, G., P., 1928 Experiments on the diffraction of cathode ray. Proc. Roy. Soc., A 117, 600, https://doi.org/10.1098/rspa.1928.0022.

    [15] Schrödinger, E., 1952. Are there quantum jumps? Part II. Brit. J. Phil. Sci., 3, 109, 233, https://www.jstor.org/stable/685266.

    [16] Born, M., and Wiener, N., 1926. Eine neue Formulierung der Quantengesetze für periodische und nicht periodische Vorgänge. Z. Physik, 36, 174, https://doi.org/10.1007/BF01382261.

    [17] Born, M., 1926. Zur Quantenmechanik der Stoßvorgänge. Z. Physik, 37, 863-867, https://doi.org/10.1007/BF01397477; Göttinger Nachr. Math. Phys. Kl., 146.

    [18] Wentzel, G., 1926. Zwei Bemerkungen über die Zerstreuung korpuskularer Strahlen als Beugungserscheinung. Z. Physik, 40, 590, https://doi.org/10.1007/BF01390457.

    [19] Heisenberg, W., 1927. Über den anschaulichen Inhalt der quantentheoretischen Kinematik und Mechanik. Z. Physik, 43, 172, http://dx.doi.org/10.1007/BF01397280.

    [20] Faxén, H., and Holtsmark, J., 1927. Beitrag zur Theorie des Durchganges langsamer Elektronen durch Gase. Z. Physik, 45, 307, https://doi.org/10.1007/BF01343053.

    [21] Bethe, H., A., 1930. On the Theory of the Passage of Fast Corpuscular Rays through Matter. Ann. Physik, 5, 325, https://doi.org/10.1002/andp.19303970303.

    [22] Mott, N., F., 1929. The scattering of fast electrons by atomic nuclei. Proc. Roy. Soc.,A 124, 422, 425, http://dx.doi.org/10.1098/rspa.1929.0127; The Quantum Theory of electronic scattering by Helium. Proc. Cambridge Phil. Soc., 25, 304, https://doi.org/10.1017/S030500410001402X.

    [23] Born, M., 1927. Das Adiabatenprinzip in der Quantenmechanik. Z. Physik, 40, 167, https://doi.org/10.1007/BF01400360; Born, M., and Fock, V., 1928. Beweis des Adiabatensatzes. Z. Physik 51, 165, https://doi.org/10.1007/BF01343193.

    [24] Dirac, P., A., M., 1925. The fundamental equations of quantum mechanics. Proc. Roy. Soc., A 109, 642, https://doi.org/10.1098/rspa.1925.0150; 1926. Quantum mechanics and a preliminary investigation of the hydrogen atom, 110, 561, https://doi.org/10.1098/rspa.1926.0034; 1926. The elimination of the nodes in quantum mechanics, 111, 281, https://doi.org/10.1098/rspa.1926.0068; 1926. On the theory of quantum mechanics, 112, 674, https://doi.org/10.1098/rspa.1926.0133.

    [25] Bohr, N., 1928. Das Quantenpostulat und die neuere Entwicklung der Atomistik. Naturwissenschaften, 16, 245, https://doi.org/10.1007/BF01504968; 1936. Kausalität und Komplementarität» (Causality and Complementarity), Die Erkenntnis, 6, 293, https://www.jstor.org/stable/20011824.

    [26] Born, N., 1953. Physical Reality. Phil. Quart., 3, 134, https://doi.org/10.2307/2216882; 1954, Physik. Bl., I0, 49.

  • Η ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

    Η ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

    Erwin Schrödinger

    Μετάφραση: Κωνσταντίνα Γεωργούλια

    Το παρόν κείμενο είναι το πέμπτο κεφάλαιο από το βιβλίο του Erwin Schrödinger με τίτλο Science and the Human Temperament (Η Επιστήμη και η Ανθρώπινη Ιδιοσυγκρασία) που εκδόθηκε το 1935 στο Λονδίνο από τις εκδόσεις George Allen & Unwin Ltd.Σε αυτό το κεφάλαιο, θα θίξω το ζήτημα του σε ποιο βαθμό έχει περιγραφεί η εικόνα του φυσικού σύμπαντος, όπως μας την έχει παρουσιάσει η σύγχρονη επιστήμη, υπό την επιρροή ορισμένων σύγχρονων τάσεων, οι οποίες δεν αφορούν μόνο την επιστήμη. Βλέπουμε αυτές οι τάσεις να κυριαρχούν στις τέχνες και στα τεχνουργήματα (Σ.τ.Μ.: «Crafts» στο πρωτότυπο. Αρχικά, με τον όρο «crafts» όριζαν τη χειροτεχνία, τα χειροποίητα αντικείμενα, αλλά μετά τον 19ο αιώνα χαρακτήριζαν τον σχεδιασμό και τη μηχανική παραγωγή χρηστικών αντικειμένων, π.χ. κοσμήματα, καθρέπτες, χτένες κτλ. Πρόκειται για όρο αγγλοσαξονικό, από την απαρχή της βιομηχανικής επανάστασης.), στην πολιτική και στις βιομηχανικές και κοινωνικές δομές. Για παράδειγμα, στην τέχνη, μια κυρίαρχη ιδέα είναι εκείνη της απλότητας και της σκοπιμότητας –reine Sachlichkeit, για να χρησιμοποιήσω μια γερμανική έκφραση– και η ίδια σκέψη κυριαρχεί και σε ολόκληρο τον κλάδο των τεχνουργημάτων. Στην πολιτική και στην κοινωνική τάξη, η επιθυμία για αλλαγή και ελευθερία από τον ζυγό του νόμου, των συμβάσεων και της εξουσίας είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Η φιλοσοφική και ηθική οπτική μας είναι αισθητά σχετική και όχι απόλυτη. Στην κοινωνική και εμπορική και βιομηχανική οργάνωσή μας, οι μέθοδοι ελέγχου των μαζών και ο εξορθολογισμός είναι η μόδα της εποχής. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί εκείνη η αξιοσημείωτη εφεύρεση του καιρού μας που ακούει στο όνομα στατιστική. Ας πάρουμε καθεμία από αυτές τις κύριες τάσεις και ας τη συζητήσουμε ξεχωριστά, επισημαίνοντας παρόμοια χαρακτηριστικά στη σύγχρονη φυσική επιστήμη.

    Απλότητα και σκοπιμότητα στις τέχνες και στα τεχνουργήματα. Ελάχιστοι ζωγράφοι πορτραίτων στις μέρες μας –για να πάρουμε ως παράδειγμα αυτό το είδος της τέχνης– θα σκέφτονταν να ζωγραφίσουν ένα πορτραίτο όπως εκείνο του Πάπα Λέοντα Χ του Ραφαήλ, όπου η κάθε λεπτομέρεια του ενδύματος και των επίπλων έχει δουλευτεί με μεγάλη προσοχή. Οι καλλιτέχνες μας θα είναι ικανοποιημένοι αν αιχμαλωτίσουν τα βασικά χαρακτηριστικά του μοντέλου τους και θα θεωρήσουν την όποια προσπάθεια που έχει να κάνει με τη διακόσμηση ή τη λεπτομερή ζωγραφική των αξεσουάρ ως εμπόδιο όσον αφορά τον κύριο σκοπό, ο οποίος είναι να παρουσιάσουν τον χαρακτήρα του μοντέλου, όπως αυτός απεικονίζεται στα βασικά χαρακτηριστικά του. Πίσω από όλη τη δεξιοτεχνία μας υπάρχει η ίδια ακριβώς θέληση που έχει να κάνει με τη σκοπιμότητα. Στην κατασκευή των σπιτιών και των επίπλων μας και όλων των οικιακών αξεσουάρ, στους τρόπους κατασκευής που υιοθετούνται από τους μηχανικούς αυτοκινήτων και του σιδηροδρόμου και των πλοίων, οτιδήποτε δεν συμβάλλει στον βασικό σκοπό εξορκίζεται. Νιώθουμε ότι δεν θέλουμε καμία διακόσμηση που δεν θα εναρμονιζόταν με την κεντρική ιδέα της πρακτικής χρησιμότητας. Και εξορκίζουμε αυτά τα διακοσμητικά αξεσουάρ όχι λόγω έλλειψης καλλιέργειας ή λόγω κακόγουστου ωφελιμισμού, αλλά μάλλον γιατί είμαστε πεπεισμένοι ότι αν πληρείται το κριτήριο της χρησιμότητας αυτό θα εξελίξει τον δικό του τύπο ομορφιάς. Δεν φοβόμαστε πλέον τους τεράστιους άδειους χώρους όσον αφορά την επίπλωσή μας ή τους τοίχους μας. Δεν έχουμε πλέον αυτό που αποκαλούν οι Γερμανοί Platzangst, τον φόβο των άδειων χώρων. Πράγματι, θα πρέπει να το θεωρούμε κακογουστιά να γεμίζουμε αυτούς τους άδειους χώρους πάνω στους τοίχους μας με ανούσιες εικόνες μέσα σε περίτεχνα σκαλισμένες κορνίζες ή να ποικίλλουμε τη μονοτονία του άθικτου τοίχου με σπειροειδή διακοσμητικά στοιχεία ή πίνακες ή άλλη σκαλιστή διακόσμηση.

    Τώρα, υπάρχει κάτι παρόμοιο στην επιστήμη μας. Αρχίζουμε να διατυπώνουμε μια άποψη όσον αφορά τη διαμόρφωση της εικόνας μας σχετικά με το φυσικό σύμπαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να αντιπροσωπεύει μόνο τα γεγονότα που μπορούν στην πραγματικότητα να επαληθευτούν μέσω του πειράματος και αποφεύγουμε όσο πιο πολύ μπορούμε όλες τις εκούσιες θεωρίες ή υποθέσεις. Δεν θέλουμε διακοσμητικά αξεσουάρ. Όπως δεν φοβόμαστε πλέον τις γυμνές επιφάνειες στα έπιπλά μας και στα δωμάτια που κατοικούμε, έτσι και στην επιστημονική εικόνα που έχουμε για τον εξωτερικό κόσμο δεν προσπαθούμε να γεμίσουμε τους άδειους χώρους. Προσπαθούμε να αποκλείσουμε οτιδήποτε που στη θεωρία δεν μπορεί να είναι το αντικείμενο της πειραματικής παρατήρησης. Και πιστεύουμε ότι είναι καλύτερο να αφήσουμε το αίσθημα έλλειψης πληρότητας ανικανοποίητο αντί να εισαγάγουμε νοητικές δομές, οι οποίες δεν μπορούν από τη φύση τους να ελεγχθούν πειραματικά όσον αφορά την αντιστοιχία τους με την εξωτερική πραγματικότητα.

    Ως παράδειγμα, θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω την ανάπτυξη της κινητικής θεωρίας των αερίων. Στο παρελθόν, τα μόρια των αερίων θεωρούνταν λείες, ελαστικές μπάλες ή σφαιροειδή, σαν μικροσκοπικές μπάλες του μπιλιάρδου –αλλά απολύτως ελαστικές– που αναπηδούσαν, όταν συγκρούονταν μεταξύ τους ή με τα τοιχώματα του δοχείου. Σταδιακά, θεωρήθηκε επαρκές και πράγματι προτιμότερο να αντικαταστήσουμε τις μπάλες του μπιλιάρδου με μηχανικά συστήματα, η ακριβής φύση των οποίων μπορεί να παραμείνει απροσδιόριστη, δεδομένου μόνο τού ότι υπακούν ακριβώς στους μηχανικούς νόμους. Ωστόσο, αυτά με τη σειρά τους θεωρήθηκαν σταδιακά ακατάλληλα όσον αφορά την εφαρμογή τους στην εσωτερική δομή των ατόμων και των μορίων και, στη συνέχεια, προέκυψε ότι τα κύρια αποτελέσματα που έδωσε η παλαιότερη θεωρία των αερίων μπορούσαν να ληφθούν υπόψη χωρίς καμία άλλη υπόθεση από εκείνη που υποστηρίζει ότι ο νόμος της διατήρησης της ενέργειας και της ορμής θεωρείται ότι επηρεάζει τις συγκρούσεις των μορίων μεταξύ τους ή με τα τοιχώματα του δοχείου. Και είναι ακόμη και αρκετό να θεωρήσουμε ότι αυτοί οι νόμοι εκφράζουν απλώς μέσους όρους, δηλαδή ότι είναι ορθοί μόνο για έναν μεγάλο αριθμό μοριακών συγκρούσεων που λαμβάνονται υπόψη χονδρικά.

    Άλλο ένα παράδειγμα είναι αυτό της εντυπωσιακής συμπεριφοράς που έχει να κάνει με τη σύγχρονη έννοια της κβαντικής μηχανικής, όπως αυτή εφαρμόζεται στα ατομικά προβλήματα που ήρθαν αντιμέτωπα με την πρωιμότερη διατύπωση. Πρόκειται για ένα θεμελιώδες αξίωμα της σύγχρονης κβαντικής θεωρίας, σύμφωνα με το οποίο, ένα άτομο, όταν εκπέμπει ακτινοβολία, αλλάζει από ένα πολύ διακριτά ορισμένο επίπεδο υψηλότερης ενέργειας σε ένα διακριτά ορισμένο επίπεδο χαμηλότερης ενέργειας και εκπέμπει μια ποσότητα ενέργειας ως κύμα φωτός, του οποίου η συχνότητα ορίζεται με ακρίβεια. Ας ονομάσουμε το πρώτο επίπεδο ενέργειας Ε1 και το δεύτερο Ε2. Τότε, η συχνότητα του κύματος φωτός είναι (Ε1 – Ε2)/h, όπου h είναι η σταθερά του Planck1. Σημαντικότατο κομμάτι αυτής της θεωρίας είναι ότι δεν απαντώνται ποτέ ενδιάμεσες τιμές ενέργειας, ανάμεσα στην Ε1 και την Ε2. Αλλάζει, λοιπόν, το άτομο ακαριαία, δηλαδή χωρίς να απαιτηθεί χρόνος, από τη μία κατάσταση ενέργειας στην άλλη; Αυτό δεν μπορεί να ισχύει, μιας και ο κυματοσυρμός, τον οποίο παράγει, μπορεί να αποδειχθεί ότι έχει ένα σημαντικό μήκος, σε ορισμένες περιπτώσεις πάνω από ένα μέτρο, και άρα η εκπομπή πρέπει να απαιτεί χρόνο, ο οποίος, από τη σκοπιά της ατομικής αντίδρασης, είναι σημαντικός. Τι ενέργεια έχει το άτομο κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου – δηλαδή κατά την εκπομπή του κυματοσυρμού; Είναι Ε1 ή Ε2; Όποια απάντηση και αν επιλέξουμε να δώσουμε, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ορισμένες δυσκολίες. Γιατί όσο η ατομική ενέργεια εξακολουθεί να είναι Ε1, η ενέργεια του φωτός θα εκπεμπόταν, κατά κάποιον τρόπο, «σε δόσεις». Και αν το άτομο πραγματοποιήσει τη μεταπήδηση σε Ε2, προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία της ακτινοβολίας, τότε θα είναι σαν να πραγματοποιεί την πληρωμή «προκαταβολικά». Σε κάθε περίπτωση, τι συμβαίνει στην ιερή Αρχή της Διατήρησης της Ενέργειας, αν, για παράδειγμα, λάμβανε χώρα κάποια βίαιη παρεμβολή, η οποία θα διέκοπτε τη διαδικασία, όπως η σύγκρουση με ένα άλλο άτομο; Αυτό το δίλημμα παρέμεινε άλυτο στην παλαιότερη κβαντική θεωρία: αλλά η νεότερη κβαντική θεωρία υιοθετεί την παράδοξη στάση ότι το ερώτημα είναι ανούσιο. Δεν πρέπει να ρωτάμε τι ενέργεια έχει «στ’ αλήθεια» το άτομο ανά πάσα στιγμή, εκτός αν μπορούμε να τη μετρήσουμε. Και, σύμφωνα με τον Heisenberg2, αυτή η μέτρηση είναι θεωρητικώς αδύνατη χωρίς την ενεργητική αλληλεπίδραση με το σύστημα, η οποία γίνεται όλο και πιο σημαντική όσο πιο ακριβής γίνεται η μέτρηση (αυτό αφορά τη σχέση αβεβαιότητας ανάμεσα στην ενέργεια και τον χρόνο). Αν αποφασίσουμε να πραγματοποιήσουμε τη μέτρηση, τότε υποστηρίζεται ότι θα βρούμε είτε την τιμή Ε1 είτε την Ε2, ποτέ μια ενδιάμεση τιμή· και, επίσης, σε πλήρη αντιστοιχία, θα ανιχνεύσουμε γύρω από το άτομο είτε τη συνολική ποσότητα ενέργειας, Ε1–Ε2, με τη μορφή ακτινοβολίας, ή απολύτως τίποτα. Άρα, αν εξετάσουμε πειραματικά, δεν θα διαπιστώσουμε ποτέ να παραβιάζεται η Αρχή της Διατήρησης της Ενέργειας. Αν δεν εξετάσουμε πειραματικά, ε, τότε, λοιπόν, είμαστε υποχρεωμένοι να αποφύγουμε να δώσουμε οποιοδήποτε νόημα στην έννοια της πραγματικής ενέργειας του συστήματος! Η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο θα πρέπει να παραμείνει γυμνή και άδεια υπό αυτή την έννοια – δεν φοβόμαστε τον άδειο χώρο πάνω στον καμβά μας. Εδώ παρουσιάζω τη σύγχρονη άποψη, χωρίς να της ασκώ κριτική. Μπορείτε, αν θέλετε, να την αποκαλέσετε επιστημονική μόδα της εποχής, γιατί αυτή είναι που μας ενδιαφέρει για τον σκοπό της παρούσας συζήτησης.

    Επιθυμία για Αλλαγή και Ελευθερία από την Εξουσία: Σε σχεδόν κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, τον πολιτικό, τον κοινωνικό, τον καλλιτεχνικό ή τον θρησκευτικό, υπάρχει σήμερα ένας έντονος σκεπτικισμός σε σχέση με τις παραδοσιακά αποδεκτές αρχές. Ασφαλώς, σε όλες τις εποχές, υπήρχε η επιθυμία για αλλαγή· αλλιώς, η ζωή δεν θα εξελισσόταν. Αλλά αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο σήμερα είναι ότι η επιθυμία των ανθρώπων να μην παρασυρθούν από το ρεύμα των παραδεδομένων ιδεών επεκτείνεται όχι μόνο σε κάθε κλάδο της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά είναι και μια συνήθης στάση που υιοθετούν όλες οι τάξεις. Και επιπλέον, οι ριζοσπάστες αυτοί καθαυτοί δεν συνιστούν πλέον μια μειονότητα εκκεντρικών και ενοχλητικών· η επιθυμία για αλλαγή είναι πανανθρώπινη. Είναι ένα πνευματικό χαρακτηριστικό των πιο υπεύθυνων και σοβαρών ανθρώπων από εμάς, και όχι απλώς μια τρελή ιδέα του όχλου, ο οποίος είναι πάντα έτοιμος να επιρρίψει την ευθύνη για τις δυστυχίες που βιώνει στην ανοησία των άλλων και σκέφτεται ότι οτιδήποτε άλλο εκτός από την τωρινή τάξη θα ήταν καλύτερο. Η τάση να υποτιμούμε την αξία των υπαρχόντων θεσμών φαίνεται πιο έντονα στη γενική στάση απέναντι στην εξουσία κάθε είδους, ιδίως εκείνη την εξουσία, η οποία βασίζεται αποκλειστικά στην παράδοση. Οτιδήποτε θα πρέπει να υπόκειται σε ανεξάρτητο εξονυχιστικό έλεγχο και ένας θεσμός, ο οποίος δεν μπορεί να αιτιολογήσει τον εαυτό του, σε αυτή τη βάση, θα πρέπει να εγκαταλείπεται. Θα πρέπει να έχει κάτι άλλο που να τον προτείνει, αντί απλώς την ιστορική εξέλιξη ή την αποδοχή των προηγούμενων γενεών.

    Δεν θα υπερασπιστώ εδώ αυτή την τάση ούτε θα καταφερθώ εναντίον της. Υπάρχει και πρέπει να τη θεωρήσουμε δεδομένη. Και βλέπουμε η επιρροή της να είναι πολύ έντονα αισθητή στη σύγχρονη φυσική. Ωστόσο, στην περίπτωση της φυσικής επιστήμης, μπορούμε να εντοπίσουμε την απαρχή του κινήματος πολύ πιο πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο (Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για τον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο.). Το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της ριζικής αλλαγής ήταν η ανακάλυψη αυτού που αποκαλείται μη ευκλείδεια γεωμετρία πριν από πάνω από εκατό χρόνια. Αργά και διακριτικά, αλλά με αυξανόμενη ένταση αναδύθηκε το ερώτημα που είχε να κάνει με το ποια γεωμετρία είναι στ’ αλήθεια πραγματική – η παραδοσιακά ιερή γεωμετρία του Ευκλείδη, σύμφωνα με την οποία ο τρισδιάστατος χώρος είναι ανάλογος προς ένα απείρως επεκτεινόμενο επίπεδο σε δύο διαστάσεις, ή μία από τις προσφάτως επινοημένες γεωμετρίες που παρουσιάζουν έναν συγκεκριμένο θετικά ή αρνητικά καμπύλο χώρο. Η τόλμη που φανερώνει αυτή η ιδέα θα σας εκπλήξει, όταν θυμηθείτε ότι, με τη θετική καμπυλότητα, ο τρισδιάστατος χώρος θα έβρισκε τη δισδιάστατη αναλογία του στην επιφάνεια μιας τεράστιας μπάλας και, όπως ακριβώς η επιφάνεια της μπάλας, θα ήταν πεπερασμένος, αν και απεριόριστος.

    Συχνά, αναφέρεται –αν και μου έχουν πει ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί από τίποτε από αυτά που έχει γράψει ο Gauss3 στα άρθρα ή στις επιστολές του– ότι αυτός ο σπουδαίος μαθηματικός, πραγματοποιώντας μια τριγωνομέτρηση στη Βόρεια Γερμανία, είχε την ελπίδα μιας πιθανής πειραματικής απόφασης ανάμεσα στις διαφορετικές γεωμετρίες. Γιατί με βάση και τους δύο τύπους της μη ευκλείδειας γεωμετρίας, το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου θα έπρεπε να μην είναι 180°, είτε η τιμή αυτή είναι μεγαλύτερη είτε μικρότερη· η τιμή 180° είναι χαρακτηριστική μόνο για τη συνήθη ευκλείδεια περίπτωση, η οποία βρίσκεται ακριβώς στο ενδιάμεσο. Επιπλέον, η απόκλιση θα πρέπει να είναι ανάλογη με το εμβαδόν του τριγώνου. Αν αυτός ο θρύλος του Gauss είναι αληθής, θα μπορούσε κανείς να τον θεωρήσει μια ένδειξη της προοδευτικής διάνοιάς του, αφού δεν δίστασε να απομακρυνθεί από την ιερή παράδοση, με βάση την οποία οτιδήποτε άλλο μέχρι την τότε αποδεκτή γεωμετρία ήταν αδύνατο. Από την άλλη, αν ο θρύλος είναι αναληθής, αυτό μπορεί να ισχύει γιατί ο Gauss είχε μια ακόμη μεγαλύτερη διορατικότητα όσον αφορά το ερώτημα! Γιατί από εκείνη την εποχή, έχουμε μάθει από τον Henri Poincaré4 ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να αναμένουμε μια πειραματική απόφαση, δηλαδή ότι υπό μία ορισμένη έννοια είναι θεωρητικώς αδύνατη. Από τη στιγμή που η μέτρηση των γωνιών θα πρέπει προφανώς να γίνει με οπτικά όργανα, εξαρτάται, καταρχάς, από την ένταση των ακτίνων του φωτός, και στη συνέχεια από την κίνηση των μεταλλικών στροφέων και άλλων εξαρτημάτων που κινούνται σε αυτό που ήταν ίσως ένας μη ευκλείδειος χώρος. Όλα αυτά οδήγησαν τον Poincaré στο συμπέρασμα ότι είμαστε απολύτως ελεύθεροι να πιστεύουμε οποιαδήποτε γεωμετρία θέλουμε να είναι αληθής. Επιλέγουμε εκείνη που μας είναι πιο βολική – δηλαδή τη γεωμετρία σύμφωνα με την οποία οι νόμοι της φύσης εμφανίζονται με την απλούστερη μορφή τους και σύμφωνα με την οποία μπορούμε με τον απλούστερο τρόπο να εκφράσουμε τους νόμους της διάδοσης του φωτός, την κίνηση των πραγματικών στερεών σωμάτων και ούτω καθεξής.

    Η επαναστατική τάση της σύγχρονης φυσικής έχει εκφραστεί πιο έντονα στη θεωρία της σχετικότητας και στην κβαντική θεωρία. Η δεύτερη αμφισβητεί ακόμη και την εγκυρότητα της αρχής της αιτιότητας. Με την ευκαιρία, να πω εδώ ότι πιστεύω πως ό,τι ισχύει στη γεωμετρία ισχύει και στην αιτιότητα. Δεν μπορεί ποτέ να αποφασιστεί πειραματικά αν η αιτιότητα στη φύση είναι «αληθής» ή «αναληθής». Η σχέση μεταξύ αιτίου και αιτιατού, όπως επισήμανε ο Hume5 πριν από πολύ καιρό, δεν είναι κάτι που βρίσκουμε στη φύση, αλλά είναι ένα χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τη φύση. Είμαστε απολύτως ελεύθεροι να υποστηρίξουμε αυτή την αρχή της αιτιότητας ή να την αλλάξουμε όπως μας βολεύει, με την έννοια ότι μπορούμε να την εκλάβουμε με όποιον τρόπο οδηγεί σε μια απλούστερη περιγραφή των φυσικών φαινομένων. Και εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι όχι μόνο είμαστε ελεύθεροι να απορρίψουμε μια εδώ και πολύ καιρό αποδεκτή αρχή, όταν πιστεύουμε ότι βρήκαμε κάτι πιο βολικό από την άποψη της φυσικής έρευνας, αλλά και ότι είμαστε, επίσης, ελεύθεροι να υιοθετήσουμε εκ νέου την απορριφθείσα αρχή, όταν δούμε ότι κάναμε λάθος που την αφήσαμε στην άκρη. Αυτό το λάθος μπορεί εύκολα να γίνει φανερό με την ανακάλυψη νέων δεδομένων. Μια αναπτυσσόμενη εμπειρική επιστήμη δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να φοβάται ότι θα αποδοκιμαστεί λόγω έλλειψης συνέπειας ανάμεσα στα συμπεράσματά της τις επόμενες εποχές.

    Η Ιδέα της Σχετικότητας και του Αναλλοίωτου: Πιστεύω ότι αυτή η ομάδα ιδεών θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ξέχωρα από την επαναστατική πτυχή της, γιατί αυτή καθαυτή εκτείνεται πέρα από το αντικείμενο της φυσικής. Η ιδέα της σχετικότητας είναι πολύ παλαιότερη από τη Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν. Οι πρώτοι ιστορικά γνωστοί σχετικιστές της Δύσης ήταν οι Έλληνες Σοφιστές, οι οποίοι υποστήριζαν ότι μπορούσαν με την τέχνη των λέξεων να αποδείξουν εξίσου το αληθές είτε της μίας είτε της άλλης από δύο αντικρουόμενες δηλώσεις. Παρόλο που μια τέτοιου είδους διαφήμιση θα μπορούσε να είναι χρήσιμη για τους δικηγόρους και τους πολιτικούς, ωστόσο τείνω να πιστεύω ότι οι Σοφιστές είχαν αρχικά ως στόχο κάτι πολύ πιο σοβαρό από το να καυχηθούν απλώς για την αυτού εξοχότητά τους με εξαιρετικά πειστικά λόγια. Είμαι σίγουρος ότι ήθελαν να τονίσουν την αλήθεια ότι μια δήλωση είναι πολύ σπάνια απλώς είτε σωστή είτε λάθος, αλλά ότι σχεδόν πάντα μπορεί να βρεθεί μια άποψη με βάση την οποία είναι σωστή και μια άλλη άποψη με βάση την οποία είναι λάθος. Πολύ γενικά, ο πυρήνας της ιδέας της σχετικότητας είναι ο εξής: Ακόμη και σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα το οποίο έχει τεθεί με ακρίβεια (για παράδειγμα: κινείται η Γη στο μέσο μέσα από το οποίο διαδίδονται τα κύματα του φωτός ή όχι;), παρόλο που το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί με ένα απλό «Ναι» ή «Όχι», ωστόσο κάποιος μερικές φορές πρέπει να απαντήσει λέγοντας: Εξαρτάται από το πώς το βλέπει κανείς. Εξαρτάται. Αλλά ασφαλώς δεν είναι αυτή η διφορούμενη απάντηση που περιέχει τη σπουδαία σκέψη. Το πραγματικό βασικό σημείο είναι να δομήσουμε αυτό το Εξαρτάται με τέτοιο τρόπο ώστε οι αντιφάσεις που οδήγησαν στο δίλημμα να ακυρωθούν.

    Στο παράδειγμα στο οποίο αναφέρθηκα εμμέσως, η λεγόμενη εκτροπή του φωτός που προέρχεται από έναν σταθερό αστέρα φαινόταν να αντιτίθεται στα αποτελέσματα του πειράματος του Michelson6. Με τον όρο «εκτροπή» δηλώνουμε το γεγονός ότι η κατεύθυνση στην οποία βλέπουμε τον σταθερό αστέρα αλλάζει ελαφρώς, όταν αλλάζει η κατεύθυνση της κίνησης της Γης κατά τη διάρκεια της ετήσιας περιστροφής της. Το προφανές συμπέρασμα ήταν ότι η Γη κινείται αντίθετα με τα κύματα του φωτός, όπως ακριβώς ο οδηγός ενός αυτοκινήτου κινείται αντίθετα με τη βροχή που χτυπάει πάνω στο παρμπρίζ του. Σε εκείνον φαίνεται σαν η βροχή να έρχεται πάνω του από μπροστά. Αν αυτό το συμπέρασμα ήταν σωστό, κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει, επίσης, ότι σε ένα εργαστήριο, το οποίο κινείται μαζί με τη Γη, μια ακτίνα φωτός θα έπρεπε να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να ταξιδέψει, για παράδειγμα, από το ένα άκρο του εργαστηρίου στο άλλο, αν αυτή είναι η κατεύθυνση της κίνησης της Γης (και, κατά συνέπεια, του εργαστηρίου) απ’ ό,τι αν ήταν η αντίθετη κατεύθυνση. Γιατί όταν ο στόχος κινείται προς τον δρομέα, ο δρομέας θα τον φτάσει νωρίτερα απ’ ό,τι όταν ο στόχος απομακρύνεται. Αλλά το πείραμα του Michelson αποδεικνύει ότι χρειάζεται ο ίδιος χρόνος και στις δύο περιπτώσεις. Πολλές εξηγήσεις έχουν διατυπωθεί όσον αφορά αυτή τη δυσκολία, αλλά καμία τους δεν είναι ικανοποιητική. Για παράδειγμα, υπάρχει μία που επιχειρεί να λύσει τον γρίφο, προτείνοντας ότι η δέσμη φωτός που προέρχεται από ένα εργαστήριο-πηγή αποκτά την ταχύτητα της πηγής τη στιγμή της εκπομπής, δηλαδή την ταχύτητα της Γης, με περίπου τον ίδιο τρόπο που μια σφαίρα η οποία εκτοξεύεται από ένα αεροπλάνο λαμβάνει την ταχύτητα του γρήγορα κινούμενου αεροπλάνου μαζί με την ταχύτητα που της δίνει το όπλο από το οποίο εκτοξεύεται.

    Αλλά αυτή η υπόθεση δεν λειτουργεί. Γιατί γνωρίζουμε ότι υπάρχουν μακρινά δίδυμα αστέρια, τα οποία περιστρέφονται το ένα γύρω από το άλλο. Τώρα, αν η παραπάνω εξήγηση ήταν ορθή, θα έπρεπε να ισχύει και για το φως που εκπέμπεται από τα αστέρια. Κατά συνέπεια, το φως που εκπέμπεται όταν το αστέρι απομακρύνεται από εμάς οφείλει να ξεκινήσει το ταξίδι του με μια μικρότερη ταχύτητα απ’ ό,τι το φως που εκπέμπεται λίγη ώρα αργότερα, όταν το αστέρι κινείται προς το μέρος μας. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, θα οδηγούσε σε μια απελπιστική «σύγχυση»· γιατί θα σήμαινε ότι το φως, το οποίο είχε εκπεμφθεί αργότερα θα έφτανε σε εμάς νωρίτερα, αν υποθέσουμε ότι η αλλαγή κατεύθυνσης είχε λάβει χώρα στο ενδιάμεσο. Αλλά δεν μπορούμε να βρούμε κανένα ίχνος αυτής της σύγχυσης του φωτός που προέρχεται από μακρινές δίδυμες πηγές.

    Η πολύ μεγάλη δυσκολία που έχει το να ελέγξουμε αν όλα αυτά τα δεδομένα συμφωνούν μεταξύ τους οδήγησε τελικά σε αυτό που ονομάζεται Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας. Εδώ, μπορώ μόνο να δείξω το βασικό σημείο της. Η κίνηση ενός σώματος μπορεί να παρατηρηθεί απευθείας μόνο σε σχέση με ένα άλλο σώμα που λειτουργεί ως ένα «σύστημα αναφοράς». Τώρα ας προσπαθήσουμε απλώς να υποθέσουμε ότι η έννοια της κίνησης δεν έχει κανένα άλλο νόημα παρά μόνο αυτό της σχετικής κίνησης των υλικών σωμάτων. Αν ήταν δυνατό να διατυπώσουμε όλους τους νόμους της Φύσης, συμπεριλαμβανομένων των νόμων της οπτικής, ώστε να συνεπάγονται μόνο τις σχετικές ταχύτητες των υλικών σωμάτων, τότε, αυτομάτως, στο πείραμα του Michelson, όπου όλα τα εν λόγω σώματα (η Γη, τα οπτικά όργανα και ο παρατηρητής) δεν κινούνται καθόλου το ένα σε σχέση με το άλλο, καμία ταχύτητα ενός σώματος δεν μπορεί να εμφανιστεί στα αποτελέσματα του πειράματος. Ωστόσο, στην περίπτωση της εκτροπής του φωτός που προέρχεται από έναν μακρινό αστέρα, υπάρχουν στην πραγματικότητα δύο υλικά συστήματα, και συγκεκριμένα ο παρατηρητής πάνω στη Γη και ο σταθερός αστέρας. Είναι πιθανό οι σχετικές ταχύτητές τους να πρέπει να ληφθούν υπόψη.

    Αυτή η περίπτωση μπορεί, επίσης, να χρησιμεύσει ως πείραμα του αποκλεισμού των περιττών χαρακτηριστικών στην επιστημονική εικόνα μας όσον αφορά το φυσικό σύμπαν. Αν αποκλείσουμε την αφηρημένη έννοια την οποία αποκαλούμε «κίνηση», όπως επίσης και την έννοια της «ταυτοχρονίας» (στην οποία δεν θα υπεισέλθω εδώ), τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι με εκείνους τους «άδειους χώρους», οι οποίοι προκάλεσαν μια κάποια ταραχή στους περισσότερους από εμάς, όταν προτάθηκε για πρώτη φορά η ιδέα του αποκλεισμού εκείνων των χαρακτηριστικών.

    Η έννοια του Αναλλοίωτου είναι η απαραίτητη συμπληρωματική ιδέα στη γενική ιδέα της σχετικότητας. Αν δηλώσετε ότι το ερώτημα, το οποίο έχουμε διατυπώσει, δεν μπορεί να απαντηθεί με ένα «Ναι» ή ένα «Όχι» –κάτι το οποίο σημαίνει, για να είμαστε ευθείς, ότι έχουμε διατυπώσει ένα ανόητο ερώτημα– τότε ας δούμε πώς πρέπει να διατυπώσουμε ένα ερώτημα, ώστε να έχει νόημα! Ποια πράγματα είναι ανεξάρτητα από το δικό σας οικτρό Εξαρτάται; Για παράδειγμα, στη Θεωρία της Σχετικότητας, ποια πράγματα είναι ανεξάρτητα από το Σύστημα Αναφοράς; – Αυτά τα ερωτήματα δείχνουν ακριβώς τι σημαίνει η έννοια του Αναλλοίωτου. Όταν διατυπώσουμε την ιδέα, αυτή αποδεικνύεται τόσο περιεκτική, ώστε όλος ο σχηματισμός των ανθρώπινων ιδεών φαίνεται να υπόκειται σε αυτή. Στο προηγούμενο κεφάλαιο, υποστήριξα ότι στην επιστημονική πρακτική αποδεχόμαστε ένα πείραμα, ως ένα νόμιμο μέρος της ομάδας των εδραιωμένων επιστημονικών δεδομένων μόνο αν το αποτέλεσμα του πειράματος είναι αναπαράξιμο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι κάτι Αναλλοίωτο, όχι μόνο σε σχέση με τον παρατηρητή, αλλά και σε σχέση με πολλά άλλα πράγματα. Εν ολίγοις, πρέπει να είναι κάτι Αναλλοίωτο σε σχέση με οτιδήποτε εκτός από εκείνες τις συνθήκες, τις οποίες επισημαίνουμε ειδικά ως απαραίτητες, όταν περιγράφουμε το πείραμα. Και υπό μία πολύ πιο γενική έννοια, το όλο ερώτημα που συζητιέται σε αυτό και στο προηγούμενο κεφάλαιο είναι ένα ερώτημα αμεταβλητότητας. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα αποτελέσματα της φυσικής επιστήμης αποτελούν σταθερές σε σχέση με το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε ή αν θα πρέπει να αναφέρονται σε αυτό το περιβάλλον ως ένα Πλαίσιο Αναφοράς. Στη δεύτερη περίπτωση, όταν το πολιτισμικό περιβάλλον υφίσταται μια ριζική αλλαγή, τα αποτελέσματα της επιστήμης, παρόλο που μπορεί να μη γίνουν ψευδή στη λεπτομέρεια, θα αποκτούσαν ωστόσο ένα τελείως διαφορετικό νόημα και ενδιαφέρον.

    Ας έρθουμε τώρα στο επόμενο χαρακτηριστικό που ανέφερα ως βασικό στοιχείο της εποχής μας. Θα το αποκαλέσω μαζικό έλεγχο. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον όρο, θέλω να δείξω την άκρως ανεπτυγμένη τεχνική μας που έχει να κάνει με την τεράστια μείωση των δαπανών που σχετίζονται με τον χρόνο και την εργασία όσον αφορά τη διαχείριση τεράστιων συνόλων, τα μεμονωμένα στοιχεία των οποίων απαιτούν μεμονωμένο χειρισμό. Αυτά τα σύνολα είναι, για παράδειγμα, ομάδες κατοίκων (μιας χώρας, επαρχίας, πόλης ή ενορίας), εκλογείς, φορολογούμενοι, καταναλωτές, άτομα που πληρώνουν συνδρομές (σε βιβλιοθήκες, εφημερίδες, ασφαλιστικές εταιρείες, σιδηροδρόμους κτλ.)  οι τόμοι των βιβλίων στις βιβλιοθήκες, τα αυτοκίνητα και ούτω καθεξής. Τα μέσα ελέγχου όλων αυτών ως συνόλων είναι η εγγραφή, η χαρτογράφηση, οι κατάλογοι, οι επίσημες μορφές, τα λογιστικά βιβλία, με οργανωμένα σώματα αξιωματούχων σε κάθε κλάδο, οι δραστηριότητες των οποίων προσδιορίζονται μέσω γενικών νόμων και ειδικών οδηγιών. Η θέσπιση νόμων και η δικαιοσύνη υπόκεινται στην ίδια τεχνική μαζικού ελέγχου. Όταν θεσπίζουμε νόμους, επιχειρούμε να προβλέψουμε όλους τους τύπους αγωγών και πταισμάτων που μπορούμε να φανταστούμε, έτσι ώστε να μπορέσουμε να θεσπίσουμε έναν γενικό νόμο, ο οποίος θα διευκολύνει έναν δικαστή να βγάλει την ετυμηγορία του, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν αδύνατο να πράττει με έναν δίκαιο και ομοιόμορφο τρόπο σε κάθε υπόθεση.

    Τέλος, αξίζει εξίσου να αναφερθεί το θαυμάσιο σύστημα της παραγωγής του εργοστασίου, με το οποίο μπορούμε να ικανοποιήσουμε την τεράστια ζήτηση σε αγαθά της εποχής μας. Αν, για παράδειγμα, κάθε γραφομηχανή παραγόταν μεμονωμένα, με κάθε τμήμα της να κατασκευάζεται αποκλειστικά για μία ορισμένη μηχανή, τότε η χρησιμότητα της εργασίας που θα γινόταν από τη γραφομηχανή δεν θα αντιστάθμιζε ποτέ την τεράστια ποσότητα χρόνου και σκέψης και ενέργειας που θα αφιερωνόταν στην κατασκευή της. Αλλά όταν τυποποιούμε τη γραφομηχανή και όλα τα κομμάτια της, ώστε μια μηχανή εργοστασίου να μπορεί να παράγει κάθε κομμάτι με τη σειρά, τότε είναι πιθανό να μπορούμε να κατασκευάσουμε γραφομηχανές σε μεγάλες ποσότητες, έτσι ώστε το κόστος κάθε μηχανής, ως μέλος της μάζας, να είναι ανάλογο με τη χρησιμότητά της. Το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης για την κατασκευή μπορεί να γίνει μια και καλή, με τη δημιουργία των απαραίτητων εργοστασιακών εγκαταστάσεων, όπου θα κατασκευάζονται τα μεμονωμένα κομμάτια. Με μια παραγωγή πολλών χιλιάδων ημερησίως, η μεγαλοφυής ιδέα, κατά κάποιον τρόπο, πολλαπλασιάζεται κατά αυτόν τον συντελεστή, η δαπάνη για το απλό δείγμα μειώνεται ανάλογα και απομένει αυτό που στ’ αλήθεια θα άξιζε να αποκαλείται θαύμα, αν εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν το είχαμε τόσο συνηθίσει, δηλαδή το ότι αγοράζουμε, για παράδειγμα, με δέκα ή δώδεκα λίρες ένα μικρό θαύμα, το οποίο ως μεμονωμένη κατασκευή δεν θα ήταν διαθέσιμη ούτε με χίλιες λίρες. Σε αυτό ακριβώς το σύστημα μαζικού ελέγχου στην παραγωγή οφείλουν την εκπληκτική τελειότητά τους τόσα πολλά από τα σύγχρονα προϊόντα μας. Στην πραγματικότητα, ισοδυναμεί με την απασχόληση εκατοντάδων χιλιάδων υπαλλήλων, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της Αυτού Μεγαλειότητος του Καταναλωτή.

    Το τελειότερο παράδειγμα της κυριαρχίας μας επί της ύλης μέσω ενός οργανωμένου συστήματος ελέγχου παράλληλα με την εξοικονόμηση εργασίας με μία μόνο αρχική δαπάνη για τη λειτουργία των μηχανημάτων μας, εντοπίζεται στη μαθηματική ανάλυση. Η χρήση της μαθηματικής ανάλυσης είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της φυσικής επιστήμης σήμερα. Αν έλεγαν σε έναν φιλόσοφο ή σε έναν επιστήμονα, στην αρχαία Ελλάδα, πώς λύνουμε ένα απλό πρόβλημα στην υδροδυναμική σήμερα: αν του έλεγαν, για παράδειγμα, ότι μπορούμε να ακολουθήσουμε κάθε μικρή ποσότητα ενός υγρού και ότι μπορούμε να λάβουμε υπόψη, ανά πάσα στιγμή, όλες τις δυνάμεις οι οποίες ασκούνται πάνω σε αυτή την ποσότητα, και οι οποίες αλλάζουν συνεχώς, γιατί προκύπτουν από άλλα τμήματα του υγρού, η κίνηση των οποίων συνιστά η ίδια ένα κομμάτι του προβλήματος – οι Έλληνες δεν θα πίστευαν ότι μια πεπερασμένη ανθρώπινη διάνοια θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι τόσο πολύπλοκο, ακόμη και αν αφιέρωνε αρκετά χρόνια σε αυτό. Ωστόσο, το πρόβλημα θα μπορούσε να είναι ένα πρόβλημα, το οποίο μπορεί να δίναμε σήμερα σαν μια κοινή άσκηση σε μια σχολική τάξη.

    Γεγονός είναι ότι έχουμε μάθει πώς να ελέγχουμε τη συνολική διαδικασία με μία διαφορική εξίσωση, όπως η ακόλουθη:

        \[ \frac{\partial^2u}{\partial x^2}+\frac{\partial^2u}{\partial y^2}+\frac{\partial^2u}{\partial z^2}=0 \]

    Λέω: «Με μία εξίσωση». Στην πραγματικότητα, η εξίσωση δηλώνει αυτό που ισχύει για κάθε μεμονωμένο σημείο ανά πάσα στιγμή. Η τέχνη έγκειται στο να διαμορφώνουμε τη γνώση μας με τέτοιο τρόπο, ώστε η μορφή της δήλωσης να είναι η ίδια για κάθε σημείο στον χρόνο και τον χώρο. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο προσαρμόζουμε τη γνώση μας, ώστε να μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο όσον αφορά τον χρόνο και την εργασία, καθώς ο κατασκευαστής χειρίζεται τη μηχανή.

    Ένα άλλο παράδειγμα απαντάται στις συνιστώσες των τανυστών και των διανυσμάτων. Γράφουμε ένα και μόνο γράμμα της αλφαβήτου με διάφορους δείκτες, ως ακολούθως:

        \[ \Gamma_{lm}^k \]

    ή

        \[R_{kl,mn}. \]

    Οι δείκτες αντιπροσωπεύουν κάποιον αριθμό, όπως το 1, το 2, το 3 ή το 4 και τους αριθμούς μιας συστηματικά ταξινομημένης λίστας.

    Συνεπώς, το πρώτο από τα σύμβολα που δίνονται παραπάνω χρησιμοποιείται στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας για να δηλώσει ένα από τα σαράντα μεγέθη, τα οποία εισάγονται σε μια τέτοια λίστα. Το δεύτερο σύμβολο σημαίνει είκοσι διαφορετικά μεγέθη. Τέτοιου είδους μεγέθη συνδέονται συχνά το ένα με το άλλο με συστήματα των 20, των 40 ή των 100 εξισώσεων, τα οποία πρέπει να συνδυάζονται το ένα με το άλλο με τον πιο πολύπλοκο τρόπο. Ωστόσο, οι ακριβείς κανόνες (όπως εκείνοι για τη λεγόμενη αύξηση και μείωση των δεικτών) βγάζουν τη μισή ντουζίνα μεγεθών ή εξισώσεων, που απαιτούνται, αυτομάτως από τη μέση, ώστε ο υπολογισμός να μπορεί να γίνει εξίσου απλά και ξεκάθαρα, όπως και με μία ή δύο εξισώσεις. Αυτά τα παραδείγματα θα μπορούσαν να αυξηθούν ad libitum (Σ.τ.Μ.: Λατινικά στο πρωτότυπο. Κατά βούληση.). Η απλοποίηση για χάρη της οικονομίας είναι το βασικό χαρακτηριστικό της μαθηματικής προόδου, όπου μια διαρκώς μεταβαλλόμενη σφαίρα έρευνας μπαίνει στα πρακτικά όρια της ποσοτικής ανάλυσής μας.

    Η χρήση της στατιστικής, η οποία παίζει έναν τόσο σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη φυσική και αστρονομία, είναι μία από τις μεθόδους που ανήκουν στο σύγχρονο σύστημά μας όσον αφορά τον έλεγχο των τεράστιων συνόλων. Ωστόσο, εδώ έχει μια πιο συγκεκριμένη και βαθιά σημασία, γιατί εισάγει μια τελείως νέα ιδέα, η οποία, όπως αποδείχτηκε, ήταν εξαιρετικά παραγωγική όσον αφορά τα αποτελέσματα. Η χαρτογράφηση και η καταχώριση χρησιμοποιούνται από όλους μας για τη γρήγορη εξασφάλιση του σωστού προσανατολισμού σε σχέση με κάθε μεμονωμένη περίπτωση, όπως αυτή εμφανίζεται· αλλά το βασικό χαρακτηριστικό της στατιστικής είναι η προσεκτική και συστηματική αγνόηση των λεπτομερειών. Αυτό είναι ένα τυπικό παράδειγμα στο οποίο μια νέα τάση ενδιαφέροντος έχει να κάνει με την αλλαγή όλων των ερωτημάτων και τη διατύπωση νέων. Ακόμη και όταν είναι δυνατό να εξασφαλίσουμε τη γνώση των συγκεκριμένων λεπτομερειών αναφορικά με μεμονωμένα χαρακτηριστικά ή γεγονότα, αυτή η γνώση δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει τον στατιστικολόγο· γιατί εκείνος αναζητά νόμους τελείως διαφορετικού είδους που παρέχουν νέες πληροφορίες. Αυτό αναγνωρίζεται πιο εύκολα στην περίπτωση της αστρονομίας απ’ ό,τι στην περίπτωση της φυσικής. Στη φυσική, μπορεί να φαίνεται σε εκείνους που δεν είναι επαρκώς εξοικειωμένοι με τη βασική ιδέα ότι η χρήση της στατιστικής δείχνει μια αναγνώριση ήττας, στο βαθμό που υποδηλώνει ότι έχουμε μείνει πίσω όσον αφορά αυτή τη μέθοδο, γιατί έχουμε βρει ότι θα ήταν αδύνατο να δώσουμε μια λεπτομερή περιγραφή της θέσης και της κίνησης των μεμονωμένων μορίων, ακόμη και αν το θέλαμε. Στην περίπτωση της στατιστικής στην αστρονομία, κατέχουμε τη λεπτομερή γνώση, αλλά διαπιστώνουμε ότι αυτή δεν μας οδηγεί πουθενά. Δεν μας ενδιαφέρει διόλου το ερώτημα, αν ένα συγκεκριμένο αστέρι είναι πιο ερυθρό ή πιο ανοιχτόχρωμο, ποια είναι η ένταση του φωτός που εκπέμπεται από αυτό, αν κινείται προς εμάς ή αν απομακρύνεται από εμάς και ποια είναι η ταχύτητα της κίνησής του. Αναγκαζόμαστε να αγνοήσουμε λεπτομέρειες εδώ, προκειμένου να καταλήξουμε σε συμπεράσματα, τα οποία είναι μη προσβάσιμα σε οποιοδήποτε σύστημα έρευνας βασίζεται στη γνώση αυτών των λεπτομερειών. Ας σημειώσουμε εδώ μία μόνο πολύ γνωστή περίπτωση ως τυπικό παράδειγμα αυτού που θέλω να πω:

    Μόνο στην περίπτωση συγκριτικά λίγων αστεριών στην «άμεση γειτονιά» του ήλιου μπορούμε να μετρήσουμε την απόστασή τους από εμάς απευθείας, με τη λεγόμενη παράλλαξη, η οποία λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Όσον αφορά την απόσταση των αστεριών που είναι μακρύτερα, δεν γνωρίζουμε τίποτα απευθείας· και καταλήγουμε ότι, κατά έναν μέσο όρο, όσο πιο αμυδρό φαίνεται το φως τους σε εμάς τόσο πιο μακριά μας είναι. Με βάση αυτή την υπόθεση, εικάζουμε ότι τα αστέρια με το αμυδρότερο φως πρέπει να είναι πολύ περισσότερα από τα λαμπρότερα. Και αυτό, όπως προκύπτει, είναι αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα. Ισχύει, επίσης, ότι ο αριθμός των αστεριών με μειούμενη λαμπρότητα αυξάνεται στον ίδιο ακριβώς βαθμό, όπως θα αναμενόταν, αν τα αστέρια –αν λάβουμε έναν ευρύ μέσο όρο– ήταν κατανεμημένα ομοιόμορφα στο διάστημα και με την ίδια πυκνότητα όπως στην άμεση γειτονιά μας. Γιατί αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε –από τη στιγμή που η λαμπρότητα μειώνεται ανάλογα με το τετράγωνο της απόστασης– μπορούμε να υπολογίσουμε ακριβώς τον αυξανόμενο αριθμό των αστεριών, καθώς η λαμπρότητά τους μειώνεται και, όπως είπα, η παρατήρηση δείχνει ότι αυτοί οι υπολογισμοί είναι σωστοί. Αλλά μόνο μέχρι ένα ορισμένο μέγεθος. Πέρα από αυτό βρίσκουμε ότι ο αριθμός των αστεριών με την αμυδρότερη λαμπρότητα που μπορεί να παρατηρηθεί παύει να αυξάνεται με τον τρόπο τον οποίο θα περιμέναμε με βάση την υπόθεση της ομοιόμορφης κατανομής στο διάστημα. Ο πραγματικός αριθμός είναι όλο και μικρότερος σε σχέση με αυτόν που υπολογίζουμε. Για τα αστέρια με αυτό το συγκεκριμένο μέγεθος, ο παρατηρητής με το τηλεσκόπιο έχει, απ’ ό,τι φαίνεται, φτάσει στο σύνορο του «κοντινού» αστρικού περιβάλλοντός μας – τον Γαλαξία. Από τη στιγμή που γνωρίζουμε τη στατιστική σχέση ανάμεσα στο μέγεθος και την απόσταση, μπορούμε με αυτόν τον τρόπο να υπολογίσουμε τις διαστάσεις του Γαλαξία σε όλες τις κατευθύνσεις (ξέρετε ότι, όπως προκύπτει, αυτός έχει σχήμα φακού), παρόλο που οι διαστάσεις είναι πάρα πολύ μεγάλες για να μας επιτρέψουν να εξακριβώσουμε την απόσταση ενός μεμονωμένου αστεριού. Με αυτόν τον τρόπο, η λογική απόρριψη των λεπτομερειών, τις οποίες μας δίδαξε το στατιστικό σύστημα, επέφερε μια απόλυτη μεταμόρφωση των γνώσεών μας για το σύμπαν.

    Είναι προφανές από κάθε πλευρά ότι αυτή η στατιστική μέθοδος είναι ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εποχής μας και ένα σημαντικό όργανο προόδου σε σχεδόν κάθε τομέα της δημόσιας ζωής. Αλλά είναι, δυστυχώς, ένα όργανο που χρησιμοποιείται όλως αδιακρίτως και χωρίς την απαιτούμενη κρίση. Φαίνεται πολύ απλό, αλλά είναι άκρως πολύπλοκο. Στην εφαρμογή του στην ανθρώπινη ζωή, όπου εμφανίζονται πιο περίπλοκα και άκρως αναπάντεχα χαρακτηριστικά, είναι πολύ πιο δύσκολο στη διαχείρισή του απ’ ό,τι όταν ασχολούμαστε με τα αστέρια και τα μόρια. Το να προσθέτουμε στήλες και να σκαρφιζόμαστε μέσους όρους ή ποσοστά φαίνεται πολύ εύκολο. Και, συνεπώς, η ίδια η μέθοδος αποδεικνύεται λάθος λόγω της έλλειψης μαθηματικής και λογικής εκπαίδευσης εκείνων που τη χρησιμοποιούν – για να μη μιλήσουμε για μια έλλειψη αντικειμενικότητας. Είναι πολύ πιο εύκολο να καταλήξουμε σε ένα λανθασμένο στατιστικό αποτέλεσμα απ’ ό,τι σε ένα σωστό, ώστε όποιος έχει μια προτίμηση γι’ αυτό, μπορεί πολύ εύκολα να το απολαύσει!

    Η στατιστική των οικονομολόγων, των κοινωνιολόγων και ούτω καθεξής –εν ολίγοις, η στατιστική στις ανθρωπιστικές επιστήμες– μοιάζει περισσότερο με τη στατιστική της φυσικής απ’ ό,τι με εκείνη της αστρονομίας. Ο αστρονόμος παρατηρεί το αντικείμενό του και δεν μπορεί να το επηρεάσει, γιατί είναι εκτός αυτού και μακριά του· αλλά ο φυσικός και ο στατιστικολόγος των ανθρωπιστικών επιστημών επιχειρούν να προβλέψουν τους νόμους σύμφωνα με τους οποίους η στατιστική θα αλλάξει, αν οι εξωτερικές συνθήκες αλλάξουν κι εκείνες αυθαίρετα. Σε ένα προηγούμενο κεφάλαιο, μίλησα πολύ συγκεκριμένα για τον «νόμο των μέσων όρων», όπως είναι γνωστός στη φυσική επιστήμη. Αυτός ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στον φυσικό να τιθασεύσει την ύλη απόλυτα, αν και ποτέ δεν μπορεί να γνωρίζει τη μοίρα ενός μεμονωμένου μορίου· ούτε και να επηρεάσει την πορεία του.

    Θα μου επιτρέπατε να εκφράσω την ελπίδα ότι η αναλογία ανάμεσα σε αυτή την κατάσταση των πραγμάτων στη φυσική επιστήμη και σε μια σημαντική τάση της εποχής μας θα γίνει ολοένα και πιο στενή με την πάροδο του χρόνου; Γιατί ο απώτερος σκοπός, τον οποίο έχω στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή, σίγουρα δεν έχει ακόμα επιτευχθεί.

    Το να εγκαθιδρύσουμε την απαραίτητη τάξη και νομοτέλεια στην ανθρώπινη κοινότητα, με τη λιγότερη δυνατή παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του ατόμου, μου φαίνεται ότι είναι ο στόχος μιας άκρως αναπτυσσόμενης κουλτούρας. Γι’ αυτό τον σκοπό, η στατιστική μέθοδος, όπως χρησιμοποιείται από τον φυσικό, φαίνεται άκρως κατάλληλη. Στην περίπτωση της ανθρώπινης κοινότητας, θα ισοδυναμούσε με τη μελέτη του κοινού νου και των κοινών ανθρώπινων ταλέντων, λαμβάνοντας υπόψη το εύρος της ποικιλίας τους, από το οποίο θα συμπεραίναμε ποια είναι τα κίνητρα που θα έπρεπε να έχουν τα ανθρώπινα όντα, ώστε να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, με τρόπο που να εξασφαλίζει μια κοινωνική τάξη η οποία είναι τουλάχιστον ανεκτή με βάση όλα τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της.ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Ευχαριστούμε τον καθηγητή του ΕΚΠΑ Θεόδωρο Αραμπατζή και τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Χρήστο Σκαλκώτο, για τη βοήθεια τους στην ακριβή απόδοση όρων του κειμένου.

    Το πορτραίτο του Schrödinger φιλοτέχνησε ο εικαστικός Χρήστος Αλαβέρας από τη Θεσσαλονίκη.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    [1]Ο Max Planck (23 Απριλίου 1858 – 4 Οκτωβρίου 1947) ήταν Γερμανός φυσικός, κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ στη Φυσική (1918). Θεωρείται ο πατέρας της κβαντικής θεωρίας. Η θεμελιώδης σταθερά της κβαντικής φυσικής, η «Σταθερά του Planck», πήρε το όνομά του.

    [2]Ο Werner Karl Heisenberg (5 Δεκεμβρίου 1901 – 1 Φεβρουαρίου 1976) ήταν Γερμανός θεωρητικός φυσικός, ένας από τους πρωτοπόρους της κβαντικής μηχανικής. Είχε σημαντική συμβολή στο πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της Ναζιστικής Γερμανίας. Για την έρευνά του πάνω στη θεμελίωση της κβαντικής θεωρίας τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ στη Φυσική το 1932.

    [3]Ο Johann Carl Friedrich Gauss (30 Απριλίου 1777 – 23 Φεβρουαρίου 1855) ήταν Γερμανός μαθηματικός που συνεισέφερε σε πολλά ερευνητικά πεδία της επιστήμης του, όπως η θεωρία αριθμών, η στατιστική, η μαθηματική ανάλυση, η διαφορική γεωμετρία, αλλά και η γεωδαισία, η αστρονομία και η φυσική. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, αποκλήθηκε «Princeps mathematicorum» («Πρίγκιπας των Μαθηματικών»).

    [4]Ο Henri Poincaré (29 Απριλίου 1854 – 17 Ιουλίου 1912) ήταν ένας από τους κορυφαίους Γάλλους μαθηματικούς και θεωρητικούς φυσικούς, καθώς και φιλόσοφος της επιστήμης. Στον κόσμο των μαθηματικών είναι γνωστός ως ο «τελευταίος πανεπιστήμονας».

    [5]Ο David Hume (26 Απριλίου/7 Μαΐου 1711 – 25 Αυγούστου 1776) ήταν Σκωτσέζος φιλόσοφος που επηρέασε την ανάπτυξη δύο σχολών φιλοσοφίας, του σκεπτικισμού και του εμπειρισμού. Έπαιξε μεγάλο ρόλο στο κίνημα του αγγλικού διαφωτισμού.

    [6]Ο Albert Abraham Michelson (19 Δεκεμβρίου 1852 – 9 Μαΐου 1931) ήταν ένας Γερμανο-Αμερικανός φυσικός, γνωστός για το έργο του όσον αφορά τη μέτρηση της ταχύτητας του φωτός και συγκεκριμένα για το πείραμα Michelson-Morley. Το 1907, έλαβε το Βραβείο Νόμπελ στη Φυσική.

  • ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ

    ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

    JORGE CHAM & DANIEL WHITESON

    Μετάφραση: Νίκος Αποστολόπουλος

    ISBN 978-618-230-044-2

    Διαστάσεις: 17 x 24 cm
    Αριθμός σελίδων:
    320

    Τιμή: € 18

    Έτος έκδοσης: 2024Αναρωτηθήκατε ποτέ τι συμβαίνει μέσα στις μαύρες τρύπες; Γιατί το σύμπαν διαστέλλεται; Μήπως υπάρχει εκεί έξω κάποια άλλη εκδοχή του εαυτού μας; Οι άνθρωποι μπορεί να διαφωνούμε σε πολλά, όμως όλοι έχουμε ερωτή­ματα. Και τα ερωτήματα αυτά, κατά βάθος, είναι κοινά: Πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν; Μας έχουν επισκεφτεί εξωγήινοι; Πράγματι υπάρχουμε, ή μήπως είμαστε μια προγραμματισμένη προσομοίωση σ’ ένα παιχνίδι που παίζουν άλλοι; Υπάρχει μετά θάνατον ζωή; Ευτυχώς που στις μέρες μας έχουμε και πολλές από τις απαντήσεις!

    Πιάνοντας, με μεγάλο κέφι, το νήμα από εκεί που το άφησαν στο τέλος του προηγούμενου βιβλίου τους, Δεν έχουμε ιδέα, ο Χόρχε και ο Ντάνιελ συνδυάζουν μεταξύ άλλων τη διασκέδαση με την επιστημονική εγκυρότητα, τα καρτούν με τις σκουληκότρυπες και τα κβαντικά φαινόμενα με τη σωματιδια­κή φυσική, φτιάχνοντας το βιβλίο που θα σας κάνει το επίκεντρο της παρέας, το βιβλίο που θα σας κρατήσει ξάγρυπνους! Πρόκειται για άλλη μια λαμπρή συνεργασία, που μας προσφέρει τον ιδεώδη οδηγό πλοήγησης σ’ ένα ταξίδι απομυθοποίησης του σύμπαντος και των περίτεχνων μυστηρίων του.

     

    «Αστείο και διασκεδαστικό, αλλά ταυτόχρονα επιστημονικά στιβαρό και πανέ­ξυπνο: μόνον ο Χόρχε και ο Ντάνιελ μπορούν να πετύχουν μια τέτοια άριστη ισορροπία.»
    — Carlo Rovelli, θεωρητικός φυσικός, συγγραφέας του βιβλίου Η τάξη του χρόνο

    «Οι Cham και Whiteson χρησιμοποιούν απλή καθημερινή γλώσσα και χιούμορ για να προσεγγίσουν τις πλέον εξελιγμένες επιστημονικές θεωρίες για το σύμπαν και για τη θέση του ανθρώπου μέσα σ’ αυτό. Εικονογραφημένο από τον Cham, τούτο το βιβλίο μάς μαθαίνει πολλά και μας ψυχαγωγεί.»
    — Physics Today

    «Μια διασκεδαστική εισαγωγή στα μυστήρια του σύμπαντος (…) Τις απαντήσεις των συγγραφέων τις διακρίνει πάντοτε μια φρεσκάδα, ενώ τα σκίτσα του Cham είναι σκέτη απόλαυση.»
    — Publishers Weekly

    _____________________________________________________________________________________Ο Jorge Cham είναι διδάκτορας ρομποτικής του Stanford. Άλλοτε ερευνητής στο Caltech, είναι δημιουργός του δημοφιλούς κόμικ Piled Higher and Deeper, γνωστού και ως PHD Comics. Έχει συνεργαστεί με τον D. Whiteson στο βιβλίο We have No Idea. (2017. Ελλ. έκδ. Δεν έχουμε ιδέα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2020), στη διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή (podcast) Daniel and Jorge Explain the Universe (Ο Ντάνιελ και ο Χόρχε εξηγούν το σύμπαν) και στη σειρά κινουμένων σχεδίων της δημόσιας αμερικανικής τηλεόρασης (PBS) Elinor Wonders Why (Η Έλινορ αναρωτιέται γιατί).

    Ο Daniel Whiteson είναι καθηγητής φυσικής και αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ιρβάιν, και εταίρος της Αμερικανικής Ένωσης Φυσικής. Η έρευνά του διεξάγεται στον Μεγάλο Συγκρουστήρα Αδρονίων (Large Hadron Collider), στο CERN, και επικεντρώνεται στην αναζήτηση νέων υποατομικών σωματιδίων. Έχει συνεργαστεί με τον J. Cham στο βιβλίο We have No Idea. (2017. Ελλ. έκδ. Δεν έχουμε ιδέα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2020), στη διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή (podcast) Daniel and Jorge Explain the Universe (Ο Ντάνιελ και ο Χόρχε εξηγούν το σύμπαν) και στη σειρά κινουμένων σχεδίων της δημόσιας αμερικανικής τηλεόρασης (PBS) Elinor Wonders Why (Η Έλινορ αναρωτιέται γιατί).

  • Podcast: Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ – Η Πολιτισμική ιστορία της Κβαντικής Θεωρίας

    Podcast: Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ – Η Πολιτισμική ιστορία της Κβαντικής Θεωρίας

    Αγαπητές φίλες και φίλοι

    Στα πλαίσια του ανοικτού αφιερωματικού κύκλου ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ το InScience παρουσιάζει τον πρόλογο του βιβλίου «Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ – Η Πολιτισμική ιστορία της Κβαντικής Θεωρίας»

    Το βιβλίο εκδόθηκε το 2012 από τις ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ σε επιμέλεια των Θόδωρου Αραμπατζή και Κωνσταντίνου Γαβρόγλου.

    Την επιμέλεια του podcast είχε η Ομάδα Αφήγησης Παραμυθανθός

    Αφηγητής: Δημήτρης Μάλλης

    Μουσική: «Science Documentary», συνθέτης Aleksey Chistilin

    H συντακτική επιτροπή του InScience αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει θερμά τις ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ και ιδιαίτερα την κυρία Ελένη Χρηστιά για την ευγενική παραχώρηση της άδειας για την αναπαραγωγή του υλικού.

  • Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ: Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

    Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ: Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

    Βαρελάς Τάκης / Δουλεύοντας το χαλκό ΙΙΙ / Μικτή τεχνική 60cm X 86cm / 2015

    Mikael Hård


    Μετάφραση-επιμέλεια:
    Κωνσταντίνα Γεωργούλια

    Επιστημονική επιμέλεια μετάφρασης – Θόδωρος Αραμπατζής

    Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το Κεφάλαιο 3 του βιβλίου με τίτλο The Intellectual Appropriation of Technology. Discourses on Modernity, 1900–1939, Hård, M. & Jamison, A. (eds), 1998. Cambridge, Massachussetts: The MIT Press. Το InS έχει εξασφαλίσει τα δικαιώματα για τη μετάφραση του κεφαλαίου αυτού στην ελληνική γλώσσα. O συγγραφέας του κειμένου είναι καθηγητής στο Ινστιτούτο Ιστορίας του Πολυτεχνείου του Darmstadt.

    Η ΠΡΩΤΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

    Στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, ένας νεαρός μηχανικός, ο Χανς Κάστορπ, πασχίζει να προσανατολιστεί σε μια περίοδο αλλαγής. Ο Μαν γράφει: «Η πρόοδος, μέχρι τώρα, στο μυαλό του Κάστορπ, είχε να κάνει με πράγματα, όπως η ανάπτυξη των γερανών και των παλάγκων ανύψωσης του δέκατου ένατου αιώνα» (Mann, 1924/1969, 155). Η παραδοσιακή άποψη της μηχανικής όσον αφορά την τεχνολογία, ως τη μόνη πραγματικά προοδευτική δύναμη, που μεταμόρφωνε τη φύση προς υλικό όφελος της ανθρωπότητας, δεν είναι πλέον αυτονόητη. Ο Κάστορπ δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τα επιχειρήματα του Λουντοβίκο Σετεμπρίνι, ενός Ιταλού λόγιου. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι αξίες, όπως η δημοκρατία και η δικαιοσύνη θα μπορούσαν, επίσης, να θεωρηθούν προοδευτικές. «Όλα αυτά έκαναν μια συγκεχυμένη εντύπωση στον Χανς Κάστορπ. Ο κ. Σετεμπρίνι φαινόταν να φέρνει κοντά, ταυτόχρονα, κατηγορίες τόσο διαφορετικές, οι οποίες, στο μυαλό του νεαρού άντρα, ήταν ως τώρα εκ διαμέτρου αντίθετες – για παράδειγμα, η τεχνολογία και η ηθική!» (ό. π., 155-156). Το ότι ο Μαν επισημαίνει τον μεταβατικό χαρακτήρα της έννοιας της «τεχνολογίας», τη δεκαετία του 1920, δεν είναι το μόνο ενδιαφέρον πράγμα εδώ. Ίσως ακόμα πιο συναρπαστικό είναι ότι αποδίδει στον Σετεμπρίνι την ιδέα ότι η τεχνολογική ανάπτυξη μπορεί να έχει θετικές, ηθικές συνέπειες. Είναι ο Ιταλός homo humanus που αποτυπώνει την πεποίθηση ότι τα νέα συστήματα μεταφοράς και επικοινωνίας θα επιφέρουν «την παγκόσμια αδελφικότητα μεταξύ των ανθρώπων». Ο ουμανιστής είναι εκείνος που ενώνει την τεχνική και την πολιτισμική πρόοδο – όχι ο μηχανικός!

    Η σύγχρονη τεχνολογία αμφισβητήθηκε κατά κόρον στη Γερμανία του Μαν, συχνά με τρόπο που έδωσε το έναυσμα για πνευματικές θέσεις και συμμαχίες που προκάλεσαν έκπληξη. Η πάλη για να βρεθεί μια κατάλληλη θέση για τη «μηχανή», στο πλαίσιο της γερμανικής κουλτούρας, αποδείχθηκε δύσκολη. Οι διανοούμενοι έτειναν να διστάζουν ενόψει της σύγχρονης τεχνολογίας και δεν είναι να απορεί κανείς που ο Μαν επέλεξε έναν Ιταλό ουμανιστή ως τον εκπρόσωπο των πιο προοδευτικών και επιστημονικών ιδεών. Ωστόσο, το να διστάζει κανείς σημαίνει ότι δεν αντιτίθεται. Όπως θα δείξουμε σε αυτό το κεφάλαιο, μία από τις πιο κοινές ουμανιστικές θέσεις, όσον αφορά τη γερμανική πάλη, ήταν να κληθεί το κράτος να ελέγξει και να κατευθύνει την ανάπτυξη και τη χρήση της τεχνολογίας. Πολλοί διανοούμενοι, τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς, ήθελαν να οργανώσουν την τεχνολογία, όπως ακριβώς ήθελαν να βάλουν τάξη σε αυτό που θεωρούσαν τη χαοτική οικονομία του αχαλίνωτου καπιταλισμού. Στην προσπάθειά τους να οργανώσουν τη νεωτερικότητα, ζήτησαν την παρέμβαση του κράτους (βλέπε Wagner, 1994 και κεφάλαιο 9 στον παρόντα τόμο).

    Η γενική κρίση της κλασικής, φιλελεύθερης νεωτερικότητας είχε ήδη αρχίσει στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Ωστόσο, η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να ειπωθεί ότι πέρασε την πρώτη της κρίση κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο μετά. Εκείνη την εποχή, αποτέλεσε κεντρικό θέμα στο γερμανικό συλλογιστικό πλαίσιο. «Ο διάλογος περί “τεχνολογίας” έγινε της μόδας», έγραψε αργότερα ένας σύγχρονος παρατηρητής (Dessauer, 1958, 27). Το αέριο μουστάρδας και τα τανκς απέδειξαν στους επικριτές ότι η τεχνολογία δεν οδηγούσε απαραίτητα στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου και ότι δεν χρειαζόταν να είναι μια διεθνής, ενοποιητική δύναμη. Η μεταπολεμική ύφεση απέδειξε, επίσης, σε ορισμένους σχολιαστές, ότι ο καπιταλισμός έπρεπε να τιθασευτεί και να κατευθυνθεί προς κοινούς στόχους. Οι επικλήσεις για σχεδιασμό, ρύθμιση και έλεγχο ακούγονταν ευρέως – κυρίως από τον Βάλτερ Ράτεναου (Walther Rathenau), τον πολύπλευρο διευθυντή της AEG1, υπουργό της κυβέρνησης και δοκιμιογράφο. Παρόλο που δεν ήταν τυπικός βιομήχανος, ο Ράτεναου ήταν εξίσου ανήσυχος όπως και όλοι οι άλλοι για τα οικονομικά προβλήματα που ταλάνιζαν τη μεταπολεμική Γερμανία. Όπως και ο περισσότερος κόσμος, είχε την τάση να κατηγορεί τους νικητές του πολέμου για τα δεινά της Γερμανίας.

    Δεν ήταν μόνο οι πρώην εχθροί που στοχοποιούνταν στον γενικό διάλογο· κριτικάρονταν, επίσης, και οι μηχανικοί και οι επιστήμονες (Forman, 1971) (Herf, 1984). Χρησιμοποιώντας το κλασικό επιχείρημα της ηθικής ουδετερότητας της επιστήμης, οι εκπρόσωποι του επαγγέλματος των μηχανικών διατείνονταν ότι οι μηχανικοί δεν μπορούσαν να καταστούν υπεύθυνοι για τις θηριωδίες του πολέμου. Στον αγώνα τους για να πετύχουν μια εκ νέου αναγνώριση, πολλοί ιδιαιτέρως μορφωμένοι μηχανικοί ισχυρίζονταν ότι οι δραστηριότητές τους θα έπρεπε να θεωρηθούν τόσο «πολιτιστικές» όσο και εκείνες των καλλιτεχνών και των επιστημόνων (Dietz et al, 1996). Για να στηρίξουν αυτό το επιχείρημα, υποστήριζαν ότι η τεχνολογία θα έπρεπε να ενσωματωθεί στην εθνική πολιτισμική ταυτότητα και ότι η εκπαίδευση των μηχανικών θα έπρεπε να περιλαμβάνει στοιχεία της κλασικής Bildung (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Παιδεία.). Με άλλα λόγια, επιστρατεύτηκαν τα παραδοσιακά πλαίσια αναφοράς, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της σύγχρονης τεχνολογίας.

    Ωστόσο, ο πόλεμος δεν έκανε όλους τους μη μηχανικούς ανταγωνιστικούς απέναντι στο σύστημα της μηχανής. Ήταν γενικά αποδεκτό ότι χρειαζόταν η τεχνολογία, προκειμένου να ανοικοδομηθεί η Γερμανία μετά τον πόλεμο. Στον κοινωνικό επιστήμονα Βέρνερ Σόμπαρτ (Werner Sombart), που ασκούσε μεγάλη επιρροή, ο πόλεμος έδειξε ότι η τεχνολογία είχε τη δυνατότητα να ενώσει τη Γερμανία και να τη μετατρέψει σε μεγάλη δύναμη. Για τον εθνικιστή Σόμπαρτ –όπως και για τον διάσημο προφήτη της ημέρας της κρίσεως Όσβαλντ Σπένγκλερ (Oswald Spengler)– μια προϋπόθεση ήταν ο γερμανικός λαός να απορρίψει την ξένη τεχνολογία και να αναπτύξει τη δική του, η οποία θα βασιζόταν στο κράτος.

    Η Nolan επισημαίνει στην ανάλυσή της όσον αφορά την «ενσωμάτωση» των αμερικανικών ιδεών στη γερμανική κοινωνία ότι ελάχιστοι διανοούμενοι ενδιαφέρθηκαν να εισαγάγουν ξένες έννοιες χωρίς τροποποίηση (Nolan, 1994, 9). Ακόμη και οι πιο εξέχοντες Γερμανοί υπέρμαχοι του Τεϊλορισμού (Σ.τ.Μ.: Ο Τεϊλορισμός, που πήρε το όνομά του από τον Frederick Taylor, είναι θεωρία μάνατζμεντ που αναλύει και συνθέτει ροές εργασίας και αποτελεί τη βάση της μαζικής παραγωγής. Κύριος στόχος του είναι η βελτίωση της οικονομικής αποδοτικότητας, ιδίως της παραγωγικότητας της εργασίας. Ήταν μία από τις πρώτες προσπάθειες εφαρμογής της επιστήμης στη μηχανική των διαδικασιών και το μάνατζμεντ) και του Φορντισμού (Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για καθεστώς συσσώρευσης που έχει ως χαρακτηριστικά την καθετοποιημένη μαζική παραγωγή, τη σταθερότητα στα κέρδη της επιχείρησης, τη συνεχή λειτουργία των εργοστασίων με πλήρη παραγωγή και πλήρη απασχόληση. Ο όρος εισήχθη για πρώτη φορά από τον Antonio Gramsci, τη δεκαετία του 1930 και χρησιμοποιήθηκε ευρέως για την αποτύπωση του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο) ισχυρίζονταν ότι εκείνα τα αρχικώς αμερικανικά φαινόμενα θα έπρεπε να τροποποιηθούν για να ταιριάξουν με τις γερμανικές συνθήκες. Όπως το θέτει η Banta, όταν μιλάει για την αφηγηματική εφαρμογή των ιδεών του Taylor και του Ford στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτές τις ιδέες «τις οικειοποιήθηκε οποιαδήποτε ιδεολογία τις βρήκε χρήσιμες» (Banta, 1993, 14). Υποστηρίζω ότι παρόμοιες διαδικασίες πνευματικής ενσωμάτωσης και οικειοποίησης μπορούν να εντοπιστούν στις περισσότερες γερμανικές συζητήσεις γύρω από τη σύγχρονη τεχνολογία. Ακόμη και ο μηχανικός των ακτίνων Χ, Friedrich Dessauer, το θεώρησε υποχρέωσή του –από την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα– να «ενσωματώσει την τεχνολογία στην κουλτούρα» (Dessauer, 1958, 62). Ο Dessauer και άλλοι υπέρμαχοι της τεχνικής προόδου έθεσαν, κατά την προσωπική μου ερμηνεία, ως στόχο τους να τιθασεύσουν τη σύγχρονη τεχνολογία και να την ενσωματώσουν στην παραδοσιακή κοινωνία, χωρίς να χρειαστεί να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του μηχανικού πνεύματος. Για τον λόγο αυτό, προσέφυγαν σε ένα παραδοσιακό, γερμανικό συλλογιστικό πλαίσιο, στο οποίο η εθνική Kultur (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Κουλτούρα.) χαιρετίστηκε και ο διεθνής Zivilisation (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Πολιτισμός.) αποδοκιμάστηκε. Από τον «σχεδιασμένο καπιταλισμό» του Ράτεναου, τη δεκαετία του 1910, έως τον «γερμανικό σοσιαλισμό» του Σόμπαρτ, τη δεκαετία του 1930, έγιναν προσπάθειες για να δομηθεί ένας «λόγος περί ρύθμισης» και να ελεγχθεί και να οργανωθεί η ανάπτυξη της τεχνολογίας σε μια εθνική βάση (Dierkes et al, 1988). Αυτές οι ιδέες έτυχαν μεγάλης στήριξης από την κοινότητα των μηχανικών και ορισμένες από αυτές ενσωματώθηκαν στη ναζιστική πολιτική πρακτική (Herf, 1984) (Renneberg & Walker, 1993).

    Στη συνέχεια, θα παρουσιάσω τις θέσεις των βασικών μηχανικών της Γερμανίας και των αντιπάλων τους που είχαν λάβει κλασική εκπαίδευση, όπως επίσης και τις απόψεις του Ράτεναου, του Σόμπαρτ και του Μαξ Βέμπερ (Max Weber). Δεδομένου ότι είναι αδύνατο να καλυφθεί ολόκληρη η γερμανική «πάλη για την τεχνολογία» στο παρόν κεφάλαιο, επέλεξα να αντιμετωπίσω αυτές τις ομάδες και αυτά τα άτομα ως εκπρόσωπους διαφορετικών θέσεων στη συζήτηση. Δυστυχώς, δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να αναφερθώ εκτενώς είτε στους σοσιαλιστές είτε στους βασικούς Ναζιστές διανοούμενους.

    Εκτός από το γεγονός ότι ο Ράτεναου, ο Σόμπαρτ και ο Βέμπερ άσκησαν μεγάλη επιρροή, αυτοί οι πρωταγωνιστές έδωσαν, επίσης, το έναυσμα για να ξεκινήσουν διάλογοι που από τότε αποτέλεσαν το πλαίσιο για σύγχρονες ακαδημαϊκές και πολιτικές συζητήσεις. Το δυσεπίλυτο πρόβλημα τεχνολογίας-κουλτούρας, το οποίο ήταν τόσο βασικό για τους κορυφαίους μηχανικούς τις δεκαετίες του 1910 και του 1920, παραμένει ένα θέμα στη σημερινή, γερμανικού στιλ, φιλοσοφία της τεχνολογίας (Ropohl, 1991). Ομοίως, το ερώτημα του πώς να ελέγξουμε την τεχνολογία εξακολουθεί να υφίσταται τη δεκαετία του ’90 με όρους που εν πολλοίς είναι οι ίδιοι με εκείνους που αναδύθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Dierkes et al, 1988). Και ο διάλογος περί τεχνολογικού έναντι κοινωνικού ντετερμινισμού εξακολουθεί να είναι κεντρικός στις κοινωνικές σπουδές της τεχνολογίας από τον Σόμπαρτ και τον Βέμπερ έως τον Jürgen Habermas και τον Ulrich Beck (Rammert, 1993).Βαρελάς Τάκης / Λεωφόρος των δακρύων / Ακρυλικό 90cm X 100cm / 2015ΟΙ ΜΑΝΔΑΡΙΝΟΙ ΤΙΘΑΣΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΤΗΝ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

    Είναι γνωστό τοις πάσι ότι, στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, οι Γερμανοί μηχανικοί συνιστούσαν έναν κλάδο που χαρακτηριζόταν από ανασφάλεια (Gispen, 1989). Ο Hortleder έχει δείξει ότι πολλοί μηχανικοί αγωνίζονταν να αποκτήσουν ένα υψηλότερο κοινωνικό στάτους και σημαίνουσες θέσεις στη δημόσια διοίκηση (Hortleder, 1974). Οι μηχανικοί που ήταν πιο δραστήριοι σε αυτή την προσπάθεια για αναγνώριση ήταν εκείνοι που είχαν λάβει ανώτερη εκπαίδευση σε ένα ινστιτούτο τεχνολογίας και είχαν γίνει Diplom–Ingenieuren (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Διπλωματούχοι μηχανικοί.) (Ludwig, 1974, 25).

    Οι μηχανικοί απολάμβαναν, όντως, κάποια επιτυχία. Πολλές πολυτεχνικές σχολές, τη δεκαετία του 1870, απέκτησαν στάτους Hochschule (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.)· αυτές οι σχολές, με τη σειρά τους, απέκτησαν το προνόμιο να χορηγούν διδακτορικά διπλώματα το 1899. Τα σύγχρονα γυμνάσια και λύκεια που βασίζονταν στις θετικές επιστήμες κατατάσσονταν επισήμως ως ισότιμα με τα κλασικού προσανατολισμού Gymnasien (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.). Ωστόσο, αυτή η επαγγελματική στρατηγική αποδείχτηκε ανεπαρκής. Δεν μπορούσε ο κάθε μηχανικός να γίνει δημόσιος υπάλληλος ή διάσημος ηγέτης επιχείρησης, μια εποχή που εκπαιδεύονταν όλο και περισσότεροι μηχανικοί. Η κραυγή για υψηλότερο στάτους έπεσε στο κενό ενόψει ενός αναδυόμενου «προλεταριάτου» μηχανικών2. Επιπλέον, από τη στιγμή που η κοινωνική κριτική πάνω στην επιστήμη και την τεχνολογία έγινε εντονότερη στο τέλος του αιώνα (Hughes, 1958), η θέση των μηχανικών γινόταν ολοένα και πιο προβληματική. Πιέζονταν έντονα να βρουν άλλες οδούς για κοινωνική αναγνώριση. Ένα τέτοιο μονοπάτι έδωσε στους μηχανικούς το δικαίωμα να υιοθετήσουν τη φιλοσοφικά ιδεαλιστική γλώσσα που ήταν γνωστή σε εκείνους που ο Ringer έχει αποκαλέσει Γερμανούς μανδαρίνους (Ringer, 1987). Αυτή η ομάδα αποτελούνταν από την κλασικά εκπαιδευμένη ελίτ της μεσαίας τάξης των αξιωματούχων της κυβέρνησης, των καθηγητών πανεπιστημίου, των καθηγητών των σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των ιατρών και των δικηγόρων. Τα μέλη της, συνήθως, ήταν συντηρητικοί, από πολιτική άποψη, και είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τη γερμανική κουλτούρα και την κλασική παιδεία. Είχαν φοιτήσει στο Gymnasium (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.) και είχαν εντρυφήσει στον Φίχτε, τον Χούμπολτ και τον Χέγκελ, αποκτώντας, κατά συνέπεια, αυτό που ο Bourdieu αποκαλεί μια μεγάλη ποσότητα «πολιτισμικού κεφαλαίου» (Bourdieu, 1991, κεφάλαιο 2).

    Το κύριο σημείο που θίγω σε αυτήν την ενότητα είναι ότι πολλοί μηχανικοί ανέπτυξαν μια νέα επαγγελματική στρατηγική μετά το 1900 και ότι το έκαναν αυτό προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί από την ελίτ των διανοούμενων. Πολλοί μηχανικοί επιχείρησαν να αποκομίσουν «συμβολικό όφελος», υιοθετώντας τον διάλογο των μανδαρίνων. Αντί να αγωνίζονται αρχικά να αποκτήσουν θέσεις στην κρατική διοίκηση και υψηλότερους μισθούς, επέλεξαν μια συμπληρωματική στρατηγική: να κάνουν τη σύγχρονη τεχνολογία αποδεκτή από την ελίτ των διανοούμενων, προσαρμόζοντας το λεξιλόγιό τους στο πρότυπο των μανδαρίνων. Η εξουσία των μανδαρίνων εξαρτάτο σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά τους να ελέγχουν και να ορίζουν αυτό που θα έπρεπε να θεωρείται αποδεκτή γλώσσα (Ringer, 1987, 21). Μηχανικοί με μεγάλη επιρροή επιχείρησαν να προαγάγουν την πνευματική και πολιτισμική αφομοίωση της σύγχρονης τεχνολογίας, αποδεχόμενοι το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων, στο οποίο ο όρος Kultur έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο. Οι προσπάθειες των μηχανικών να προσδώσουν στην τεχνολογία ένα πολιτισμικό νόημα μπορεί να ιδωθεί ως μια «στρατηγική στροφή σε εννοιολογικό επίπεδο» (Ropohl, 1991, 200). Όπως έχουν παρατηρήσει οι Koenne, Ludwig και Lenk, το αποτέλεσμα ήταν ότι κάποια τμήματα της γερμανικής αντιπαράθεσης, όσον αφορά τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις, κατέληξαν να καμουφλαριστούν με την ιδεαλιστική γλώσσα των κλασικών σπουδών (Koenne, 1979) (Ludwig, 1974) (Lenk, 1982). Ωστόσο, αυτό που δεν συζήτησαν αυτοί οι ακαδημαϊκοί είναι ότι η υιοθέτηση εκ μέρους των μηχανικών ενός μανδαρινικού λεξιλογίου επηρέασε, επίσης, τα νοήματα των όρων που χρησιμοποιούνται. Η μηχανή εισχώρησε στον νου ως μια εξιδανικευμένη οντότητα και έτσι σπάρθηκαν οι πρώτοι σπόροι αυτού που θα γινόταν η Technikphilosophie (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Φιλοσοφία της τεχνολογίας.). Ο διάλογος στον οποίο ανήκει και ο ίδιος ο Ropohl απέκτησε το πλαίσιό του αυτήν την εποχή.

    Η έννοια της Bildung, η οποία είχε τις ρίζες της στα γραπτά του Wilhelm von Humboldt, ήταν κομβική για την ιδεολογία των μανδαρίνων (Bollenbeck, 1994). Αποτελούμενη από τρία αλληλένδετα στοιχεία (Ropohl, 1991, 217), έδινε έμφαση στην προσωπική ανάπτυξη του ατόμου, συνέστηνε τις ελληνικές και ρωμαϊκές μελέτες ως την καλύτερη εκπαίδευση για τον ανθρώπινο νου και τόνιζε ότι ήταν πιο σημαντικές οι πνευματικές αντί οι υλικές πτυχές του κόσμου. Ωστόσο, αυτός ο ιδεαλισμός ήταν στοχαστικός και παθητικός, αλλά εκτιμούσε την εποικοδομητική δημιουργικότητα του ανθρώπου (Ringer, 1987, 28). Όχι μόνο οι πνευματικές, αλλά και οι υλικές δημιουργίες μιας πραγματικά δημιουργικής ύπαρξης μπορούσαν να αποκαλεστούν Kultur – και η Kultur ήταν κάτι που οι μηχανικοί λαχταρούσαν να λάβουν.

    Ανά τους αιώνες, ανάμεσα στο κράτος και στους διανοούμενους που είχαν λάβει ακαδημαϊκή μόρφωση καλλιεργήθηκαν ισχυροί αμοιβαίοι δεσμοί. Το κράτος είχε παράσχει στους διανοούμενους ορισμένα προνόμια και, ως αντάλλαγμα, είχε καταφέρει να εκμεταλλευτεί τις διοικητικές και ρητορικές τους δεξιότητες. Με την αλλαγή του αιώνα, αυτή η προνομιούχα θέση –το πολιτισμικό κεφάλαιο των διανοούμενων– απειλήθηκε από μια ισχυρότερη τάση της επικαιρότητας. Ενόψει των έντονων υλικών, πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών αλλαγών, οι μανδαρίνοι ένιωσαν η θέση τους, ως φορέων του πνεύματος και του πολιτισμού, να κινδυνεύει (Ringer, 1987, 12-13, 50). Είδαν να δέχονται επίθεση από τους ματεριαλιστές μηχανικούς και επιστήμονες, τους απάνθρωπους βιομήχανους και (μερικές φορές, τους Εβραίους) επιχειρηματίες. Αλλά ακόμα και αν οι τελευταίες αυτές ομάδες είχαν αποκτήσει χρηματική δύναμη, οι μανδαρίνοι εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε να εμπιστευτούν στους ίδιους τη διατήρηση των κλασικών αξιών. Μόνο εκείνοι έπρεπε να είναι Kulturträger (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Φορείς πολιτισμικών αξιών.).

    Προς το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, οι μανδαρίνοι είδαν η θέση τους να κινδυνεύει ακόμα περισσότερο και αντέδρασαν ποικιλοτρόπως, προκειμένου να διατηρήσουν το κοινωνικοπολιτισμικό πλεονέκτημά τους. Αυτή η δύσκολη κατάσταση τους υποχρέωσε να επανεξετάσουν, να αναθεωρήσουν και να επαναδιατυπώσουν την ιδεολογία τους. Ορισμένοι μανδαρίνοι «μεταρρυθμιστές», συνειδητοποιώντας ότι ζούσαν τώρα στην «εποχή της τεχνολογίας», ήταν πρόθυμοι να ενσωματώσουν κάποια στοιχεία της σύγχρονης ζωής στα χαμηλότερα και μεσαία επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος (Ringer, 1987, 52-53). Αλλά περισσότερο σύνηθες ήταν να απορρίπτουν πολλά από τα στοιχεία της σύγχρονης κοινωνίας και να ζητούν μεγαλύτερη στήριξη από το κράτος. Οι περισσότεροι μανδαρίνοι επιτέθηκαν στην ορθολογική τεχνολογία και την ωφελιμιστική επιστήμη, όπως επίσης και στη μετριότητα της δημοκρατικής κοινωνίας της μάζας, κατηγορώντας τες ότι ήταν υπέρμαχοι του Zivilisation. Το να είναι κάποιος πολιτισμένος σήμαινε, σύμφωνα με την κοσμοθεωρία των μανδαρίνων, να τον απασχολεί υπερβολικά μόνο ο εξωτερικός κόσμος. Οι μανδαρίνοι αντιπαράβαλλαν έντονα αυτόν τον υλισμό με αυτό που θεωρούσαν ως τον βαθύ προσανατολισμό της Kultur που ήταν εσωστρεφής. Απεχθάνονταν τη σύγχρονη εκπαίδευση, η οποία είχε να κάνει με την απλή μετάδοση πληροφοριών και έναν προσανατολισμό προς την τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, προστάτευαν την κλασική εκπαίδευση ως μέσο καλλιέργειας της προσωπικής ανάπτυξης. Ήθελαν την Bildung και όχι την Ausbildung (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Εκπαίδευση.). Ο δεξιός συγγραφέας Moeller van der Bruck συνόψισε εύγλωττα αυτή την άποψη, όταν είπε ότι ο πολιτισμός ανήκε στο στομάχι και η κουλτούρα στο πνεύμα (Stern, 1961).

    Προς το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, οι μανδαρίνοι άρχισαν να υπερασπίζονται την κουλτούρα και για εθνικούς λόγους. Άρχισαν να θεωρούν τον εαυτό τους φορέα όχι μόνο της εσωτερικής κουλτούρας, αλλά και της γερμανικής κουλτούρας. Ενώ ο πολιτισμός αποδοκιμάστηκε ως ένα διεφθαρμένο αγγλοσαξονικό και γαλλικό φαινόμενο, η Kultur εκθειάστηκε ως κάτι γνήσια γερμανικό. Κατά συνέπεια, ο όρος Kultur δεν είχε συγκεκριμένο νόημα. Ο Bollenbeck δείχνει πώς, γύρω στην αλλαγή του αιώνα, ο όρος Kultur συνδέθηκε με όλα τα είδη της ανθρώπινης δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της Technik (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Τεχνολογία.) (Bollenbeck, 1994, 29 κ. εξ.). Αλλάζοντας την υποδήλωση του όρου από κάτι πνευματικό και ατομικό σε κάτι εθνικό και συλλογικό, οι μανδαρίνοι αύξησαν την πιθανότητά τους να υπερασπιστούν με επιτυχία τη θέση τους μέσα σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη κοινωνία. Σε αυτή τη διαδικασία, αναβίωσαν μια παράδοση αιώνων και την τροποποίησαν, έτσι ώστε να ταιριάζει με τη νέα εποχή. Πολλοί εκπρόσωποι της μηχανικής άρχισαν να κάνουν το ίδιο – αλλά από μια άλλη κατεύθυνση.

    Το χάσμα ανάμεσα στον πολιτισμό και την κουλτούρα στον γερμανικό διάλογο είναι γνωστό τοις πάσι. Λιγότερο οικείες, αλλά διόλου άγνωστες, είναι οι πτυχές εκείνες του διαλόγου που ασχολήθηκαν απευθείας με την τεχνολογία ως κοινωνικοπολιτισμικό φαινόμενο (Herf, 1984) (van der Pot, 1985) (Ropohl 1991, κεφάλαιο 10) (Sieferle, 1984). Αυτός ο διάλογος άρχισε να αποκτά σχήμα τη δεκαετία του 1900, όταν ο συντηρητικός μανδαρίνος συγγραφέας Eduard von Mayer εξέδωσε ένα βιβλίο με τον τίτλο Technik und Kultur (Τεχνολογία και Κουλτούρα) (1906) και όταν ο Friedrich Dessauer άρχισε να δημοσιεύει άρθρα πάνω σε αυτό το θέμα (π.χ., Dessauer, 1908). Ο Dessauer ήταν που αργότερα θα αποκαλούσε αυτόν τον διάλογο «η πάλη για την τεχνολογία». Αυτή η πάλη δεν αφορούσε κατά κύριο λόγο τις θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις ορισμένων καινοτομιών, όπως ο διάλογος του δέκατου ένατου αιώνα για «τη μηχανή». Αντίθετα, οι μαχόμενοι και από τα δύο στρατόπεδα διατηρούσαν το παραδοσιακό συλλογιστικό πλαίσιο, επιχειρώντας να βρουν ένα μέρος για τη σύγχρονη τεχνολογία εντός των ορίων μιας κλασικής και εθνικής κουλτούρας. Συνεπώς, η υπόθεση του Ropohl ότι όλοι οι μη μηχανικοί συμφωνούσαν με τον διαχωρισμό τεχνολογίας-κουλτούρας δεν είναι σωστή, ούτε και ο ισχυρισμός του ότι αυτός ο διαχωρισμός ανήκει σε μια «συγκεκριμένη “γερμανική ιδεολογία”» ή η άποψή του ότι μόνο οι μη Γερμανοί, όπως ο Lewis Mumford3, έχουν αναπτύξει πλήρως την ιδέα της τεχνολογίας ως πολιτισμικού προϊόντος (Ropohl, 1991, 198-199).

    Ο Mayer αντιτίθετο σε μεγάλο μέρος, αλλά όχι στο σύνολο της σύγχρονης τεχνολογίας· ωστόσο, δεν υποστήριζε την παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα στην τεχνολογία και την κουλτούρα. Μέσα από μια συντονισμένη κίνηση «πνευματικής ιδιοποίησης», όρισε εκ νέου την έννοια της τεχνολογίας, με σκοπό να καταστήσει δυνατό να συμπεριληφθούν στη γερμανική κουλτούρα τεχνολογίες που θεωρούσε αποδεκτές, αποκλείοντας παράλληλα και απορρίπτοντας μη αποδεκτές τεχνολογίες. Ο Mayer δεν αποδέχτηκε τον κλασικό βασικό ορισμό της Technik ως ταυτόσημο με τα υλικά δημιουργήματα και τα μηχανικά συστήματα. Αντίθετα, θεώρησε όλα τα αποτελέσματα της γνήσια ανθρώπινης δραστηριότητας ως Technik (Zschimmer, 1937, 27–37). Τα εργαλεία, τα εργοστάσια, τα βιβλία, ακόμη και τα κοινωνικά συστήματα ανήκαν τώρα στην τεχνολογία – δεδομένου ότι ήταν προϊόντα μιας αληθινής προσωπικότητας. Ο Mayer ασπάστηκε το ιδανικό της ατομικής Bildung και υποστήριξε ότι η καλύτερη τεχνολογία θα έδινε τη δυνατότητα στον καθένα να αναπτύξει τις δικές του ικανότητες. Ωστόσο, η άποψή του δεν ήταν ατομικιστική με τη φιλελεύθερη έννοια του όρου. Αντίθετα, ήταν εμπνευσμένη από τα ιδανικά του κοινοτισμού. Ο Mayer απαίτησε η τεχνολογία να συμβάλει στην κοινωνική και πολιτισμική ενοποίηση. Εντούτοις, η σύγχρονη τεχνολογία δεν στόχευε σε καμία από αυτές τις κατευθύνσεις. Αντίθετα, δημιουργούσε έναν κονιορτοποιημένο και απάνθρωπο κόσμο στον οποίο δεν υπήρχε καθόλου χώρος για να αναπτυχθούν οι προσωπικότητες4. Ο Mayer άσκησε κριτική στην καταστροφική και αποθαρρυντική ισχύ του σύγχρονου συστήματος του εργοστασίου. Κατηγόρησε το σύγχρονο «τεχνικό πνεύμα» για τη δημιουργία «αποξένωσης» και για το χτίσιμο μιας κοινωνίας, στην οποία η μοναδικότητα και οι ατομικές ανάγκες είχαν καταπατηθεί από τις τυποποιημένες λύσεις για τις μάζες (von Mayer, 1906, παρατίθεται από τον Dessauer, 1958, 122).Βαρελάς Τάκης / Μεταλλεργάτες / Ακρυλικό 50cm X 31cm / 2008Για ειλικρινείς μηχανικούς, όπως ο Dessauer, τέτοιου είδους επιθέσεις έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Δεδομένου ότι ο διάλογος δεν αφορούσε πλέον απευθείας πολιτικά, νομικά και διοικητικά ζητήματα, όπως κενές θέσεις στην κυβέρνηση ή πανεπιστημιακά πτυχία, έγινε έκκληση για μια πιο πνευματική και γνωστικού προσανατολισμού στρατηγική. Στις επακόλουθες απαντήσεις του στον Mayer και σε άλλους, ο Dessauer έκανε ό,τι μπορούσε για να κάνει τα επιχειρήματα και τη γλώσσα του να ταιριάξουν με το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων – να αναμετρηθεί μαζί τους, κατά κάποιον τρόπο, στο δικό τους γήπεδο. Ωστόσο, στην πορεία, και εκείνος (όπως ο Mayer) προσπάθησε να επηρεάσει και να τροποποιήσει το περιεχόμενο αυτού του πλαισίου. Όταν συζητούσε τη σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και την κουλτούρα με έναν ιστορικό του πολιτισμού, ένα μέρος της στρατηγικής του ήταν να επεκτείνει την υποδήλωση του όρου Technik. Ήθελε να προσδώσει στον όρο μια πνευματική διάσταση. Παραφράζοντας τις σύγχρονες συζητήσεις, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο Dessauer (όπως ο Mayer) δεν ήθελε να περιορίσει τον όρο Technik, εννοώντας μόνο καθετί το υλικό. Αποδεχόταν την ιδέα των μανδαρίνων ότι το Geist (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Πνεύμα.) ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικής Kultur, αλλά ισχυριζόταν ότι η τεχνολογία περιείχε, επίσης, το Geist. Με αυτή την κίνηση, προσδόθηκε στην τεχνολογία τόσο μια υλική όσο και μια πνευματική πλευρά5.

    Η επέκταση του όρου Technik ήταν κάτι παραπάνω από λογοπαίγνιο. Από τη στιγμή που έδωσε τη δυνατότητα στους μηχανικούς να ισχυριστούν ότι η μηχανική ήταν τόσο πνευματική δραστηριότητα όσο και η μελέτη της ιστορίας ή η ανάγνωση της Βίβλου, μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να γίνει η τεχνολογία αποδεκτή από τη μορφωμένη ελίτ. Τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν και αρκετές άλλες προσπάθειες, προς την ίδια κατεύθυνση [βλέπε, π.χ., (Coudenhove-Kalergi, 1922) (Stodola, 1932) (Zschimmer, 1914)].

    Οι αντιδράσεις των Γερμανών διανοούμενων απέναντι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ποικίλες. Οι Σόμπαρτ και Σπένγκλερ δεν ήταν οι μόνοι που ανακάλυψαν ότι ο πόλεμος αποκάλυψε τις κρυμμένες δυνατότητες της γερμανικής κουλτούρας και του γερμανικού έθνους. Ο νεαρός συγγραφέας της Δεξιάς Ernst Jünger θεωρούσε τον πόλεμο ένα είδος εξυγίανσης που εν τέλει θα δυνάμωνε τη Γερμανία. Ο Jünger δεν ήταν παραδοσιακός μανδαρίνος· ήταν ένας ανεξάρτητος συγγραφέας και ένας σκληροπυρηνικός εκπρόσωπος αυτού που ο Peukert έχει αποκαλέσει η «γενιά των συνόρων» (Peukert, 1987, 26 κ. εξ.). Πήγε να πολεμήσει εθελοντής στον πόλεμο και η εμπειρία αυτή του απέδειξε ότι η σύγχρονη τεχνολογία ήταν ένα από τα κύρια μέσα επιλογής των ισχυρών μελών της κοινωνίας (Herf, 1984, 70 κ. εξ.). Με έναν φουτουριστικό τρόπο, ο Jünger έγραφε: «Η γενιά μας είναι η πρώτη γενιά που αρχίζει να συμφιλιώνεται με τη μηχανή και να βλέπει σε αυτή όχι μόνο κάτι χρήσιμο, αλλά και κάτι όμορφο»6.

    Άλλοι διανοούμενοι δεν ήταν τόσο θετικοί. Στα χρόνια του πολέμου, ο μανδαρίνος θεολόγος και ιατρός Albert Schweitzer διατύπωσε μια ριζοσπαστικά ειρηνιστική ηθική, η οποία περιλάμβανε μια θεμελιώδη κριτική της σύγχρονης τεχνολογίας. Ωστόσο, η άποψη του Schweitzer δεν ήταν ότι ο πόλεμος ήταν η ρίζα της παρούσας κρίσης. Αντίθετα, τόσο ο πόλεμος όσο και η σύγχρονη τεχνολογία ήταν τα αποτελέσματα μη ισορροπημένων πολιτισμικών εξελίξεων. «Η μοίρα του πολιτισμού μας», έγραφε, «είναι ότι η υλική πλευρά του αναπτύσσεται πολύ περισσότερο σε σχέση με την πνευματική πλευρά του». (Schweitzer, 1923–24, II, 2). Αυτή η έλλειψη ισορροπίας ήταν εμφανής τόσο στις βαναυσότητες των χαρακωμάτων όσο και στις εργασιακές συνθήκες του σύγχρονου εργοστασίου που θύμιζαν φυλακή. Ο Schweitzer καταδίκασε τη σύγχρονη τεχνολογία για το ότι μεταχειριζόταν τον άνθρωπο και τα άλλα έμβια όντα ως πράγματα, με έναν εργαλειακό τρόπο. Έκανε έκκληση για μια τεχνολογία που θα βασιζόταν στην ηθική. Σύμφωνα με τους όρους του Βέμπερ, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο Schweitzer επιθυμούσε να αντικαταστήσει μια τεχνολογία που ήταν ορθολογική ως προς την αξία με την κυρίαρχη τεχνολογία που ήταν ορθολογική ως προς τον σκοπό (Σ.τ.Μ.: Ο Βέμπερ κάνει τη διάκριση ανάμεσα στην ορθολογική ως προς την αξία δράση και στην ορθολογική ως προς τον σκοπό δράση. Στην πρώτη περίπτωση, το κίνητρο είναι δογματικές αξίες, με έντονο το στοιχείο της ανελαστικότητας. Στη δεύτερη περίπτωση, τη λεγόμενη δράση εργαλειακού ορθολογισμού, επιλέγονται τα πλέον ορθολογικά μέσα και ο σκοπός είναι ωφελιμιστικός). Ο Schweitzer ήθελε μια τεχνολογία που θα ανακούφιζε τόσο τα «άτομα όσο και τις συλλογικότητες» από τον αγώνα για την άμεση επιβίωση (Schweitzer, 1923–24, I, 21). Ακολουθώντας την παράδοση της Bildung, έκανε έκκληση για μια τεχνολογία που θα έκανε τους ανθρώπους ελεύθερους να καλλιεργήσουν τις δικές τους ικανότητες.

    Όπως ο Mayer και αρκετοί άλλοι μανδαρίνοι, ο Schweitzer όρισε εκ νέου την έννοια Kultur, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί σε μια νέα κατάσταση. Η ατομική ελευθερία υπήρξε πάντα ένα σημαντικό συστατικό του πλαισίου αναφοράς των μανδαρίνων, αλλά ο Schweitzer τώρα επαναδιατύπωσε αυτό το πλαίσιο, ώστε να ταιριάζει με την ειρηνιστική και μη ελιτιστική ιδεολογία του. Η κριτική που ασκεί στον ελιτισμό είναι αξιοσημείωτη, μιας και οι περισσότεροι μανδαρίνοι ήταν ελιτιστές. Όρισε την Kultur ως μια ηθική θέση που εγγυάται σε όλα τα έμβια όντα ελευθερία και τον απαιτούμενο σεβασμό. Μια πραγματικά πολιτισμική τεχνολογία θα ελευθέρωνε τους ανθρώπους και τα ζώα, αντί να τα εκμεταλλεύεται και να τα απειλεί. Το βιβλίο με τίτλο Kulturphilosophie (Φιλοσοφία της Κουλτούρας) του Schweitzer, που γράφτηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά δημοσιεύτηκε αρκετά χρόνια μετά, μπορεί να διαβαστεί ως μια μεγάλης κλίμακας επίθεση στην πολεμική προσπάθεια εν γένει και στη στρατιωτική τεχνολογία ειδικότερα (βλέπε Schweitzer, 1923–24, II, 270). Αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί, επίσης, να ιδωθεί ως μια προσπάθεια να έχει κάποιος πολιτισμικό έλεγχο πάνω στην τεχνολογική ανάπτυξη και να την οδηγήσει σε νέες κατευθύνσεις. Ο Schweitzer δεν απέρριψε την τεχνολογία, αλλά ήθελε να την οικειοποιηθεί για νέους, πιο πνευματικούς σκοπούς. Επιθυμούσε, κατά κάποιον τρόπο, να την τιθασεύσει με σκοπό αυτή να απελευθερώσει όλα τα έμβια όντα.

    Οι μανδαρίνοι δεν ήταν οι μόνοι που φοβόντουσαν τον υποδουλωτικό και βίαιο χαρακτήρα της στρατιωτικής τεχνολογίας και του συστήματος του εργοστασίου. Παρόλο που οι περισσότεροι μηχανικοί δεν φοβόντουσαν απευθείας τις παρούσες τροχιές της τεχνολογίας αυτές καθαυτές, αρκετοί από αυτούς σίγουρα ανησυχούσαν για την έντονη κριτική την οποία πυροδοτούσαν οι αρνητικές συνέπειες. Αν ο επίπονος αντίκτυπος της τεχνολογίας γινόταν περισσότερο αισθητός στον διάλογο και αν, κατά συνέπεια, η κριτική γινόταν εντονότερη, τότε το επάγγελμά τους και ο σκοπός τον οποίο εξυπηρετούσαν θα μπορούσαν να κινδυνεύσουν. Ένας συγγραφέας που το συνειδητοποίησε αυτό7 ήταν ο Manfred Schröter, γιος ενός καθηγητή μηχανικής. Τη δεκαετία του 1910, ο Schröter ανέπτυξε μια φιλοσοφία που αντιμετώπιζε την τεχνολογία ως ένα πολιτισμικό προϊόν. Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς μανδαρίνους, ο Schröter δεν θεωρούσε τη φιλοσοφία, την τέχνη και τη θρησκεία τα μόνα συστατικά της Kultur, αλλά συμπεριλάμβανε, επίσης, την επιστήμη και την τεχνολογία «στο σύνολο της κουλτούρας» (Schröter, 1920, 49). Στον εκ νέου ορισμό που έδωσε στην κουλτούρα, επέλεξε μια πτυχή που ήταν πάντα έμφυτη στην ουμανιστική παράδοση: Kultur και Bildung ως δημιουργικές αντί ως στοχαστικές δραστηριότητες. Ο Schröter όρισε την κουλτούρα ως όλες εκείνες τις δραστηριότητες που βάζουν τάξη και προσδίδουν νόημα στην ανθρώπινη ζωή (ό. π., 1). Η θρησκεία και η φιλοσοφία ήταν τα μέσα δημιουργίας αυτής της τάξης, αλλά στη σύγχρονη κοινωνία τον ρόλο τους αναλάμβαναν ολοένα και περισσότερο η επιστήμη και η τεχνολογία. Ο Schröter, κατά συνέπεια, δεν περιόρισε την Technik στα εργαλεία και στις μηχανές· την έκανε να συμπεριλαμβάνει όλο το «δημιουργικό, παραγωγικό έργο» που στόχο έχει να δίνει νόημα στη ζωή με τα υλικά μέσα (ό. π., 56-57). Με άλλα λόγια, έκανε χρήση του συλλογιστικού πλαισίου των μανδαρίνων για να οικειοποιηθεί την τεχνολογία σε μια εκ νέου ορισθείσα έννοια της κουλτούρας.

    Ο Schröter δεν ήταν εξολοκλήρου θετικός απέναντι στις εξελίξεις της εποχής του. Ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι η κριτική που άσκησε στον υποδουλωτικό χαρακτήρα του μεγαλύτερου μέρους της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία αντανακλάται πιο ξεκάθαρα στο έργο του με τίτλο Philosophie der Technik (Φιλοσοφία της Τεχνολογίας) (Schröter, 1934), θύμιζε τις απόψεις του Schweitzer. Αν η τεχνολογία δεν κυριαρχείται από το πνεύμα, μπορεί να πάρει επικίνδυνη τροπή. Ο «λειτουργιστής» συγγραφέας που ήταν υπέρμαχος της τεχνολογίας και ο ουμανιστής μανδαρίνος μπορούσαν πράγματι να βρουν ένα κοινό έδαφος.

    Η επιρροή του Σπένγκλερ πάνω στον δημόσιο διάλογο ήταν μεγαλύτερη από οποιουδήποτε άλλου αυτή την εποχή. Το έργο του με τίτλο The Decline of the West (Η Παρακμή της Δύσης. Στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα, 2003, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου), ο πρώτος τόμος του οποίου δημοσιεύτηκε πρώτα το 1918 και ο δεύτερος το 1922, πυροδότησε έναν έντονο διάλογο τόσο εντός όσο και εκτός Γερμανίας. Για να υπερασπίσει τον Σπένγκλερ, ο Manfred Schröter έγραψε ακόμα και ένα βιβλίο που συνόψιζε αυτή την «πάλη» (Schröter, 1922). Ο Σπένγκλερ ήταν ένας ανεξάρτητος συγγραφέας αντί ένας καταξιωμένος μανδαρίνος και πολλοί διανοούμενοι άσκησαν κριτική στην ιστοριογραφική προσέγγισή του. Αλλά αρκετές από τις ιδέες του και τα συμπεράσματά του έπεσαν, όντως, σε γόνιμο έδαφος, κυρίως όσον αφορά τους ορθόδοξους μανδαρίνους (Ringer, 1987, 204). Ο Σπένγκλερ ακολούθησε πιστά το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων. Πήρε την παράδοση του Γκαίτε και την επαναδιατύπωσε και επηρεάστηκε πολύ και από τον Νίτσε. Προετοίμασε το έδαφος για τον γνωστό διαχωρισμό ανάμεσα στην Kultur και τον Zivilisation, και κατηγόρησε τον διεφθαρμένο δυτικό πολιτισμό για τις περισσότερες αχρειότητες της σύγχρονης κοινωνίας. Όπως ο Ράτεναου, απεχθανόταν τον φιλελευθερισμό της προσέγγισης του laissez–faire (Σ.τ.Μ.: Φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία που απαιτεί τη μη παρέμβαση της κυβέρνησης, ιδίως στον οικονομικό τομέα. Κυριολεκτικά, «αφήστε ελεύθερα» όσα σχετίζονται με την παραγωγή και τη διακίνηση των εμπορευμάτων.) και τάχθηκε υπέρ μιας οικονομίας που θα χαρακτηριζόταν από την τάξη και τον έλεγχο. Όπως ο Σόμπαρτ, ήθελε ένα νέο είδος σοσιαλισμού, βασισμένου στις γερμανικές αρετές.

    Ο Σπένγκλερ αφιέρωσε το τελευταίο κεφάλαιο του διάσημου βιβλίου του στη «μηχανή» και, αργότερα, θα επανερχόταν σε αυτό το θέμα σε ένα βιβλίο με τίτλο Man and the Machine (Spengler, 1931) (Ο Άνθρωπος και η Τεχνική. Στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Μάγμα, Αθήνα, 2019, μτφ. Γιώργος Δ. Στεφανίδης). Όρισε την τεχνολογία με πολύ ευρείς όρους ως κάθε ικανότητα να ενεργούμε, συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και την ικανότητα ενός ζώου να τρέχει (Spengler, 1991, 1183). Η τεχνολογία δεν αποτελούσε από μόνη της πρόβλημα. Πρόβλημα ήταν μόνο η καπιταλιστική τεχνολογία. Όταν αναδύθηκε η «ιδέα της μηχανής» στην Αναγέννηση, είχε τη δυνατότητα να μεταμορφώσει τον κόσμο σε κάτι σπουδαίο, κάτι που ενσωμάτωνε την πραγματικά δημιουργική ψυχή του ανθρώπινου είδους (ό. π., 1187). Ωστόσο, εξαιτίας της ολέθριας επιρροής των εμπόρων και των ηγετών των επιχειρήσεων, είχε, κατά συνέπεια, βγει εκτός ελέγχου. Οι κάτοικοι της Δύσης είχαν γίνει σκλάβοι της τεχνολογίας, αντί κυρίαρχοί της. Και ο κατά τ’ άλλα δημιουργικός μηχανικός, «ο πεφωτισμένος ιερέας της μηχανής» (ό. π., 1191) είχε γίνει θύμα της.

    Ένας λόγος που ο Schröter ένιωθε την ανάγκη να υπερασπιστεί τον Σπένγκλερ ήταν ότι Η Παρακμή της Δύσης διαβαζόταν συνήθως ως ένα άκρως αντιτεχνολογικό ανάγνωσμα. Φράσεις όπως «η μηχανή ανήκει στον διάβολο» ήταν ευρέως παρεξηγημένες, τόσο από τους σύγχρονους του Σπένγκλερ όσο και από μεταγενέστερους διανοούμενους (βλέπε π.χ. Hortleder, 1974, 86 κ. εξ.). Όπως έχει επισημάνει ο Herf, γενικά δεν είχε παρατηρηθεί ότι ο Σπένγκλερ έτεινε να τοποθετεί τις χειρότερες πτυχές της σύγχρονης τεχνολογίας στις πιο απροκάλυπτα καπιταλιστικές χώρες στον κόσμο και το βιβλίο του περιλάμβανε μια έκκληση για μια τεχνολογία, η οποία δεν θα εξουσιαζόταν από τον Μαμμωνά (Herf, 1984, κεφάλαιο 3). Οι παραδοσιακοί ήρωες του Σπένγκλερ ήταν ο αγρότης που καλλιεργούσε τη γη και ο σιδεράς, του οποίου τα αγαθά ενσωμάτωναν την ψυχή του δημιουργού τους. Οι δραστηριότητές τους ήταν «αυτού που παρήγαγε» (erzeugend) και «αυτού που επεξεργαζόταν» (verarbeitend), ενώ ο έμπορος που «εκμεταλλευόταν» μόνο μετέδιδε (vermitteln) αγαθά (Spengler, 1991, 1158 κ. εξ.). Το ιδεώδες του Σπένγκλερ ήταν μια τεχνολογία, η οποία ελεγχόταν από τους πραγματικά παραγωγικούς ανθρώπους, όπως τους τεχνίτες και τους μηχανικούς (τους απόγονους του σιδερά). Ήθελε μια τεχνολογία που προέκυπτε από την πραγματική εμπειρία και από μια δημιουργική ψυχή αντί από έναν νου που «εκμεταλλευόταν». Μόνο μια τέτοιου είδους τεχνολογία θα μπορούσε να είναι πραγματικά πολιτισμική. Για τον γερμανικό λαό, αυτό σήμαινε μια ανάγκη για την απόρριψη της τεχνολογίας της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών και τη δημιουργία της δικής του τεχνολογίας – που θα βασιζόταν στη γερμανική Kultur.

    Με βάση τις κύριες αντιλήψεις αυτού του βιβλίου, είναι δυνατό να ερμηνεύσουμε το έργο του Σπένγκλερ σε δύο επίπεδα. Πρώτον, ο Σπένγκλερ προσπάθησε να τιθασεύσει τη σύγχρονη τεχνολογία, ενσωματώνοντάς τη στη γερμανική κουλτούρα. Δεύτερον, επιχείρησε να βάλει τάξη στην καπιταλιστική νεωτερικότητα, δημιουργώντας ένα νέο είδος κοινοτικής τάξης (Wagner, 1994).

    Ο Σπένγκλερ και πολλοί μανδαρίνοι δεν ήταν σε καμία περίπτωση οι μόνοι που εξέφρασαν έναν φόβο απέναντι στην ξένη τεχνολογία και υπερασπίστηκαν μια εθνικά προσανατολισμένη τεχνολογία. Το έκαναν ακόμη και ορισμένοι σημαίνοντες μηχανικοί. Ο Diplom–Ingenieur Carl Weihe ζήτησε από τους συναδέλφους του να μην ξεπουληθούν στη διεθνή τεχνολογία και προειδοποίησε τους συμπατριώτες του για τους κινδύνους του «Amerikanismus (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αμερικανισμός.) και όλες τις βλαβερές συνέπειές του για την ψυχή του λαού» – εννοώντας την ψυχή του γερμανικού λαού (Weihe, 1918, 86). Αυτός ο φόβος γι’ αυτά που θεωρούνταν αμερικανικά ιδεώδη και αμερικανική τεχνολογία άρχισε να διαδίδεται ευρέως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Hermand & Trommler, 1988, 49–58). Ο Weihe υπονόησε ότι η σύγχρονη τεχνολογία θα μπορούσε, πράγματι, να αποτελέσει απειλή, αν δεν στηριζόταν πάνω σε «κοινωνικοηθικές σκέψεις» και κάλεσε τους ανθρώπους της τεχνολογίας και της βιομηχανίας να κάνουν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να αναπτύξουν μια ανθρώπινη τεχνολογία και να διαδώσουν τη γνώση σχετικά με τα οφέλη της τεχνολογίας στους πολίτες (Weihe, 1918, 86).

    Δύο χρόνια αργότερα, ο Weihe επιμελήθηκε την έκδοση του περιοδικού Zeitschrift des Verbandes deutscher Diplom–Ingenieure, το όνομα του οποίου άλλαξε στο λιγότερο βαρετό Technik und Kultur, το 1922 (Herf, 1984, 171–178). Ο Weihe χρησιμοποίησε αυτό το περιοδικό πολύ αποτελεσματικά ως βήμα για έναν εντατικοποιημένο αγώνα για τη δημόσια αποδοχή της μηχανικής ως πνευματικού εγχειρήματος και έγινε ένας από τους πιο σημαίνοντες και πολυγραφότατους εκπροσώπους του σώματος των μηχανικών την περίοδο του μεσοπολέμου. Οι προσπάθειές του να κάνει την τεχνολογία «την αγαπημένη του λαού» είχαν αρχίσει αμέσως μετά τον πόλεμο ως μια αντίδραση στα συναισθήματα κατά της τεχνικής εκείνης της εποχής (Weihe, 1918, 87). Συμφωνούσε με πολλούς κριτικούς ότι «τα όπλα, τα κανόνια, τα αεροπλάνα, τα πολεμικά πλοία και τα υποβρύχια» ήταν τρομακτικά, αλλά υποστήριζε ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιπροσώπευαν τα τεχνικά προϊόντα ως σύνολο (Weihe, 1918, 330). Αντίθετα, όπως πρέσβευε, η ιστορία έδειχνε ότι η τεχνολογία ενσωματώνει τις πολιτισμικές αξίες και συμβάλλει στην πνευματική απελευθέρωση, μιας και απελευθέρωσε τους ανθρώπους από μέρος του μόχθου της σκληρής εργασίας (ό. π., 331).

    Ο Weihe υποστήριζε τον αγώνα των μηχανικών, κάνοντας τη σύγχρονη τεχνολογία πιο γερμανική και πιο ηθικά αποδεχτή και υιοθέτησε το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων, αναλύοντας την τεχνολογία με τους όρους της Kultur και του Geist.

    Παρόλο που πολλοί μηχανικοί άρχισαν να προσαρμόζονται στο συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων μετά το 1905, οι λόγοι τους όσον αφορά την εμπλοκή τους στον δημόσιο διάλογο ήταν οι ίδιοι με εκείνους στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα εξακολουθούσαν να καθοδηγούν τον αγώνα τους. Ο Dessauer δήλωσε κατηγορηματικά ότι, στις δραστηριότητές του ως συγγραφέα και ομιλητή, είχε πάντοτε προσπαθήσει να ενισχύσει το κοινωνικό στάτους του επαγγέλματος των μηχανικών8 (Dessauer, 1958, 22).

    Ο Bourdieu επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν ουδέτερα μέσα επικοινωνίας (Bourdieu, 1991, κεφάλαιο 7). Παρόλο που εκείνοι που ελέγχουν την υλική παραγωγή σε μια κοινωνία έχουν οικονομική δύναμη, εκείνοι που ελέγχουν τη διαμόρφωση των ιδεολογιών και άλλες κοσμοθεωρίες έχουν συμβολική δύναμη. Η συμβολική δύναμη θα παραμένει σε ισχύ όσο οι κατώτερες ομάδες θα πιστεύουν στις ιδεολογίες που παράγονται από τις κυρίαρχες τάξεις. Κι εδώ έγκειται το πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι μανδαρίνοι στην αλλαγή του αιώνα. Το ιδεολογικό τους μονοπώλιο τέθηκε υπό αμφισβήτηση και μόνο ορισμένοι μοντερνιστές μεταρρυθμιστές κατάλαβαν ότι θα μπορούσε να είναι αυτοκαταστροφικό να μένει κάποιος προσκολλημένος σε όλα τα κλασικά ιδανικά. Αντί να απορρίψουν εξολοκλήρου τη νεωτερικότητα, ο Mayer και ο Schweitzer επέλεξαν να κάνουν κάποιες πτυχές της να ταιριάξουν με την εκ νέου ορισθείσα εκδοχή της Kultur. Ένα μέρος αυτής της στρατηγικής ήταν να τιθασεύσουν τη σύγχρονη τεχνολογία, αναδεικνύοντας εκείνα τα συστατικά που ήταν ιδιαιτέρως γερμανικά ή απελευθερωτικά. Το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής ήταν η διαμόρφωση ενός διαλόγου που εξακολουθούμε να γνωρίζουμε σήμερα ως Technikphilosophie.


    ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Η «ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ», ΤΟ «ΝΕΟ ΚΡΑΤΟΣ» ΚΑΙ Η «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΤΟΥ ΡΑΤΕΝΑΟΥ

    Ο Βάλτερ Ράτεναου συμβόλιζε, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, τον αγώνα των Γερμανών για την ανάκαμψη και την ανόρθωση μετά τον πόλεμο. Αγωνιζόταν να επιβιώσει υπό συνθήκες ελλείψεων και κακουχιών, ως διευθυντής της μεγάλης ηλεκτροτεχνικής εταιρείας AEG, ως ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση της εθνικής παροχής φυσικών πόρων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και ως Υπουργός Εθνικής Ανασυγκρότησης σε μια κυβέρνηση μετά τον πόλεμο. Οι δραστηριότητές του ως διαχειριστή, επιχειρηματία και πολιτικού είναι αρκετά γνωστές και δεν θα εστιάσουμε εδώ σε αυτές. Αντίθετα, η προσοχή θα στραφεί στα οράματα μιας μελλοντικής κοινωνίας, τα οποία σκιαγράφησε μετά το 1915, οράματα τα οποία απορρίφθηκαν μάλλον με κατηγορηματικό τρόπο από τον Barnouw ως «ελαττωματικά» και «ουτοπικά με την παλιά, στατική έννοια του όρου» (Barnouw, 1988, 48, 66).

    Ο Ράτεναου προσπάθησε να κατανοήσει το χάος της περιόδου του πολέμου και την ύφεση μετά τον πόλεμο, μέσω του ορθολογικού σχεδιασμού με σκοπό την επίτευξη κοινών στόχων. Από τη θέση του στην κορυφή της γερμανικής κοινωνίας, οραματίστηκε ένα ισχυρό κράτος και ένα έθνος όπου η εξουσία των ομάδων ειδικών συμφερόντων είχε εξαφανιστεί. Παρόλο που εναπόθετε τις ελπίδες του στους νέους (Rathenau, 1918a), η καρδιά του –όπως και πολλών άλλων της «γενιάς του Γουλιέλμου» [Σ.τ.Μ.: Η περίοδος του Γουλιέλμου περιλαμβάνει την περίοδο της γερμανικής ιστορίας από το 1890 έως το 1918, δηλαδή την ηγεμονία του τελευταίου Γερμανού αυτοκράτορα, Γουλιέλμου Β´ (1888–1918), από την παραίτηση του Καγκελάριου Όττο φον Βίσμαρκ μέχρι το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, την πτώση του Γουλιέλμου Β´ και την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.]– χτυπούσε ακόμα για τα ιδανικά του Βίσμαρκ και του Kaiserreich (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αυτοκρατορία.) (Peukert, 1987, 26).

    Ο Ράτεναου διαμόρφωσε το όραμά του στα πολυάριθμα βιβλία, φυλλάδια και άρθρα που έγραψε μεταξύ 1915 και 1922. Τίτλοι όπως «Η Νέα Κοινωνία», «Το Νέο Κράτος» και «Η Νέα Οικονομία» αποκαλύπτουν ότι στόχος του ήταν μια νέα αρχή (Rathenau, 1918b, 1919c, 1922). Είχε ήδη χτίσει το όνομά του ως δοκιμιογράφος την πρώτη δεκαετία του αιώνα, αλλά είναι σαφές ότι ο πόλεμος τον επηρέασε βαθιά. Λίγο πριν το 1914, είχε γράψει δύο φιλοσοφικές κριτικές για το σύγχρονο Zeitgeist (Σ.τ.Μ.: Όρος που έχει καθιερωθεί από τα Γερμανικά και σημαίνει «πνεύμα των καιρών».), αλλά τα γραπτά του, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν, υπογράμμισαν οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Είναι αλήθεια ότι άρχιζε το βιβλίο του που εκδόθηκε το 1917 με τίτλο In Days to Come (Στο Μέλλον), ισχυριζόμενος ότι τα υλικά φαινόμενα δεν έχουν καμία εγγενή αξία και ότι μόνος σκοπός τους είναι «να προάγουν την ανάπτυξη της ψυχής και των ορίων αυτής», αλλά στις επόμενες αναλύσεις του μιλούσε πάρα πολύ λίγο για την ψυχή και το πνεύμα. (Βλέπε, π.χ., Rathenau, 1917a, 5). Αντί να κάνει μια ιδεαλιστική «κριτική της εποχής μας» ή μια μπεργκσονιανή ανάλυση «της μηχανικής του πνεύματος», όπως είχε κάνει πριν από τον πόλεμο (Rathenau, 1912, 1913), συζητούσε τώρα για το πώς θα έπρεπε να οργανωθεί η Γερμανία για να ανταποκριθεί στις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις που ακολούθησαν τον απόηχο του πολέμου. Ήθελε να βγάλει τη Γερμανία από μια καταστροφική κατάσταση, στην οποία η εθνική οικονομία της ήταν κατεστραμμένη, το σύνταγμά της αμφισβητείτο και ο πληθυσμός της είχε μειωθεί σημαντικά (Rathenau, 1918d) (Rathenau, 1918e, 57). Και σε μια τέτοια κατάσταση, ο Ράτεναου θεώρησε ότι ένας πραγματιστικά οικονομικός διάλογος ήταν πιο ενδεδειγμένος.

    Ο Ράτεναου ήταν μια εξέχουσα μορφή στη γερμανική υψηλή κοινωνία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιδέες του συμφωνούσαν πάντα με εκείνες της πολιτικής, στρατιωτικής και επιχειρηματικής ελίτ. Ο Barnouw και ο Hellige υποστηρίζουν ότι ο Ράτεναου ήταν ένας αουτσάιντερ που ασπαζόταν ορισμένες από τις απόψεις των συναδέλφων του και απέρριπτε άλλες (Barnouw, 1988) (Hellige, 1990). Ήταν ένας πολίτης, αλλά έγινε υπεύθυνος για την αξιοποίηση των εθνικών πόρων για την πολεμική προσπάθεια· ήταν καπιταλιστής (για παράδειγμα, μέλος πολλών διοικητικών συμβουλίων), αλλά επιχειρηματολογούσε υπέρ της περισσότερης κρατικής εξουσίας· ήταν Εβραίος, αλλά και ένθερμος Γερμανός εθνικιστής· ήταν μηχανικός, αλλά προειδοποιούσε για τους κινδύνους του εκμηχανισμού.

    Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το υπόβαθρο, δεν αποτελεί έκπληξη το να βλέπουμε ότι ένας από τους κύριους στόχους του Ράτεναου, στα γραπτά του μετά τον πόλεμο, ήταν η φιλελεύθερη οικονομία που ήταν οργανωμένη με βάση τις αρχές του laissez faire. Η «ανεξέλεγκτη διαμάχη» μεταξύ των γερμανικών εταιρειών οδήγησε μόνο στο χάος και στην κακοδιαχείριση των πόρων (Rathenau, 1918e, 67). Ήταν φρικτό «εκατοντάδες χιλιάδες άντρες να ταξιδεύουν στους σιδηροδρόμους με μοναδικό τους μέλημα να εξυπηρετούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων εμπορικών εταιρειών» (ό. π., 75). Ο ανταγωνισμός ήταν γενικά καταστροφικός όσον αφορά τον πλούτο του έθνους. Ήταν ηθικά ανεύθυνο κάθε άτομο να πασχίζει για το δικό του όφελος, ενώ η Γερμανία αιμορραγούσε και αργοπέθαινε. Συνεπώς, η κριτική του Ράτεναου για ένα άκρως φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα είχε μια καθαρά εθνικιστική προκατάληψη. Αντιπαθούσε τον ανταγωνισμό εντός της Γερμανίας, αλλά αποδεχόταν τον οικονομικό ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών.

    Ο Ράτεναου ήταν υπέρ των περισσότερων ειδών εγχώριων μονοπωλίων και είχε ταχθεί υπέρ της οργάνωσης της γερμανικής οικονομίας με τη μορφή φορέων που θύμιζαν καρτέλ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το έβρισκε απολύτως σωστό «ο ιδιοκτήτης ενός σιδηροδρόμου, ενός συστήματος ύδρευσης, ενός λιμανιού να λαμβάνει δικαιώματα μονοπωλίου απευθείας από το κράτος ή τις δημοτικές αρχές» (Rathenau, 1917a, 107). Ορισμένοι μπορεί να πιστεύουν ότι τέτοιου είδους μονοπώλια –μαζί με τα δικαιώματα επί των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και τα καρτέλ– ήταν άδικα και αναποτελεσματικά, αλλά ο Ράτεναου ήταν της άποψης ότι όντως ίσχυε το αντίθετο. Στην καλύτερη περίπτωση, ο ανταγωνισμός ήταν ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Το «μονοπώλιο της τεχνολογικής προόδου» ήταν εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία του κοινού πλούτου (ό. π., 108). Στις εταιρείες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους μπορεί να μην αρέσει το να μην μπορούν να μοιράζονται τους καρπούς των νέων εφευρέσεων, αλλά τα δικαιώματα επί των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έδιναν στους κατόχους τους τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις καινοτομίες με έναν τρόπο που ήταν οικονομικά ορθολογικός σε σχέση με την κοινωνία ως σύνολο.

    Βαρελάς Τάκης / Όπου φως και η ζωή / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

    Ο Ράτεναου αντιλαμβανόταν ότι μια προϋπόθεση για το οικονομικό του σύστημα ήταν είτε αυτό να διαπνέεται από «μια ηθική αίσθηση ευθύνης» είτε να ελέγχεται με λεπτομέρεια (Rathenau, 1918e, 67). Διαφορετικά, τα μονοπώλια μπορεί να χρησιμοποιούνταν λανθασμένα και οι άνθρωποι να εργάζονταν μόνο για το δικό τους όφελος. Κάθε άτομο και εταιρεία έπρεπε να νιώθει την υποχρέωση να εργάζεται για το κοινό καλό του έθνους. Πράγματι, μόνο στους αρρώστους και στους ηλικιωμένους θα έπρεπε να επιτρέπεται να παραμένουν άεργοι (Rathenau, 1917a, 131). Η νωθρότητα, η κερδοσκοπία και ο κοντόφθαλμος εγωισμός θα έπρεπε να καταπολεμηθούν.

    Παρά τους περιορισμούς αυτούς, ο Ράτεναου ποτέ δεν αμφισβήτησε «τον νόμο του κεφαλαίου» (Rathenau, 1917a, 70). Μερικές φορές, αποκαλούσε τον εαυτό του σοσιαλιστή, αλλά δεν έβλεπε τον σοβιετικό κομμουνισμό ως εναλλακτική στον φιλελευθερισμό. Δεν ήθελε να κοινωνικοποιήσει τα μέσα παραγωγής, αλλά επιθυμούσε να εμποδίσει τις ιδιωτικές εταιρείες από το να ενεργούν ενάντια στα συμφέροντα της χώρας ως σύνολο. Δεν ήθελε να απαλλαχθεί από το δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, αλλά αντιπαθούσε τον κληρονομούμενο πλούτο και τα προνόμια (Rathenau, 1918c, 38). Δεν ήθελε να καταπνίξει το παγκόσμιο εμπόριο, αλλά επιχειρηματολογούσε υπέρ των σημαντικά αυξημένων τελωνειακών δασμών. Το όραμά του περιλάμβανε ένα σύστημα με ιδιωτική, αλλά «όχι απεριόριστη» επιχειρηματική δραστηριότητα (Rathenau, 1918e, 67).

    Ο Ράτεναου γνώριζε καλά ότι τα υλικά, η ενέργεια και η εργασία ήταν περιορισμένα και θεωρούσε τη χρήση αυτών των πόρων κοινό, κοινωνικό μέλημα (Rathenau, 1917a, 247). Κάθε πολίτης είχε δικαίωμα σε ένα συγκεκριμένο μερίδιο φυσικών πόρων και στους καρπούς της βιομηχανίας. Για λόγους τόσο οικονομίας όσο και ισότητας, ήθελε, επομένως, να μειώσει την κατανάλωση των μη απαραίτητων ειδών. Στιγμάτιζε τη ματαιοδοξία των ανώτερων τάξεων και ισχυριζόταν ότι η απληστία τους συνέβαλε στην ολοένα και αυξανόμενη ανέχεια των χαμηλότερων τάξεων: «… όλα αυτά τα χρόνια δουλειάς που απαιτούνται για την παραγωγή ενός ακριβού κεντήματος ή μιας εντυπωσιακής ταπισερί, έχουν αφαιρεθεί για πάντα από τον ρουχισμό των φτωχών» (Rathenau, 1917a, 78). Ενώ ορισμένοι άνθρωποι κολυμπούσαν στην πολυτέλεια, άλλοι δεν είχαν αρκετά για να φάνε. Αυτό ήταν ιδιαίτερα καταστροφικό στην περίπτωση των εισαγόμενων αγαθών, από τη στιγμή που οι φτωχοί όχι μόνο στερούνταν πόρων, αλλά οι πόροι αυτοί εξάγονταν και από τη χώρα. Η εισαγωγή ειδών πολυτελείας είχε κάνει τη Γερμανία φτωχή και θα έπρεπε να αποφεύγεται (Rathenau, 1918d, 26) (Rathenau, 1918e, 55).

    Δυστυχώς, η απόλαυση της πολυτέλειας δεν περιοριζόταν στα πιο εύπορα τμήματα της κοινωνίας. Ο Ράτεναου υποστήριζε ότι διαδιδόταν ο άψυχος ηδονισμός. Πολλοί άνθρωποι ντρέπονταν για το ότι ενέδιδαν στην «επιδεικτική κατανάλωση» (όρος του Thorstein Veblen), αλλά, ωστόσο, προσπαθούσαν να «καλύψουν αυτή την ντροπή, προσθέτοντας λίγο συναίσθημα στην άθλια τεχνολογία της σημερινής ζωής και των προϊόντων της» (Rathenau, 1917a, 8). Ο κόσμος απαιτούσε προϊόντα με μια «έγχρωμη επιφάνεια», ώστε να μην κριτικάρεται για το ότι ήταν υπερβολικά ματεριαλιστής (ό. π., 9). Με άλλα λόγια, ο περιττός σχεδιασμός είχε γίνει ένα μέσο αντιστάθμισης όσον αφορά την απεριόριστη κατανάλωση. Η μείωση των απαιτήσεων για νέα αγαθά φαινόταν να αποκλείεται εξολοκλήρου.

    Ο βασικός φορέας του σχεδόν επαναστατικού οράματος του Ράτεναου έπρεπε να είναι το γερμανικό κράτος. Όταν περιέγραψε αυτό το κράτος, ήταν ασυνήθιστα ποιητικός:

    … βλέπουμε ακτίνες φωτός να αγγίζουν την εικόνα – ακτίνες από τον ήλιο του κράτους. Δεν ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα για την κοινωνικοποίηση της οικονομίας ούτε έχουμε και κάποια μανία όσον αφορά την παρέμβαση του κράτους, εκεί όπου αυτή δεν χρειάζεται. Αλλά νιώθουμε ολοένα και περισσότερο ότι δεν είμαστε μόνο οικονομικά υπεύθυνοι για τον εαυτό μας, αλλά και για τους άλλους και ότι εμείς και το κράτος έχουμε από κοινού ευθύνη. Ένα πιο βαθύ συναίσθημα κοινότητας ανάμεσα στο κράτος και τη βιομηχανία δεν είναι τρομακτικό, δεδομένου ότι το κράτος είναι σε θέση να απελευθερωθεί από τις μονόπλευρες και γραφειοκρατικές μεθόδους… και να μετατραπεί στο υψηλότερο και πιο αυθεντικό όργανο της κοινής θέλησης και του κοινού πνεύματος (Rathenau, 1918d, 28).

    Μόνο το κράτος, σύμφωνα με την άποψη του Ράτεναου, μπορούσε να εγγυηθεί ότι οι κοινές ανάγκες θα ταίριαζαν με τα ιδιωτικά συμφέροντα. Το κράτος θα ρύθμιζε τις οικονομικές υποθέσεις, επιτρέποντας παράλληλα την ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της θρησκείας. Το νέο κράτος θα εξασφάλιζε ότι η παραγωγή και η διανομή θα εκτελούνταν αποτελεσματικά και η υπερβολική κατανάλωση θα αποφεύγονταν. Για παράδειγμα, θα εφάρμοζε υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές, θα αύξανε τους φόρους στα είδη πολυτελείας και θα παρείχε σε κάθε πολίτη ένα ελάχιστο μερίδιο από τον κοινό πλούτο (Rathenau, 1917a, 103). Οι φόροι επί των πωλήσεων θα έπρεπε να αυξηθούν και οι φόροι επί του εισοδήματος να μειωθούν. Το «νέο κράτος» του Ράτεναου περιλάμβανε τόσο πατερναλιστικά όσο και «νεο-μερκαντιλιστικά» (ό. π., 251) στοιχεία.

    Ο Ράτεναου θεωρούσε μεγάλο εχθρό του κράτους του τον μαζικό αριθμό ομάδων ειδικών συμφερόντων που αγωνίζονταν μόνο για το δικό τους όφελος. Όπως υπαινισσόταν, ο παρτικουλαρισμός (Σ.τ.Μ.: Αρχή με βάση την οποία ένα κράτος σε ένα έθνος ή μια ομοσπονδία ενεργεί ανεξάρτητα από την κεντρική εξουσία, ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με την προώθηση των δικών του οικονομικών συμφερόντων.) ήταν δυσλειτουργικός όσον αφορά την οργανική ενότητα οποιουδήποτε λαού και σε σχέση με τον συλλογικό πλούτο οποιουδήποτε έθνους. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπονοηθεί ότι ο Ράτεναου αντιτίθετο σε όλα τα είδη της ομαδικής επιρροής. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τη Sachlichkeit (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αντικειμενικότητα.) και ήθελε κάθε επαγγελματική ομάδα να είναι σε θέση να επηρεάζει την οργάνωση του τομέα εξειδίκευσής της (Rathenau, 1922, 29). Για παράδειγμα, το θεωρούσε άκρως φυσικό οι καθηγητές και οι άλλοι δάσκαλοι να έχουν λόγο στα εκπαιδευτικά ζητήματα, αλλά υποστήριζε ότι έπρεπε να το κάνουν αυτό ως ειδικοί και όχι ως ομάδες ειδικών συμφερόντων (ό. π., 39). Από τη στιγμή που ο Ράτεναου θεωρούσε τη Sachlichkeit αναπόσπαστο κομμάτι του «πραγματικού γερμανικού πνεύματος», ήταν πεπεισμένος ότι θα ήταν δυνατό να διαχωρίσει κανείς τις γνώσεις των ειδικών από τα υποκειμενικά συμφέροντα στη Γερμανία (ό. π., 9). Το κράτος του δεν θα ήταν μόνο πατερναλιστικά οργανικό· θα ήταν και τεχνοκρατικά εταιρικό: «Θα οικοδομήσουμε ένα κράτος το οποίο θα είναι πιο αμερόληπτο, πιο οργανικό, πιο δίκαιο, πιο ελεύθερο και πιο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε άλλο κράτος… Αυτό είναι το Νέο Κράτος» (ό. π., 71).

    Το κράτος του Ράτεναου θα στηριζόταν στους ώμους του γερμανικού λαού. Το πρόβλημα, κατά την άποψή του, ήταν ότι ο λαός ήταν κοινωνικά διασπασμένος και είχε «μηχανοποιηθεί όσον αφορά το πνεύμα και τον τρόπο ζωής» (Rathenau, 1918e, 72) (Rathenau, 1922, 16). Κατά συνέπεια, ήταν απαραίτητο ο λαός να ενωθεί. Παρόλο που ήταν Εβραίος, ο Ράτεναου δεν έπαψε ποτέ να δίνει έμφαση στην ενότητα του γερμανικού λαού – Τεύτονες ή Εβραίοι. Όπως και αρκετοί συντηρητικοί Σουηδοί κριτικοί αυτή την περίοδο (βλέπε Elzinga et al, κεφάλαιο 6 στον παρόντα τόμο), ο Ράτεναου μιλούσε για «τη σπουδαία εποχή» στην ιστορία της χώρας του και ήθελε να την αποκαταστήσει (Rathenau, 1922, 10).

    Ο Ράτεναου γνώριζε πολύ καλά ότι η υλική βάση της νέας κοινωνίας μπορούσε να στηρίζεται μόνο στη βιομηχανία και τη γεωργία. Από τη στιγμή που η βιομηχανική παραγωγή ήταν γενικά οργανωμένη με αναποτελεσματικό τρόπο, υπήρχε ανάγκη για μια «επιστήμη της βιομηχανίας» (Rathenau, 1918e, 76). Μιας και οι περισσότερες εταιρείες ήταν σε θέση να πουλούν ό,τι παρήγαγαν με μεγάλο κέρδος, οι βιομήχανοι είχαν πολύ λίγα κίνητρα για να εξοικονομούν πόρους. Η «επιστημονική τεχνολογία», την οποία εκπροσωπούσαν καλά εκπαιδευμένοι μηχανικοί, είχε διεισδύσει μόνο σε λίγους κλάδους της βιομηχανίας – τη βιομηχανία της ενέργειας, στην οποία και ο ίδιος ο Ράτεναου ήταν πιο ενεργός, μιας και ανήκε σε αυτή (ό. π., 78). Η παθητική στάση των περισσότερων εταιρειών θα μπορούσε να είναι κατανοητή, αν η οικονομία ανθούσε, αλλά δεν μπορούσε να είναι αποδεκτή όταν «όλες οι απώλειες και η σπατάλη [ήταν] κοινό μέλημα» (ό. π.). Η ανεπάρκεια πόρων που είχε γίνει εμφανής κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε καταστήσει ανήθικο τον μη εκσυγχρονισμό της παραγωγής.

    Υπάρχουν πολυάριθμες ερμηνείες των γραπτών και των πράξεων του Ράτεναου. Η Mader τον έχει αποκαλέσει «αξιωματούχο του οικονομικού κεφαλαίου» (Mader, 1974). Ο Hughes έχει υποστηρίξει ότι ο Ράτεναου ήταν ένας «οικοδόμος συστημάτων», ο οποίος όχι μόνο οικοδόμησε τεχνικά συστήματα, αλλά προσπάθησε, επίσης, να οργανώσει εταιρείες και ολόκληρους κλάδους της βιομηχανίας με έναν συστημικό τρόπο (Hughes, 1990). Παραδειγματική στην ερμηνεία του Hughes είναι η προσπάθεια του Ράτεναου να συντονίσει τη γερμανική ηλεκτροτεχνική βιομηχανία μέσω της παρέμβασης του κράτους· ο Ράτεναου επιχείρησε να δημιουργήσει ένα εθνικό μονοπώλιο σε αυτόν τον τομέα για χάρη της βέλτιστης απόδοσης. Η εξήγηση του Hughes όσον αφορά την πολιτική συγκεντρωτισμού του Ράτεναου αποτέλεσε στη συνέχεια αντικείμενο κριτικής από τον Hellige, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι προσπάθειες του Ράτεναου να ελέγξει τη βιομηχανία είχαν να κάνουν με την αρνητική εμπειρία που είχε στη νεανική του ηλικία από τον απεριόριστο ανταγωνισμό στη βιομηχανία των χημικών (Hellige, 1990). Ο Ράτεναου ήταν, σύμφωνα με την ανάλυση του Hellige, ένας «οργανωτής του καπιταλισμού» και όχι ένας «οικοδόμος συστημάτων»· ήταν πιο κοντά στον Αμερικανό μηχανικό και σοσιαλιστή Charles Steinmetz και τον «εταιρικό κολεκτιβισμό» του αντί στον, επίσης, Αμερικανό Τόμας Έντισον και τη στρατηγική του με βάση την οποία χτιζόταν ένα σύστημα.

    Το έργο του Ράτεναου θα μπορούσε, επίσης, να ερμηνευθεί ως ένα έργο που ταίριαζε σε αυτό που ο Galbreith έχει αποκαλέσει «οργανωμένο καπιταλισμό» (Galbreith, 1967) ή ως ένα έργο που επιχείρησε να εισαγάγει ένα «ορατό χέρι» στην αγορά (Chandler, 1977). Ωστόσο, πιστεύω ότι όλες αυτές οι ερμηνείες είναι, κατά κάποιον τρόπο, μονομερείς, γιατί θεωρούν την επιχειρηματική εμπειρία του Ράτεναου το σημείο εκκίνησης. Η οπτική του Ράτεναου δεν περιλάμβανε μόνο μια επιχειρηματική πολιτική· το όραμά του περιλάμβανε όχι μόνο τον κόσμο της παραγωγής, αλλά και την κοινωνία ως σύνολο. Σίγουρα δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι τα γραπτά του και η πολιτική σχεδιασμού του την περίοδο του πολέμου ενέπνευσαν τον Λένιν και άλλους Μπολσεβίκους στα σχέδιά τους για τη Σοβιετική Ένωση (Maier, 1987, 43). Θα πρέπει να κοιτάξουμε καλύτερα τις πολιτικές διαστάσεις του οράματός του. Θα έλεγα ότι η ανάλυση του 1994 του Wagner όσον αφορά το τέλος της «φιλελεύθερης ουτοπίας» στην αλλαγή του αιώνα είναι μια πιο κατάλληλη βάση για μια ερμηνεία του έργου του Ράτεναου. Ο Wagner υποστηρίζει ότι η κλασική νεωτερικότητα γενικά και ο κλασικός φιλελευθερισμός ειδικότερα αντικαταστάθηκαν από την «οργανωμένη νεωτερικότητα» και διάφορα κρατιστικά έργα την περίοδο του μεσοπολέμου (Wagner, ό. π., κεφάλαια 5 και 6). Τα οράματα της Γαλλικής Επανάστασης είχαν αποτύχει. Η ελεύθερη πρωτοβουλία, η αληθινή δημοκρατία και η αμερόληπτη επιστήμη είχαν αποδειχθεί μη πρακτικές. Αντίθετα, διάφοροι παράγοντες προσπάθησαν να χαλιναγωγήσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα, την πολιτική και την επιστήμη. Η φιλελεύθερη ιδέα των ελεύθερων ανθρώπινων όντων αντικαταστάθηκε από συλλογικές έννοιες, όπως η τάξη και ο Volk (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Λαός.) (Stråth, 1990). Ασφαλώς, ο σοβιετικός κομμουνισμός και ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός κατέληξαν να ενσαρκώσουν αυτές τις τάσεις, αλλά αναπτύχθηκαν, επίσης, και λιγότερο ακραίες προσπάθειες ελέγχου της νεωτερικότητας. Στη Σουηδία, το όραμα του folkhem (Σ.τ.Μ.: Σουηδικά στο κείμενο. Κράτος πρόνοιας.) διαμορφώθηκε τόσο από διανοούμενους της Δεξιάς όσο και από εξέχοντες σοσιαλδημοκράτες (βλέπε κεφάλαιο 6 παρακάτω). Οι Αμερικανοί υιοθέτησαν τη λεγόμενη Νέα Συμφωνία (New Deal). Ο Wagner γράφει ότι «όλες αυτές οι προτάσεις ήταν αντιδράσεις στην αισθητή αστάθεια των μεταφιλελεύθερων καθεστώτων» και ότι «όλες τους στηρίζονταν στον ορισμό μιας, κατά κύριο λόγο, εθνικής κολεκτίβας και στην κινητοποίηση των μελών μιας τέτοιας κολεκτίβας υπό την ηγεσία του κράτους» (Wagner, 1994, 67).

    Καταλήγοντας, συμπεραίνω ότι οι ιδέες και οι δραστηριότητες του Ράτεναου κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά από αυτόν συνιστούσαν μια συντονισμένη προσπάθεια για τη ρύθμιση του μοντέρνου έργου χωρίς να το απορρίπτουν. Ο Ράτεναου αγωνιζόταν να φέρει τις βιομηχανίες και τα άτομα σε έναν κοινό δρόμο, όπου οι προσπάθειές τους θα μπορούσαν να οργανωθούν συλλογικά και να κατευθυνθούν προς κοινούς στόχους. Ήλπιζε να χρησιμοποιήσει την πειθαρχία αντί την ελευθερία και την κοινότητα αντί το εγώ. Η πολιτική του στόχευε στην αφομοίωση της σύγχρονης τεχνολογίας σε οικείες δομές αντί στην προσαρμογή αυτών των δομών στις απαιτήσεις της τεχνολογίας.

    Ο πόλεμος, στο μυαλό του Ράτεναου, άνοιγε μια πόρτα σε έναν κόσμο χωρίς εγωισμό. Παρά τις ωμότητές του, είχε ορισμένες θετικές συνέπειες: «… η φωτιά του κόσμου είχε βγάλει καρπούς, οι οποίοι –ενόψει του ψυχρού εγωισμού και της αδιαφορίας– διαφορετικά θα είχαν χρειαστεί αιώνες για να ωριμάσουν» (Rathenau, 1918e, 71). Ήδη το 1915, όπως παρατήρησε ο Ράτεναου, η αντίσταση των φιλελεύθερων ενάντια στην κρατική παρέμβαση είχε αρχίσει να εξασθενεί εξαιτίας του πολέμου (Rathenau, 1917a, 77). Ο Ράτεναου ήλπιζε ότι ο πόλεμος θα έπειθε τελικά κάθε μεμονωμένο άτομο και κάθε εταιρεία για την αναγκαιότητα του κρατικού συντονισμού, της εθνικής συνεργασίας και της σκληρής δουλειάς προς την επίτευξη κοινών στόχων. Μόνο οι χώρες που θα είχαν «σχεδιασμένη τάξη, συνειδητή οργάνωση, επιστημονική αρτιότητα και ένα πιστό αίσθημα ευθύνης» (Rathenau, 1918e, 67) θα επιβίωναν μακροπρόθεσμα. Οι υπόλοιπες, «τα σκουπίδια» θα εξαφανίζονταν (ό. π., 72).

    Συνεπώς, ο Ράτεναου απέδωσε στον Παγκόσμιο Πόλεμο τον ρόλο μιας Μεγάλης Διαχωριστικής Γραμμής στην ιστορία και τον θεώρησε, στην ουσία, ένα γεγονός με θετικά αποτελέσματα. Αντίθετα από τον Schulin, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ο Ράτεναου «δεν ήταν σίγουρος» αν ο πόλεμος θα συνέβαλε στις «επαναστατικές αλλαγές του σύγχρονου κόσμου», τις οποίες ανέμενε (Schulin, 1990, 55). Ο Ράτεναου ήταν πολύ σίγουρος ότι ο πόλεμος θα είχε δραστικές συνέπειες. Ο πόλεμος είχε οδηγήσει στην εφαρμογή νέων μεθόδων παραγωγής και στην κατασκευή νέων εργοστασίων όσον αφορά τις βιομηχανίες των χημικών, των μεταλλουργικών υλικών και της κατασκευής πλοίων (Rathenau, 1918e, 50). Αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι οδήγησε στην εμφάνιση μιας νέας κοινωνίας. Μια νέα παγκόσμια οικονομία, μια νέα βιομηχανία και μια νέα Γερμανία θα γεννιούνταν από τις στάχτες. «Η ιδιοκτησία, η κατανάλωση και οι απαιτήσεις» ήταν «κάθε άλλο παρά ιδιωτικά ζητήματα» σε αυτόν τον κόσμο (Rathenau, 1917a, 75). Εξαιτίας της έλλειψης φυσικών πόρων, ο γερμανικός λαός θα έπρεπε να μάθει να κάνει οικονομία. Αυτό δεν σήμαινε ότι η Γερμανία θα έπρεπε να γυρίσει την πλάτη στη σύγχρονη βιομηχανία, αλλά αντίθετα ότι η βιομηχανική παραγωγή θα έπρεπε να γίνει πιο αποδοτική. Χρειάζονταν καλύτερος σχεδιασμός και βελτιωμένη οργάνωση. Στο επίκεντρο του οράματος του Ράτεναου βρίσκονταν η συγκέντρωση της παραγωγής σε λιγότερες αλλά μεγαλύτερες μονάδες, η τυποποίηση των προϊόντων με στόχο τον περιορισμό των περιττών μεγάλων ποικιλιών, ο εκμηχανισμός της παραγωγής και η εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης (Rathenau, 1918d, 27-28). Εδώ, δεν είχε μόνο το κράτος σημαντική αποστολή. Οι εταιρείες που ανήκαν στον ίδιο επιχειρηματικό κλάδο έπρεπε να συνεργαστούν αντί να εμπλακούν σε ανούσιο ανταγωνισμό. Έπρεπε να διεξαγάγουν προγράμματα δομικής αναδιάρθρωσης, προκειμένου η παραγωγή να γίνει ιδανικά αποδοτική. Μέσα από αυτά τα προγράμματα, θα έπρεπε να λάβει χώρα μια «επιστημονικά οργανωμένη διάκριση της εργασίας ανά κατηγορία» ανάμεσα στις εταιρείες (Rathenau, 1918e, 80). Κατά πάσα πιθανότητα, έχοντας στο νου του το καρτέλ της IG-Farben (Σ.τ.Μ.: Γερμανική Κοινοπραξία Βιομηχανιών Χρωστικών Υλών που συστάθηκε το 1925 και διαλύθηκε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως λόγω της συνεργασίας της με τους Ναζί. Η IG–Farben παρήγαγε το εντομοκτόνο Zyklon B, αέριο με βάση το υδροκυάνιο, που χρησιμοποιήθηκε στους θαλάμους αερίων στα στρατόπεδα εξόντωσης του ναζιστικού καθεστώτος.), ο Ράτεναου εγκωμίαζε τη βιομηχανία των χημικών για το ότι είχε πετύχει τα περισσότερα από αυτή την άποψη (Rathenau, ό. π., 111 κ. εξ.).

    Ο πόλεμος έδωσε στον Ράτεναου καλούς λόγους για να ταχθεί υπέρ διάφορων μέτρων αναδιάρθρωσης. Παρόλο που ο ίδιος δεν χρησιμοποιούσε τον όρο «αναδιάρθρωση», όταν συζητούσε τρόπους για να κάνει την οικονομία πιο αποδοτική, πολλές από τις ιδέες του εναρμονίζονταν με εκείνες του αναδυόμενου «κινήματος αναδιάρθρωσης» (De Geer, 1978). Στον πυρήνα αυτού του κινήματος βρισκόταν το «επιστημονικό μάνατζμεντ» του Frederick Taylor, η γραμμή παραγωγής του Henry Ford και διάφορες μορφές εταιρικής αναδιάρθρωσης (π.χ., η δημιουργία καρτέλ). Όλα αυτά τα μέτρα ήταν επωφελή για τη βιομηχανία εν γένει και για τις μεγάλες εταιρείες ειδικότερα – πόσο μάλλον για την AEG του Ράτεναου. Η ερμηνεία μου είναι ότι ο πόλεμος έδωσε την ευκαιρία στον Ράτεναου να παρουσιάσει αυτά τα ειδικά συμφέροντα με τη μορφή κοινών, γενικών συμφερόντων. Μια τέτοια στρατηγική ήταν άκρως πειστική στο γερμανικό συλλογιστικό πλαίσιο, όταν υποβαθμίστηκαν οι αμερικανικές ρίζες του. Το μεγαλύτερο μέρος της ανώτερης και της μεσαίας τάξης στη Γερμανία –όχι μόνο οι μανδαρίνοι– θεωρούσε ότι το κράτος ήταν αντικειμενικό και δίκαιο. Αν κάποιος είχε την ικανότητα να εξασφαλίσει ότι η σύγχρονη βιομηχανία θα οργανωνόταν και θα τιθασευόταν με έναν αποδεκτό τρόπο, αυτός θα ήταν το κράτος (Wagner, 1994, κεφάλαιο 4).

    Από τη στιγμή που η νέα οικονομία θα οργανωνόταν σε εθνικό επίπεδο, θα ήταν για μία ακόμη φορά δυνατό τα εθνικά χαρακτηριστικά να επηρεάσουν τις τεχνολογικές εξελίξεις. Ο Ράτεναου θλιβόταν για το γεγονός ότι η μαζική παραγωγή είχε οδηγήσει σε μια ολοένα και αυξανόμενη ομοιόμορφη τεχνολογία: «Τα αγαθά πλημμύριζαν τη Γη. Οι παλιές, όμορφες διαφορές που συναντούσε συνήθως όποιος επισκεπτόταν μακρινές πόλεις και χώρες έχουν χαθεί στην εποχή μας. Ο ταξιδιώτης δεν μπορεί πλέον να βιώσει και να εκτιμήσει τους καρπούς νέων εδαφών, της τέχνης και της εργασίας» (Rathenau, 1918d, 20).

    Βαρελάς Τάκης / Γεννήτορ / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

    Ο Ράτεναου κατέληξε ότι, αν η παραγωγή επρόκειτο να γίνει λιγότερο διεθνής, μπορεί να επανεμφανίζονταν τοπικές τάσεις και θα ήταν ευκολότερο να αντισταθεί κανείς στην αμερικανική επιρροή πάνω στην τεχνολογία. Η γερμανική τεχνολογία θα αντικατόπτριζε σε μεγαλύτερο βαθμό τη γερμανική νοοτροπία και, συνεπώς, θα ήταν πιο οικεία στον γερμανικό λαό.

    Επομένως, ο Ράτεναου προσπάθησε να αντιμετωπίσει την έλλειψη πόρων και τον ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό με ένα ισχυρό κράτος και να κάνει τη σύγχρονη τεχνολογία παραγωγής και την καπιταλιστική εκμετάλλευση αποδεκτές μέσω της χρήσης εθνικιστικής επιχειρηματολογίας. Ο Βίσμαρκ είχε δει το ισχυρό κράτος ως εργαλείο για την ενοποίηση του γερμανικού λαού 50 χρόνια νωρίτερα και ο Χίντενμπουργκ είχε χρησιμοποιήσει τον μηχανικό εξοπλισμό του κράτους για να προμηθεύσει τις ένοπλες δυνάμεις με υλικούς πόρους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Ράτεναου, ωστόσο, θεωρούσε το κράτος ένα μέσο για να γίνει η σύγχρονη βιομηχανία ελκυστική. Υπό την προστασία του γερμανικού κράτους, η σύγχρονη τεχνολογία, διαποτισμένη από ένα εθνικιστικό πνεύμα, θα τιθασευόταν.

    Μια βασική θέση σε αυτόν τον τόμο είναι ότι διάφορα γεγονότα την περίοδο 1900–1939 αποτέλεσαν πρόκληση για τους δυτικούς διανοούμενους με σημαντικούς τρόπους και ότι οι εν λόγω διανοούμενοι αντιμετώπισαν αυτές τις προκλήσεις, προσφεύγοντας σε οικείες, αλλά αναδιατυπωμένες έννοιες και θέματα. Στη γερμανική περίπτωση, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν το ορόσημο. Μια σύγκριση των μεταπολεμικών γραπτών του Ράτεναου με δύο δοκίμια που είχε δημοσιεύσει μόλις πριν το ξέσπασμα του πολέμου υποστηρίζει αυτή τη θέση9.

    Κύριος στόχος του συναισθηματικά φορτισμένου έργου του Ράτεναου με τίτλο Zur Kritik der Zeit (Προς μια Κριτική του Χρόνου) (Rathenau, 1912) και του Zur Mechanik des Geistes (Προς μια Μηχανική του Πνεύματος) (Rathenau, 1913) ήταν ο άψυχος, μηχανικός χαρακτήρας της σύγχρονης ζωής. Είχε καταστεί απαραίτητο να γίνει πιο αποδοτική η παραγωγή βασικών αγαθών, αλλά «η σύγχρονη, τεχνική habitus (Σ.τ.Μ.: η έξη, η διάθεση, η προδιάθεση.)» είχε επεκταθεί σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας (Rathenau, 1918f, 4). Η «ψυχή» είχε περιθωριοποιηθεί όλο και πιο πολύ σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν «το επιχειρείν, η διπλωματία, η τεχνολογία και οι μεταφορές» (Rathenau, 1918g, 37). Ο Ράτεναου επιχειρηματολογούσε με βάση τους κλασικούς διαχωρισμούς από τη Lebensphilosophie (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Φιλοσοφία της ζωής.) και ισχυριζόταν ότι ο κόσμος βασιζόταν στον ορθολογισμό και τη νοησιοκρατία αντί στον ιδεαλισμό και τη διαίσθηση. Καθοδηγούνταν από το πνεύμα αντί από την ψυχή και οι κεντρικές αξίες του ήταν η αποδοτικότητα και η χρησιμότητα αντί η ποιότητα και η αλήθεια. Ήταν ένας μηχανικός κόσμος.

    Η ρίζα της τάσης προς μια μηχανοποιημένη κοινωνία ήταν η ταχεία αύξηση του πληθυσμού που είχε λάβει χώρα τους πρόσφατους αιώνες:

    Παρεμπιπτόντως, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι η τεχνολογία ή οι μεταφορές δεν είναι η αιτία του εκμηχανισμού και των σύγχρονων μορφών της ζωής μας. Αντίθετα, η αυξανόμενη πυκνότητα του πληθυσμού έχει ωθήσει τον εκμηχανισμό προς τα εμπρός και η διαδικασία εκμηχανισμού έχει γεννήσει νέες ανάγκες και δημιουργήσει νέες μορφές βοήθειας. Θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι ο σιδηρόδρομος έχει οδηγήσει σε μεγάλες ροές κυκλοφορίας ή ότι το τουφέκι έχει προκαλέσει μαζικό πόλεμο. (Rathenau, 1918f, 30).

    Η ανάλυση του Ράτεναου στράφηκε, επομένως, εναντίον όλων των μορφών τεχνολογικού ντετερμινισμού, παρόλο που είχε μια ιστορικά υλιστική κλίση. Οι οργανωτικές και τεχνικές καινοτομίες που στόχο είχαν να εξασφαλίσουν έναν διαρκώς αυξανόμενο βαθμό αποδοτικότητας είχαν αναπτυχθεί ως απάντηση στην αύξηση του πληθυσμού. Ο καπιταλιστικός «νόμος της παραγωγής», ο οποίος βασίστηκε πάνω στον ανταγωνισμό για τους περιορισμένους πόρους, είχε αποδειχθεί άκρως αποτελεσματικός και είχε οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα και τζίρο (ό. π., 39). Εκτός από μεγάλες ποσότητες πανομοιότυπων προϊόντων κακής ποιότητας, ο καπιταλισμός είχε επιφέρει την εξειδίκευση και την αφηρημένη σκέψη – «ένα πνεύμα, το οποίο, επίσης, με συναισθηματικούς όρους αξίζει το όνομα εκμηχανισμός» (ό. π., 33). Ο άνθρωπος είχε γίνει «και χειριστής και μηχανή» (ό. π., 70).

    Στην ανάλυση του Ράτεναου, η σύγχρονη κοινωνία ήταν μια εργαλειακή κοινωνία, στην οποία τα πάντα –όπως και οι συνάνθρωποι– υποβιβάζονταν στο να είναι εργαλεία. Ο σύγχρονος άνθρωπος ήταν ένας «άνθρωπος με σκοπό», όχι ένας «άνθρωπος με ψυχή» (Rathenau, 1918g, 30, 49). Παραφράζοντας τον Μαξ Βέμπερ, σύγχρονο του Ράτεναου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ράτεναου επιχείρησε να δείξει ότι ο κόσμος χαρακτηριζόταν από έναν ολοένα και αυξανόμενο ορθολογισμό ως προς τον σκοπό. Οι άνθρωποι στη σύγχρονη κοινωνία έθεταν στόχους και προσπαθούσαν να οργανώσουν τη ζωή τους με τρόπο ώστε να μπορούν να πραγματοποιήσουν αυτούς τους στόχους με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Εντούτοις, οι στόχοι τους ήταν προβληματικοί. Η σχέση μεταξύ μέσων και σκοπών είχε αντιστραφεί και η «μηχανική παραγωγή [είχε] προαχθεί σε έναν στόχο από μόνη της» (Rathenau, 1918f, 44). Η τεχνολογία και η τεχνολογική εξέλιξη δεν ήταν πλέον ουδέτερα εργαλεία για την επίτευξη διάφορων σκοπών· η μεγαλύτερη παραγωγικότητα και η αυξημένη παραγωγή είχαν γίνει στόχοι από μόνες τους.

    Ορισμένα από αυτά που κήρυττε ο Ράτεναου κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν ερχόντουσαν σε αντίθεση με αυτά που είχε πει νωρίτερα. Από το 1915 και μετά έκανε έκκληση για αυξημένη παραγωγικότητα, αλλά πριν από τον πόλεμο είχε απορρίψει με προσβλητικό τρόπο τον σύγχρονο προβληματισμό όσον αφορά την υλική παραγωγή. Το 1913, δεν είχε ταχθεί υπέρ των εταιρικών μέτρων αναδιάρθρωσης και της βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας, αλλά είχε εκθειάσει «τον τεχνίτη του παλιού τύπου, ο οποίος κατασκευάζει οικιακά είδη για τον ίδιο, με στόχο την τελειότητα» (Rathenau, 1918g, 65). Είχε κάνει τον βιομηχανικό τρόπο παραγωγής το επίκεντρο της κριτικής του, το 1912 και το 1913, αλλά λίγα χρόνια αργότερα είδε το ίδιο φαινόμενο ως σωτήρα της Γερμανίας.

    Η ανάλυση του Ράτεναου σχετικά με το γερμανικό κράτος πέρασε από παρόμοια επανεκτίμηση. Ο Ράτεναου δεν είχε αποδώσει μεγάλη σημασία στο κράτος πριν από τον πόλεμο. Για την ακρίβεια, έβλεπε τον ρόλο του κράτους να περιορίζεται στην «εξωτερική πολιτική, την εθνική άμυνα, τη νομοθεσία και τη νομική προστασία» (Rathenau, 1918f, 50). Ένα τέτοιο «κράτος-νυχτοφύλακας» είναι, ασφαλώς, έτη φωτός μακριά από το ισχυρό, πατερναλιστικό κράτος που απεικόνισε ο Ράτεναου μετά τον πόλεμο. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί μια τέτοια ριζική αλλαγή απόψεων; Η απάντηση, πιστεύω, μπορεί να βρεθεί τόσο στα κείμενά του όσο και στο σύγχρονο με αυτά πλαίσιο. Ο Ράτεναου δεν προέβλεψε τον πόλεμο και τις συνέπειές του· το 1912, σκεφτόταν ακόμα και ότι όλα τα έθνη θα μπορούσαν να ξεφορτωθούν τον στρατό στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Το πρόβλημα, σε μια κατάσταση αυξανόμενου πλούτου και αυξανόμενης παραγωγικότητας, δεν ήταν πώς να εξορθολογιστεί η βιομηχανία, αλλά πώς να περιοριστεί η επίδραση του μηχανικού πνεύματος. Με τον πόλεμο, προέκυψαν νέες και απρόσμενες προκλήσεις: Πώς θα σωζόταν η Γερμανία από τη στρατιωτική ήττα; Πώς θα σωζόταν ο γερμανικός λαός από την οικονομική καταστροφή, ακόμη και από την πείνα; Ο Ράτεναου στράφηκε προς μια ιδέα που είχε αναπτύξει σε αρκετές δημοσιεύσεις πριν από τον πόλεμο: την έννοια του ευπλουτισμού (Rathenau, 1918f, 60-61).

    Ο όρος «ευπλουτισμός» σημαίνει η ευημερία των πολλών. Ο Ράτεναου τον είχε χρησιμοποιήσει το 1912 για να περιγράψει μια κοινωνία στην οποία οι συλλογικές ανάγκες είναι πιο σημαντικές από τις ατομικές. Σε αυτή την κοινωνία, δεν υπήρχαν μονοπώλια, ούτε κληρονομούμενος πλούτος, ούτε και άδικη κατανομή του πλούτου – όπως ακριβώς και στο μεταπολεμικό όραμά του για τη Νέα Κοινωνία. Η βασική διαφορά είναι ότι χρειάστηκε ο πόλεμος για να βρει ο Ράτεναου τον φορέα της ιδέας του ευπλουτισμού. Ενώ πριν από τον πόλεμο είχε ελπίσει ότι θα πραγματοποιείτο από τα άτομα μια ηθική ανάσταση των κοινών αξιών, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν εναπόθεσε όλη του την πίστη στο κράτος. Κάνοντάς το αυτό, αναβίωσε αυτό που ο McNeill έχει αποκαλέσει «αρχές [που] είχαν βαθιές ρίζες στο πρωσικό παρελθόν» (McNeill, 1983, 339). Σύμφωνα με τον McNeill (ό. π.), «οι ηγέτες από τον Μέγα Εκλέκτορα έως τον Φρειδερίκο τον Μέγα, σε περιόδους κρίσης, είχαν επιτάξει τις προμήθειες, όπως ήταν πρέπον, τάσσοντας με αδίστακτο τρόπο το ιδιωτικό συμφέρον στην υπηρεσία της συλλογικής, στρατιωτικής προσπάθειας».

    Ο Ράτεναου έγινε ένα σύμβολο τόσο της μεταπολεμικής ανάκαμψης όσο και της νεαρής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (Volkov, 1990) και, όπως ακριβώς και η δημοκρατία, κατά κύριο λόγο απέτυχε. Ήταν σε τόσο μεγάλο βαθμό αουτσάιντερ, ώστε δεν είχε τη δύναμη να επηρεάσει τη γερμανική κοινωνία προς την κατεύθυνση που ήθελε. Οι ιδέες του για την οργάνωση της βιομηχανίας ήταν πολύ ριζοσπαστικές και προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από επιχειρηματικούς κύκλους (Schulin, 1990, 64). Ταυτόχρονα, η εξωτερική πολιτική του δεν ήταν αρκετά ριζοσπαστική για να εξευμενίσει την Άκρα Δεξιά. Το 1922, δολοφονήθηκε από ένα μέλος μιας ομάδας της Άκρας Δεξιάς με την ονομασία Οργάνωση Κόνσουλ.


    ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΗΜΕΝΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΒΕΜΠΕΡ ΚΑΙ ΣΟΜΠΑΡΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

    Τον Οκτώβριο του 2010, η Γερμανική Εταιρεία Κοινωνιολογίας διεξήγαγε ένα εθνικό συνέδριο στη Φρανκφούρτη επί του Μάιν. Ο Βέρνερ Σόμπαρτ, καθηγητής στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Βερολίνου, έδωσε μια ομιλία με τον σύντομο τίτλο «Technik und Kultur» («Τεχνολογία και Κουλτούρα») (Sombart, 1911). Δεν είναι γνωστό αν γνώριζε την ύπαρξη του βιβλίου του Mayer που έφερε τον ίδιο τίτλο ή τη διαμάχη μεταξύ Mayer και Dessauer. Ωστόσο, είναι πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς ότι το θέμα της τεχνολογίας και της κουλτούρας είχε φτάσει στο επίκεντρο της γερμανικής πολιτιστικής ζωής πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόλο που ο πόλεμος σίγουρα ενέτεινε και άλλαξε το περιεχόμενο του διαλόγου όσον αφορά την τεχνολογία, δεν ήταν αυτός που ξεκίνησε την «πάλη» για την τεχνολογία.

    Δεν ήταν μόνο ο Μαξ Βέμπερ που πήρε μέρος στον διάλογο που ακολούθησε την ομιλία του Σόμπαρτ. Ο γερμανικός διάλογος για την τεχνολογία και την κουλτούρα δεν περιορίστηκε σε λίγους περιθωριακούς μανδαρίνους και μηχανικούς, αλλά διαμορφώθηκε με διαφορετικό τρόπο στους κύκλους των κοινωνιολόγων και η διαφορά είναι εμφανής σήμερα.

    Η συμβολή του Σόμπαρτ στον αναδυόμενο διάλογο δημοσιεύθηκε αργότερα στο Archives for Social Science and Social Policy, ένα περιοδικό του οποίου την έκδοση επιμελούνταν τότε μαζί με τον Μαξ Βέμπερ και τον Edgar Jaffé. Ο Herf απορρίπτει αυτή τη νηφάλια περιγραφή της σχέσης ανάμεσα στην τεχνολογική ανάπτυξη και την πολιτιστική ζωή ως ένα «αρκετά συμβατικό δείγμα πολιτισμικής απόγνωσης», αλλά πιστεύω ότι αξίζει μια νέα ανάγνωση (Herf, 1984, 133).

    Ο Σόμπαρτ ανησυχούσε για την υπερβολική και αστόχαστη αισιοδοξία που εντόπιζε στους περισσότερους σύγχρονούς του. Στην ανάλυσή του όσον αφορά τις αρνητικές επιπτώσεις της σύγχρονης τεχνολογίας, επέλεξε να εστιάσει στο πώς αυτή επηρέαζε τη μουσική: «Η πρόοδος της τεχνολογίας μάς δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε το θέατρο και τις αίθουσες για τα κονσέρτα ακόμη μεγαλύτερα και πιο φωτεινά. Δεν είναι να απορεί κανείς που η μουσική έχει τώρα προσαρμοστεί σε αυτές τις νέες δημιουργίες και ότι καταλήγει τόσο μακριά από τη ζεστασιά και τη “στενή” οικειότητα όσο και οι αίθουσες μέσα στις οποίες δίνονται τα κονσέρτα». (Sombart, 1911, 346)

    Ο Σόμπαρτ λυπόταν, επίσης, που η πρόοδος στις μεταφορές είχε οδηγήσει στην παγκόσμια ομοιομορφία και στην εξαφάνιση των τοπικών μουσικών παραδόσεων. Εντούτοις, αναγνώριζε ότι η ύπαρξη σύγχρονων μέσων μεταφοράς έδινε την ευκαιρία σε άτομα που δεν ζούσαν σε πολιτιστικά κέντρα να απολαύσουν καλά κονσέρτα. Οι «μουσικές μηχανές», πίστευε, είχαν δύο όψεις (Sombart, 1911, 347). Από τη μία, παρήγαγαν έναν τρομερό θόρυβο που «ταράζει τα νεύρα» των θαμώνων των μπαρ· από την άλλη, έκαναν τη μουσική προσβάσιμη στον μέσο πολίτη (ό. π., 345). Για την ακρίβεια, ο Σόμπαρτ πρότεινε ότι αυτού του είδους οι μηχανές θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να εξευγενίσουν και να καλλιεργήσουν «τις μάζες» και δεν το θεωρούσε αδύνατο ότι μπορούσαν να «οδηγήσουν σε μια απόλυτη επανάσταση των κοινωνικών και πολιτιστικών μας σχέσεων» (ό. π., 347).

    Βαρελάς Τάκης / Ορυκτός κάμπος / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

    Η ομιλία του Σόμπαρτ δεν ήταν απλώς μια ομιλία πολιτισμικής απόγνωσης· ήταν μια πολύ πρώιμη προσπάθεια να τεθούν τα θεμέλια για κάτι που σήμερα αποκαλείται Technkisoziologie (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Κοινωνιολογία της τεχνολογίας.). Ο Σόμπαρτ δεν χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο, αλλά ο δηλωμένος στόχος του ήταν να προτείνει μια μεθοδολογία και ορισμένες έννοιες για την ανάλυση της πολύπλοκης σχέσης ανάμεσα στην Technik και την Kultur. Αυτό το έκανε παρουσιάζοντας ένα πλήθος ορισμών και δίνοντας ορισμένα παραδείγματα του πώς θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια ανάλυση. Η συζήτηση του Σόμπαρτ όσον αφορά την τεχνολογία και τη μουσική εμφανίστηκε στο τέλος της ομιλίας και είχε στόχο να επεξηγήσει την προσέγγισή του με «παραδειγματικό» τρόπο (ό. π., 342).

    Παρόλο που το πρωταρχικό θέμα του Σόμπαρτ ήταν η εξάρτηση της κουλτούρας από την τεχνολογία, είναι ξεκάθαρο ότι αντιλαμβανόταν πλήρως και την αντίστροφη σχέση. Μια ολοκληρωμένη ανάλυση θα έπρεπε να καθορίσει «πώς ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό χαρακτηριστικό… επηρεάζει την ποσοτική και ποιοτική διαμόρφωση της τεχνολογίας… και… πώς, σε συγκεκριμένους τομείς της κουλτούρας, αναδύονται συμφέροντα που έχουν αντίκτυπο στις τεχνικές εξελίξεις» (ό. π., 313).

    Ο Σόμπαρτ ανέφερε ένα μεγάλο πλήθος κοινωνικών παραγόντων που επηρέαζαν το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της τεχνολογίας, όπως η πολιτική του κράτους, το επίπεδο της επιστημονικής γνώσης, ο βαθμός της θρησκευτικότητας και οι απαιτήσεις των εργατών. Ο αντίκτυπος αυτών των παραγόντων ήταν πιο εμφανής στην οικονομική σφαίρα και ο Σόμπαρτ επανέλαβε τη διάσημη διαφορά ανάμεσα στη χειροτεχνία και στο καπιταλιστικό σύστημα σε ό,τι έχει να κάνει με το ενδιαφέρον για την τεχνική αλλαγή.

    Ασφαλώς, θα ήταν αναχρονιστικό να αποκαλέσει κάποιος τον Σόμπαρτ κοινωνικό ή πολιτισμικό κονστρουκτιβιστή ή αντιτεχνολογικό ντετερμινιστή (βλέπε Smith & Marx, 1994), παρόλο που το σκεπτικό του περιείχε ψήγματα που ανήκουν και στα δύο στρατόπεδα. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι απέρριψε κατηγορηματικά την «τεχνολογική άποψη της ιστορίας» του Καρλ Μαρξ (Sombart, 1911, 314). Ο Σόμπαρτ παρέθεσε ένα απόσπασμα από το Κεφάλαιο και κατέληξε ότι ο Μαρξ θεωρούσε τις παραγωγικές δυνάμεις τις απόλυτες ρίζες όλων των πτυχών της οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής. Ο Σόμπαρτ ισχυριζόταν ότι ο Μαρξ έβλεπε λανθασμένα την τεχνολογία ως μια ανεξάρτητη μεταβλητή και συνέχισε λέγοντας: «Καμία τεχνολογία δεν μπορεί να υπάρξει σε έναν (κοινωνικά) άδειο χώρο· είναι αδύνατο για μια τεχνολογία να υπάρξει σε ένα Αρχιμήδειο σημείο εκτός της ανθρώπινης κουλτούρας και να ασκήσει επιρροή από εκεί. Ο θεωρητικός της αλληλεπίδρασης έχει (σε αυτή την περίπτωση) δίκιο, όταν λέει ότι “Τα πάντα προκαλούν (και επηρεάζουν) τα πάντα”» (ό. π., 316).

    Για τον Σόμπαρτ, η τεχνολογία δεν ήταν ένας αυτόνομος τομέας της κοινωνίας. Αντίθετα, μιλούσε για τη σχέση ανάμεσα σε αυτή και σε άλλες σφαίρες της κοινωνίας υπό την έννοια ενός «πολιτισμικού χαλιού» (ό. π., 311) – μια έννοια που ακούγεται εντυπωσιακά παρόμοια με τον «αδιάλειπτο ιστό» του Hughes (Hughes, 1987).

    Υπάρχει άλλος ένας, ίσως περίεργος, παραλληλισμός που μπορούμε να εντοπίσουμε ανάμεσα στον Hughes και τον Σόμπαρτ: και οι δυο τους μιλούν για την τεχνολογία υπό την έννοια των προσωρινών ή γεωγραφικά οριοθετημένων «στιλ». Ενώ ο Σόμπαρτ εξετάζει αυτό που αποκαλούσε «πολιτισμικό στιλ» της τεχνολογίας, ο Hughes χρησιμοποιεί την έννοια του «τεχνολογικού στιλ» για να ορίσει τοπικές ή εθνικές διαφορές στον σχεδιασμό τεχνικών συστημάτων ή χειροποίητων αντικειμένων (Hughes, 1987). Προσπαθώντας να βρει τα κεντρικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης τεχνολογίας, ο Σόμπαρτ διατυπώνει την ακόλουθη άποψη: «Η τεχνολογία του καιρού μας είναι ορθολογική σε αντίθεση με την πρωιμότερη τεχνολογία που ήταν εμπειρικά προσανατολισμένη·… πηγαίνει πέρα από τους περιορισμούς που επιβάλλονται από την οργανική φύση…» (Sombart, 1911, 309). Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα της σύγχρονης τεχνολογίας, είπε, θα πρέπει να ερευνήσουμε τις απαιτήσεις που θέτει πάνω σε αυτή ο καπιταλισμός. Πράγματι, ο Σόμπαρτ ισχυρίστηκε ότι «είναι στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού να επιδιώκει την ορθολογική τεχνολογία, τη μηχανική τεχνολογία, την τεχνική πρόοδο» (ό. π., 314). Αυτό δεν σήμαινε ότι η σύγχρονη τεχνολογία είναι μια απευθείας λειτουργία του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, αλλά υπονοούσε ότι ο καπιταλισμός έχει την τάση να ευνοεί έναν ορθολογικό τύπο τεχνολογίας και ένα συγκεκριμένο στιλ που περιέχει μια μεγάλη ποσότητα επιστημονικής γνώσης.10. Αναμφίβολα, οι όροι του Σόμπαρτ όσον αφορά την ανάλυση έχουν πολλά κοινά με εκείνους που θα χρησιμοποιούσε αργότερα ο Βέμπερ στην ομιλία του με τίτλο «Science as a Vocation» («Η Επιστήμη ως Λειτούργημα») (Weber, 1919) και στο βιβλίο του με τίτλο General Economic History (Γενική Οικονομική Ιστορία) (Weber, 1923) (πρβ. Hård, 1994b).

    Ο Σόμπαρτ έλαβε πολλή στήριξη από τον Βέμπερ στον διάλογο που ακολούθησε, ιδίως για την κριτική του όσον αφορά τον Μαρξ. Η υλιστική άποψη του Μαρξ για την κοινωνία και την ιστορία ήταν για καιρό και θα παρέμενε ένας από τους κύριους στόχους του Σόμπαρτ και του Βέμπερ (Krause, 1960) (Mitzman, 1971). Ο Βέμπερ δεν ισχυρίστηκε μόνο ότι η διάσημη τεχνολογική ντετερμινιστική δήλωση του Μαρξ ότι ο χειρόμυλος δημιουργεί μια φεουδαρχική κοινωνία, ενώ ο ατμόμυλος δημιουργεί μια καπιταλιστική κοινωνία «είναι απλώς λανθασμένη» (Weber, 1924, 450)· επιτέθηκε, επίσης, σε εκείνους τους σύγχρονους μηχανικούς που φαινόταν «σοβαρά να πιστεύουν ότι η τεχνολογική εξέλιξη είναι η απόλυτη κινητήρια δύναμη όσον αφορά την ανάπτυξη της κουλτούρας» (ό. π., 451-452). Όπως και ο Σόμπαρτ, ο Βέμπερ (ό. π., 456) ισχυρίστηκε ότι, στη θεωρία, είναι αδύνατο να βρει κανείς μια τελική αιτία στην ανθρώπινη ιστορία:

    Θα ήθελα να διατυπώσω μια διαμαρτυρία εναντίον… της ιδέας ότι κάτι –είτε η τεχνολογία είτε η οικονομία– μπορεί να είναι η «τελευταία» ή η «τελική» ή η «αληθινή» αιτία οποιουδήποτε πράγματος. Όταν αναλύουμε μια αλυσίδα αιτίων, βρίσκουμε πάντα ότι αυτή ξεκινάει πρώτα από τα τεχνικά προς τα οικονομικά και τα πολιτικά πράγματα και ύστερα από τα πολιτικά προς τα θρησκευτικά και τα οικονομικά πράγματα. Δεν βρίσκουμε πουθενά ένα σημείο ακινησίας.

    Αυτός ο βεμπεριανός αντιντετερμινισμός –που σε καμία περίπτωση δεν περιοριζόταν στην κοινωνία και την τεχνολογία– έχει παρατηρηθεί από πολλούς ακαδημαϊκούς. Για παράδειγμα, ο Collins έχει πει ότι «σύμφωνα με το σχέδιο του Βέμπερ, η τεχνολογία είναι ουσιαστικά μια εξαρτημένη μεταβλητή» (Collins, 1986, 25). [Πρβ. (Abramowski, 1966) (Schmidt, 1981) (Schluchter, 1989)].

    Ο Βέμπερ επανήλθε στο παράδειγμα του Σόμπαρτ όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στη μουσική και την τεχνολογία, υποστηρίζοντας ότι τα σύγχρονα όργανα είχαν, σε μεγάλο βαθμό, αναπτυχθεί ανταποκρινόμενα απευθείας στις ανάγκες που είχαν εκφράσει οι συνθέτες (Weber, 1924). Εδώ, ο Βέμπερ επιτέθηκε έμμεσα στον Σόμπαρτ επειδή ο τελευταίος είχε δώσει πολύ μεγάλη έμφαση στις αρνητικές επιπτώσεις της τεχνολογίας πάνω στις μουσικές μορφές.11. Ο Βέμπερ (ό. π., 455) ισχυρίστηκε ότι ήταν λάθος να λέει κάποιος ότι η μουσική μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου ήταν «ένα προϊόν της τεχνικής κατάστασης».12 Στην περίπτωση της χημείας, ίσως είναι δυνατό να μιλήσουμε για μια απευθείας εξάρτηση από τις τεχνικές και οικονομικές εξελίξεις, αλλά στην περίπτωση της μουσικής θα ήταν πιο πρέπον να πούμε ότι ο συνθέτης έκανε χρήση όλων των τεχνολογικών δυνατοτήτων που ήταν διαθέσιμες και ενεργούσε εντός των ορίων τους. Εν ολίγοις, τόσο ο Βέμπερ όσο και ο Σόμπαρτ έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υπερασπιστούν μια μη απλουστευτική άποψη της ιστορίας γενικά και μια αντιντετερμινιστική άποψη της σχέσης ανάμεσα στην τεχνολογία και την κουλτούρα ειδικότερα. Συμφώνησαν ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις επηρέαζαν την κοινωνική ζωή, αλλά δεν ισχυρίστηκαν ποτέ ότι αυτή ήταν όλη η αλήθεια. Εν ολίγοις, εντόπισαν θέματα που εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών μελετών της τεχνολογίας, συμβάλλοντας στη θεμελίωση ενός συλλογιστικού πλαισίου γι’ αυτόν τον ακαδημαϊκό τομέα έρευνας.

    Ο Wagner περιγράφει τον εθνικοσοσιαλισμό ως μια ιδεολογία που, πρώτα και κύρια, επιχείρησε να οργανώσει τη σύγχρονη ζωή (Wagner, 1994, 68-69). Αναφερόμενος στον Bauman, 1989, καταλήγει ότι, παρόλο που το ναζιστικό κίνημα έφτασε σε ακρότητες όσον αφορά τις επιδιώξεις του, δεν θα πρέπει να θεωρείται διαφορετικό στη θεωρία από τον «Σταλινισμό, το Μέτωπο του Λαού (και μετέπειτα Βισύ), το Σπίτι του Λαού και τη Νέα Συμφωνία». Αυτά τα κινήματα ή έργα δεν ένιωθαν άνετα με τη φιλελεύθερη ουτοπία της κλασικής νεωτερικότητας και με την έμφασή της στην ατομική ελευθερία και την προσέγγιση του laissez faire. Αντίθετα, ήθελαν να ελέγξουν την οικονομία προς όφελος των πολλών, να οδηγήσουν την επιστήμη σε μια κοινωνικά και πολιτικά αποδεκτή κατεύθυνση και να θέσουν το συλλογικό πάνω από το ατομικό. Για τους παρόντες σκοπούς, το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι έκαναν υπερβολική χρήση της ενημερωμένης τεχνολογίας σε αυτές τις προσπάθειες. Με άλλα λόγια, εφάρμοσαν σύγχρονα μέσα για τον έλεγχο της σύγχρονης ζωής.

    Πιθανόν δεν είναι σύμπτωση που ο όρος «τεχνοκρατία» έγινε πολύ δημοφιλής στο μεσουράνημα των προαναφερθέντων κινημάτων και έργων (κεφάλαια 4 και 5 παρακάτω) (Layton, 1971, κεφάλαιο 10) ούτε το γεγονός ότι αυτή την εποχή έγιναν συντονισμένες προσπάθειες για τη δημιουργία ενός είδους «κοινωνικής μηχανικής». Πολλοί μηχανικοί και κοινωνικοί επιστήμονες ένιωσαν ότι τη δεκαετία του ’30 είχε έρθει η στιγμή να επηρεάσει η τεχνογνωσία τους την πολιτική. Στη Γερμανία, η άνοδος των Ναζί στην εξουσία θεωρήθηκε από αρκετούς μηχανικούς ως μια θεόσταλτη ευκαιρία για να επηρεάσουν την ανάπτυξη της κοινωνίας συνολικά. Οι Renneberg και Walker παρατηρούν ότι «μετά το 1933, το Κόμμα [των Ναζί] ή διάφορες λιγότερο σημαντικές οργανώσεις πλημμύρισαν τεχνοκράτες» (Renneberg & Walker, 1993, 8). Ωστόσο, ορισμένοι από αυτούς τους τεχνοκράτες εκνεύρισαν πολλούς με τις προσπάθειές τους να κερδίσουν επιρροή και το 1935 οι Ναζί διέταξαν το κλείσιμο της εφημερίδας Technokratie – «κατά ειρωνικό τρόπο, τη στιγμή ακριβώς που οι ευκαιρίες για τους τεχνοκράτες εντός του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους άρχισαν να βελτιώνονται» (ό. π., 5). Οι Renneberg και Walker (ό. π., 9) συμφωνούν με τον ισχυρισμό του Herf ότι οι Ναζί δεν αντιτίθεντο γενικά στη σύγχρονη τεχνολογία (Herf, 1984) και ισχυρίζονται ότι «η κοινή υπόθεση ότι το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα είχε την πρόθεση να εξυγιάνει την επιστήμη ή τη μηχανική συγκεκριμένα είναι αμφισβητήσιμη».

    Παρόλο που αυτή η «κοινή υπόθεση» βασίζεται συνήθως σε λίγες περιπτώσεις (συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών των Ναζί να ελέγξουν τη μετανευτώνεια φυσική και της ανικανότητάς τους να εκτιμήσουν τις δυνατότητες της ατομικής βόμβας), όντως φαίνεται κατανοητή. Πράγματι, η άποψη των Ναζί όσον αφορά την τεχνολογία δεν ήταν πολύ ξεκάθαρη, ακόμη και για τους σύγχρονούς τους. Έναν χρόνο αφότου ήρθε στην εξουσία το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, ο Σόμπαρτ δημοσίευσε ένα βιβλίο, το οποίο δικαιολογεί αυτή την παρατήρηση. Το βιβλίο αυτό με τον τίτλο Deutscher Sozialismus (Γερμανικός Σοσιαλισμός) (Sombart, 1934), το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί ένα απροκάλυπτο φλερτ με τη νέα κυβέρνηση, περιλάμβανε ένα λεπτομερές σχέδιο για το πώς θα πρέπει να ελέγχεται η σύγχρονη τεχνολογία και πώς θα πρέπει να διδάσκεται η επιστήμη (πρβ. Herf, 1984, 148 κ. εξ.). Οι ιδέες του Σόμπαρτ δεν συνάντησαν γόνιμο έδαφος. Ένας Ναζιστής κριτικός του βιβλίου έγραψε το ακόλουθο προσβλητικό σχόλιο: «Η εθνικοσοσιαλιστική θέση όσον αφορά την τεχνολογία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον Σόμπαρτ… Η σύγχρονη τεχνολογία είναι για μας ένα τέκνο του βόρειου πνεύματος και εκφράζει τη δύναμη της ανθρωπότητας».13. Προφανώς, ο Σόμπαρτ είχε παρερμηνεύσει τη ναζιστική ιδεολογία από αυτήν την άποψη.

    Ο Σόμπαρτ έβλεπε τη σύγχρονη τεχνολογία με πιο κριτική ματιά απ’ ό,τι οι Ναζί και ο Ράτεναου. Με τις ιδέες του όσον αφορά την «τιθάσευση της τεχνολογίας» δεν ήθελε απλώς να οργανώσει τη σύγχρονη κοινωνία με ορθολογικό τρόπο· ήθελε και να απορρίψει ορισμένα αποτελέσματα της νεωτερικότητας αυτά καθαυτά (Sombart, 1934, 264). Ο Σόμπαρτ είχε ήδη επιτεθεί στην ιδέα της αυτόνομης τεχνολογίας αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Sieferle, 1984, 215) και στο βιβλίο του με τίτλο Die Zukunft des Kapitalismus (Το Μέλλον του Καπιταλισμού) (Sombart,1932) είχε, σύμφωνα με τα λόγια του Krause, ταχθεί υπέρ μιας «τακτικής, ελεγχόμενης, τιθασευμένης, ουσιαστικής και οργανωμένης οικονομίας» (Krause, 1960, 175). Το 1934, πίστεψε τελικά ότι είχε έρθει η στιγμή για να προτείνει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για το πώς θα έπρεπε να ελέγχονται η ανάπτυξη και η χρήση των μη κατάλληλων τεχνολογιών: «Κάθε εφεύρεση πρέπει να εγκρίνεται από ένα ανώτατο πολιτιστικό συμβούλιο [oberster Kulturrat], όπου οι τεχνολόγοι έχουν μια συμβουλευτική λειτουργία. Το πολιτιστικό συμβούλιο αποφασίζει αν η εφεύρεση θα πρέπει να απορριφθεί, να παραδοθεί σε ένα μουσείο ή να εφαρμοστεί». (Sombart, 1934, 266). Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Σόμπαρτ εκνεύρισε τους μηχανικούς και άλλους που είχαν τεχνοκρατικές κλίσεις.

    Στην ανάλυσή τους για τον διάλογο περί «ρύθμισης» την περίοδο του μεσοπολέμου, οι Dierkes et al αναφέρονται αναλυτικά στον «γερμανικό σοσιαλισμό» του Σόμπαρτ (Dierkes et al, 1988, 13-14). Οι ιδέες του Σόμπαρτ για το πώς να τιθασευτεί η τεχνολογία θα πρέπει να θεωρηθούν ένα ακραίο μανιφέστο αυτού του λόγου, το οποίο σήμερα βρίσκουμε σε διάφορες συζητήσεις για το πώς να «ρυθμίσουμε», να «αξιολογήσουμε» και να «αποτιμήσουμε» την τεχνολογία. Όχι μόνο πρότεινε να διορίζει η κυβέρνηση έναν φορέα, ο οποίος θα αποφάσιζε ποιες νέες εφευρέσεις θα έπρεπε να αναπτυχθούν· απευθύνθηκε και στην αστυνομία για να απαγορεύσει τη χρήση εκείνων των υπαρχουσών τεχνολογιών που ενοχλούσαν τον κοινό πολίτη ή απειλούσαν την υγεία των εργατών και αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην πρότερη απόφαση του ελβετικού καντονιού του Γκραουμπίντεν να απαγορεύσει τα αυτοκίνητα και τις μηχανές. Ως τελευταίο σημείο στο σχέδιό του να ελέγξει την τεχνολογία, ζήτησε την ίδρυση ενός κυβερνητικού ερευνητικού ινστιτούτου, με βάση το ότι το κράτος και όχι η αγορά θα έπρεπε να αποφασίζει σε ποιες κατευθύνσεις θα έπρεπε να κινηθεί η επιστημονική και τεχνολογική έρευνα.

    Οι κύριοι λόγοι για τις προτάσεις του Σόμπαρτ εντοπίζονται στην αντιπάθεια που έτρεφε για τον αχαλίνωτο καπιταλισμό. Ο Σόμπαρτ ποτέ δεν είχε συμφιλιωθεί πλήρως με τον φιλελευθερισμό και στα μετέπειτα γραπτά του έγινε ολοένα και πιο επικριτικός όσον αφορά τη φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς (Harris, 1958, κεφάλαιο 6). Αναμφίβολα, η γερμανική εμπειρία με τον υπερβολικά υψηλό πληθωρισμό στις αρχές της δεκαετίας του ’20 και με τις οικονομικές δυσκολίες γύρω στο 1930 πυροδότησε αυτές τις αντιδράσεις. Στον τρίτο τόμο του μνημειώδους έργου του με τίτλο Modern Capitalism (Σύγχρονος Καπιταλισμός) (Sombart, 1927), προφήτευσε την πτώση του καπιταλισμού και στο Die drei Nationalökonomien (Οι Τρεις Εθνικές Οικονομίες) (Sombart, 1930), επιχείρησε να χρησιμοποιήσει μια νέα οικονομική θεωρία αντί τη στενή νεοκλασική θεωρία. Στο έργο του με τίτλο The Future of Capitalism (Το Μέλλον του Καπιταλισμού), ο Σόμπαρτ τάχθηκε υπέρ ενός είδους οργανωμένου καπιταλισμού με καρτέλ και μονοπώλια αντί ενός κοντόφθαλμου, ανελέητου ανταγωνισμού. Όπως υποστήριξε, ο υπεύθυνος σχεδιασμός όφειλε να αντικαταστήσει την εγωιστική μεγιστοποίηση του κέρδους. Το 1934, ήταν έτοιμος να αναπτύξει τις συνέπειες αυτού του σκεπτικού για τον τομέα της τεχνολογίας. Η τεχνολογική ανάπτυξη, έγραφε, δεν θα έπρεπε να κατευθύνεται από κίνητρα που συνδέονται με το κέρδος και τα συμφέροντα των ιδιωτικών εταιρειών (Sombart, 1934, 257). Αντί να παρατηρεί παθητικά πώς «η διαμόρφωση της υλικής κουλτούρας μας είναι στο έλεος μιας ομάδας εφευρετών και ευφυών επιχειρηματιών» (ό. π., 264), το κράτος θα έπρεπε να παρεμβαίνει ενεργά στη διαδικασία της ανάπτυξης. Μόνο τότε θα ήταν δυνατό να «βάλουμε τάξη στο χάος» (ό. π., 266). Αν η τεχνολογία αφήνονταν στο έλεος των δυνάμεων της αγοράς, το πιο πιθανό ήταν να συνεχίσει να αναπτύσσεται προς μια κατεύθυνση, η οποία δεν εξυπηρετούσε τους πολλούς.

    Ο επίσημος ορισμός του Σόμπαρτ όσον αφορά την τεχνολογία δεν άλλαξε ανάμεσα στις αρχές της δεκαετίας του 1910 και στη δεκαετία του 1930. Η Technik ήταν «όλα τα συστήματα (συγκροτήματα, ολότητες) μέσων που είναι κατάλληλα… για να εξυπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό» (Sombart, 1934, 245).14 Η «τεχνολογία» διατήρησε τον εργαλειακό ορισμό της, αλλά το 1934 ο Σόμπαρτ έγινε πιο σαφής όσον αφορά τις συνέπειες αυτού του ορισμού. Πρώτον, σήμαινε ότι «η τεχνολογία είναι πάντα πολιτισμικά ουδέτερη και ηθικά αδιάφορη: μπορεί να εξυπηρετεί είτε το καλό είτε το κακό» (ό. π., 262). Δεύτερον, σήμαινε ότι η τεχνολογία δεν μπορεί να έχει εγγενή αξία. Για παράδειγμα, ήταν αδύνατο να κατασκευαστεί μια κλίμακα με την οποία θα μπορούσαν να μετριούνται διαφορετικές τεχνολογίες (ό. π., 252).

    Ενάντια σε αυτό το εννοιολογικό υπόβαθρο μπορεί, ασφαλώς, να τεθεί το ερώτημα τού ποια κριτήρια θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει το πολιτιστικό συμβούλιο του Σόμπαρτ, όταν θα ενέκρινε ή θα απέρριπτε διάφορες εφευρέσεις. Ο Σόμπαρτ ποτέ δεν φάνηκε να αναγνωρίζει αυτό το πρόβλημα. Αντίθετα, επέλεξε να επιτεθεί σε εκείνους από τους σύγχρονούς του, οι οποίοι είχαν ανατρέψει τον διαχωρισμό μέσων-σκοπού και είχαν κάνει την ίδια την τεχνολογία έναν σκοπό. Η φράση «l’ art pour l’ art» (Σ.τ.Μ.: Γαλλικά στο κείμενο. «Η τέχνη για την τέχνη».) ήταν, όπως έγραφε, συμπτωματική για ολόκληρη την «τεχνολογική εποχή» (ό. π., 255, 252). Η τεχνολογία είχε κερδίσει τόση πολλή εκτίμηση, ώστε οτιδήποτε ήταν δυνατό να κατασκευαστεί φαινόταν, επίσης, να αξίζει να φτιαχτεί, «χωρίς να τίθεται το ερώτημα για τους σκοπούς που θα έπρεπε να εξυπηρετεί» (ό. π., 254). Αυτή η επικίνδυνη άποψη που στερούνταν στοχασμού οδήγησε σε αδικαιολόγητο σεβασμό απέναντι «στον μηχανικό και στους τρόπους σκέψης του: η λέξη “τεχνοκρατία” μπορούσε να εμφανιστεί μόνο στην εποχή μας» (ό. π., 253).

    Η φιλελεύθερη οικονομία δεν ήταν, επομένως, ο μόνος στόχος της κριτικής του Σόμπαρτ. Η έκκλησή του για μια θεσμική μορφή τεχνολογικής αξιολόγησης μπορεί να ερμηνευτεί ως μια αντίδραση σε αυτό που έβλεπε ως ένα ολοένα και πιο επιθετικό σώμα της μηχανικής. Παρόλο που η λύση του Σόμπαρτ ήταν ξεκάθαρα ελιτιστική, αρνούνταν στους μηχανικούς να έχουν τον τελευταίο λόγο. Όπως το «συμβούλιο ηγετών» (Führerrat) που έπρεπε να έχει τον τελευταίο λόγο σε όλα τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα (Sombart, 1934, 214), το πολιτιστικό συμβούλιο έπρεπε να είναι ένας φορέας ειδικών πρώτης τάξης και πολιτικών που θα ταίριαζε απόλυτα στον σύγχρονο ρυθμιστικό διάλογο. Όπως και τόσοι πολλοί άλλοι, τα πρώτα 40 χρόνια του εικοστού αιώνα, ο Σόμπαρτ προσπάθησε να οργανώσει τη νεωτερικότητα.

    Η διάγνωση του Σόμπαρτ όσον αφορά την αντιστροφή της σχέσης μέσων-σκοπού απηχούσε κάτι το οποίο είχε αρχίσει να συζητά ο Βέμπερ πριν από 30 χρόνια. Η διάσημη φράση του Βέμπερ στο τέλος του βιβλίου του με τίτλο The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism (1904–05) (Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού. Στα Ελληνικά από τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, Αθήνα, 2010, μτφ. Δημοσθένης Κούρτοβικ) για «το σιδηρούν κλουβί» του σύγχρονου, υλιστικού κόσμου έμελλε να απεικονίσει την κατάσταση όπου τα αρχικά ορθολογικά ως προς τον σκοπό μέσα της τεχνολογίας και της γραφειοκρατίας είχαν φτάσει στην αυτονομία και άρχιζαν να απειλούν την ελευθερία του ατόμου (Habermas, 1981, I, 337). Αντί να είναι μέσα, τα εργαλεία έτειναν να γίνουν τα ίδια σκοποί.

    Όπως και ο Σόμπαρτ, ο Βέμπερ έδωσε στην τεχνολογία έναν εργαλειακό ορισμό: «Ο όρος “τεχνολογία” που δίνεται σε μια ενέργεια αναφέρεται στο σύνολο των μέσων που χρησιμοποιούνται σε αντίθεση με τη σημασία ή τον σκοπό προς τον οποίο, σε τελευταία ανάλυση, είναι προσανατολισμένη η ενέργεια» (Weber, 1922a, 160). Κατά τον ίδιο τρόπο, έκανε λόγο και για τη γραφειοκρατία: «Ο αποφασιστικός λόγος για την προαγωγή της γραφειοκρατικής οργάνωσης ήταν πάντα η αμιγώς τεχνική ανωτερότητά της έναντι οποιασδήποτε άλλης μορφής οργάνωσης. Ο πλήρως ανεπτυγμένος γραφειοκρατικός μηχανισμός συγκρίνεται με άλλες μορφές οργάνωσης, όπως ακριβώς η μηχανή συγκρίνεται με μη μηχανικές μεθόδους παραγωγής» (Weber, 1922b, 214).

    Οι βασικοί όροι στις αναλύσεις του Βέμπερ για την τεχνολογία και τη γραφειοκρατία ήταν «η προβλεψιμότητα» και «ο έλεγχος» (Collins, 1986). Η επιστημονική βάση της σύγχρονης τεχνολογίας και η γραφειοκρατική δομή των σύγχρονων οργανώσεων διευκόλυνε ιδιαίτερα τον βιομήχανο να προβλέπει το αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας και τον διευθυντή της επιχείρησης ή τον υπουργό να ελέγχει τους υπαλλήλους ή τους αξιωματούχους του, αντίστοιχα. Ωστόσο, το σύγχρονο πρόβλημα ήταν ότι αυτές οι δομές είχαν την τάση να γίνονται ολοένα και πιο αυτόνομες, καθώς μεγάλωναν σε μέγεθος. Όσο πιο ισχυρά ήταν τα εργαλεία, τόσο πιο δύσκολο ήταν να κυβερνήσει κανείς.

    Ο Βέμπερ βίωσε τόσο την ανάδυση του συστήματος των πολιτικών κομμάτων όσο και την αυξανόμενη εξουσία των καρτέλ και των τραστ και ερμήνευσε αυτές τις διαδικασίες στο πλαίσιο της γραφειοκρατικοποίησης της πολιτικής και των επιχειρήσεων. Παρά τις προσπάθειες του Βέμπερ να παραγάγει «αντικειμενική» και αμερόληπτη επιστήμη, είναι σαφές από τα γραπτά του ότι παραπονιόταν γι’ αυτές τις εξελίξεις (Abramowski, 1966, 161 κ. εξ.) (Marcuse, 1968, 224-225). Ο Βέμπερ θεωρούσε την ανάπτυξη στη Δύση αυτού του είδους ορθολογισμού «τραγική» (Åmark, 1990) και «φαινόταν να είναι επικριτικός όσον αφορά την επέκταση του τυπικού ορθολογισμού ως σκοπού καθεαυτού» (Beetham, 1985, 274). Η λύση που πρόσφερε στο πρόβλημα μέσων-σκοπού ήταν εν μέρει παρόμοια και εν μέρει διαφορετική από εκείνη του Σόμπαρτ.

    Όπως και ο Σόμπαρτ, ο Βέμπερ ήθελε σαφώς δηλωμένες αξίες και ιδεολογίες, οι οποίες θα επηρέαζαν όχι μόνο την πολιτική, αλλά και τις επιχειρήσεις και την τεχνολογία. Κανένας από αυτούς τους τομείς της σύγχρονης ζωής δεν θα έπρεπε να αποκλείεται από αυτό που ο Βέμπερ αποκάλεσε «ορθολογισμό ως προς την αξία» και «ουσιαστικό ορθολογισμό» (Weber, 1922a, 115, 185). Δηλαδή έπρεπε να είναι εφικτό για αξίες όπως το «εθνικό μεγαλείο» να σχετίζονται με την πολιτική και, τουλάχιστον στη θεωρία, για την «ισότητα» να επηρεάζει τον τομέα των επιχειρήσεων. Ωστόσο, όπως έχει δείξει ο Beetham, η μεθοδολογία του Βέμπερ που ήταν ουδέτερη όσον αφορά τις αξίες τον υποχρέωσε –τουλάχιστον στα επιστημονικά γραπτά του– να αναβάλλει πιο λεπτομερείς συζητήσεις για το πώς το καπιταλιστικό σύστημα θα μπορούσε να γίνει πιο ουσιαστικά ορθολογικό. Επιπλέον, η ιδεολογική ροπή του Βέμπερ τον έκανε να πιστεύει ότι η οικονομική αποδοτικότητα του καπιταλισμού, στο τέλος, θα διευκόλυνε περισσότερο μια καπιταλιστική κοινωνία αντί μια σοσιαλιστική να βελτιώσει τις συνθήκες των φτωχότερων τάξεων: «Παρ’ όλη τη γραφειοκρατικοποίηση της σύγχρονης κοινωνίας, που ήταν η ίδια μια συνέπεια του καπιταλισμού, ο Βέμπερ εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η συγκέντρωση κέρδους σε “ορθολογικά” εγχειρήματα θα μπορούσε να έχει ηθική σημασία». (Beetham, 1985, 273). Σε αντίθεση με τον Σόμπαρτ, ο οποίος αντιπαθούσε τα κίνητρα που είχαν να κάνουν αμιγώς με το κέρδος, ο Βέμπερ παρέμεινε σε τέτοιο βαθμό ένας φιλελεύθερος μεγαλοαστός που δεν ήταν σε θέση να στηρίξει τις ελπίδες του σε οποιοδήποτε άλλο οικονομικό σύστημα από τον καπιταλισμό (Mommsen, 1984/1974).

    Ωστόσο, κατά τ’ άλλα, οι Σόμπαρτ και Βέμπερ δεν διέφεραν και πολύ. Και οι δύο ζητούσαν ένα ισχυρό κράτος και έναν ισχυρό ηγέτη, αν και για διαφορετικούς λόγους. Ενώ ο Σόμπαρτ έβλεπε το κράτος ως μια ουδέτερη δύναμη που μπορούσε να μεσολαβήσει μεταξύ των τάξεων, να εμφυσήσει κοινωνικά ιδεώδη στον καπιταλισμό και να τιθασεύσει την τεχνολογία (Krause, 1960), ο Βέμπερ ήθελε μια ενωμένη Γερμανία και ένα ισχυρό κράτος κυρίως για λόγους διεθνούς κύρους και δύναμης (Mommsen, 1984, 394). Ενώ ο Σόμπαρτ δεν δίστασε να ζητήσει «μια συνολική κοινωνική τάξη εντός του κράτους» (Sombart, 1934, 224), ο Βέμπερ φοβόταν ότι η επέκταση της επιρροής του κράτους σε πάρα πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής θα ενίσχυε περαιτέρω το σιδηρούν κλουβί. Η απέχθεια του Βέμπερ προς τους σοσιαλδημοκράτες και τους κομμουνιστές βασιζόταν εν μέρει σε αυτό που θεωρούσε προτίμησή τους για τις γραφειοκρατικές δομές. Για να βγει κανείς από το κλουβί, ήταν απαραίτητο να πιστέψει σε μια ισχυρή προσωπικότητα αντί σε ένα πολιτιστικό συμβούλιο και να στραφεί σε κάποιον με «χαρισματική εξουσία» αντί σε μια ισχυρή γραφειοκρατία (Weber, 1922c). Ένα χαρισματικό άτομο θα ήταν σε θέση να απομακρυνθεί από τις παραδόσεις και να οδηγήσει τον λαό και τις οργανώσεις σε νέους, επαναστατικούς δρόμους με την απολύτως «συγκεκριμένη και εξαιρετική αγιότητά του, τον ηρωισμό του ή τον παραδειγματικό χαρακτήρα του» (Weber, 1922a, 328).

    Η πίστη του Βέμπερ στην πειθώ ορισμένων ατόμων δεν ερχόταν σε αντίθεση με την πίστη του στο κράτος. Η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού κράτους ήταν απαραίτητη προκειμένου να πραγματωθεί η ιδέα του χαρισματικού πολιτικού και να γίνει νόμιμη. Σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που μια μηχανή μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται, ακόμη και όταν ένα εργοστάσιο αποκτήσει έναν νέο διευθυντή ή ιδιοκτήτη, μια καλά οργανωμένη γραφειοκρατία θα έπρεπε να μπορεί να εξυπηρετήσει έναν νέο κύριο.

    Βαρελάς Τάκης / ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ ΓΡΑΝΑΖΙ ΔΕΝ ΓΥΡΝΑ / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ

    Σε αυτό το κεφάλαιο συναντήσαμε αρκετές πνευματικές αντιδράσεις στα προβλήματα που συνδέονται με την πρώτη κρίση της νεωτερικότητας. Από αυτές ξεχωρίζουν δύο, οι οποίες αλληλοσυνδέονται. Η μία προσέφυγε στην έννοια της γερμανικής κουλτούρας και η άλλη στο γερμανικό κράτος. Και οι δύο χαρακτηρίζονται από μια ισχυρή εθνικιστική προκατάληψη. Θα ήθελα να πω ότι οι Γερμανοί διανοούμενοι προσπάθησαν γενικά να αντιμετωπίσουν τις απειλές της σύγχρονης τεχνολογίας, καταφεύγοντας στις εθνικιστικές ιδέες μιας ανώτερης γερμανικής κουλτούρας και ενός ισχυρού γερμανικού κράτους. Όσον αφορά τη διαμόρφωση της γερμανικής Sonderweg (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Ιδιαίτερη διαδρομή. Πρόκειται για θεωρία στη γερμανική ιστοριογραφία σύμφωνα με την οποία η Γερμανία και συγκεκριμένα η γερμανική νοοτροπία, η δομή της κοινωνίας και η ανάπτυξη των θεσμών ακολούθησαν μια διαφορετική διαδρομή σε σύγκριση με άλλα έθνη της Δύσης. Οι υπέρμαχοι αυτής της θεωρίας υποστηρίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο αναπτύχθηκε η Γερμανία ανά τους αιώνες στην ουσία εξασφάλισε την εξέλιξη μιας κοινωνικής και πολιτικής τάξης του ίδιου είδους με τη ναζιστική Γερμανία.), τόσο die Kultur (η κουλτούρα) όσο και der Staat (το κράτος) θα έπρεπε να σώσουν τον γερμανικό λαό από τις πιο καταστροφικές συνέπειες του εκμηχανισμού και της αμερικανοποίησης (Jakobsen et al, κεφάλαιο 5 στον παρόντα τόμο) (Kocka, 1988). Ασφαλώς, υπήρχαν κοσμοπολίτες, φιλελεύθεροι και φουτουριστές στη Γερμανία, αλλά ένα εντυπωσιακά μεγάλο μέρος των Γερμανών διανοούμενων επέλεξε να συναντήσει τη νεωτερικότητα, επιστρέφοντας στις παραδοσιακές, αλλά εκ νέου ορισθείσες ιδέες της γερμανικής ιδιαιτερότητας. Κάνοντάς το αυτό, επιχείρησε να ενσωματώσει τη σύγχρονη τεχνολογία στη γερμανική κουλτούρα, τιθασεύοντάς τη με αυτό τον τρόπο. Προσπάθησε να κάνει τη σύγχρονη ζωή αποδεχτή, χτίζοντας ένα κατάλληλο μέρος γι’ αυτή μέσα στις υπάρχουσες δομές και ισχυριζόμενο ότι το γερμανικό κράτος έπρεπε να παίξει έναν κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

    Ο Dann έχει δείξει πώς η ιδέα ενός ενωμένου γερμανικού βασιλείου ή έθνους ήταν ένα ισχυρό συστατικό του γερμανικού στοχασμού από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα και μετά – με ίχνη πίσω στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους (Dann, 1993). Η ιδέα μπορεί να βρεθεί σε ομάδες διάφορων πολιτικών χρωματισμών και έχει λάβει μερικώς διαφορετικά νοήματα σε διαφορετικές συνθήκες. Έχει εμφανιστεί μεταμφιεσμένη ποικιλοτρόπως, με κάθε μεταμφίεση να φέρει μια ελαφρώς συγκεκριμένη συνδήλωση: Reichsnation (Έθνος του Ράιχ), Nationalstaat (εθνικό κράτος), Kulturnation (έθνος με μεγάλη πολιτιστική ιστορία) και, ασφαλώς, Dritte Reich (Τρίτο Ράιχ). Υποψιάζομαι ότι η ευελιξία αυτής της έννοιας εξηγεί γιατί ήταν δυνατό για τους διανοούμενους και τους πολιτικούς από διάφορα ιδεολογικά στρατόπεδα να την ορίσουν εκ νέου και να τη χρησιμοποιήσουν σε νέες καταστάσεις.

    Ο Βέμπερ και ο Σόμπαρτ υιοθέτησαν αυτή τη γερμανική παράδοση στη θετική αξιολόγησή τους όσον αφορά το κράτος. Τόσο το βουλευτικό-δημοκρατικό κράτος του Βέμπερ υπό μια χαρισματική εξουσία όσο και το ελιτίστικο γερμανικό σοσιαλιστικό κράτος του Σόμπαρτ χτίστηκαν πάνω σε ιδανικά που είχαν μια μακρά ιστορία στη χώρα τους. Ομοίως, όλο το πρόγραμμα της μεταπολεμικής αναδιάρθρωσης του Ράτεναου ήταν εθνικιστικό στη ρίζα του. Το «Νέο Κράτος» του, κατά μία έννοια, δεν ήταν διόλου πολύ νέο, αλλά μάλλον μια αναδιαμόρφωση των ιδανικών που έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στην Πρωσία, πολύ πριν την εποχή του Βίσμαρκ. Τέλος, οι μανδαρίνοι, όπως ο Mayer, και οι μηχανικοί, όπως ο Weihe, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να επανεφεύρουν την παλιά έννοια της γερμανικής κουλτούρας, ώστε αυτή να συμπεριλάβει τη σύγχρονη τεχνολογία.

    Ωστόσο, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Όπως επισημάνθηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, οι τρόποι αντιμετώπισης του ερωτήματος όσον αφορά την τεχνολογία που αναπτύχθηκαν τις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα έγιναν παραδειγματικοί για τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς διαλόγους. Πρώτον, η αρχικά γερμανική εκδοχή της Technikphilosophie –η οποία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θα αναπτυσσόταν περαιτέρω στις Ηνωμένες Πολιτείες– απέκτησε ορμή αυτή την περίοδο. Για παράδειγμα, στο βιβλίο του με τίτλο Technological Enlightenment (Τεχνολογικός Διαφωτισμός) (Ropohl, 1991), ο φιλόσοφος Günter Ropohl πραγματεύεται αρκετά από τα ίδια θέματα και κάνει χρήση αρκετών από τις ίδιες έννοιες, όπως και ο Dessauer και ο Weihe. Δεύτερον, η έννοια-γλωσσοδέτης Technikfolgenabschätzung (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αξιολόγηση των τεχνολογικών επιπτώσεων.) έλαβε τη γνωστική βάση της αυτή την περίοδο. Όταν οι γερμανικές αρχές αποτίμησαν το μέλλον των πυρηνικών εργοστασίων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας πριν από λίγα χρόνια, ενήργησαν κατά πολύ όπως το πολιτιστικό συμβούλιο του Σόμπαρτ, αποφασίζοντας αν θα έπρεπε να επιτραπεί ή όχι σε μια ξένη τεχνολογία να ενσωματωθεί στο «Νέο Κράτος» της ενοποιημένης Γερμανίας (Dierkes et al, 1988). Τρίτον, για τον μοντέρνο ακαδημαϊκό τομέα της Techniksoziologie μπορούμε, κατά ορισμένους τρόπους, να εντοπίσουμε τις ρίζες του στις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα. Όταν ο Γερμανός κοινωνιολόγος Werner Rammert επιχειρηματολογεί εναντίον του τεχνολογικού ντετερμινισμού και υπέρ μιας κατανόησης της τεχνολογίας ως κοινωνικό και πολιτισμικό προϊόν (Rammert, 1993), απηχεί ειδικά τον τρόπο που ο Βέμπερ θέτει το ερευνητικό του πρόβλημα (Collins, 1986) (Hård, 1994).

    Το επιχείρημα δεν θα πρέπει να παρερμηνευθεί. Το γεγονός ότι τα συλλογιστικά πλαίσια τέθηκαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου δεν σημαίνει ότι οι συζητήσεις παρέμειναν οι ίδιες από τότε. Όπως επισημαίνει ο Peter Wagner στο κεφάλαιο 9 παρακάτω, νέες απρόβλεπτες καταστάσεις και νέες συνθήκες κάνουν δυνατούς νέους τρόπους κατανόησης. Οι παραδόσεις δεν είναι μόνο ζουρλομανδύες· δίνουν, επίσης, στα δρώντα υποκείμενα ευελιξία και ελευθερία. Ωστόσο, πιθανότατα δεν είναι σύμπτωση ότι οι τρεις διάλογοι που αναφέρθηκαν εδώ έχουν τόσο ισχυρές θέσεις στη Γερμανία, όπου διαμορφώθηκαν και αναδιαμορφώθηκαν συνεχώς για σχεδόν 100 χρόνια.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    1. AEG: Allgemeine Electrizitäts-Gesellschaft.
    2. Ο συνολικός αριθμός των μαθητών στα τεχνικά κολέγια αυξήθηκε από 3.000 το 1885 σε 11.000 το 1911 (Ringer, 1987, 60).
    3. Βλέπε Jamison, κεφάλαιο 4 στον παρόντα τόμο.
    4. Μετά από πάνω από 30 χρόνια, ο Eberhard Zschimmer εξαπέλυσε μια ευρείας κλίμακας επίθεση εναντίον του Mayer. Ο Zschimmer βλέπει τον Mayer ως εκπρόσωπο των λεγόμενων καλλιεργημένων (gebildete) στοχαστών που είχαν απομακρυνθεί τόσο πολύ από την πραγματικότητα, ώστε είχαν παραμορφωθεί (verbildete) (Zschimmer, 1937, 37).
    5. Ας σημειωθεί ότι η συζήτηση εδώ αφορά την Technik και όχι την Technologie. Η δεύτερη είναι ένας επιστημολογικός και εκπαιδευτικός όρος που, από την εποχή του Johann Beckmann, είχε να κάνει με τη γνώση γύρω από την Technik (Μüller & Troitzsch, 1989).
    6. Παρατίθεται από τον Herf (Herf, 1984, 70)· το πρωτότυπο απόσπασμα υπάρχει στον Jünger (Jünger, 1929).
    7. Βλέπε Herf, 1984, 164 κ εξ.
    8. Ακολουθώ την πρόταση του Childers ότι οι Γερμανοί μηχανικοί ενήργησαν ως ένα επάγγελμα με τη σύγχρονη, αγγλοσαξονική έννοια του όρου, παρόλο που υιοθέτησαν ένα προνεωτερικό λεξιλόγιο, μιας και χαρακτήρισαν τον εαυτό τους ως Stand (τάξη) (Childers, 1990).
    9. Ο Schulin γράφει ότι ο πόλεμος έκανε τον Ράτεναου να «αμφισβητήσει τις προηγούμενες ιδέες του, τα σχέδιά του και τα σημεία εστίασής του» (Schulin, 1990, 55).
    10. Έως εκείνη την εποχή ο Σόμπαρτ, όπως και ο Dessauer και άλλοι, είχε αρχίσει να επεκτείνει την έννοια της Technik πέρα από τις απλές μηχανές.
    11. Μου φαίνεται ότι ο Βέμπερ είναι κάπως άδικος εδώ. Ο Σόμπαρτ είχε ξεκαθαρίσει απόλυτα στην ομιλία του ότι θα εστίαζε στις συνέπειες της τεχνολογίας για να μην κάνει την ομιλία του πολύ μακροσκελή. Είχε πει, επίσης, ότι «η μουσική ζωή συνδέεται με την τεχνολογία μέσω χιλιάδων νημάτων» (Sombart, 1911, 342).
    12. Απ’ όσο μπορώ να πω, ο Σόμπαρτ δεν το είχε ποτέ ισχυριστεί αυτό.
    13. Κριτική κάποιου Nonnenbruch στην εφημερίδα Völkischer Beobachter (αρ. 278, 3 Οκτωβρίου 1934)· παρατίθεται από τον Krause (Krause, 1960, 189-190).
    14. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στα κείμενα του 1911 και του 1934 είναι ότι, στα τελευταία, προστέθηκε η λέξη «ολότητες».

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

    Οι εικόνες που συνοδεύουν το άρθρο είναι ευγενική προσφορά του ζωγράφου Παναγιώτη (Τάκη) Βαρελά, μέλος του ΔΣ του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ως εκπρόσωπος του Επιμελητήριου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας).ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Abramowski, G., 1966. Das Geschichtsbild Max Webers: Universalgeschichte am Leitfaden des okzidentalen Rationalisierungsprozesses. Stuttgart: Ernst Klett.

    Åmark, K., 1990. Anteckningar om Max Weber, politik och professioner. MS, Uppsala: SCASSS.

    Baark, E., & Jamison, A., 1986. The Technology and Culture Problematique. In: idem (eds) Technological Development in China, India and Japan: Cross-Cultural Perspectives. Houndmills, Basingstoke, Hamps.: McMillan, pp. 1-34.

    Banta, M., 1993. Taylored Lives: Narrative Productions in the Age of Taylor, Veblen, and Ford. Chicago and London: The University of Chicago Press.

    Barnouw, D., 1988. Weimar Intellectuals and the Threat of Modernity. Bloomington and Indianapolis: Indiana University Press.

    Bauman, Z., 1989. Modernity and the Holocaust. Ithaca, NY: Cornell University Press.

    Beetham, D., 1985. Max Weber and the Theory of Modern Politics. Cambridge: Polity.

    Bijker, W., E., Hughes, T., P., & Pinch, T., J., (eds) 1987. The Social Construction of Technological Systems: New Directions in the Sociology and History of Technology. Cambridge, MA: The MIT Press.

    Bollenbeck, G., 1994. Bildung und Kultur. Glanz und Elend eines deutschen Deutungsmusters. Frankfurt a. M. and Leipzig: Insel Verlag.

    Bourdieu, P., 1990/1980. The Logic of Practice. Stanford: Stanford University Press.

    Bourdieu, P., 1991. Language and Symbolic Power. Cambridge, MA: Harvard University Press.

    Chandler, A., D., 1977. The Visible Hand: The Managerial Revolution in American Business. Cambridge, MA: Belknap.

    Childers, T., 1990. The Social Language of Politics in Germany: The Sociology of Political Discourse in the Weimar Republic. American Historical Review, 95, 331-358.

    Collins, R., 1986. Weberian Sociological Theory. Cambridge: Cambridge University Press.

    Coudenhove-Kalergi, R., N., 1922. Apologie der Technik. Leipzig: Der neue Geist Verlag.

    Dann, O., 1993. Nation und Nationalismus in Deutschland 1770-1990. Munich: C. H. Beck.

    De Geer, H., 1978. Rationaliseringsrörelsen i Sverige. Effektivitetsidéer och socialt ansvar under mellankrigstiden. Stockholm: Studieförbundet näringsliv och samhälle.

    Dessauer, F., 1908. Technische Kultur. Kempten: Kösel.

    Dessauer, F., 1958. Streit um die Technik. Frankfurt a. M.: Josef Knecht.

    Dierkes, M., Knie, A., & Wagner, P., 1988. Die Diskussion über das Verhältnins von Technik und Politik in der Weimarer Republik. Leviathan, 16, 1-22.

    Dietz, B., Fessner, M., and Maier, H., (eds) 1996. Technische Intelligenz und «Kulturfaktor Technik». Kulturvorstellungen von Technikern und Ingenieuren zwischen Kaiserreich und früher Bundesrepublik Deutschland. Münster: Waxmann.

    Forman, P., 1971. Weimar Culture, Causality, and Quantum Theory. Historical Studies in the Physical Sciences, 3, 1-116.

    Galbraith, J., K., 1967. The New Industrial State. New York: New American Library.

    Gerth, H., H., and Mills, C., W., (eds). From Max Weber: Essays in Sociology. New York: Oxford University Press.

    Gispen, K., 1989. New Profession, Old Order: Engineers and German Society, 1815-1914. Cambridge: Cambridge University Press.

    Habermas, J., 1981. Theorie des kommunikativen Handels. 2 vols. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Hård, M., 1990. Teknik-och-kultur-diskursen. Ett utsnitt ur den tyska moderniseringsdebatten, 1906-33. In: idem and Conny Mithander, Teknik som diskurs. Moderniseringsdebatter i Tyskland och Sverige, 1905-35, s. t. i. c., Vol. 3. Gothenburg: Department of Theory of Science, Gothenburg University, 7-47.

    Hård, M., 1994. Machines are Frozen Spirit: The Scientification of Refrigeration and Brewing in the 19th Century – A Weberian Inerpretation. Frankfurt a. M. and Boulder, Col.: Campus Verlag and Westview Press.

    Harris, A., L., 1958. Economics and Social Reform. New York: Harper & Brothers.

    Helldén, A., 1986. Maskinerna och lyckan. Ur industrisamhällets idéhistoria. Stockholm: Ordfront.

    Hellige, H., D., 1990. Walther Rathenau: ein Kritiker der Moderne als Organisator des Kapitalismus. In: Hughes et al, 32-54.

    Herf, J., 1984. Reactionary Modernism: Technology, Culture, and Politics in Weimar and the Third Reich. Cambridge: Cambridge University Press.

    Hermand, J., and Trommler, F., 1988. Die Kultur der Weimarer Republik. Frankfurt a. M.: Fischer Taschenbuch Verlag.

    Hortleder, G., 1974. Das Gesellschaftsbild des Ingenieurs. Zum politischen Verhalten der technischen Intelligenz in Deutschland. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Hughes, H., S., 1958. Consciousness and Society: The Reorientation of European Social Thought 1890-1930. New York: Knopf.

    Hughes, T., P., 1987. The Evolution of Large Technological Systems. In: Bijker et al, 51-82.

    Hughes, T., P., 1990. Walther Rathenau: «System Builder». In: Hughes et al, 9-31.

    Hughes, T., P., et al, 1990. Ein Mann vieler Eigenschaften. Walther Rathenau und die Kultur der Moderne. Berlin: Klaus Wagenbach.

    Jünger, E., 1929. Feuer und Blut. Ein kleiner Ausschnitt aus dem grossen Schlacht. Berlin: Frundsberg Verlag.

    Kocka, J., 1988. German History Before Hitler: The Debate about the German Sonderweg. Journal of Contemporary History, 23, 3-16.

    Koenne, W., 1979. On the Relationship between Philosophy and Technology in the German-Speaking Countries. In: George Bugliarello and Dean B. Doner (eds), The History and Philosophy of Technology. Urbana, Ill.

    Krause, W., 1960. Werner Sombarts Weg vom Kathedersozialismus zum Faschismus. Αδημοσίευτη διατριβή. Berlin: Humboldt-Universität.

    Lambourne, R., Shallis, M., and Shortland, M., 1990. Close Encounters? Science and Science Fiction. Bristol and New York: Adam Hilger.

    Lenk, H., 1982. Zur Sozialphilosophie der Technik. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Liedman, S.-E., 1986. Den synliga handen. Anders Berch och ekonomiämnena vid 1700-talets svenska universitet. Stockholm: Arbetarkultur.

    Ludwig, K.-H., 1974. Technik und Ingenieure im Dritten Reich. Düsseldorf: Droste.

    McNeill, W., H., 1983. The Pursuit of Power: Technology, Armed Force, and Society Since A.D. 1000. Oxford: Basil Blackwell.

    Mader, U., 1974. Walther Rathenau als Funktionär des Finanzkapitals. Beiträge zu einer politischen Biographie 1887-1917. Berlin: Humboldt-Universität.

    Maier, C. S., 1987. In Search of Stability: Explorations in Historical Political Economy. Cambridge: Cambridge University Press.

    Mann, T., 1969/1924. The Magic Mountain. New York: Vintage Books.

    Marcuse, H., 1968. Negations: Essays in Critical Theory. London: Allen Lane, The Penguin Press.

    Mayer, E., A., von, 1906. Technik und Kultur. Berlin: Hüpeden & Merzyn.

    Mitzman, A., 1971. The Iron Cage: An Historical Interpretation of Max Weber. New York: Knopf.

    Mommsen, W., J., 1984/1974. Max Weber and German Politics, 1890-1920. Chicago and London: University of Chicago Press.

    Müller, H., P., and Troitzsch, U., (eds) 1992. Technologie zwischen Fortschritt und Tradition. Beiträge zum Internationalen Johann Beckmann-Symposium Göttingen 1989. Frankfurt a. M.: Peter Lang.

    Nolan, M., 1994. Visions of Modernity: American Business and the Modernization of Germany. New York and Oxford: Oxford University Press.

    Peukert, D., J., K., 1987. Die Weimarer Republik. Krisenjahre der klassischen Moderne. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Pot, J., H., J., van der, 1985. Die Bewertung des technischen Fortschritts. Eine systematische Übersicht der Theorien. Assen: van Gorcum.

    Rammert, W., 1993. Technik aus soziologischer Perspektive. Opladen: Westdeutscher Verlag.

    Rathenau, W., 1912. Zur Kritik der Zeit. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1913. Zur Mechanik des Geistes. Oder vom Reich der Seele. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1916. Probleme der Friedenswirtschaft. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1917. Kommande tider – kommande ting. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1917a. Von kommenden Dingen. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1918. An Deutschlands Jugend. Berlin: S. Fischer

    Rathenau, W., 1918a. Die neue Wirtschaft. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1918b. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1918c./1916. Fredshushållningens problem. In: Rathenau, 1918b, 9-43.

    Rathenau, W., 1918d. Den nya hushållningen. In: Rathenau, 1918b, 45-125.

    Rathenau, W., 1918e/1912. Nutidens väsen. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1918f/1913. Själens krafter. Bidrag till nutidens psykologi. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1919. Autonome Wirtschaft. Jena: Eugen Diederich.

    Rathenau, W., 1919a. Kejsaren och andra studier. Stockholm: Hugo Gebers.

    Rathenau, W., 1919b. Die neue Gesellschaft. Berlin: S. Fischer.

    Rathenau, W., 1922/1919. Der neue Staat. Berlin: S. Fischer.

    Renneberg, M., and Walker, M., 1993. Scientists, Engineers and National Socialists. In idem (eds) Science, Technology and National Socialism. Cambridge: Cambridge University Press, 1-29.

    Ringer, F., 1969. The Decline of the German Mandarins: The German Academic Community, 1890-1933. Cambridge, MA: Harvard University Press.

    Ringer, F., 1987/1969. Die Gelehrten. Der Niedergang der deutschen Mandarine 1890-1933. Munich: Deutscher Taschenbuch Verlag.

    Ropohl, G., 1991. Technologische Aufklärung. Beiträge zur Technikphilosophie. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

    Schluchter, W., 1989. Rationalism, Religion, and Domination: A Weberian Perspective. Berkeley, CA: University of California Press.

    Schmidt, G., 1981. Technik und kapitalistischer Betrieb. Max Webers Konzept der industriellen Entwicklung und das Rationlisierungsprblem in der neueren Industriesoziologie».In Walter M. Sprondel and Constans Seyfarth (eds) Max Weber und die Rationalisierung sozialen Handelns. Stuttgart: Ferdinand Enke, 168-188.

    Schröter, M., 1920. Die Kulturmöglichkeit der Technik als Formproblem der produktiven Arbeit. Kritische Studien zur Darlegung der Zivilisation und der Kultur der Gegenwart. Berlin and Leipzig: Walter de Gruyter.

    Schröter, M., 1922. Der Streit um Spengler. Kritik seiner Kritiker. Munich: C.H. Beck.

    Schröter, M., 1934. Philosophie der Technik. In: A. Baeumler and M. Schröter (eds) Handbuch der Philosophie. Abteilung IV: Staat und Geschichte. Munich and Berlin: R. Oldenbourg.

    Schulin, E., 1990. Krieg und Modernisierung. Rathenau als philosophierender Industrieorganisator im Ersten Weltkrieg. In: Hughes et al, 55-67.

    Schweitzer, A., 1923-24. Kulturphilosophie, 2 Vols. Munich: C. H. Beck.

    Sieferle, R., P., 1984. Fortschrittsfeinde? Opposition gegen Technik und Industrie von der Romantik bis zur Gegenwart. Munich: C. H. Beck.

    Smith, M., R., and Marx, L., 1994. Does Technology Drive History? The Dilemma of Technological Determinism. Cambridge, MA: The MIT Press.

    Sombart, W., 1911. Technik und Kultur. Archiv für Sozialwissenschaft und Sozialpolitik, 33, 305-47.

    Sombart, W., 1927. Der moderne Kapitalismus. Band III. Das Wirtschaftsleben im Zeitalter des Hochkapitalismus. Munich: Duncker & Humblot.

    Sombart, W., 1930. Die drei Nationalökonomien. Geschichte und System der Lehre von der Wirtschaft. Munich: Duncker & Humblot.

    Sombart, W., 1932. Die Zukunft des Kapitalismus. Munich: Duncker & Humblot.

    Sombart, W., 1934. Deutscher Sozialismus. Berlin: Buchholz & Weisswange.

    Spengler, O., 1931. Människan och tekniken. Bidrag till en livsfilosofi. Stockholm: Hugo Gebers.

    Spengler, O., 1991/1918-22. Der Untergang des Abendlandes. Umrisse einer Morphologie der Weltgeschichte. Munich: Deutscher Taschenbuch Verlag.

    Stern, F., 1961. The Politics of Cultural Despair: A Study in the Rise of the German Ideology. Berkeley: University of California Press.

    Stodola, A., 1932. Gedanken zu einer Weltanschauung vom Standpunkte des Ingenieurs. Berlin: J. Springer (2nd ed.).

    Stråth, B., (ed), 1990. Language and the Construction of Class Identities. The Struggle for Discursive Power in Social Organisation: Scandinavia and Germany after 1800. Gothenburg: Department of History, Gothenburg University.

    Volkov, S., 1990. Überlegungen zur Ermordung Rathenaus als symbolischem Akt. In: Hughes et al, 99-105.

    Wagner, P., 1994. A Sociology of Modernity: Liberty and Discipline. London and New York: Routledge.

    Weber, M., 1919. Geistige Sozialisierung (Technik und Volksbildung). Zeitschrift des Vereines deutscher Ingenieure, 63, 86f.

    Weber, M., 1924/1910. Diskussionsrede zu W. Sombarts Vortrag über Technik und Kultur. Erste Soziologentagung Frankfurt 1910. In: idem Gesammelte Aufsätze zur Soziologie und Sozialpolitik. Tübingen: J. C. B. Mohr, 449-56.

    Weber, M., 1930/1904-1905. The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism. London: George Allen & Unwin.

    Weber, M., 1958/1922. Bureaucracy. In: Gerth and Mills, 196-244.

    Weber, M., 1958a/1919. Science as a Vocation. In: Gerth and Mills, 129-156.

    Weber, M., 1958b/1922. The Sociology of Charismatic Authority. In: Gerth and Mills, 245-264.

    Weber, M., 1964/1922. The Theory of Social and Economic Organization. New York: Free Press.

    Weber, M., 1981/1923. General Economic History. New Brunswick and London: Transaction Books.

    Weihe, C., 1918. Der Kulturwert der Technik. Technik und Wirtschaft, 11, 329-339, 406-13.

    Winner, L., 1977. Autonomous Technology: Technics-out-of-Control as a Theme in Political Thought. Cambridge, MA: The MIT Press.

    Zschimmer, E., 1914. Philosophie der Technik. Vom Sinn der Technik und Kritik des Unsinns über die Technik. Jena: E. Diederichs.

    Zschimmer, E., 1937. Deutsche Philosophen der Technik. Stuttgart: Enke.

  • Oμιλία Θόδωρου Αραμπατζή: Η Κρίση στα Θεμέλια της Φυσικής και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης

    Oμιλία Θόδωρου Αραμπατζή: Η Κρίση στα Θεμέλια της Φυσικής και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης

    Στα πλαίσια του ανοικτού αφιερωματικού κύκλου “Επιστήμη & Τεχνολογία στην εποχή της Βαϊμάρης” το InScience.gr  σας παρουσιάζει την ομιλία του Θόδωρου Αραμπατζή με θέμα:

    Η Κρίση στα Θεμέλια της Φυσικής και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης

    Περίληψη:

    Ο αμερικανός ιστορικός των επιστημών Paul Forman έχει υποστηρίξει ότι η κρίση στη φυσική στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στη γερμανόφωνη Ευρώπη μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η απόρριψη της αιτιότητας στον μικρόκοσμο από πολλούς φυσικούς δεν ήταν, σύμφωνα με τον Forman, προϊόν εσωτερικών εξελίξεων στη φυσική, αλλά αποτέλεσμα της επίδρασης εξωτερικών παραγόντων: της γενικευμένης κρίσης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και της επακόλουθης απαξίωσης του ορθού λόγου και της αιτιοκρατικής σκέψης. Η «θέση Forman» έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις για τη σχέση των επιστημονικών ιδεών με το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνονται. Σε αυτή την ομιλία θα εξετάσω τις περίπλοκες διασυνδέσεις ανάμεσα στη νεότερη φυσική και στο περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε, σχολιάζοντας παράλληλα την πρόσληψη της θέσης Forman από την κοινότητα των ιστορικών των επιστημών.Σύντομο Βιογραφικό

    Ο Θόδωρος Αραμπατζής είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Princeton και καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ. Διετέλεσε μεταδιδακτορικός υπότροφος στο ΜΙΤ και επισκέπτης ερευνητής στο Max Planck Institute for the History of Science. Από το 2010 έως το 2014 ήταν συν-διευθυντής του περιοδικού Metascience (https://link.springer.com/journal/11016), και από το 2020 έως το 2022 ήταν πρόεδρος της European Society for the History of Science (http://www.eshs.org). Το 2017 έλαβε το βραβείο καλύτερου δοκιμίου στην ιστορία και φιλοσοφία της επιστήμης από την International Union of History and Philosophy of Science and Technology (https://iuhpst.org/pages/inter-division-commissions/joint-commission/2017-essay-prize.php). Είναι αντεπιστέλλον μέλος της Académie Internationale d’Histoire des Sciences (2019-). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην ιστορία και φιλοσοφία των φυσικών επιστημών του 19ου και του 20ού αιώνα. Πληροφορίες για το έργο του είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα http://scholar.uoa.gr/tarabatz.

    Κεφάλαια της Ομιλίας

    00:00:27 Εισαγωγή – Χαιρετισμός

    00:04:20 Ομιλία

    00:50:47 Ερωτήσεις

    00:50:57 Αυτή η προσπάθεια την οποία έκανε ο Φόρμαν να εξηγήσει κατά τη δική του άποψη τις επιδράσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος πάνω σε μια μεγάλη αλλαγή και μια καμπή της επιστήμης, έχει γίνει από άλλους ιστορικούς της επιστήμης με σκοπό να προβληθεί αυτό το μοντέλο και σε άλλες ιστορικές φάσεις της επιστήμης;

    00:58:05 Ποιες είναι οι επιπτώσεις της ανάλυσης του Forman για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ πολιτισμού και επιστήμης γενικότερα;

    01:03:23 Κατά πόσον οι ιδέες του Forman έχουν επηρεάσει τις σύγχρονες συζητήσεις σχετικά με την ιστορία και τη φιλοσοφία της φυσικής επιστήμης;

    01:06:51 Παρατηρείτε, εσείς ως επιστήμονας, συνθήκες παρόμοιες με εκείνες του κλίματος που ώθησε τους φυσικούς προς την κβαντομηχανική, μια επαναστατική θεωρία τότε, στο σημερινό επιστημονικό πεδίο;

    1:13:20 ΕπίλογοςΒρείτε εδώ περισσότερο υλικό σχετικό με τον αφιερωματικό κύκλο

  • Στη γειτονιά του ουρανού. Αναφορά στα ουράνια σώματα

    Στη γειτονιά του ουρανού. Αναφορά στα ουράνια σώματα

    ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

    Τζαμάλ- Οδυσσέας Μαάιτα

    Φωτογραφική Επιμέλεια: Ηλίας Καρατζούλης
    ISBN: 978-960-451-477-9
    Διαστάσεις: 17 Χ 24
    Αριθμός σελίδων: 144
    Τιμή με ΦΠΑ: € 14

    Έτος έκδοσης: 2023

    Το βιβλίο του Οδυσσέα Μαάιτα, σε φωτογραφική επιμέλεια Ηλία Καρατζούλη, προσπαθεί με σύντομο και εκλαϊκευτικό τρόπο να περιγράψει τα διάφορα ουράνια σώματα και αστρο-νομικά φαινόμενα, τις τελευταίες εξελίξεις στην αστρονομία. Για να διαβαστεί αυτό το βιβλίο, δε χρειάζονται μαθηματικές γνώσεις, ούτε γνώσεις αστρονομίας ή φυσικής. Χρειάζεται μόνο δίψα για μάθηση και όρεξη για γνώση. Με αυτή την έννοια δεν απευθύνεται μόνο σε φυσικούς και άλλους επιστήμονες. Απευθύνεται σε όλους, σε μεγάλους και μικρούς, σε όσουςθέλουν να μάθουν. Άλλωστε, η επιστήμη δεν μπορεί να μένει κλειστή μέσα σε κύκλους ειδικών, αλλά οφείλει να φτάνει σε όλο λαό. Η επιστήμη οφείλει να βοηθά στην κατανόηση του κόσμου, να δίνει τελικά τα εργαλεία ώστε να μπορούμε να τον αλλάξουμε.Ο συγγραφέας περιγράφει τα πράγματα απλά, χωρίς όμως να κάνει έκπτωση στην επιστημονική τους τεκμηρίωση. Στο τέλος του βιβλίου μπορεί κανείς να βρει πηγές ώστε να βαθύνει και να ασχοληθεί περισσότερο με τα θέματα που τον ενδιαφέρουν. Η επιστήμη της αστρονομίας εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διάρκεια συγγραφής του βιβλίου τα επιστημονικά δεδομένα άλλαζαν συνεχώς. Προκειμένου ο αναγνώστης να μένει ενήμερος για τα νέα δεδομένα, έχουν προστεθεί στο βιβλίο σύνδεσμοι, με τη μορφή QRCodes, μέσω των οποίων μπορεί να έχει πρόσβαση σε ό,τι νέο υπάρχει.

    _____________________________________________________________________________________
    Ο Τζαµάλ-Οδυσσέας Μαάιτα είναι διδάκτορας του τµήµατος Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης µε αντικείµενο τη «µη γραµµική δυναµική» και κάτοχος µεταπτυχιακού διπλώµατος ειδίκευσης στην «Υπολογιστική Φυσική».

    Έχει διδάξει ως συµβασιούχος καθηγητής σε διάφορα πανεπιστηµιακά τµήµατα του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης, του ∆ιεθνούς Πανεπιστηµίου Ελλάδας και του Πανεπιστηµίου ∆υτικής Μακεδονίας.

    Εργασίες του έχουν δηµοσιευτεί σε διεθνή επιστηµονικά περιοδικά. Είναι µέλος συντακτικής επιτροπής σε δύο διεθνή επιστηµονικά περιοδικά. Είναι µέλος της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης Μηχανικής και της Εταιρίας Φιλοσοφίας της Φυσικής. Έχει εκδώσει ένα επιστηµονικό βιβλίο για παιδιά (Η ζωή των αστεριών, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

    Ο Ηλίας Καρατζούλης είναι απόφοιτος της φωτογραφικής ακαδηµίας της Leica. Εργάζεται ως επαγγελµατίας φωτογράφος, αλλά και στο χώρο της εκπαίδευσης. Έχει πάθος µε την ερασιτεχνική αστροφωτογραφία, καθώς και µία δηµοσίευση εικόνων στην επίσηµη ιστοσελίδα του Nemea Center του Berkeley University.

  • Oμιλία Μαρίας Ζαρίφη: Η επιστημονική απομόνωση της Βαϊμάρης και η διέξοδος της Ελλάδας

    Oμιλία Μαρίας Ζαρίφη: Η επιστημονική απομόνωση της Βαϊμάρης και η διέξοδος της Ελλάδας

    Στα πλαίσια του ανοικτού αφιερωματικού κύκλου “Επιστήμη & Τεχνολογία στην εποχή της Βαϊμάρης” το InScience.gr  σας παρουσιάζει την ομιλία της Μαρίας Ζαρίφη με θέμα:

    Η επιστημονική απομόνωση της Βαϊμάρης και η διέξοδος της Ελλάδας.

    Περίληψη:

    Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών η ηττημένη Γερμανία, που για πρώτη φορά πλέον γίνεται δημοκρατία με ιδρυτική πράξη στην πόλη της Βαϊμάρης, απομονώνεται διεθνώς από όλους τους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των επιστημονικών. Ταυτόχρονα χάνει και τη μακρόχρονη επιρροή της στις τοπικές επιστημονικές κοινότητες. Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο, η νεαρή «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» αναζητά τρόπους που θα τη βοηθήσουν να ανακτήσει τη χαμένη αίγλη και επιρροή της χώρας.

    Τι ρόλο μπορεί να έπαιξε η Ελλάδα σε αυτή τη νέα πολιτική -και όχι μόνο- αναζήτηση της Γερμανίας; Τι μπορούσε να προσφέρει σε αυτή την επιστημονικά προηγμένη χώρα το μικρό Βαλκανικό κράτος, το οποίο δεν είχε παράδοση στην επιστημονική ή τεχνολογική καινοτομία στη νεότερη ιστορία του, ενώ ήταν μια καθημαγμένη χώρα από τους συνεχείς πολέμους που δεν έληξαν με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου;

    Η παρούσα ομιλία παρουσιάζει μια σειρά από άγνωστα ή ελάχιστα γνωστά επιστημονικά γεγονότα που συνέδεσαν την Ελλάδα με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης σε μια δυστοπική περίοδο της ιστορίας και για τις δύο κοινωνίες.Σύντομο Βιογραφικό

    Η Μαρία Ζαρίφη είναι Ιστορικός της Επιστήμης και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στην Ιστορία και τον Πολιτισμό του European University Institute (EUI) της Φλωρεντίας. Έχει διδάξει Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο για πολλά χρόνια. Έχει επίσης διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας και στο University of Regensburg στη Γερμανία ως full-time επισκέπτρια καθηγήτρια. Διετέλεσε ερευνητική συνεργάτης (fellow) στο Institute for Advanced Studies (FRIAS) στο Freiburg i.Br., στο Institute for East and Southeast European Studies (IOS) στο Regensburg, και στο Heidelberg Centre for Transcultural Studies (HCTS), Cluster of Excellence “Asia and Europe in a Global Context”, στη Γερμανία. Τα ενδιαφέροντά της τα τελευταία χρόνια εστιάζουν στην Ιστορία της Ιατρικής και της Δημόσιας Υγείας. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου Science, Culture and Politics. Germany’s cultural policy and scientific relations with Greece 1933-1945 (Saarbrücken/Germany, 2010) και μαζί με τους Γ. Βλαχάκη και Β.Χριστίδου έχει συγγράψει το διδακτικό εγχειρίδιο Επιστήμη και Τεχνολογία στη Δημόσια Σφαίρα (Πάτρα, 2022) για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου «Επικοινωνία της Επιστήμης». Έχει επίσης δημοσιεύσει κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους και άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά.

    Κεφάλαια της Oμιλίας

    00:00:27 Εισαγωγή – Χαιρετισμός

    00:04:20 Ομιλία

    00:52:05 Ερωτήσεις

    00:52:29 Ποιο ρόλο διαδραμάτισε η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος στη διαμόρφωση γεωπολιτικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων μετά τη συμφωνία της Βαϊμάρης;

    00:55:34 Πώς επηρέασε η συμφωνία της Βαϊμάρης την έρευνα και την εξέλιξη της πυρηνικής τεχνολογίας και των πυρηνικών όπλων;

    00:56:53 Ποιες ήταν οι επιπτώσεις της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου στην οικονομία και την κοινωνία της Γερμανίας κατά τη δεκαετία μετά τη συμφωνία της Βαϊμάρης;

    00:59:48 Από τον ερχομό των Γερμανών επιστημόνων στην Ελλάδα υπάρχουν ενδείξεις αν ωφελήθηκε σε κάτι η ελληνική επιστημονική κοινότητα;

    01:04:19 Στα χρόνια της Βαϊμάρης εμφανίζεται μια επιθετική στάση έναντι της επιστήμης μέσα στην Γερμανία. Θα θέλατε να το σχολιάσετε;Βρείτε εδώ περισσότερο υλικό σχετικό με τον αφιερωματικό κύκλο

  • ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ, Η ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ: Ή η αντικατάσταση (;) της ψυχολογίας από την τεχνητή νοημοσύνη

    ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ, Η ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ: Ή η αντικατάσταση (;) της ψυχολογίας από την τεχνητή νοημοσύνη

    Γιώργος Βασιλείου / Συλλέγοντας το απόσταγμα ( πεμπτουσία) της ζωής / Λάδι σε καμβά 130 x 100 cmΠΕΡΙΛΗΨΗ

    Τα επιτεύγματα της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) εγείρουν πλήθος συζητήσεων οι οποίες πλέον αποκτούν διεπιστημονικό χαρακτήρα. Αυτό είναι ενδεικτικό του ρόλου και της επίδρασης της χρήσης συστημάτων ΤΝ στην κοινωνική πραγματικότητα. Παράλληλα όμως οι συζητήσεις αυτές συχνά έχουν ασταθείς βάσεις μη λαμβάνοντας υπόψη τι ακριβώς συμβαίνει σε επίπεδο παραγωγής και εφαρμογής των τεχνολογιών αυτών. Στην ίδια κατεύθυνση απουσιάζει μια κατανόηση της ιστορικής διαμόρφωσης του πεδίου. Μια τέτοια σημαντική διάσταση που σπανίως εξετάζεται ενδελεχώς είναι ο ρόλος της ψυχολογίας στη διαμόρφωση της ΤΝ. Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσουμε μια πλευρά της αλληλεπίδρασης ψυχολογίας-ΤΝ και τις επιπτώσεις στο πεδίο της ψυχολογίας.ΓΙΑΤΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ;

    Η ψυχολογία, όπως και άλλες κοινωνικές επιστήμες, συγκροτείται ως αυτόνομη επιστήμη τον 19ο αιώνα. H ψυχολογία ως επιστημονικό πεδίο παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα, η οποία έγκειται σε δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον αυτός ο κλάδος εστιάζεται στην έρευνα  της ενδότερης ψυχικής ζωής του νεωτερικού υποκειμένου, της ιδιωτικής, υποκειμενικής του εμπειρίας. Δεύτερον ο εν λόγω κλάδος  εντοπίζεται στο μεταίχμιο κοινωνικών και φυσικών επιστημών, καθώς η μελέτη αφορά τόσο το κοινωνικό υποκείμενο όσο και το βιολογικό υπόβαθρο των χαρακτηριστικών που αποδίδονται σε αυτό. Χαρακτηριστικό της ψυχολογίας ως επιστημονικού κλάδου είναι ότι δεν αποτελεί ένα ομοιογενές πεδίο. Ήδη από τον 19ο αιώνα εμφανίζονται διαφορετικές ψυχολογικές θεωρίες με διαφορετικές –και συχνά αντικρουόμενες– φιλοσοφικές παραδοχές, οι οποίες επηρεάζουν και την ταξινόμηση της ψυχολογίας ως φυσικής ή κοινωνικής επιστήμης. Αυτή η ιδιοτυπία της ψυχολογίας ως προς τη φύση και τη μέθοδο εξήγησης των νοητικών φαινομένων είναι συνυφασμένη με την εδραίωσή της ως επιστήμης τον 20ό αιώνα. Πολλές/-οι ιστορικοί της ψυχολογίας καθώς και επιστήμονες του πεδίου μιλούν για την κρίση της ψυχολογίας ως κάτι που εμφανίζεται ταυτόχρονα με τη γέννηση του πεδίου (Mülberger & Sturm, 2012).

    Στον 20ό αιώνα η κρίση της ψυχολογίας καθώς και οι τρόποι επίλυσης των θεωρητικών και μεθοδολογικών ζητημάτων που πηγάζουν από αυτήν απέκτησαν νέο χαρακτήρα με την εμφάνιση των εννοιών της πληροφορίας και του υπολογισμού. Σε αυτή τη διεργασία καταλυτική ήταν η εδραίωση της κυβερνητικής (cybernetics) μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η κυβερνητική ενέταξε στον εννοιολογικό της εξοπλισμό τις έννοιες της πληροφορίας και του υπολογισμού και επεκτάθηκε στη μελέτη κάθε φαινομένου (κοινωνικού και φυσικού) βάσει της παραδοχής πως όλα τα φαινόμενα διέπονται από τις ίδιες αρχές του ελέγχου και της επικοινωνίας (Wiener, 1948). Η κυβερνητική προώθησε τη γνωσιακή επανάσταση στα μέσα του 20ού αιώνα που μετασχημάτισε θεμελιωδώς πλήθος επιστημονικών πεδίων (ψυχολογία, γλωσσολογία, κοινωνιολογία κ.α.) και οδήγησε στην εμφάνιση νέων (τεχνητή νοημοσύνη, νευροεπιστήμες, γνωσιακή επιστήμη κ.α.).Ως γνωσιακή επανάσταση αναφέρεται η θεωρητική στροφή που υιοθέτησε το μοντέλο του νου ως μηχανής επεξεργασίας πληροφοριών και επηρέασε πλήθος επιστημονικών πεδίων. Η ανάπτυξη της θεωρίας της πληροφορίας και του ψηφιακού ηλεκτρονικού υπολογιστή τις δεκαετίες 1940-1950 που προηγήθηκαν της γνωσιακής επανάστασης ήταν κομβική για την προώθηση της τελευταίας. Η γνωστική ψυχολογία αναδύθηκε την ίδια περίοδο ως αποτέλεσμα της γνωσιακής επανάστασης και μελετούσε τον νου ως μηχανή επεξεργασίας πληροφοριών. Γι’ αυτό και την πρώτη περίοδο αναφερόταν ως ψυχολογία της επεξεργασίας πληροφοριών. Το παράδειγμα της θεωρίας της πληροφορίας παρέμεινε κομβικό για την γνωστική ψυχολογία, αλλά στην πορεία εμφανίστηκαν διάφορα μοντέλα στην προσπάθεια να εξηγηθούν οι γνωστικές λειτουργίες βάσει του παραλληλισμού νου-υπολογιστή.Η επίδραση της κυβερνητικής στα διάφορα επιστημονικά πεδία αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου διαδόθηκε η μεταφορά ανθρώπου-μηχανής και συγκεκριμένα η μεταφορά του εγκεφάλου/νου ως υπολογιστή. Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τον ρόλο που διαδραμάτισε η ψυχολογία κατά τη διαμόρφωση του πεδίου της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) και τις επιδράσεις της ανάπτυξης της τελευταίας στην ψυχολογία, ούτως ώστε να εξεταστεί η μεταξύ τους σχέση στην διαδικασία εκμηχάνισης των νοητικών διαδικασιών. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι στο παρόν άρθρο εξετάζεται η ιστορική διαμόρφωση του πεδίου της ΤΝ. Αυτό σημαίνει ότι οι παγιωμένες θέσεις που εμφανίζονται στο πεδίο σήμερα δεν είχαν τέτοιον χαρακτήρα κατά τις πρώτες τρεις δεκαετίες που θα εξετάσουμε. Αυτό ακριβώς είναι το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται ο ρόλος της ψυχολογίας: η αλληλεπίδραση των πεδίων και η διαδικασία οριοθέτησης του νέο-αναδυόμενου πεδίου της ΤΝ με επίκεντρο το επίδικο ζήτημα της μελέτης και εξήγησης των νοητικών διαδικασιών ως μέρος της διαδικασίας εκμηχάνισής τους.Ως εκμηχάνιση των νοητικών διαδικασιών αναφέρεται η διαδικασία κατά την οποία πλευρές της ανθρώπινης γνωστικής ικανότητας (cognition) μεταφέρονται σε μηχανικές συναρμογές. Τέτοιες πλευρές είναι, για παράδειγμα, η επίλυση προβλημάτων, η λήψη αποφάσεων, η ταξινόμηση δεδομένων κ.ο.κ. Προκειμένου να επιτευχθεί η εκμηχάνιση των νοητικών διαδικασιών προηγουμένως απαιτείται η μοντελοποίησή τους με συγκεκριμένο τρόπο: η ανάδειξη ομοιοτήτων στη λειτουργία του νου/εγκεφάλου με τον ψηφιακό ηλεκτρονικό υπολογιστή ως η μηχανική συναρμογή που εκτελεί εργασίες αντίστοιχες με αυτές του νου/εγκεφάλου. Τέτοιου είδους μοντέλα αναπτύχθηκαν, μεταξύ άλλων, από την ΤΝ και τη γνωστική ψυχολογία.ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ

    Η εποχή της ΤΝ αναδύθηκε ως η σύνδεση του υπολογισμού και της γνωστικής ικανότητας (cognition). Πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις μπορούν να αξιοποιηθούν στη συζήτηση της μεταξύ τους σχέσης. Για παράδειγμα, η φιλοσοφία του νου –και εν μέρει η γνωσιακή επιστήμη– θέτει το πλαίσιο συζήτησης προσεγγίζοντας ή ορίζοντας τις δύο έννοιες και εστιάζοντας στις ομοιότητες και τις διαφορές τους, συνήθως με αφηρημένο τρόπο (βλ. για παράδειγμα Chalmers, 1995· Churchland & Churchland, 1990· Putnam, 1960). Στο παρόν άρθρο φιλοδοξούμε να αποφύγουμε τη συνήθη αντίληψη ότι οι έννοιες αυτές είναι σταθερές. Για τον λόγο αυτό η ανάλυση κατευθύνεται από τα παρακάτω ερωτήματα: Πώς κατέληξαν οι έννοιες του υπολογισμού και της γνωστικής ικανότητας να αποτελούν το αντικείμενο της ΤΝ; Ποιες ήταν οι φιλοδοξίες της ΤΝ; Ποιος είναι ο ρόλος της ψυχολογίας σε αυτές τις διαδικασίες;

    Όταν συζητά κανείς για την ΤΝ διάφοροι περιορισμοί προκύπτουν κυρίως λόγω του μεγέθους των εξελίξεων στο πεδίο καθώς και του εύρους των εφαρμογών: αναγνώριση προτύπων, σημασιολογική αναπαράσταση (semantic representation), ευρετικά προγράμματα (heuristic programs), επεξεργασία φυσικής γλώσσας (natural language processing), έμπειρα συστήματα (expert systems), ρομπότ, μηχανική μάθηση (machine learning) κ.λπ. Στην προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε τα προαναφερθέντα ερωτήματα θα επικεντρωθούμε στις θεωρητικές εξελίξεις του πεδίου. Η επιλογή αυτή δικαιολογείται από τις πρώιμες εξελίξεις στην ΤΝ, οι οποίες βασίζονται κυρίως στο έργο των Allen Newell και Herbert Simon –δηλαδή στη δημιουργία του θεωρητικού πλαισίου που άνοιξε τον δρόμο για το κίνημα που είχε ήδη ξεκινήσει με την κυβερνητική– καθώς και από την κυρίαρχη αφήγηση της ιστορίας της ΤΝ. Η εστίαση στις θεωρητικές εξελίξεις δικαιολογείται περαιτέρω από τη θεματική του άρθρου, δηλαδή την εξέταση του ανθρώπου ως μηχανή, του εγκεφάλου ως υπολογιστή και του αντίκτυπου αυτής της προοπτικής στην ψυχολογία. Αν και η σύνδεση της λειτουργίας ανθρώπου-υπολογιστή/μηχανής ήταν διαδεδομένη πριν από την έλευση της ΤΝ, μόνο μέσω της ΤΝ αυτή η μεταφορά κατέστη το καθολικό πρίσμα μέσα από το οποίο εξετάζεται η διανοητική ζωή του υποκειμένου. Η ΤΝ μετέτρεψε την προσέγγιση αυτή σε επιστημονική θεωρία.

    Ένα από τα ζητήματα που προκύπτουν κατά την αξιολόγηση των παρελθοντικών επιτευγμάτων της ΤΝ και την εξέταση της ιστορικής της διαμόρφωσης είναι η δυσκολία κατηγοριοποίησης των διάφορων  θεωρητικών και πρακτικών εξελίξεων· να διαχωριστεί δηλαδή η θεωρία από την πράξη στην αποτίμηση της συνολικής εξέλιξης του πεδίου. Παρ’ όλα αυτά, η σύγκρουση μεταξύ αυτών που προσδιορίζονταν ως neats (καθαροί, τακτοποιημένοι) και scruffies (ατημέλητοι) ήταν κάτι που χαρακτήριζε το πεδίο και δύναται να υποδείξει έναν τρόπο εξέτασης της ιστορικής της διαμόρφωσης. Οι scruffies ασχολούνταν με τα συστήματα που αποτελούνται από ένα σύνολο από ρουτίνες οι οποίες προέκυπταν πειραματικά και σχεδιάζονταν για την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων, ενώ οι neats ασχολούνταν με τα προγράμματα που βασίζονται σε θεωρητικά θεμελιωμένες αρχές (Nilsson, 2010). Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τη διάκριση μεταξύ neats και scruffies. Εδώ αρκεί να τονιστεί ότι η διάκριση παρουσιάζει μια μεθοδολογική διάσταση. Οι πρώτες τρεις δεκαετίες της εδραίωσης της ΤΝ χαρακτηρίστηκαν από άφθονη χρηματοδότηση, κυρίως από στρατιωτικά προγράμματα, όμως αρκετά σύντομα υπήρξε αυτό που χαρακτηρίζεται ως «χειμώνας της ΤΝ», μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από επιφύλαξη και απογοήτευση από τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις των προηγούμενων χρόνων (Nilsson, 2010). Αυτή η περίοδος σταματάει στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και η σημαντική ανάπτυξη που γνώρισε το πεδίο αποδίδεται στην υπαγωγή της ΤΝ στην επιστημονική μέθοδο, η οποία μεθοδολογικά συνδέεται με την επικράτηση των neats έναντι των scruffies (Norvig & Russell, 2021). Το γεγονός ότι η ΤΝ απέκτησε status επιστημονικού κλάδου αποδίδεται λοιπόν στο ότι δεν βασίστηκε σε συγκεκριμένα συστήματα που αναπτύχθηκαν, αλλά στη συγκεκριμένη εννοιολογική σύλληψη του αντικειμένου της που επετεύχθη στο θεωρητικό πλαίσιο της ΤΝ. Στον πυρήνα της εννοιολογικής σύλληψης εμφανίζεται με διάφορους τρόπους η διαδικασία εκμηχάνισης των νοητικών διαδικασιών.

    ΔΙΑΜΑΧΕΣ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

    Στις περισσότερες αφηγήσεις για τη διαμόρφωση της ΤΝ ως επιστημονικού κλάδου αναφέρεται ότι εξαρχής υπήρχε μια διαμάχη σχετικά με το καταλληλότερο θεωρητικό μοντέλο που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την προσομοίωση πτυχών της ανθρώπινης νόησης. Από τη μία πλευρά, οι Allen Newell, John Shaw και Herbert Simon πρότειναν το πρόγραμμα Logic Theorist, ως μια εξήγηση της παρατηρούμενης συμπεριφοράς «που παρέχεται από ένα πρόγραμμα που αποτελείται από πρωταρχικές (primitive) πληροφοριακές διεργασίες το οποίο παράγει αυτή τη συμπεριφορά» (Newell, Shaw & Simon, 1958: 151). Το πρόγραμμα έμεινε γνωστό ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της συμβολικής ΤΝ, θεμελιωμένο στο παράδειγμα της (συμβολικής) επεξεργασίας πληροφοριών. Από την άλλη πλευρά, υπήρχαν θεωρίες όπως το αντίληπτρο (νευρώνας Perceptron) του Rosenblatt (Rosenblatt, 1958), το Pandemonium του Selfridge (Selfridge, 1959) και, αργότερα, το μοντέλο παράλληλης-κατανεμημένης επεξεργασίας (Parallel Distributed Processing or PDP) (McClelland, Rumelhart & The PDP Research Group, 1986), οι οποίες εντάσσονται στο παράδειγμα των νευρωνικών δικτύων. Η ιστορία που διηγούνται όσοι ασχολούνται με την ιστορία της ΤΝ είναι ότι η συμβολική ΤΝ κυριάρχησε μεταξύ 1960-1980, αλλά απέτυχε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες και να ξεπεράσει τα θεωρητικά εμπόδια που προέκυψαν μετά από χρόνια εργασίας πάνω σε συστήματα ΤΝ. Στη συνέχεια –ή ως αποτέλεσμα– το μοντέλο παράλληλης-κατανεμημένης επεξεργασίας (PDP) που εμφανίστηκε το 1986 περιγράφεται ως το μοντέλο που ήρθε να σώσει την ΤΝ από το αδιέξοδο (Norvig & Russell, 2021· Nilsson, 2010).

    Βέβαια, όπως είναι ευρέως γνωστό, η θεωρία των νευρωνικών δικτύων που κυριάρχησε στο πεδίο τη δεκαετία του 1980 δεν ήταν καινούργια και προηγείται της θεμελίωσης του πεδίου της ΤΝ. Η θεωρία των νευρωνικών δικτύων εισήχθη για πρώτη φορά το 1943 από τους κυβερνητιστές Warren McCulloch και Walter Pitts. Η εμφάνιση του πεδίου της ΤΝ εντοπίζεται συνήθως στο 1956, όταν έλαβε χώρα το εργαστήριο στο κολλέγιο Dartmouth, στο οποίο συμμετείχαν οι ερευνητές που θα καθόριζαν την πορεία του πεδίου. Στον τίτλο της πρότασης για το ερευνητικό πρόγραμμα εμφανίζεται και η έννοια της ΤΝ (McCarthy et al, 2006). H διαμόρφωση της ΤΝ ως επιστημονικού κλάδου το 1956 στο πλαίσιο του εργαστηρίου στο κολλέγιο Dartmouth περιγράφεται ως μια εργασία οριοθέτησης που ενορχηστρώθηκε κυρίως από τον John McCarthy, ο οποίος ξεκίνησε την ιδέα ενός εργαστηρίου για τη θεωρία του εγκεφάλου και των αυτομάτων (Kline, 2011). Η εργασία οριοθέτησης αφορούσε τη διαφοροποίηση του αντικειμένου της ΤΝ από εκείνο της μελέτης των αυτομάτων (Automata Studies) και της κυβερνητικής. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζουν και τα πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα που προώθησαν την προσέγγιση που κατέληξε να ονομάζεται συμβολική ΤΝ, αντί της προηγούμενης μεθόδου μοντελοποίησης του εγκεφάλου που βασιζόταν σε μια νευροφυσιολογική προσέγγιση σχετική με την κυβερνητική και τα νευρωνικά δίκτυα (Kline, 2011).

    H εργασίας οριοθέτησης που επιχείρησε η ΤΝ κατά τη διαμόρφωσή της και ο χαρακτήρας της διαφοροποίησής της από την κυβερνητική αποτελούν κομβικά χαρακτηριστικά στην ιστορία του πεδίου. Στη συνέχεια, θα εξετάσουμε τον ρόλο της ψυχολογίας στη θεωρητική σύγκρουση μεταξύ συμβολικής ΤΝ και νευρωνικών δικτύων. Στόχος είναι να εξεταστεί ο ρόλος της ψυχολογίας στη συζήτηση μεταξύ των δύο «παραδειγμάτων» καθώς και η σχέση της ψυχολογίας με το καθένα από τα δύο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιχειρείται τελικώς η σκιαγράφηση της σχέση μεταξύ των δύο προσεγγίσεων εντός του πεδίου της ΤΝ.

    ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

    Η αναζήτηση της αφετηρίας για μια προκαταρκτική εξέταση του ρόλου της ψυχολογίας στην ανάπτυξη του πεδίου της ΤΝ δεν είναι κάτι δεδομένο ή τετριμμένο. Από τη μία πλευρά, όσον αφορά τη συμβολική ΤΝ, οι Newell, Shaw και Simon ισχυρίστηκαν ότι το Logic Theorist –το εργαλείο που ενίσχυσε τα θεμέλια της ΤΝ– ήταν στην πραγματικότητα μια θεωρία περί της γνωστικής ικανότητας και όχι απλώς ένα προσχέδιο ενός γενικού λύτη προβλημάτων. Η φιλοδοξία ότι το πρόγραμμα είναι μια θεωρία που εξηγεί τη λειτουργία του νου βασιζόταν στην δυνατότητα πρόβλεψης της συμπεριφοράς του οργανισμού προϋποθέτοντας ομοιότητες μεταξύ του οργανισμού και του προγράμματος στη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων (Newell et al, 1958). Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ταύτισης του επιφαινόμενου της συμπεριφοράς –δηλαδή αυτού που εμπειρικά προσλαμβάνεται– με τη δομή που διέπει την εκάστοτε συμπεριφορά. Η υιοθέτησης μιας τέτοιου είδους εμπειρικής προσέγγισης φαίνεται ότι ήταν προϋπόθεση για την κυριαρχία της ΤΝ έναντι της ψυχολογίας. Ο στόχος των συγγραφέων να αναγνωριστεί το πρόγραμμα ως μια θεωρία περί της γνωστικής ικανότητας καθίσταται φανερός στο τέλος του άρθρου τους και συνδέεται με αυτό που οι ίδιοι αναγνωρίζουν ως την προβληματική φύση της ψυχολογίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, «οι αοριστίες που ταλαιπώρησαν τη θεωρία των ανώτερων νοητικών διεργασιών και άλλα μέρη της ψυχολογίας εξαφανίζονται όταν τα φαινόμενα περιγράφονται ως προγράμματα» (Newell et al, 1958: 166). Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο πεδίων: η ψυχολογία διαγιγνώσκεται ως ανεπαρκής να εξηγήσει τα φαινόμενα που μελετά (το οποίο έχει σχετιστεί και με την κρίση στο πεδίο που αναφέρθηκε στην αρχή) και ένα πεδίο με διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετικά θεωρητικά εργαλεία αναλαμβάνει να καλύψει τις ανεπάρκειες της ψυχολογίας. Για τον ίδιο λόγο, οι μεταγενέστερες εργασίες των Newell και Simon δεν βασίστηκαν σε μια εξιδανικευμένη αντίληψη της επίλυσης προβλημάτων. Αντίθετα, επικεντρώθηκαν σε πειράματα με ανθρώπινα υποκείμενα για να εξετάσουν τον συγκεκριμένο τρόπο επίλυσης προβλημάτων στον άνθρωπο (Newell & Simon, 1972).

    Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τη θεωρία των νευρωνικών δικτύων, αυτή δεν επηρεάζεται απλώς από τις ψυχολογικές προσεγγίσεις των νοητικών λειτουργιών. Oι πιο γνωστές εξελίξεις στην ιστορία της ΤΝ όσον αφορά τα νευρωνικά δίκτυα εκπονήθηκαν από ψυχολόγους (Warren McCulloch, Frank Rosenblatt, David McClelland, David Rumelhart). Ένα κοινό χαρακτηριστικό ήδη από την πρώτη εμφάνιση της θεωρίας των νευρωνικών δικτύων από τους McCulloch και Pitts είναι ο ρόλος της στην επίλυση των θεωρητικών προβλημάτων της ψυχολογίας. Έτσι οι συγγραφείς επιχείρησαν την αναγωγή του συνόλου της ψυχικής και νοητικής λειτουργίας στη νευρωνική δραστηριότητα και στη συνέχεια την αναπαράσταση της νευρωνικής δραστηριότητας μέσω της λογικής (στη θεωρία των νευρωνικών δικτύων). Η προαναφερθείσα διαδικασία θεωρείται ότι μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τον νου αφαιρώντας τα μυστικιστικά χαρακτηριστικά που παρέμειναν κατά την ψυχολογική έρευνα. Έτσι η φυσιολογία και η λογική αναπαράσταση αποτελούν τη βάση για την κατανόηση των ψυχονοητικών φαινομένων ή όπως γλαφυρά αναφέρουν οι McCulloch και Pitts (McCulloch & Pitts, 1943: 132) «ο νους» πλέον δεν κινείται «σαν φάντασμα, περισσότερο ακόμη κι από ένα φάντασμα». Δεν είναι άτοπο, λοιπόν, να θέσουμε ερωτήματα για τον ρόλο της ψυχολογίας στη διαμόρφωση της ΤΝ: Ήταν ο ρόλος της ψυχολογίας καθοριστικός; Ποιες ψυχολογικές προσεγγίσεις χρησιμοποιήθηκαν στη διαμόρφωση των θεωριών της ΤΝ; Γιατί επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες ψυχολογικές προσεγγίσεις έναντι άλλων;

    Παρότι διαισθητικά μπορεί να πιστεύουμε ότι υπάρχουν πολλά κοινά σημεία μεταξύ της ΤΝ και της ψυχολογίας, οι συγκεκριμένες συγκλίσεις και αποκλίσεις δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς, μέσω δηλαδή της εξέτασης της ιστορικής διαμόρφωσής τους κατά τη διάρκεια των εξελίξεων της ΤΝ. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την αξιολόγηση του έργου της ΤΝ στο σύνολό του, τη σχέση μεταξύ υπολογισμού και γνωστικής ικανότητας, τη δυνατότητα μοντελοποίησης του ανθρώπινου εγκεφάλου από συστήματα ΤΝ, τίθεται το ερώτημα: ποια είναι άραγε η αφετηρία για την εξέταση των προαναφερθεισών εννοιών από την ΤΝ και τη σχέση τους με την ψυχολογία; Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν τις εξετάσουμε από την οπτική γωνία της σύγκρουσης μεταξύ της συμβολικής ΤΝ και των νευρωνικών δικτύων.

    Στην πρόταση του εργαστηρίου που έλαβε χώρα στο κολλέγιο Dartmouth, όπου και τοποθετείται η θεμελίωση του πεδίου, η μελέτη του αντικειμένου της ΤΝ βασίζεται στην υπόθεση ότι «κάθε πτυχή της μάθησης ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό της νοημοσύνης μπορεί κατ’ αρχήν να προβλεφθεί με τόση ακρίβεια ώστε να μπορεί να την προσομοιώσει μια μηχανή» (McCarthy et al, 2006: 12). Ίσως να θεωρείται τετριμμένο, όμως οφείλουμε να εστιάσουμε στο γεγονός ότι σε αυτόν τον πρώτο ορισμό της ΤΝ κυριαρχεί η έννοια της εκμηχάνισης πτυχών της ανθρώπινης δραστηριότητας, της γνωστικής ικανότητας, της νοημοσύνης κ.λ.π. Η έννοια της εκμηχάνισης βρίσκεται στο επίκεντρο της ΤΝ μέσω της διαδικασίας σαφή ορισμού πλευρών της νοημοσύνης με απώτερο στόχο τον σχεδιασμό μηχανών που προσομοιώνουν πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και γνωστικής ικανότητας. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να δείξουμε ότι η μελέτη και η θεωρητική σύλληψη της ανθρώπινης δραστηριότητας καθώς και η διαδικασία σχεδιασμού θεωριών για την κατασκευή μηχανών που προσομοιώνουν στον άνθρωπο, αφ’ ης στιγμής εμφάνισης της ΤΝ, είναι αλληλένδετες με τη διαδικασία εκμηχάνισης πτυχών της ανθρώπινης δραστηριότητας.

    Σε αυτό το πλαίσιο τίθεται ένα ερώτημα αναφορικά με τον χαρακτήρα της σχέσης ψυχολογίας-ΤΝ. Ποιο πεδίο ήταν κυρίαρχο σε αυτή την αλληλεπίδρασή που είχε στον πυρήνα της τη διαδικασία εκμηχάνισης πλευρών της γνωστικής ικανότητας; Ήταν η ψυχολογία με εργαλείο της επιστημονικές θεωρίες της για την ανθρώπινη γνωστική ικανότητα ή η ΤΝ με τα νέο-εισηγηθέντα θεωρητικά μοντέλα;

    ΜΙΑ ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ

    Στη σχετική βιβλιογραφία, η σύγκρουση μεταξύ συμβολικής ΤΝ και νευρωνικών δικτύων συνήθως θεωρείται δεδομένη. Εξετάζοντας όμως την ιστορία της ΤΝ και τα διάφορα συστήματα που αναπτύχθηκαν, είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί ότι η σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών παραδειγμάτων ήταν κυρίαρχο φαινόμενο. Αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την ανάλυση του ρόλου που διαδραμάτισε η ψυχολογία στη διαμόρφωση και εδραίωση της ΤΝ. Έτσι από την οπτική της ψυχολογίας, η αναλυτική κατηγορία της σύγκρουσης μεταξύ δύο παραδειγμάτων που το ένα επικράτησε έναντι του άλλου μπορεί να μην είναι η καταλληλότερη προσέγγιση για την κατανόηση της διαδικασίας εκμηχάνισης της ανθρώπινης δραστηριότητας.

    Μια πιο διαφωτιστική προσέγγιση για την αξιολόγηση του έργου που επιτελείται στην ΤΝ μπορεί να βασιστεί στην ιδέα μιας προοδευτικά ριζοσπαστικότερης εκμηχάνισης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση θεμελιώνεται με την εμφάνιση της συμβολικής ΤΝ τη δεκαετία του 1950 και κορυφώνεται με την επικράτηση της θεωρίας των νευρωνικών δικτύων μετά το 1980. Η κορύφωση της ριζοσπαστικοποίησης συνοδεύεται από την σκληροπυρηνικά υλιστική θέση σύμφωνα με την οποία πλευρές της διανοητικής ζωής ανάγονται στη νευρική δραστηριότητα του εγκεφάλου –και όχι στην αφηρημένη επεξεργασία συμβόλων που εξετάζεται από τη συμβολική ΤΝ.

    Η ιδέα της ριζοσπαστικοποίησης και της γενίκευσης των αποτελεσμάτων της ΤΝ μέσω της θεωρίας των νευρωνικών δικτύων γίνεται σαφέστερη αν εξετάσουμε τις διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις που περιλαμβάνουν τα δύο θεμελιώδη θεωρητικά μοντέλα. Στην περίπτωση της συμβολικής ΤΝ, στο επίκεντρο βρίσκεται η επεξεργασία συμβόλων και το ίδιο συμβαίνει με την προέκταση των επιστημολογικών παραδοχών της συμβολικής ΤΝ σε άλλα πεδία, όπως π.χ. στην ψυχολογία (με την εμφάνιση της ψυχολογία της επεξεργασίας πληροφοριών) και στη γνωσιακή επιστήμη (με την εμφάνιση της υπολογιστικής-αναπαραστατικής θεωρίας του νου) (Lachman et al, 1979· Thagard, 2005). Στην περίπτωση των νευρωνικών δικτύων στο επίκεντρο βρίσκεται ο τρόπος που συνδέονται και επικοινωνούν οι νευρώνες μεταξύ τους, ενώ οι επιστημολογικές προεκτάσεις της θεωρίας σχετίζονται με την ανάδυση ενός νέου συνδετισμού (connectionism). Όμως το παράδειγμα του νέου συνδετισμού εμφανίζεται στο πεδίο της γνωσιακής επιστήμης, συγκεκριμένα στη διασταύρωση των νευροεπιστημών και της ΤΝ, όπου η υπολογιστική δραστηριότητα του εγκεφάλου καθίσταται πλέον ερευνητικό αντικείμενο (Schwartz, 1988). Η κεντρική ιδέα εδώ είναι η μετατόπιση της έρευνας από τον νου στον εγκέφαλο και η αναγωγιστική υλιστική θέση που συνοδεύει αυτή τη μετάβαση αποκτά καθοριστική σημασία. Όπως εξηγεί ο γνωστικός ψυχολόγος Neisser (Neisser, 2014), παραδοσιακά η γνωστική ψυχολογία δεν επικεντρώθηκε στις νευροφυσιολογικές πτυχές της γνωστικής ικανότητας. Κατά συνέπεια η ριζοσπαστικοποίηση που επιτελείται από την εμφάνιση και κυριαρχία της θεωρίας των νευρωνικών δικτύων μπορεί να γίνει πλήρως αντιληπτή μόνο αν ληφθεί υπόψη ο εξοβελισμός της ψυχολογίας από τη συζήτηση για την εκμηχάνιση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αν στην πρώτη περίοδο της ΤΝ, όταν κυριαρχούσε η συμβολική ΤΝ, η ψυχολογία ακολούθησε το παράδειγμα της επεξεργασίας πληροφοριών επιτυγχάνοντας την ίδρυση του υποπεδίου της γνωστικής ψυχολογίας, τίθεται το ερώτημα αναφορικά με τον ρόλο της ψυχολογίας στη δεύτερη περίοδο. Όταν, δηλαδή, η θεωρία των νευρωνικών δικτύων και το μοντέλο παράλληλης-κατανεμημένης επεξεργασίας άνθισαν και κυριάρχησαν, τι είδους αλλαγές επέφερε στην ψυχολογία αυτή η θεωρητική ηγεμονία;Ο συνδετισμός (connectionism) μπορεί να οριστεί ως η υπολογιστική θεωρία των νευρωνικών δικτύων. Ως προσέγγιση εμφανίστηκε στο πλαίσιο της γνωσιακής επιστήμης και αφορά στην εξήγηση της γνωστικής ικανότητας αξιοποιώντας τις ιδιότητες των τεχνητών (τυπικών) νευρωνικών δικτύων, δηλαδή απλοποιημένων μοντέλων του εγκεφάλου.Η υπόθεσή είναι πως ό,τι δεν κατάφεραν οι Newell, Shaw και Simon δηλώνοντας την εκ νέου αντικατάσταση των ψυχολογικών θεωριών από προγράμματα υπολογιστών, το πέτυχαν οι υποστηρικτές του συνδετισμού εξαλείφοντας την έννοια του νου και εμμένοντας στην αναγωγιστική νατουραλιστική θεώρηση της μεθοδολογικής κυριαρχίας του εγκεφάλου στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Αυτό δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι οι προσεγγίσεις αυτές διατυπώθηκαν από ψυχολόγους: ψυχολόγους εμπνευσμένους από την κυβερνητική (όπως ο McCulloch), από τη γνωσιακή επανάσταση (όπως ο Rosenblatt) και από τις εξελίξεις στην ΤΝ (όπως οι McClelland και Rumelhart). Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό δεν αφορά άμεσα την ψυχολογία· δηλαδή ότι η ψυχολογία ως ένα διακριτό, ετερογενές, επιστημονικό πεδίο δεν μπορεί να επηρεαστεί από αυτές τις εξελίξεις. Όμως η διακήρυξη των McCulloch και Pitt για μια προσέγγιση όπου κάθε ψυχολογικό φαινόμενο θα περιγράφεται στις θεμελιώδεις σχέσεις της προτασιακής λογικής, καθιστώντας το νου λιγότερο πνευματικό (McCulloch & Pitts, 1943), εκπληρώθηκε με την επίδραση του νέου συνδετισμού.

    Ο συνδετισμός υποστηρίχθηκε επίσης από τον εξαλειπτικό υλισμό (eliminative materialism) στο πλαίσιο της θεμελίωσης της γνωσιακής επιστήμης. Σύμφωνα με τον εξαλειπτικό υλισμό, η μελέτη κάθε πτυχής της δραστηριότητας του υποκειμένου μπορεί να αναχθεί εξ ολοκλήρου στη μελέτη της εγκεφαλικής δραστηριότητας και στη συνακόλουθη υπολογιστική θεωρία του εγκεφάλου (Churchland, 1981· Churchland & Sejnowski, 1992). Τούτων δοθέντων η συζήτηση αναφορικά με την κρίση της ψυχολογίας, τον ρόλο της θεωρίας της πληροφορίας στην επίλυση των επιστημολογικών προβλημάτων της ψυχολογίας και τον αντίκτυπο της γνωσιακής επανάστασης αποκτούν μια νέα διάσταση: οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες μπορούν να απεκδυθούν του μυστικιστικού τους χαρακτήρα και να μελετηθούν επιστημονικά μόνο εξετάζοντας την υπολογιστική τους φύση. Αυτό συνεπάγεται την αντικατάσταση της ψυχολογίας από την τεχνητή νοημοσύνη, μια κίνηση που διακηρύχθηκε από τους Newell και Simon, McCulloch και Pitts –και επετεύχθη με τον νέο συνδετισμό.

    Υπό το πρίσμα αυτής της ανάλυσης εξηγείται και η απουσία ενός υποπεδίου που να σχετίζεται με τη θεωρία της ΤΝ για τα νευρωνικά δίκτυα στην ψυχολογία. Το παράδειγμα της επεξεργασίας πληροφοριών έδωσε στην ψυχολογία το πολυπόθητο υποπεδίο της γνωστικής ψυχολογίας. Το παράδειγμα των νευρωνικών δικτύων δεν θα μπορούσε να δώσει στην ψυχολογία ένα ξεχωριστό υποπεδίο εξαιτίας της κυριαρχίας του νέου συνδετισμού στην εξέταση των ανώτερων νοητικών λειτουργιών. Στη συνέχεια την έρευνα ανέλαβαν η γνωσιακή επιστήμη, η γνωσιακή νευροεπιστήμη, η τεχνητή νοημοσύνη και άλλα παρόμοια πεδία. Η ψυχολογία –ως διακριτός επιστημονικός κλάδος– δεν συμμετείχε πλέον στη συζήτηση για την εκμηχάνιση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αυτός μπορεί να είναι ο λόγος για τον οποίο, αν και διαισθητικά κατανοούμε τη σχέση μεταξύ ψυχολογίας και ΤΝ, όταν πρόκειται να περιγράψουμε με ακρίβεια τη σχέση τους, τα δάνεια μεταξύ τους, τις διασυνδέσεις τους και την αλληλεπίδρασή τους, σπάνια έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα· το μόνο που έχουμε είναι αποσπασματικές πληροφορίες. Έχοντας κατά νου τις δηλώσεις των πρωτοπόρων της ΤΝ –και εκείνες των κυβερνητιστών που επέδρασαν στην εξέλιξη της ΤΝ– σχετικά με τον ανώφελο χαρακτήρα της ψυχολογίας σε μια συζήτηση για τον νου και την ικανότητα των προγραμμάτων και των θεωριών της ΤΝ να εξηγούν και να προβλέπουν τη συμπεριφορά και τη νόηση του υποκειμένου, τι θα μπορούσαμε να πούμε για την τύχη της ψυχολογίας; Το τελευταίο κομμάτι του παζλ συμπληρώνεται από την υπόθεση ότι οι φιλοδοξίες της ΤΝ και ο βαθύτερος στόχος της ήταν να αντικαταστήσει την ψυχολογία. Αλλά αυτή η ιδέα απαιτεί περαιτέρω εξέταση για την αξιολόγηση των δυνατοτήτων μιας τέτοιας αντικατάστασης καθώς και των συνεπειών της.

    ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ (;) ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

    Η αντικατάσταση της ψυχολογίας από την ΤΝ περιγράφεται έμμεσα στην ανάλυση των βιολόγων Reeke και Edelman στο περιοδικό Daedalus στην ειδική έκδοση για την ΤΝ το 1988. Ήταν μια εποχή που το πεδίο φαινόταν να βρίσκεται σε κρίση, δεδομένου του περιορισμού της χρηματοδότησης (συγκριτικά με ό,τι επικρατούσε μεταξύ 1960-1980) και των θεωρητικών εξελίξεων στα νευρωνικά δίκτυα (Nilsson, 2010). Παρ’ ότι οι συγγραφείς δεν αναφέρουν συγκεκριμένα την αντικατάσταση, διαγιγνώσκουν ορισμένα χαρακτηριστικά της ΤΝ που συνηγορούν υπέρ αυτής. Περιγράφουν πώς τα προβλήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των θεωριών στην ΤΝ αντιμετωπίστηκαν με αυτό που αποκαλούν «κοιτάζοντας πλαγίως της βιολογίας» ή «την προσέγγιση του φυσικού [επιστήμονα] στα νευρωνικά δίκτυα» (Reeke & Edelman, 1988: 144). Αυτή η προτίμηση των επιστημών του τεχνητού έναντι των επιστημών της ζωής κατά τη μοντελοποίηση ενός ζωντανού οργανισμού είναι ένα από τα βασικά σημεία που συμβάλλουν στην υποβάθμιση της ψυχολογίας και ωθούν στην αντικατάστασή της. Επιπλέον, οι Reeke και Edelman εστιάζουν στο άλμα που κάνει η ΤΝ από τα νευρωνικά δίκτυα στη βιολογική τους διάσταση στα νευρωνικά δίκτυα ως συστήματα επεξεργασίας πληροφοριών, η ανάλυση των οποίων μπορεί να είναι χρήσιμη για τη σκιαγράφηση της ιδιαίτερης θεώρησης του ανθρώπου που αναπτύσσει η ΤΝ.

    Λέμε ότι τα συνδετιστικά μοντέλα «κοιτάζουν πλαγίως της βιολογίας» επειδή αντλούν την έμπνευσή τους και μεγάλο μέρος της ορολογίας τους από τα νευρωνικά δίκτυα στους ζωντανούς οργανισμούς, αλλά δεν είναι μοντέλα νευρωνικών δικτύων (ούτε σκοπεύουν να είναι). Αναζητώντας την απλότητα, οι φυσικοί δεν είναι προετοιμασμένοι να ασχοληθούν με συστήματα των οποίων η θεμελιώδης πτυχή έγκειται στη μεταβλητότητα και όχι στην κανονικότητα. Στην προσπάθεια να βρεθεί κανονικότητα στα βιολογικά συστήματα, έχουν εισαχθεί πολλά χαρακτηριστικά στην προσομοίωσή τους σε συνδετιστικά συστήματα, τα οποία [χαρακτηριστικά] είναι εντελώς αντι-βιολογικά (Reeke & Edelman, 1988: 152).

    Αλλά, ας σκεφτούμε το ερώτημα: Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να αντικαταστήσει την ψυχολογία; Από τη σκοπιά της τεχνητής νοημοσύνης, φαίνεται ότι η απάντηση είναι θετική. Όλες οι πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας ανάγονται στην εγκεφαλική δραστηριότητα και με βάση το παράδειγμα του εγκεφάλου-υπολογιστή παράγουμε τη θεωρία των ανώτερων νοητικών λειτουργιών. Αλλά η ιδέα της αντικατάστασης της ψυχολογίας δεν συλλαμβάνει την ψυχολογία ως ένα ετερογενές, «πολυπαραδειγματικό» πεδίο, όπως υποστηρίζουν πολλοί θεωρητικοί (βλ. για παράδειγμα, Drob, 2003· Goertzen, 2008· Staats, 1999· Tolman & Lemery, 1990). Η διατύπωση τέτοιου είδους μεγαλεπήβολων προτάσεων μικρή σχέση έχει με την πραγματικότητα της ποικιλομορφίας της ψυχολογίας και της ιστορίας της.

    Εξετάζοντας την υπόθεση που εκφράζεται στις φιλοδοξίες της ΤΝ να αντικαταστήσει την ψυχολογία, τους πιθανούς τρόπους επίτευξής της και τις συνθήκες που ευνοούν αυτού του είδους την αντικατάσταση, μπορεί να εξεταστεί και η επιρροή της ΤΝ στην εφαρμοσμένη ψυχολογία. Δεδομένου ότι εξέχουσες προσωπικότητες της ΤΝ δήλωσαν ότι με το έργο τους μπορεί να επιτευχθεί η αντικατάσταση της ψυχολογίας ως μελέτη της γνωστικής ικανότητας, καθίσταται σαφές ότι η ψυχολογία αποτελούσε κατεξοχήν το πλαίσιο εντός του οποίου εμφανίζονταν οι απόπειρες κατανόησης της γνωστικής ικανότητας. Όμως, η ψυχολογία δεν θα μπορούσε και δεν θα έπρεπε να νοηθεί μόνο ως θεωρία –πολλώ δε μάλλον ως μία ενιαία θεωρία– των ανώτερων νοητικών λειτουργιών. Η ψυχολογία έχει έναν εφαρμοσμένο χαρακτήρα ο οποίος δεν μπορεί να εξαντληθεί σε εργαστηριακά πειράματα, όπως αυτά που είναι γνωστά από τη γνωστική ψυχολογία ή τον συμπεριφορισμό (πεδία που σχετίζονται περισσότερο με το πεδίο της ΤΝ). Φυσικά, αυτά έχουν συμβάλει πολλαπλώς στο πεδίο· όμως η ψυχολογία είναι επίσης βαθιά συνδεδεμένη με τις εφαρμογές της και την κλινική πρακτική (ψυχοθεραπεία, κλινική ψυχολογία, εφαρμοσμένη εκπαιδευτική ψυχολογία κ.λπ.). Αυτοί οι τομείς που είναι εξαιρετικά σημαντικοί για την ιστορία της ψυχολογίας και τη διαμόρφωση της θεωρίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της επίδρασης της ΤΝ. Η σημασία τους έγκειται στο γεγονός ότι από την ψυχανάλυση και την ψυχοθεραπεία μέχρι την κλινική και την εκπαιδευτική ψυχολογία οι θεωρίες που αναπτύσσονται δεν είναι άσχετες από την εφαρμογή τους. Πάντα υπήρχε μια αλληλεπίδραση, μια διαδικασία ανατροφοδότησης μεταξύ των θεωριών και της αξιολόγησης της εφαρμογής τους. Δεδομένων των προαναφερθέντων μπορεί να τεθεί το ερώτημα: είναι η ΤΝ σε θέση να επηρεάσει συνολικά το ευρύτερο πλαίσιο αλληλεπιδράσεων εντός του πεδίου; Για παράδειγμα, είναι δυνατόν η ΤΝ να επηρεάσει την κλινική ψυχολογία, της οποίας το αντικείμενο είναι η ψυχοπαθολογία –και όχι η βέλτιστη ανθρώπινη γνωστική ικανότητα, όπως αυτή της ΤΝ;

    ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Στην προσπάθειά μας να εξετάσουμε τις διασυνδέσεις μεταξύ ψυχολογίας και ΤΝ υπό το πρίσμα της φιλοδοξίας της ΤΝ να αντικαταστήσει την ψυχολογία, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ιστορία και η επιστημολογία της ψυχολογίας ήταν ανέκαθεν περίπλοκη. Το γεγονός ότι η ψυχολογία βρίσκεται στο σταυροδρόμι των κοινωνικών και φυσικών επιστημών δεν θα μπορούσε να σκιαγραφηθεί σαφέστερα απ’ ότι στην εξέταση της σχέσης της με την ΤΝ. Όμως, παρά την περίπλοκη ιστορία και εξέλιξη της ψυχολογίας, καθώς και την κριτική που βασίζεται στην αοριστία ή την αμφισβήτηση της χρησιμότητάς της, θα πρέπει να έχουμε κατά νου τη εξαιρετική ιδέα ενός εκ των επιφανέστερων ψυχαναλυτών για την φύση και το status της ψυχολογίας, του Carl Jung. Όταν ο Jung ρωτήθηκε για το μέλλον της ψυχολογίας, δήλωσε ότι «χρειαζόμαστε περισσότερη ψυχολογία, χρειαζόμαστε περισσότερη κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, διότι ο μόνος πραγματικός κίνδυνος που υπάρχει είναι ο ίδιος ο άνθρωπος» (Jung, 1959). Στην εποχή της ΤΝ, όπου η επιστήμη καθίσταται παραγωγική δύναμη (Πατέλης, 2019· Παυλίδης, 2012) και ο άνθρωπος βρίσκεται και στις δύο πλευρές της τραμπάλας (από τη μία ως το άτομο που ερευνά και διατυπώνει θεωρίες και από την άλλη ως το άτομο που μελετάται για να διατυπωθούν οι θεωρίες) η δήλωση αυτή φαίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ.ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Η Συντακτική Επιτροπή του InS ευχαριστεί θερμά τον εικαστικό Γιώργο Βασιλείου, από τη Σαλαμίνα, που μας παραχώρησε την φωτογραφία από τον πίνακά του με τίτλο “Συλλέγοντας το απόσταγμα ( πεμπτουσία) της ζωής” για την κεντρική εικόνα του άρθρου. Ο Γ. Βασιλείου είναι εισηγητής και δημιουργός του Υπερβατικού Σουρεαλισμού στις εικαστικές τέχνες.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Πατέλης, Δ., 2019. Έρευνα, τεχνολογία και η προοπτική ενοποίησης της ανθρωπότητας. Αθήνα: ΚΨΜ.
    Παυλίδης, Π., 2012. Η γνώση στη διαλεκτική της κοινωνικής εξέλιξης. Αθήνα: Επίκεντρο.
    Chalmers, D., 1995. On implementing a computation. Minds and Machines, 4, pp. 391-402. https://doi.org/10.1007/bf00974166
    Churchland, P., 1981. Eliminative materialism and the propositional attitudes. Journal of Philosophy, 78(2), 67-90. https://doi.org/10.2307/2025900
    Churchland, P. & Churchland, P., 1990. Could a machine think?. Scientific American, 262(1), 32-37. https://doi.org/10.1038/scientificamerican0190-32
    Churchland, P. & Sejnowski, T., 1992. The computational brain. Massachusetts: MIT Press.
    Drob, S., 2003. Fragmentation in contemporary psychology: A dialectical solution. Journal of Humanistic Psychology, 43(4), 102-123. https://doi.org/10.1177/0022167803257110
    Goertzen, J., 2008. On the possibility of unification: The reality and nature of the crisis in psychology. Theory & Psychology, 18(6), 829-852. https://doi.org/10.1177/09593543080972
    Jung, C., 1959. Face to face (October 1959). https://www.youtube.com/watch?v=2AMu-G51yTY&list=PLuyJdbBL2WAkLIwpzmGK8gvKumPhoutjE&index=3&t=5s
    Kline, R., 2011. Cybernetics, automata studies, and the Dartmouth Conference. IEEE Annals of the History of Computing, 33(4), 5-16. http://doi.org/10.1109/MAHC.2010.44
    Lachman, R., Lachman, J. L. & Butterfield , E., 1979. Cognitive psychology and information processing. Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum Associates.
    McCarthy, J., Minsky, M., Rochester, N. & Shannon, C., 2006. A proposal for the Dartmouth summer research project on artificial intelligence, August 31, 1955. AI Magazine, 27(4), 12-14. https://doi.org/10.1609/aimag.v27i4.1904
    McClelland, J., Rumelhart, D. & The PDP Research Group, 1986. Parallel distributed processing: Explorations in the microstructures of cognition. Massachusetts: MIT Press.
    McCulloch, W. & Pitts, W., 1943. A logical calculus of the ideas immanent in nervous activity. Bulletin of Mathematical Biophysics, 5, 115-133. http://doi.org/10.1007/bf02478259
    Mülberger, A. & Sturm, T., 2012. Crisis discussions in psychology: New historical and philosophical perspectives. Studies in the History and Philosophy of Biological and Biomedical Studies, 43, pp. 425-433. http://doi.org/10.1016/j.shpsc.2011.11.001
    Neisser, U., 2014. Cognitive psychology. New York: Psychology Press.
    Newell, A., Shaw, J. & Simon, H., 1958. Elements of a theory of human problem solving. Psychological Review, 65(3), 151-166. http://doi.org/10.1037/h0048495
    Newell, A. & Simon, H., 1972. Human problem solving. Englewood Cliffs, N.J.: Prentice-Hall.
    Nilsson, N., 2010. The quest for artificial intelligence. Cambridge: Cambridge University Press.
    Norvig, P. & Russell, S., 2021. Artificial intelligence. 4th ed. Harlow: Pearson.
    Putnam, H., 1960. Minds and machines. In: S. Hook, ed. Dimensions of mind. New York: New York University Press, 20-33. http://doi.org/10.2307/2271581
    Reeke, G. & Edelman, G., 1988. Real brains and artificial intelligence. Daedalus, 117(1), 143-173.
    Rosenblatt, F., 1958. The perceptron: A probabilistic model for information storage and organization in the brain. Psychological review, 65(6), 386-408. https://doi.org/10.1037/h0042519
    Schwartz, J., 1988. The new connectionism: Developing relationships between Neuroscience and artificial intelligence. Daedalus, 117(1), 123-141.
    Selfridge, O., 1959. Pandemonium: A paradigm for learning. In: D. Blake & A. Uttley, eds. Proceedings of the Symposium on Mechanisation of Thought Processes. London: Her Majesty’s Stationery Office, 511-529.
    Staats, A., 1999. Unifying psychology requires new infrastracture, theory, method, and a research agenda. Review of General Psychology, 3(1), 3-13. https://doi.org/10.1037/1089-2680.3.1.
    Thagard, P., 2005. Mind. Massachusetts: MIT Press.
    Tolman, C. & Lemery, C., 1990. How to reconcile theoretical differences in psychology. New Ideas in Psychology, 8(3), 397-402. https://doi.org/10.1016/0732-118X(94)90027-2
    Wiener, N., 1948. Cybernetics, or control and communication in the animal and the machine. Cambridge, Massachusetts: MIT Press.
    Η Νικόλ Σαρλά είναι ψυχολόγος, εκπαιδευόμενη συστημική ψυχοθεραπεύτρια και υποψήφια Δρ. Κοινωνικής Θεωρίας του Ψηφιακού. Η διατριβή της με θέμα «Πληροφορία, υπολογισμός και οι μεταμορφώσεις της ψυχολογίας στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Από την επιστημονική μελέτη των νοητικών φαινομένων στην τεχνητή νοημοσύνη» αποτελεί συνέχεια της μεταπτυχιακής της εργασίας στο πλαίσιο του ΠΜΣ Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, με θεματική «Η εξορία της συνείδησης: Η σύμπραξη  κυβερνητικής και ψυχολογίας, 1946-1953». Το ενδιαφέρον της για τη σχέση κυβερνητικής και ψυχολογίας την οδήγησε να εκπαιδευτεί ως συστημική ψυχοθεραπεύτρια. Στόχος της είναι η σύνδεση των σημαντικών θεωρητικών ζητημάτων της ψυχολογίας με την κλινική πρακτική. Εργάζεται ως ερευνήτρια για την ηθική και ακεραιότητα της έρευνας στο ΕΜΠ και διατηρεί γραφείο ως ψυχοθεραπεύτρια στην Αθήνα.

  • Περί της καταγωγής του Χρόνου – Η τελική θεωρία του Stephen Hawking

    Περί της καταγωγής του Χρόνου – Η τελική θεωρία του Stephen Hawking

    Eκδόσεις ΚΑΤΟΠΤΡΟ

    Thomas Hertog

    Πανεπιστήμιο της Λουβέν

    Μετάφραση: Ανδ. Δημητρόπουλος, Eπιμέλεια: Αλ. Μάμαλης

    ISBN: 978-618-5493-20-2

    Πανόδετο, Α/Μ + έγχρ. ένθετο, 480 σελ., 14 × 21 εκ., 30,00 € (χωρίς ΦΠΑ)

    Δυο λόγια για το βιβλίο

    Ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα που προσπάθησε να απαντήσει ο Stephen Hawking στη ζωή του ήταν πώς το Σύμπαν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει συνθήκες φιλόξενες για τη ζωή. Έτσι, κατέληξε να μελετά την προέλευση του Σύμπαντος από τη Μεγάλη Έκρηξη. Η πρώιμη εργασία του, όμως, ήρθε αντιμέτωπη με τη μαθηματική πρόβλεψη ότι πολλές Μεγάλες Εκρήξεις δημιουργούν ένα πολυσύμπαν, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου θα ήταν εξαιρετικά απίθανο να φιλοξενήσει ζωή.

    Ο Hawking, καθηγητής στο τμήμα θεωρητικής φυσικής του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, μαζί με τον φίλο και στενό συνεργάτη του Thomas Hertog ανέπτυξαν μια νέα θεωρία για τον Κόσμο η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ανάδυση της ζωής. Διεισδύοντας στην κβαντική φυσική των κοσμικών ολογραμμάτων και αποτολμώντας να προσεγγίσουν τις βαθύτερες ρίζες μας πολύ πίσω στον χρόνο, ξαφνιάστηκαν ανακαλύπτοντας ένα βαθύτερο επίπεδο εξέλιξης στο οποίο οι ίδιοι οι φυσικοί νόμοι μετασχηματίζονται και απλοποιούνται έως ότου να εξαφανιστούν τα σωματίδια, οι δυνάμεις, ακόμη και ο χρόνος. Αυτό τους οδήγησε σε μια επαναστατική ιδέα: Οι νόμοι της φυσικής δεν είναι αναλλοίωτοι, αλλά γεννώνται και συνεξελίσσονται καθώς διαμορφώνεται το Σύμπαν που διέπουν. Ενώ πλησίαζε το τέλος του Hawking, οι δύο συνεργάτες δημοσίευσαν τη θεωρία τους, προτείνοντας μια ριζοσπαστική νέα δαρβίνεια προοπτική για την καταγωγή του Σύμπαντός μας.
    Το βιβλίο προσφέρει ένα νέο όραμα για τη γέννηση του Κόσμου που θα μεταμορφώσει θεμελιωδώς τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τη θέση μας στην τάξη του Σύμπαντος, και μπορεί τελικά να αποδειχθεί η μεγαλύτερη επιστημονική κληρονομιά του Hawking.

    Είπαν για το βιβλίο

    •  «Ο Thomas Hertog, όπως ο μέντορας και συνάδελφός του Stephen Hawking, ποτέ δεν δίστασε να είναι φιλόδοξος κατά τη διατύπωση θεωριών για το Σύμπαν. Το σαρωτικό αυτό βιβλίο προσφέρει μια κατανοητή επισκόπηση τόσο αυτών που γνωρίζουμε στην κοσμολογία όσο και ορισμένων τολμηρών ιδεών για να πορευτούμε στο άγνωστο. Αποτελεί μια εισαγωγή στην τελική θεωρία του Hawking, αλλά και μια ματιά σε ακόμη γενικότερες θεωρίες που έπονται».

    —Sean Carroll, καθηγητής θεωρητικής φυσικής, Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας

    •  «Μια όμορφα γραμμένη, γοητευτική περιγραφή τόσο της φυσικής όσο και των προσωπικοτήτων που συμμετείχαν στον οραματικό αγώνα του Hawking να κατανοήσει τον Κόσμο. Ο Thomas Hertog μάς προσφέρει μια συναρπαστική εικόνα εκ των έσω».

    —Neil Turok, καθηγητής θεωρητικής φυσικής, Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και Perimeter Institute for Theoretical Physics

    •  «Γιατί το Σύμπαν μας είναι όπως είναι; Πώς ξεκίνησε; Πώς μπορεί να τελειώσει; Ο Hertog διερεύνησε τα συντριπτικά αυτά ερωτήματα σε συνεργασία με τον Hawking, επιτυγχάνοντας έτσι μια προνομιακή προοπτική για το πώς, ενάντια σε τρομακτικές φυσικές πιθανότητες, το φυλακισμένο πνεύμα του Stephen απέφερε εκπληκτικές γνώσεις ακόμη και κατά τα τελευταία του χρόνια. Αυτό το εξαιρετικά γραμμένο βιβλίο προσφέρει μια εικόνα για μια ξεχωριστή προσωπικότητα, για τη δημιουργική διαδικασία γενικώς, και για το εύρος και τα όρια της τρέχουσας κατανόησης του Κόσμου μας».

    —Martin Rees, Bραβείο Crafoord Αστρονομίας, Βασιλικός Αστρονόμος του Ηνωμένου Βασιλείου

    •  «Η τελική θεωρία του Hawking εξηγείται με σαφήνεια σε αυτό το εξαιρετικά προσιτό βιβλίο. Ο συγγραφέας Thomas Hertog, ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Stephen, μας προσφέρει μια ζωηρή εικόνα του Hawking τόσο ως λαμπρού φυσικού όσο και ως εκπληκτικά αποφασιστικού ανθρώπου».

    —Δρ Graham Farmelo, εταίρος του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, επίκουρος καθηγητής φυσικής στο Πανεπιστήμιο Northeastern

    •  «Μια συναρπαστική εικόνα μίας από τις βαθύτερες αναζητήσεις του ανθρώπινου γένους από έναν εκ των εμβριθεστέρων επιστημόνων του».

    —Christophe Galfard, διδάκτωρ φυσικής υπό την εποπτεία του Stephen Hawking

    •  «Οι Hawking και Hertog προσπαθούν να διαμορφώσουν μια νέα φιλοσοφία της φυσικής. […] Οι έννοιες και τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται εδώ είναι πραγματικά συγκλονιστικά. […] Το βιβλίο τους Περί της καταγωγής του Χρόνου είναι απίστευτα ανταποδοτικό».

    —The Times

    Ο συγγραφέας

    Ο Thomas Hertog (Τόμας Χέρτογκ) είναι διεθνούς φήμης κοσμολόγος και επί πολλά χρόνια υπήρξε στενός συνεργάτης του Stephen Hawking. Έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα στη φυσική υπό την εποπτεία του Stephen Hawking. Εργάστηκε ερευνητικά στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στη Σάντα Μπάρμπαρα και στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων. Σήμερα είναι καθηγητής θεωρητικής φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Λουβέν, στο Βέλγιο, όπου μελετά την κβαντική φύση της Μεγάλης Έκρηξης.

    Τα περιεχόμενα του βιβλίου

    Πρόλογος 

    1. Ένα παράδοξο

    2. Ημέρα δίχως χθες

    3. Κοσμογένεση

    4. Στάχτες και καπνός

    5. Χαμένοι στο πολυσύμπαν

    6. Δεν ρωτάς; Δεν έχεις ιστορία!

    7. Χρόνος άχρονος

    8. Το Σύμπαν σαν το σπίτι μας

    Ευχαριστίες

    Σημειώσεις

    Βιβλιογραφία

    Λεξιλόγιο

    Ευρετήριο