ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΟΥ: ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΜΑΡΙΑ ΖΑΡΙΜΗ
Η Μαρία Ζαρίμη είναι Honorary Associate στο School of Languages and Cultures, Faculty of Arts and Social Sciences, The University of Sydney, Australia. Η έρευνά της κινείται στη διασταύρωση της επιστήμης και της λογοτεχνίας, με έμφαση στη νεοελληνική λογοτεχνία και την πρόσληψη της θεωρίας της εξέλιξης στην Ελλάδα. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Darwin’s Footprint: Cultural Perspectives on Evolution in Greece (1880–1930s)», το οποίο κυκλοφόρησε το 2025 στα ελληνικά, σε μεταφρασμένη και αναθεωρημένη έκδοση, με τίτλο «Στα χνάρια του Δαρβίνου: Πολιτισμικές οπτικές για την εξελικτική θεωρία στην Ελλάδα (δεκ. 1880–δεκ. 1930)», από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Στη συνέντευξη που ακολουθεί παίρνουμε αφορμή από αυτήν την έκδοση για να συζητήσουμε μαζί της την υποδοχή μιας μεγάλης επιστημονικής θεωρίας στην Ελλάδα και τα αποτυπώματά της στην πολιτιστική παραγωγή της χώρας.
InS: Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να μελετήσετε ειδικά την πρόσληψη της θεωρίας της εξέλιξης στην Ελλάδα της περιόδου 1880–1930;
Αυτό που με οδήγησε σε αυτό το θέμα ήταν η συνειδητοποίηση ότι ο δαρβινισμός δεν παρέμεινε περιορισμένος στη βιολογία. Από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και μετά, οι εξελικτικές ιδέες άρχισαν να περνούν σε πολλούς τομείς της δημόσιας κουλτούρας: στη λογοτεχνία, την εκπαίδευση, τη θρησκεία, τη δημοσιογραφία, το γλωσσικό ζήτημα, τις συζητήσεις για το φύλο, καθώς και τις αντιλήψεις για την εθνική πρόοδο. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να εξετάσω πώς μια επιστημονική θεωρία γίνεται μέρος της ευρύτερης πνευματικής ζωής μιας κοινωνίας.
Η περίοδος 1880–1930 είναι ιδιαίτερα πλούσια, επειδή συμπίπτει με μια διαμορφωτική φάση της νεοελληνικής πολιτισμικής και εθνικής αυτοσυνειδησίας. Στην Ελλάδα συζητούνταν έντονα ζητήματα εκπαίδευσης, γλωσσικής μεταρρύθμισης, σχέσης με την Ευρώπη, νοήματος της νεωτερικότητας, καθώς και σχέσης ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκευτική παράδοση. Το έργο του Δαρβίνου μπήκε σε αυτό το περιβάλλον όχι ως μια απομονωμένη επιστημονική θεωρία, αλλά ως μέρος μιας πολύ ευρύτερης ευρωπαϊκής συζήτησης για τη ζωή, την καταγωγή του ανθρώπου, την κληρονομικότητα, την πρόοδο, τον αγώνα, τον εκφυλισμό και την κοινωνική εξέλιξη.
Η επιλογή αυτής της περιόδου αντανακλά επίσης την ευρύτερη διεθνή ιστορία της εξελικτικής σκέψης. Το έργο του Δαρβίνου On the Origin of Species εκδόθηκε το 1859, ενώ το The Descent of Man το 1871, φέρνοντας στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου το ζήτημα της καταγωγής του ανθρώπου και της συνέχειας ανάμεσα στον άνθρωπο και τα ζώα. Μέχρι τη δεκαετία του 1880, οι ιδέες αυτές είχαν ήδη αρχίσει να κυκλοφορούν πέρα από τους στενά επιστημονικούς κύκλους. Στην Ελλάδα μπήκαν σε έναν πολιτισμικό χώρο όπου η λογοτεχνία αποτελούσε ένα από τα κύρια πεδία μέσα στα οποία οι νέες ιδέες δοκιμάζονταν, μεταφράζονταν, αμφισβητούνταν και φαντασιακά αναπλάθονταν. Η έρευνά μου, επομένως, θέτει το ερώτημα: τι συνέβη όταν ο δαρβινισμός μπήκε στη νεοελληνική λογοτεχνία και στον δημόσιο λόγο;
InS: Ο αγγλικός τίτλος του βιβλίου σας, «Darwin’s Footprint», υποδηλώνει ένα ίχνος περισσότερο παρά μια άμεση επιρροή. Τι σημαίνει αυτή η επιλογή και πώς αποτυπώνεται στην ελληνική περίπτωση;
Επέλεξα συνειδητά τον τίτλο Darwin’s Footprint. Δεν ήθελα να υποδηλώσω ότι κάθε αναφορά στην ανάπτυξη, στον αγώνα, στην κληρονομικότητα, στον εκφυλισμό ή στην πρόοδο στη νεοελληνική λογοτεχνία αποτελεί άμεσο και συνειδητό δάνειο από τον Δαρβίνο. Η διαδικασία ήταν πολύ πιο σύνθετη. Ο δαρβινισμός στην Ελλάδα έφτασε συχνά με έμμεσους τρόπους: μέσα από μεταφράσεις και περιοδικά, αλλά και μέσα από την εκλαϊκευμένη επιστήμη, γαλλικούς και γερμανικούς διαύλους, τη λογοτεχνική κριτική και ευρύτερες ευρωπαϊκές πνευματικές συζητήσεις.
Με το “ίχνος” εννοώ κάτι που μπορεί να είναι άλλοτε καθαρό, άλλοτε μερικό και άλλοτε μετασχηματισμένο. Στην ελληνική περίπτωση, το ίχνος του Δαρβίνου είναι ορατό όχι μόνο εκεί όπου ο Δαρβίνος κατονομάζεται ρητά, αλλά και εκεί όπου η εξελικτική γλώσσα εμφανίζεται σε συζητήσεις για την κληρονομικότητα, τον αγώνα, την προσαρμογή, τον εκφυλισμό, την πρόοδο, τη ζωικότητα του ανθρώπου ή τη σχέση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό.
Είναι επίσης σημαντικό ότι ο «δαρβινισμός» την περίοδο αυτή σπάνια σήμαινε μόνο τη θεωρία του ίδιου του Δαρβίνου για τη φυσική επιλογή. Συχνά περιλάμβανε συγγενή ρεύματα, όπως τον σπενσεριανό εξελικτισμό, τη λαμαρκική κληρονομικότητα, τον μονισμό του Χαίκελ, τη ρητορική του κοινωνικού δαρβινισμού και, αργότερα, τον ευγονικό λόγο. Γι’ αυτό η πολιτισμική ιστορία του δαρβινισμού χρειάζεται να είναι προσεκτική στα ίχνη, στους μετασχηματισμούς και στις ιδεολογικές ή λογοτεχνικές οικειοποιήσεις, και όχι μόνο στην ακριβή επιστημονική θεωρία. Η δημόσια περιγραφή του βιβλίου μου αντανακλά επίσης αυτό το εύρος, καθώς σημειώνει ότι εξετάζει την επίδραση του δαρβινισμού στη νεοελληνική πολιτισμική και πνευματική ιστορία, και ιδιαίτερα στη λογοτεχνία.
InS: Ποια ήταν η πρώτη επαφή της ελληνικής διανόησης με τις ιδέες του Δαρβίνου και μέσα από ποιους διαύλους μεταφέρθηκαν αυτές στην ελληνική κοινωνία;
Η πρώτη επαφή της ελληνικής διανόησης με τις ιδέες του Δαρβίνου δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μια σταδιακή διαδικασία πρόσληψης. Ο δαρβινισμός έφθασε στην ελληνική πνευματική ζωή μέσα από πολλαπλούς διαύλους: ευρωπαϊκά βιβλία και περιοδικά, τον ελληνικό περιοδικό Τύπο, εκπαιδευτικές συζητήσεις, δημόσιες διαλέξεις, επιστημονική αλληλογραφία, μεταφράσεις, καθώς και τα κείμενα διανοουμένων που μεσολαβούσαν για τη μεταφορά ξένων επιστημονικών ιδεών στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.
Οι Έλληνες λόγιοι και συγγραφείς ήταν συχνά πολύγλωσσοι, και πολλοί γνώρισαν τις δαρβινικές και εξελικτικές ιδέες μέσα από γαλλικές, γερμανικές ή άλλες ευρωπαϊκές πηγές, και όχι απευθείας από τα αγγλικά. Αυτό έχει σημασία, επειδή οι ιδέες αυτές συχνά φιλτράρονταν μέσα από τις πνευματικές ανησυχίες των αντίστοιχων πολιτισμικών πλαισίων. Με άλλα λόγια, αυτό που έφθασε στην Ελλάδα δεν ήταν πάντοτε ο Δαρβίνος αυτούσιος, αλλά ο Δαρβίνος όπως είχε ήδη ερμηνευθεί μέσα από ευρωπαϊκές συζητήσεις για τον υλισμό, την πρόοδο, τη θρησκεία, την κληρονομικότητα και την κοινωνία.
Υπήρξαν επίσης πρώιμοι επιστημονικοί δίαυλοι. Η αλληλογραφία του Γερμανού βοτανολόγου Τέοντορ φον Χελδράιχ με τον Δαρβίνο, για παράδειγμα, έχει συζητηθεί στη σχετική έρευνα για την πρώιμη πρόσληψη του δαρβινισμού στην Ελλάδα. Παράλληλα, ο ελληνικός δημόσιος λόγος περιλάμβανε περιοδικά όπως ο Προμηθεύς, όπου οι θρησκευτικές και επιστημονικές αντιπαραθέσεις μπορούσαν να λάβουν έντονη μορφή. Για τους σκοπούς της δικής μου έρευνας, όμως, το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο δαρβινισμός μπήκε όχι μόνο στους επιστημονικούς θεσμούς, αλλά και στην ευρύτερη λογοτεχνική και πνευματική κουλτούρα της Ελλάδας.
InS: Σε ποιο βαθμό η υποδοχή της εξελικτικής θεωρίας στην Ελλάδα διαφοροποιήθηκε από αντίστοιχες εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη;
Οι διαφοροποιήσεις εντοπίζονται κυρίως στο ελληνικό πολιτισμικό πλαίσιο. Στη Βρετανία, ο δαρβινισμός αναδύθηκε μέσα σε μια ισχυρή επιστημονική κουλτούρα και σε άμεση σχέση με τις συζητήσεις γύρω από τη φυσική θεολογία, τη γεωλογία και τη βικτωριανή κοινωνική σκέψη. Στη Γερμανία, συνδέθηκε συχνά με τον μονισμό, τον υλισμό και τη φιλοσοφική βιολογία. Στη Γαλλία, τα λαμαρκικά και νεολαμαρκικά ρεύματα είχαν ιδιαίτερη σημασία. Η Ελλάδα δέχθηκε την εξελικτική θεωρία μέσα από αυτές τις ήδη σύνθετες ευρωπαϊκές συζητήσεις, αλλά την ερμήνευσε σε σχέση με τις δικές της ανησυχίες: την εθνική ταυτότητα, την εκπαίδευση, την ορθόδοξη παράδοση, το γλωσσικό ζήτημα και την επιθυμία για πολιτισμικό και επιστημονικό εκσυγχρονισμό.
Η πρόσληψη του δαρβινισμού στην Ελλάδα υπήρξε μεταγενέστερη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πράγματι, το On the Origin of Species μεταφράστηκε στα ελληνικά μόλις το 1915 από τον λογοτέχνη Νίκο Καζαντζάκη, περισσότερο από μισό αιώνα μετά την πρώτη έκδοση του έργου του Δαρβίνου. Ο εξελικτικός βιολόγος Κώστας Κριμπάς υποστηρίζει ότι αυτό οφειλόταν στο περιορισμένο ενδιαφέρον στην Ελλάδα για τις φυσικές επιστήμες, την έρευνα στη φύση και, γενικότερα, στον περιορισμένο αριθμό των αστών Ελλήνων, καθώς και στην σχεδόν ανύπαρκτη επιστημονική κοινότητα.
Η Ελλάδα δεν διέθετε την ίδια θεσμική επιστημονική υποδομή με τις μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις. Αυτό σήμαινε ότι η δημόσια ζωή του δαρβινισμού διαμορφώθηκε συχνά από εκπαιδευτικούς, δημοσιογράφους, λογοτέχνες, μεταφραστές και διανοουμένους, και όχι μόνο από επαγγελματίες βιολόγους. Γι’ αυτό η λογοτεχνία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει ότι η εξελικτική σκέψη δεν μεταφέρθηκε απλώς στην Ελλάδα, αλλά αναπλάστηκε φαντασιακά μέσα στη νεοελληνική πολιτισμική ζωή.
InS: Το βιβλίο σας εξετάζει τις «πολιτισμικές προσεγγίσεις» της εξέλιξης. Πώς ορίζετε τον όρο «πολιτισμική πρόσληψη» και γιατί είναι σημαντικός για την ιστορία της επιστήμης;
Με τον όρο «πολιτισμική πρόσληψη» εννοώ τη διαδικασία μέσα από την οποία μια επιστημονική θεωρία γίνεται δεκτή, ερμηνεύεται, μεταφράζεται, προσαρμόζεται, αμφισβητείται, μετασχηματίζεται και χρησιμοποιείται μέσα σε μια κοινωνία. Μια θεωρία δεν ταξιδεύει ως ένα ουδέτερο αντικείμενο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια βιολογική θεωρία τέτοιου μεγέθους. Εισέρχεται στις κοινωνίες μέσα από τη γλώσσα, τους θεσμούς, την εκπαίδευση, τη θρησκεία, την πολιτική, τη λογοτεχνία, τη δημοσιογραφία και τον δημόσιο διάλογο.
Η φράση «πολιτισμικές οπτικές» στον τίτλο του βιβλίου μου είναι, επομένως, πολύ σημαντική. Δεν εξετάζω μόνο αν ο δαρβινισμός κατανοήθηκε ή παρερμηνεύθηκε επιστημονικά στην Ελλάδα. Με ενδιαφέρει κυρίως τι ήρθε να σημαίνει ο δαρβινισμός μέσα στη νεοελληνική πολιτισμική ζωή. Πώς χρησιμοποιήθηκε για να σκεφτούν οι Έλληνες ζητήματα όπως το έθνος, η οικογένεια, το φύλο, η θρησκεία, η γλώσσα, η κοινωνική ιεραρχία, η εκπαίδευση και η λογοτεχνική μορφή;
Αυτό έχει σημασία για την ιστορία της επιστήμης, επειδή οι επιστημονικές ιδέες δεν κυκλοφορούν σε κενό. Ζουν επίσης μέσα σε μεταφορές, μυθιστορήματα, ποιήματα, λόγους, πολεμικές και δημόσιες αντιπαραθέσεις. Η πολιτισμική πρόσληψη του δαρβινισμού μάς βοηθά να δούμε πώς η επιστήμη αποκτά κοινωνικό νόημα. Μας βοηθά επίσης να διακρίνουμε ανάμεσα στη βιολογική θεωρία του Δαρβίνου και στις πολλές ιδεολογικές, λογοτεχνικές και μεταφορικές χρήσεις του «δαρβινισμού». Αυτή η διάκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή η πολιτισμική μετέπειτα ζωή του δαρβινισμού υπήρξε συχνά πολύ ευρύτερη, και μερικές φορές πολύ πιο προβληματική, από την ίδια την επιστημονική θεωρία.
InS: Ποιες κοινωνικές, πολιτικές ή ιδεολογικές συνθήκες επηρέασαν περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο έγινε αντιληπτός ο Δαρβινισμός στην Ελλάδα;
Αρκετές συνθήκες διαμόρφωσαν την πρόσληψη του δαρβινισμού στην Ελλάδα. Η πρώτη ήταν το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας. Η Ελλάδα ήταν ένα σχετικά νέο νεωτερικό κράτος, και η περίοδος που μελετώ χαρακτηρίζεται από έντονη ενασχόληση με την εθνική συνέχεια, τον εκσυγχρονισμό, την εκπαίδευση και τη θέση της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη.
Μια δεύτερη συνθήκη ήταν το γλωσσικό ζήτημα. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη δημοτική και την καθαρεύουσα δεν ήταν μόνο γλωσσική· ήταν επίσης κοινωνική, εκπαιδευτική, πολιτική και ιδεολογική. Περιλάμβανε ανταγωνιστικές αντιλήψεις για το έθνος: αν δηλαδή η εθνική γλώσσα έπρεπε να θεμελιωθεί στη ζωντανή ομιλία του λαού ή σε μια εξιδανικευμένη συνέχεια με την αρχαία ελληνική. Εξελικτικές ιδέες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και από τις δύο πλευρές, επειδή η ίδια η γλώσσα μπορούσε να νοηθεί ως ένας ζωντανός οργανισμός που αναπτύσσεται, προσαρμόζεται ή εκφυλίζεται.
Μια τρίτη συνθήκη ήταν η σχέση ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία. Ο δαρβινισμός μπορούσε να θαυμάζεται ως σύγχρονη επιστήμη, αλλά μπορούσε επίσης να προκαλεί φόβο όταν ταυτιζόταν με τον υλισμό, την αθεΐα ή την ηθική απειλή. Τέλος, σημαντικά ήταν και τα ζητήματα του φύλου, της κληρονομικότητας και του εκφυλισμού. Ο εξελικτικός λόγος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να συζητηθεί το μέλλον της οικογένειας, η εκπαίδευση των γυναικών, οι ταξικές διαφορές και η βιολογική ή ηθική υγεία της κοινωνίας. Πρόκειται ακριβώς για εκείνες τις περιοχές όπου το επιστημονικό λεξιλόγιο αποκτά μεγάλη πολιτισμική δύναμη, αλλά και ιδεολογικό κίνδυνο.
InS: Υπήρξαν ελληνικές προσωπικότητες —επιστήμονες, διανοούμενοι, λογοτέχνες ή εκπαιδευτικοί— που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διάδοση ή την κριτική των εξελικτικών ιδεών; Στο βιβλίο διαφαίνεται μια ιδιαίτερη έμφαση στον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Γιατί;
Ναι. Όπως θα διαβάσετε στο βιβλίο μου, η διάδοση και η κριτική των εξελικτικών ιδεών στην Ελλάδα αφορούσε ένα ευρύ φάσμα προσώπων: επιστήμονες, εκπαιδευτικούς, δημοσιογράφους, μεταφραστές, θεολόγους, πολιτικούς, λογοτέχνες και άλλους διανοουμένους. Ένα από τα στοιχεία που με ενδιέφεραν περισσότερο ήταν ότι οι λογοτέχνες δεν υπήρξαν απλώς παθητικοί αποδέκτες της επιστήμης. Ήταν ενεργοί ερμηνευτές της. Συνέβαλαν στη μεταφορά των επιστημονικών ιδεών στη δημόσια κουλτούρα.
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος είναι ιδιαίτερα σημαντικός, επειδή γνωρίζουμε τεκμηριωμένα ότι είχε διαβάσει τα βασικά έργα του Δαρβίνου στο σύνολό τους. Επομένως, γνώριζε τον Δαρβίνο από πρώτο χέρι και όχι μόνο μέσα από τις ερμηνείες άλλων. Επιπλέον, βρισκόταν στο σημείο όπου συναντώνται η λογοτεχνία, η δημοσιογραφία, η εκπαίδευση και ο δημόσιος διάλογος. Δεν ήταν μόνο μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας, αλλά και σημαντικός κριτικός και εκδότης, που απευθυνόταν σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. Υπήρξε αρχισυντάκτης της Διάπλασης των Παίδων από το 1896 έως το 1947, όπου έγραφε με το ψευδώνυμο «Φαίδων» στη στήλη «Αθηναϊκαί Επιστολαί». Παρότι επρόκειτο για παιδικό περιοδικό, διαβαζόταν ευρύτατα. Ένα από τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε σε σημαντικό βαθμό ήταν ο δαρβινισμός, όπως αναλύω στο βιβλίο μου. Βεβαίως, εξετάζω επίσης και αρκετά μυθιστορήματά του, στα οποία αξιοποιεί δαρβινικά και μεταδαρβινικά θέματα.
Στο έργο του Ξενόπουλου, ο δαρβινισμός και οι συγγενείς εξελικτικές ιδέες δεν εμφανίζονται μόνο ως ρητές αναφορές. Λειτουργούν και ως τρόποι οργάνωσης του ανθρώπινου χαρακτήρα και της κοινωνικής μοίρας. Αυτό τον καθιστά μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική περίπτωση. Μια αυστηρά επιστημονική ιστορία του δαρβινισμού ίσως να τον παρέβλεπε, αλλά μια πολιτισμική ιστορία δεν μπορεί να το κάνει. Στο βιβλίο μου του αφιερώνω σημαντική προσοχή ακριβώς επειδή δείχνει πώς ο εξελικτικός λόγος μετακινήθηκε στη μυθοπλασία και στη δημόσια κουλτούρα.
InS: Ποιος ήταν ο ρόλος της εκπαίδευσης και του σχολείου στη διαμόρφωση της δημόσιας εικόνας της εξέλιξης εκείνη την εποχή;
Στην Ελλάδα, κατά την περίοδο που εξετάζω, η εκπαίδευση είχε έντονα εθνικό ρόλο. Τα σχολεία δεν αναμενόταν μόνο να μεταδίδουν γνώσεις, αλλά και να διαμορφώνουν πολίτες, να καλλιεργούν την εθνική ταυτότητα και να διατηρούν την αντίληψη της πολιτισμικής συνέχειας. Γι’ αυτό η εξέλιξη μπορούσε να γίνει ένα ευαίσθητο θέμα. Έθετε ερωτήματα για την καταγωγή του ανθρώπου, τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τα ζώα, την ηθική, τη θρησκεία και την αυθεντία της σύγχρονης επιστήμης.
Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, τα ελληνικά εκπαιδευτικά κείμενα έτειναν να κάνουν μόνο γενικές αναφορές στην εξέλιξη, συχνά χωρίς να κατονομάζουν άμεσα τον δαρβινισμό. Ένα αποκαλυπτικό επεισόδιο είναι η περίπτωση του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου στον Βόλο, του προοδευτικού σχολείου θηλέων που συνδέθηκε με τον φιλελεύθερο εκπαιδευτικό και δημοτικιστή Αλέξανδρο Δελμούζο. Το σχολείο έκλεισε το 1911, έπειτα από πιέσεις συντηρητικών τοπικών και θρησκευτικών κύκλων. Ανάμεσα στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν για τη διδασκαλία του ήταν η αθεΐα, η χρήση της δημοτικής γλώσσας και η υποτιθέμενη εισαγωγή δαρβινικών ιδεών. Η υπόθεση οδηγήθηκε αργότερα σε δίκη στο Ναύπλιο, το 1914, όπου οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.
Το επεισόδιο αυτό δείχνει ότι η εξέλιξη δεν ήταν απλώς ένα βιολογικό θέμα. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό πλαίσιο μπορούσε να εμπλακεί με ευρύτερες ανησυχίες γύρω από τη θρησκεία, τη γλώσσα, το φύλο και τον εκσυγχρονισμό. Η αντιπαράθεση γύρω από το σχολείο του Βόλου είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή, επειδή ο δαρβινισμός, ο δημοτικισμός και η προοδευτική παιδαγωγική αντιμετωπίστηκαν σχεδόν ως μέρη της ίδιας πολιτισμικής απειλής.
Σήμερα, βέβαια, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Η εξέλιξη περιλαμβάνεται ρητά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα. Το σημερινό διδακτικό υλικό περιλαμβάνει τη φυσική επιλογή, τις ενδείξεις για την κοινή εξελικτική ιστορία, τη φυλογένεση, τις παρανοήσεις γύρω από την εξέλιξη και την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή σε σχέση με την επιφυλακτική ή έμμεση αντιμετώπιση της παλαιότερης περιόδου. Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη εξακολουθεί να καταλαμβάνει σχετικά περιορισμένη θέση στο ευρύτερο πρόγραμμα της βιολογίας. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι δεν είναι πλέον απούσα ή απλώς υπόρρητη, αλλά η διδασκαλία της παραμένει συγκεντρωμένη σε συγκεκριμένες ενότητες, αντί να λειτουργεί ως οργανωτικό πλαίσιο για τη βιολογική εκπαίδευση συνολικά.
InS: Πώς αντιμετώπισε η ελληνική θρησκευτική σκέψη τις δαρβινικές ιδέες; Παρατηρείτε κυρίως αντιπαράθεση ή και μορφές διαλόγου;
Στην ελληνική περίπτωση, η στάση της θρησκευτικής σκέψης απέναντι στον δαρβινισμό δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια απλή αντίθεση ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία. Υπήρξαν ασφαλώς έντονες αντιδράσεις απέναντι στις δαρβινικές ιδέες, ιδιαίτερα όταν αυτές συνδέονταν με τον υλισμό, την αθεΐα ή την άρνηση της θείας δημιουργίας. Το πιο ευαίσθητο ζήτημα ήταν η καταγωγή του ανθρώπου: η ιδέα ότι ο άνθρωπος μοιράζεται κοινή καταγωγή με άλλα ζώα άγγιζε άμεσα ζητήματα που αφορούσαν την ψυχή, τη μοναδικότητα του ανθρώπου, την ηθική και την ερμηνεία της Γένεσης.
Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη βιολογική θεωρία του Δαρβίνου από τα ευρύτερα φιλοσοφικά και ιδεολογικά νοήματα που συχνά της αποδίδονταν. Σε πολλές περιπτώσεις, η αντίθεση δεν στρεφόταν τόσο στις τεχνικές λεπτομέρειες της εξελικτικής θεωρίας όσο στην ευρύτερη κοσμοθεωρία που θεωρούνταν ότι εκπροσωπούσε ο δαρβινισμός.
Στην περίοδο που εξετάζω, συναντούμε επιμέρους τοποθετήσεις από κληρικούς, θεολόγους, εκπαιδευτικούς και διανοουμένους, οι οποίες κυμαίνονται από την απόρριψη μέχρι πιο προσεκτικές προσπάθειες να διαχωριστεί η επιστήμη από την υλιστική φιλοσοφία. Θα ήμουν όμως επιφυλακτική στο να περιγράψω αυτή την κατάσταση ως έναν σταθερό διάλογο ανάμεσα στον δαρβινισμό και την Ελληνική Ορθοδοξία ως θεσμό. Ως προς την Ελληνική Ορθοδοξία, δεν υπήρξε επίσημη δογματική αποδοχή ή απόρριψη της θεωρίας του Δαρβίνου. Άτομα και ομάδες εντός ή κοντά στην Εκκλησία διατύπωσαν κατά καιρούς απόψεις, αλλά αυτές δεν συνιστούσαν επίσημη εκκλησιαστική θέση.
Έτσι, για την περίοδο που εξετάζω, η εικόνα είναι λιγότερο μια εικόνα σταθερού θεσμικού διαλόγου και περισσότερο μια εικόνα περιστασιακών αντιπαραθέσεων, ατομικών τοποθετήσεων και απουσίας επίσημης εκκλησιαστικής θέσης απέναντι στη θεωρία του Δαρβίνου.
InS: Κατά την έρευνά σας, υπήρξε κάποιο εύρημα ή κάποιο ιστορικό τεκμήριο που σας εξέπληξε ιδιαίτερα;
Ναι, υπήρξαν δύο συναφή ιστορικά τεκμήρια που με εξέπληξαν και με συγκλόνισαν ιδιαίτερα. Συνδέονταν με το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Η Φόνισσα, του 1903. Το έργο έχει στο κέντρο του τη δολοφονία μικρών κοριτσιών στο νησί της Σκιάθου και ανοίγει πολύ επώδυνα ζητήματα γύρω από τη φτώχεια, το φύλο και το βάρος που θεωρούνταν ότι αποτελούσαν οι κόρες σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία.
Γνώριζα ήδη ότι, στην Ελλάδα εκείνης της εποχής, τα ποσοστά εγκατάλειψης θηλυκών βρεφών ήταν υψηλότερα σε σύγκριση με τα αρσενικά βρέφη, κυρίως λόγω της μειονεκτικής θέσης των γυναικών, ιδιαίτερα των φτωχών. Το ενδιαφέρον μου για τη Φόνισσα αναπτύχθηκε επειδή ο Δαρβίνος, στο The Descent of Man, είχε γράψει για τη γυναικεία βρεφοκτονία και τη διάδοσή της σε διαφορετικές κοινωνίες. Αυτό με οδήγησε να εξετάσω τη Φόνισσα από κοινωνική, εξελικτική και ευγονική οπτική.
Κατά την έρευνά μου εντόπισα δύο επιστολές από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 που αφορούσαν τη γυναικεία βρεφοκτονία. Δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα των Κυριών, την εφημερίδα των γυναικών που εξέδιδε η περίφημη Ελληνίδα φεμινίστρια Καλλιρρόη Παρρέν. Μία από τις ανώνυμες επιστολές περιέγραφε τη δεινή θέση των πάμφτωχων γυναικών της αγροτικής Ελλάδας και αναφερόταν στη φρίκη των γυναικών που ξυλοκοπούνταν από τους συζύγους τους επειδή είχαν γεννήσει κόρες. Στο βιβλίο μου παραθέτω από αυτή την επιστολή, συμπεριλαμβάνοντας τις σκληρές περιγραφές της για θηλυκά βρέφη που θανατώνονταν με τρόπους που τα παρομοίαζαν με ζώα.
Η ανάγνωση αυτού του υλικού με επηρέασε βαθιά. Ως μητέρα, το βρήκα πολύ δύσκολο να το αντιμετωπίσω. Αυτό που με συγκλόνισε δεν ήταν μόνο η ίδια η βία, αλλά και η κοινωνική απόγνωση πίσω από αυτήν: ο φόβος ότι μια φτωχή οικογένεια δεν μπορούσε να συντηρήσει ακόμη μία κόρη και ότι το ίδιο το κορίτσι ίσως να ήταν καταδικασμένο σε μια ζωή φτώχειας και δυστυχίας. Για μένα, αυτή ήταν μία από τις στιγμές όπου η έρευνα έπαψε να είναι μόνο μια πνευματική διερεύνηση του δαρβινισμού, της λογοτεχνίας και της κοινωνικής σκέψης, και έγινε μια αναμέτρηση με το βιωμένο μαρτύριο των γυναικών και των παιδιών στον ιστορικό κόσμο που αποκαλύπτουν αυτά τα κείμενα.
InS: Σε ποιο βαθμό η συζήτηση γύρω από την εξέλιξη συνδέθηκε στην Ελλάδα με ευρύτερα ζητήματα ταυτότητας, εκσυγχρονισμού και εθνικής αυτοαντίληψης;
Η σύνδεση ήταν πολύ ισχυρή. Η εξελικτική θεωρία έφθασε στην Ελλάδα σε μια εποχή κατά την οποία οι διανοούμενοι αναρωτιούνταν τι σήμαινε για την Ελλάδα να είναι ταυτόχρονα νεωτερική, ευρωπαϊκή, ορθόδοξη, αρχαία και σύγχρονη. Ο δαρβινισμός μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να σκεφτούν όλες αυτές τις εντάσεις.
Η γλώσσα της εξέλιξης μεταφερόταν εύκολα στη συλλογική ζωή. Τα έθνη μπορούσαν να περιγραφούν ως οργανισμοί που αναπτύσσονται, αγωνίζονται, επιβιώνουν, προσαρμόζονται ή εκφυλίζονται. Οι γλώσσες μπορούσαν επίσης να νοηθούν ως ζωντανοί οργανισμοί. Οι κοινωνίες μπορούσαν να χαρακτηριστούν προοδευτικές ή καθυστερημένες. Αυτές οι μεταφορές καθιστούσαν την εξελικτική σκέψη ελκυστική στις συζητήσεις περί εκσυγχρονισμού, αλλά την καθιστούσαν και επικίνδυνη, επειδή βιολογικές έννοιες μπορούσαν να μεταφερθούν υπερβολικά γρήγορα στο κοινωνικό ή εθνικό πεδίο.
Στην Ελλάδα, επομένως, η πρόσληψη του δαρβινισμού δεν αφορούσε απλώς την επιστήμη. Ήταν μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης για την εθνική αυτοαντίληψη. Μπορούσε η Ελλάδα να γίνει επιστημονικά και πολιτισμικά σύγχρονη χωρίς να χάσει τη θρησκευτική, γλωσσική και ιστορική της ταυτότητα; Μπορούσε η σύγχρονη επιστήμη να ενσωματωθεί στην ελληνική εκπαίδευση και λογοτεχνία; Μπορούσε η εξελικτική σκέψη να χρησιμοποιηθεί για να ενισχύσει, και όχι να αποδυναμώσει, την ιδέα της εθνικής ανάπτυξης; Αυτά ήταν μερικά από τα ευρύτερα ερωτήματα που βρίσκονταν πίσω από την πρόσληψη του δαρβινισμού.
InS: Πιστεύετε ότι υπάρχουν ακόμη σήμερα απόηχοι εκείνης της πρώιμης πρόσληψης του Δαρβινισμού στον ελληνικό δημόσιο λόγο;
Ναι, αλλά με διαφορετικές μορφές. Σήμερα, η εξελικτική θεωρία αποτελεί θεμέλιο της σύγχρονης βιολογίας, όμως η δημόσια πρόσληψή της δεν καθορίζεται ποτέ μόνο από την επιστημονική συναίνεση. Πολλά από τα παλαιότερα ερωτήματα παραμένουν αναγνωρίσιμα: Πώς πρέπει να διδάσκεται η επιστήμη; Πώς πρέπει να σχετίζεται η επιστημονική γνώση με τη θρησκευτική πίστη; Απειλεί η εξέλιξη την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ή μπορεί να εμβαθύνει την κατανόησή μας για τη ζωή; Πώς διαπραγματεύονται οι κοινωνίες την επιστημονική αυθεντία σε στιγμές δημόσιας αντιπαράθεσης;
Μπορούμε επίσης να δούμε απόηχους στον τρόπο με τον οποίο το επιστημονικό λεξιλόγιο κυκλοφορεί μεταφορικά. Λέξεις όπως εξέλιξη, προσαρμογή, μετάλλαξη, επιβίωση, επιλογή και εκφυλισμός χρησιμοποιούνται συχνά πολύ πέρα από τη βιολογία. Εμφανίζονται στην πολιτική, την οικονομία, την τεχνολογία, τον πολιτισμό και την καθημερινή γλώσσα. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένο, αλλά χρειάζεται προσοχή. Οι επιστημονικές μεταφορές μπορούν να φωτίσουν, αλλά μπορούν επίσης και να παραμορφώσουν.
Η πρώιμη ελληνική πρόσληψη του δαρβινισμού μάς υπενθυμίζει ότι ο δημόσιος λόγος γύρω από την επιστήμη είναι πάντοτε πολιτισμικά διαμεσολαβημένος. Οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται μόνο στα επιστημονικά δεδομένα· ανταποκρίνονται και σε αυτό που μια θεωρία φαίνεται να υπονοεί για τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη θρησκεία και το μέλλον. Αυτό ισχύει και σήμερα, είτε το θέμα είναι η εξέλιξη, είτε η γενετική, η κλιματική επιστήμη, η τεχνητή νοημοσύνη ή η δημόσια υγεία.
InS: Τι μπορεί να προσφέρει σήμερα η ιστορική μελέτη της εξέλιξης σε μια εποχή όπου η σχέση επιστήμης και κοινωνίας επαναδιαπραγματεύεται συνεχώς;
Η ιστορική μελέτη της εξέλιξης δείχνει ότι οι επιστημονικές θεωρίες δεν εισέρχονται στην κοινωνία σε καθαρή ή ουδέτερη μορφή. Ερμηνεύονται μέσα από υπάρχουσες αξίες, φόβους, ελπίδες, θεσμούς και γλώσσες. Αυτό δεν αποτελεί αδυναμία της επιστήμης· είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες έρχονται σε επαφή με τη νέα γνώση.
Η ιστορία μάς βοηθά επίσης να διακρίνουμε ανάμεσα σε μια επιστημονική θεωρία και στις ιδεολογικές χρήσεις που έγιναν ή γίνονται στο όνομά της. Η βιολογική θεωρία του Δαρβίνου συχνά συγχέεται με τον κοινωνικό δαρβινισμό, τον ρατσισμό, την ευγονική ή με απλουστευτικές αντιλήψεις περί ανταγωνισμού. Μια ιστορική προσέγγιση μας επιτρέπει να δούμε πώς προέκυψαν αυτές οι οικειοποιήσεις και γιατί υπήρξαν πειστικές σε συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα.
Τέλος, η ιστορία της εξέλιξης μας υπενθυμίζει ότι η επιστήμη και η κοινωνία βρίσκονται πάντοτε σε διάλογο. Οι επιστημονικές ιδέες μπορούν να κλονίσουν καθιερωμένες πεποιθήσεις, αλλά μπορούν επίσης να εμπλουτίσουν τον πολιτισμό. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες όπως η λογοτεχνία, η ιστορία, η φιλοσοφία, η θεολογία και οι πολιτισμικές σπουδές, μας βοηθούν να κατανοήσουμε όχι αν η επιστήμη είναι αληθής με τεχνικούς όρους, αλλά πώς η επιστημονική αλήθεια αποκτά νόημα μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες.
InS: Αν έπρεπε να συνοψίσετε σε μία βασική ιδέα αυτό που θα θέλατε να κρατήσει ο Έλληνας αναγνώστης από το βιβλίο σας, ποια θα ήταν αυτή;
Θα ήθελα ο Έλληνας αναγνώστης να κρατήσει ότι ο δαρβινισμός δεν ήταν ξένος προς τη νεοελληνική πολιτισμική ζωή. Δεν παρέμεινε έξω από τη λογοτεχνία, τη θρησκεία, την εκπαίδευση ή τον δημόσιο διάλογο. Εισήλθε στην ελληνική πνευματική ζωή με τρόπους σύνθετους, άνισους και δημιουργικούς.
Το βιβλίο δεν αφορά απλώς το αν οι Έλληνες αποδέχθηκαν ή απέρριψαν τον Δαρβίνο. Αφορά το πώς η εξελικτική σκέψη έγινε μέρος της γλώσσας μέσα από την οποία οι Έλληνες συζήτησαν τον εαυτό τους: την κοινωνία τους, το έθνος τους, τη λογοτεχνία τους, τα σώματά τους, το μέλλον τους και τη θέση τους μέσα στη φύση.
Έτσι, η βασική ιδέα είναι η εξής: ο δαρβινισμός άφησε ίχνη στον νεοελληνικό πολιτισμό, και αυτά τα ίχνη αποκαλύπτουν πολλά όχι μόνο για την επιστήμη, αλλά και για τη νεότερη Ελλάδα. Δείχνουν πώς μια κοινωνία δέχεται μια ισχυρή επιστημονική θεωρία και τη μετασχηματίζει μέσα από τις δικές της ιστορικές ανησυχίες.
InS: Στον χώρο της βιολογίας εμφανίστηκαν «αντίπαλες» θεωρίες, όπως ο λαμαρκισμός. Υπήρχαν «χνάρια» αυτών των «αντίπαλων» θεωριών στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή;
Ναι, και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό σημείο. Η περίοδος από τα τέλη του δέκατου ένατου έως τις αρχές του εικοστού αιώνα δεν ήταν μια εποχή κατά την οποία η δαρβινική φυσική επιλογή είχε το αδιαμφισβήτητο κύρος που έχει στη σύγχρονη εξελικτική βιολογία. Η εξέλιξη ως γενική ιδέα συζητούνταν ευρύτατα, αλλά ο μηχανισμός της εξέλιξης παρέμενε αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο λαμαρκισμός, ο νεολαμαρκισμός, η ορθογένεση, ο μεταλλαξισμός, ο βιταλισμός και η θεϊστική εξέλιξη κυκλοφορούσαν όλα σε διαφορετικές μορφές.
Οι ιστορικοί συχνά αποκαλούν αυτή την περίοδο «έκλειψη του δαρβινισμού»: όχι επειδή η εξέλιξη εξαφανίστηκε, αλλά επειδή η φυσική επιλογή συχνά αμφισβητήθηκε ή συμπληρώθηκε από ανταγωνιστικές εξηγήσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονταν η κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών, η αιφνίδια μετάλλαξη, μορφές εξέλιξης που θεωρούνταν ότι καθοδηγούνται από κάποιον σκοπό, καθώς και θεωρίες εσωτερικά κατευθυνόμενης εξέλιξης, όπως η δημιουργική εξέλιξη του Henri Bergson.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη λογοτεχνία. Οι λογοτέχνες συχνά έλκονταν λιγότερο από την αυστηρή έννοια της φυσικής επιλογής και περισσότερο από ευρύτερες εξελικτικές ιδέες που μπορούσαν να αποκτήσουν ηθικό, κοινωνικό ή πνευματικό νόημα. Ο λαμαρκισμός, για παράδειγμα, ήταν πολιτισμικά ελκυστικός επειδή έδινε σημασία στο περιβάλλον, στη συνήθεια, στην εκπαίδευση, στην προσπάθεια και στην επίκτητη αλλαγή. Στη λογοτεχνία, αυτό μπορούσε να στηρίξει αφηγήσεις για την προσωπική βελτίωση, την κοινωνική μεταρρύθμιση, τον εκφυλισμό ή τη διαμόρφωση των μελλοντικών γενεών. Επομένως, ναι: τα «χνάρια» στην ελληνική λογοτεχνία δεν είναι μόνο δαρβινικά με τη στενή έννοια. Ανήκουν σε μια ευρύτερη εξελικτική φαντασία.
InS: Υπάρχουν άλλα μεγάλα βήματα της επιστήμης, όπως για παράδειγμα η θεωρία της σχετικότητας ή η κβαντική μηχανική, που να έχουν επηρεάσει τους Έλληνες λογοτέχνες;
Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα, αλλά θα το απαντούσα με μεγαλύτερη επιφύλαξη από ό,τι στην περίπτωση του δαρβινισμού. Η θεωρία του Δαρβίνου εισήλθε στη λογοτεχνία σχετικά εύκολα, επειδή άγγιζε άμεσα τη ζωή, την καταγωγή του ανθρώπου, την κληρονομικότητα, τη σεξουαλικότητα, τον θάνατο, τη ζωικότητα, τον αγώνα και τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Η θεωρία της σχετικότητας και η κβαντική θεωρία είναι διαφορετικές περιπτώσεις. Η λογοτεχνική τους επίδραση είναι συχνά πιο έμμεση, φιλοσοφική, μεταφορική ή μορφική. Έχω υπόψη μου περιπτώσεις Ελλήνων λογοτεχνών των οποίων το έργο έχει μελετηθεί σε σχέση με τέτοια ζητήματα. Εδώ μπορώ να αναφέρω δύο.
Από όσο γνωρίζω, στην ελληνική περίπτωση ο Νίκος Καζαντζάκης αποτελεί μια σημαντική μορφή προς εξέταση. Στην Ασκητική, για παράδειγμα, αναπτύσσει ένα κοσμικό όραμα της ζωής ως αγώνα: ύλη, ζωή, πνεύμα, άνοδος, διάλυση και η ανθρώπινη προσπάθεια να αντισταθεί στη φθορά και να δημιουργήσει νόημα. Ορισμένοι μελετητές έχουν συνδέσει αυτή την οπτική με σύγχρονες φυσικές ιδέες, συμπεριλαμβανομένης της εντροπίας και του δεύτερου νόμου της θερμοδυναμικής. Θα ήμουν επιφυλακτική στο να πω ότι ο Καζαντζάκης «εφάρμοζε» άμεσα τη σύγχρονη φυσική. Ωστόσο, το έργο του ανήκει σαφώς σε ένα πνευματικό κλίμα του εικοστού αιώνα, μέσα στο οποίο η βιολογία, η κοσμολογία, η ενέργεια, η ύλη και το πνεύμα επανεξετάζονταν από κοινού.
Μια άλλη πιθανή περίπτωση είναι ο Οδυσσέας Ελύτης, ιδιαίτερα σε σχέση με τον χρόνο, την τύχη, το φως και τη δομή της ποιητικής αντίληψης. Ορισμένες κριτικές προσεγγίσεις έχουν συνδέσει την επεξεργασία του χρόνου στον Ελύτη με τη σύγχρονη φυσική, συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας της σχετικότητας, καθώς και την επεξεργασία της τύχης με την κβαντική θεωρία. Και εδώ, όμως, χρειάζεται να διακρίνουμε ανάμεσα στην άμεση επίδραση και στο ευρύτερο πνευματικό κλίμα.
Θα έλεγα, επομένως, ότι ναι, η σύγχρονη φυσική μπορεί να έχει αφήσει ίχνη στη νεοελληνική λογοτεχνία, αλλά πρόκειται για ένα πεδίο που απαιτεί πολύ προσεκτική έρευνα. Στην περίπτωση του δαρβινισμού, οι βιολογικές και κοινωνικές συνέπειες είναι συχνά ορατές στα λογοτεχνικά θέματα και στις δημόσιες συζητήσεις. Στην περίπτωση της σχετικότητας και της κβαντικής θεωρίας, τα ίχνη μπορεί να είναι πιο λεπτά: στις ιδέες για τον χρόνο, την αβεβαιότητα, την παρατήρηση, την αιτιότητα, την κοσμολογία και την αστάθεια της ίδιας της πραγματικότητας.
InS: Ποια επόμενα ερευνητικά ερωτήματα ανοίγει για εσάς το βιβλίο αυτό; Υπάρχουν πτυχές της ελληνικής ιστορίας της επιστήμης που θεωρείτε ακόμη ανεξερεύνητες;
Ένας τομέας που θεωρώ ότι αξίζει περαιτέρω προσοχής είναι η ιστορία της επιστημονικής μετάφρασης στην Ελλάδα. Δεν θα ήθελα να υποστηρίξω ότι η ελληνική επιστημονική μετάφραση είναι γενικά ανεπαρκής. Αντιθέτως, υπάρχουν πολύ σημαντικές και προσεκτικά δουλεμένες ελληνικές μεταφράσεις μεγάλων επιστημονικών έργων. Για παράδειγμα, το On the Origin of Species του Δαρβίνου εκδόθηκε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις του Πανεπιστημίου Πατρών το 1998, ενώ το The Expression of the Emotions in Man and Animals εκδόθηκε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το 2017. Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης έχουν επίσης συμβάλει σημαντικά στη μετάφραση και διάδοση επιστημονικών και ευρύτερα ακαδημαϊκών έργων στα ελληνικά.
Αυτό που με ενδιαφέρει, όμως, είναι η μετάφραση ως ιστορική διαδικασία. Ποια επιστημονικά έργα μεταφράστηκαν στα ελληνικά, πότε, από ποιες εκδόσεις, με ποια ορολογία και για ποιο αναγνωστικό κοινό; Επρόκειτο για πλήρεις μεταφράσεις, συντομεύσεις, διασκευές ή επανεκδόσεις παλαιότερων μεταφράσεων; Παρέμειναν διαθέσιμα και προσβάσιμα στους μεταγενέστερους αναγνώστες; Αυτά τα ερωτήματα έχουν σημασία, επειδή η μετάφραση μπορεί να διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο μια επιστημονική θεωρία γίνεται κατανοητή σε οποιαδήποτε κοινωνία.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το The Descent of Man του Δαρβίνου, ένα κεντρικό έργο για την ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης και της σεξουαλικής επιλογής. Η ιστορία της ελληνικής του μετάφρασης θέτει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την πληρότητα, την αντιστοιχία του κειμένου με τις καθιερωμένες αγγλικές εκδόσεις, την επανέκδοση και τη διαθεσιμότητά του. Γι’ αυτό θα έβλεπα την επιστημονική μετάφραση όχι ως δευτερεύον ζήτημα, αλλά ως έναν από τους βασικούς διαύλους μέσα από τους οποίους οι επιστημονικές ιδέες εισέρχονται στη δημόσια κουλτούρα.
InS: Κυρία Ζαρίμη εκ μέρους του ΙnScience.gr θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα συνέντευξη.
Σας ευχαριστώ κι εγώ θερμά για την πρόσκληση και για την ευκαιρία να συζητήσουμε αυτά τα ζητήματα. Είναι ιδιαίτερη χαρά για μένα να παρουσιαστεί το βιβλίο στο κοινό του InScience.gr, γιατί η ιστορία της πρόσληψης του δαρβινισμού στην Ελλάδα αφορά όχι μόνο την ιστορία της επιστήμης, αλλά και τη λογοτεχνία, την εκπαίδευση, τη θρησκεία και τον ευρύτερο πολιτισμικό μας διάλογο. Ελπίζω η συνέντευξη να συμβάλει σε μια πιο ανοιχτή και ουσιαστική συζήτηση γύρω από τη σχέση επιστήμης, λογοτεχνίας και κοινωνίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Η συνέντευξη της κας Ζαρίμη παραχωρήθηκε στον Βασίλη Λεμπέση.

Leave a Reply