Author: Βασίλης Λεμπέσης

  • HOMO HAPTICUS – Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε δίχως αφή

    HOMO HAPTICUS – Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε δίχως αφή

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ
    MARTIN GRUNWALD

    Μετάφραση: Παναγιώτης Δρεπανιώτης
    Επιστημονική επιμέλεια: Εριφύλη Κρικέλλη

    Σχήμα 14 x 21 εκ., 344 σελ.

    Τιμή: 18 ευρώΣε αυτό το βιβλίο, ο Μάρτιν Γκρούνβαλντ στρέφει τον ερευνητικό του φακό στην αίσθηση της αφής, που συνοδεύει τη ζωή µας από την αρχή έως το τέλος. Ήδη από την εμβρυϊκή φάση, προτού καν αποκτήσει τις υπόλοιπες αισθήσεις του, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και το περιβάλλον του χάρη στις επαφές στην κοιλιά της μητέρας, ενώ από τα ερεθίσματα που δέχεται το βρέφος κατά την επαφή μαζί της ή µε άλλα πρόσωπα ευνοείται η ανάπτυξη και η νευρωνική ωρίμανση του εγκεφάλου, καθώς επίσης και άλλων λειτουργιών. Μέσα από διάφορα παραδείγματα, ο συγγραφέας εφιστά την προσοχή στους κινδύνους τους οποίους εγκυμονούν τυχόν διαταραχές στο αισθητήριο σύστημα της αφής· παράλληλα, αναδεικνύει και τη σημασία της συγκεκριμένης αίσθησης στις διαδικασίες σχεδιασμού και κατασκευής διαφόρων προϊόντων και συσκευών από τις βιομηχανίες. Από κάθε άποψη, η αίσθηση της αφής κατέχει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή µας, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό την πορεία της υγείας µας, µε αντίκτυπο στη συμπεριφορά, τις πράξεις και τις επιλογές µας. Κατά τον Μάρτιν Γκρούνβαλντ, πρόκειται για ένα παραγνωρισμένο αισθητήριο σύστημα, που όµως χρήζει προσοχής και περαιτέρω μελέτης.

    ________________________________________________________________________________________________________________

    Ο καθηγητής Martin Grunwald (Μάρτιν Γκρούνβαλντ) γεννήθηκε το 1966 στη Λειψία. Σπούδασε ψυχολογία, βιολογία και φιλοσοφία στα πανεπιστήμια της Ιένας, της Λειψίας και της Δρέσδης αντίστοιχα. Από το 1996 είναι επικεφαλής του Εργαστηρίου Απτικής, που υπάγεται στη Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Λειψίας και συγκεκριμένα στο Ινστιτούτο Paul Flechsig για την Έρευνα του Εγκεφάλου. Μέσα από έρευνες και πειράµατα που διεξάγονται στο Εργαστήριο Απτικής, μελετά τον τρόπο µε τον οποίο λειτουργεί η αίσθηση της αφής στον άνθρωπο και πώς επηρεάζει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις µας. Παράλληλα, στην έρευνα των διατροφικών διαταραχών, της άνοιας και της νεογνολογίας ακολουθεί πρωτοποριακές μεθόδους θεραπείας και μέτρησης τιμών µε σημείο αναφοράς το σώμα. Μεταξύ άλλων, έχει συνεργαστεί µε το MIT της Βοστώνης, ενώ ως εισηγητής του απτικού σχεδιασμού παρέχει υπηρεσίες συμβουλευτικής σε διάφορες εταιρείες παγκοσμίως σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό νέων προϊόντων και συσκευών. Το σύγγραμμά του Η ανθρώπινη αίσθηση της αφής (Human haptic perception, 2008) αποτελεί έργο αναφοράς για την παγκόσμια απτική έρευνα.

  • ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια Ντίνα Γεωργούλια

    ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Συνέντευξη με τη μεταφράστρια Ντίνα Γεωργούλια

    Το ΙnS ξεκινά έναν κύκλο συνεντεύξεων με τους ανθρώπους που βρίσκονται «πίσω» από το επιστημονικό βιβλίο: μεταφραστές, διορθωτές, επιμελητές, εκδότες και άλλους. Είναι εκείνοι που καταθέτουν τον μόχθο τους, ώστε το βιβλίο να φτάσει άρτιο στο αναγνωστικό κοινό. Σε αυτήν τη συνέντευξη συζητούμε με τη μεταφράστρια επιστημονικών βιβλίων Ντίνα Γεωργούλια.–InS:  Ντίνα, θα ήθελες να μας αναφέρεις ποιες είναι οι σπουδές σου και πότε και πώς σκέφτηκες να στραφείς στη μετάφραση;Το ταξίδι μου στη μετάφραση άρχισε από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, από το Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας. Από πολύ νεαρή ηλικία, μου άρεσαν πάρα πολύ οι γλώσσες. Οι διαφορετικοί πολιτισμοί, οι διαφορετικές κουλτούρες. Αυτές που διάλεξα ήταν τα αγγλικά και τα γαλλικά. Είχα πάρει όλα τα σχετικά διπλώματα. Μια επιλογή ήταν να διδάξω, μέσα μου όμως ήξερα ότι ήθελα κάτι άλλο, να αξιοποιήσω διαφορετικά τις γνώσεις μου στις γλώσσες. Έτσι, όταν πέρασα στο Ιόνιο, ένιωσα ότι βρέθηκα εκεί ακριβώς που ήθελα. Στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας, διδαχθήκαμε μια ευρεία γκάμα μαθημάτων, από γλωσσολογία, πολιτική επιστήμη και δίκαιο μέχρι οικονομική γεωγραφία, ιστορία της αγγλικής και γαλλικής λογοτεχνίας, θεωρία της μετάφρασης και συγκριτική υφολογία, ενώ, κατά τα τέσσερα χρόνια των σπουδών, παρακολουθήσαμε και πολλά εργαστήρια γενικών και ειδικών μεταφράσεων, όπως λογοτεχνική, νομική, οικονομική και τεχνική μετάφραση. Πολύ σημαντική ήταν και η εμπειρία που είχαμε στο εξάμηνο του εξωτερικού, το έβδομο εξάμηνο της σχολής. Εγώ φοίτησα στο Πανεπιστήμιο του Surrey και με το πρόγραμμα Erasmus στο Πανεπιστήμιο του Montpellier. Μετά από λίγα χρόνια, αφότου ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στο Ιόνιο, έκανα το μεταπτυχιακό μου στη Μετάφραση-Μεταφρασεολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών με γλώσσα εργασίας τα αγγλικά. Εκεί εστιάσαμε, κυρίως, στη λογοτεχνική μετάφραση και στη θεωρία της μετάφρασης.–InS:  Ποια ήταν η πρώτη σου μεταφραστική δουλειά;Με τον χώρο του βιβλίου, ασχολούμαι από το 2010. Νωρίτερα, είχα ασχοληθεί με τη μετάφραση, αλλά πιο περιστασιακά. Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα ήταν ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα για εφήβους, αλλά και για ενήλικες, Το άλογο του πολέμου του Μάικλ Μορπούργκο για τις Εκδόσεις Πατάκη. Το βιβλίο εκδόθηκε το 2012 και την ίδια χρονιά προβλήθηκε και η ομώνυμη ταινία στους κινηματογράφους σε σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ. Πρόκειται για μια πολύ τρυφερή ιστορία για ένα αγόρι, τον Άλμπερτ, και ένα άλογο, τον Τζόι. Το αγόρι και το άλογο χωρίζονται με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά από πολλές περιπέτειες βρίσκονται ξανά. Ο ενθουσιασμός μου ήταν απερίγραπτος γι’ αυτήν την πρώτη μεταφραστική εργασία. Το ξεκίνημα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο! Ασφαλώς, παράλληλα με τον χώρο των εκδόσεων, είχα και έχω ποικίλες συνεργασίες με φορείς, εταιρείες, πανεπιστημιακά ιδρύματα και ιδιώτες.–InS:  Πότε έκανες την πρώτη μετάφραση επιστημονικού βιβλίου και ποιο ήταν αυτό;Το πρώτο επιστημονικό βιβλίο ήταν για τις Εκδόσεις Παρισιάνου, Το βιβλίο της Ιατρικής του Clifford A. Pickover, ένα από τα βιβλία της σειράς Τα ορόσημα των επιστημών. Το βιβλίο αυτό το μετέφρασα το 2014. Πρόκειται για ένα έργο εκλαϊκευμένης επιστήμης που παρουσιάζει σε περιεκτική και κατανοητή γλώσσα 250 ορόσημα της ιστορίας της ιατρικής, από τους μάγους-γιατρούς, την αφαίμαξη και τις χειρουργικές ραφές έως τον ιατρικό υπέρηχο, την αντικατάσταση ισχίου και τη γονιδιακή θεραπεία, συνιστώντας μια πρωτότυπη εγκυκλοπαίδεια και δίνοντας απαντήσεις σε ποικίλα ερωτήματα. Το βιβλίο αυτό ήταν μια πρόκληση για μένα. Είχε πολλή ειδική ορολογία, αλλά έπρεπε ταυτόχρονα να είναι εύληπτο από τον μέσο αναγνώστη. Για τις ανάγκες της μετάφρασης της ορολογίας, έκανα ενδελεχή έρευνα σε μεταφραστικούς πόρους, σε ηλεκτρονικό και έντυπο υλικό, για την καλύτερη δυνατή απόδοση των επιστημονικών όρων. Το βιβλίο, όπως και όλη η σειρά, απευθύνεται σε επιστήμονες, φοιτητές, αλλά και σε όποιον γοητεύεται από την ιστορία της επιστήμης και θέλει να πλουτίσει τις γνώσεις του.–InS:  Πόσα και ποια επιστημονικά βιβλία ή βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης έχεις μεταφράσει;Μέχρι σήμερα, έχω μεταφράσει 60 βιβλία, 9 από τα οποία είναι επιστημονικά βιβλία και βιβλία επιστημονικής εκλαΐκευσης. Από αυτά, τα πέντε είναι για τις Εκδόσεις Παρισιάνου και τη σειρά Τα ορόσημα των επιστημών. Πιο συγκεκριμένα, είναι Το βιβλίο της Ιατρικής (2016), Το βιβλίο της Φυσικής (2016) και Το βιβλίο των Μαθηματικών (2018) του Clifford A. Pickover, Το βιβλίο του Διαστήματος (2018) του Jim Bell και Το βιβλίο των Φαρμάκων (2018) του Michael C. Gerald. Έχω μεταφράσει, επίσης, τα βιβλία Οι επιστήμες με μια ματιά (2021) της Jennifer Crouch και Τα μαθηματικά με μια ματιά (2021) των Paul Parsons και Gail Dixon για τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Τα συγκεκριμένα βιβλία των Εκδόσεων Ψυχογιός είναι δύο εξαιρετικά βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης που συμπληρώνονται και με ενδιαφέροντα διαγράμματα, γραφήματα και εικόνες. Μέσα στο 2022, εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Τραυλός Το μεγαλύτερο λάθος του Αϊνστάιν του David Bodanis, μια πολύ ενδιαφέρουσα βιογραφία με πολλά ανέκδοτα στοιχεία για τη μεγαλύτερη διάνοια όλων των εποχών. Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, αναφέρω το εκτενέστατο επιστημονικό εγχειρίδιο για τις ορχιδέες του Αντώνη Αλιμπέρτη με τίτλο The self–sown orchids of Greece. A reference book που εκδόθηκε το 2015 από τις Εκδόσεις Mystis. Το βιβλίο αυτό το μετέφρασα από τα ελληνικά στα αγγλικά και έκανα και την επιμέλεια, με την πολύτιμη συνδρομή του ίδιου του συγγραφέα –που για εκείνον είναι έργο ζωής– και μετά από προσεκτική ανάγνωση βιβλιογραφίας στα ελληνικά και στα αγγλικά.–InS:  Υπάρχει κάποιο από αυτά τα βιβλία που «αγαπάς» περισσότερο από όλα; Κάποιο από τη μετάφραση του οποίου κέρδισες ως επαγγελματίας και ως άνθρωπος;Α, αυτή είναι πολύ δύσκολη ερώτηση. Είναι πολύ δύσκολο να διαλέξω. Όλα τα βιβλία ανεξαιρέτως με «σημάδεψαν» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αν πρέπει οπωσδήποτε να διαλέξω ένα, αυτό είναι το Οι επιστήμες με μια ματιά. Σε αυτό παρουσιάζεται η συναρπαστική πορεία των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας, της βιολογίας, της ιατρικής, της γεωλογίας, της οικολογίας και της τεχνολογίας. Με ενδιαφέρον διάβαζα για τους επιστήμονες και στοχαστές που συνέβαλαν στην πρόοδο της κάθε επιστήμης και με συγκίνηση αναλογιζόμουν τις προσπάθειες των πρώτων από αυτούς που με ελάχιστα μέσα έφτασαν σε τεράστιες ανακαλύψεις. Για μένα ήταν πολύ μεγάλη πρόκληση η απόδοση της ορολογίας. Το ταξίδι της αναζήτησης των όρων μέσα από κάθε σελίδα ήταν εκπληκτικό. Συμβουλεύτηκα ποικίλους μεταφραστικούς πόρους και ήρθα αντιμέτωπη με την απόδοση μιας πληθώρας όρων σε πολλές και διαφορετικές επιστήμες. Είδα πραγματικά πόσο συναρπαστικό και δύσκολο είναι να παρακολουθεί κανείς τις εξελίξεις στον εκάστοτε τομέα, αλλά και σε παρεμφερείς επιστημονικούς κλάδους, και πόσο σημαντική είναι η επικοινωνία και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των επιστημόνων.–InS:  Ποιες ιδιαιτερότητες έχει η μετάφραση του επιστημονικού βιβλίου σε σύγκριση με άλλου τύπου βιβλία; Τι δυσκολίες συνάντησες; Με ποιους τρόπους αντιμετωπίζεις τα μεταφραστικά ζητήματα που προκύπτουν κατά τη μετάφραση των επιστημονικών βιβλίων;Η μετάφραση του επιστημονικού βιβλίου έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις. Καταρχήν, η μεγάλη πρόκληση είναι η ειδική ορολογία που καλείσαι να αποδώσεις. Πολλές φορές, η πρόοδος στον εκάστοτε επιστημονικό κλάδο είναι τόσο ραγδαία και πρόσφατη, ώστε οι όροι αυτοί να μην έχουν αποδοθεί ακόμα στα ελληνικά ή να έχουν αποδοθεί, αλλά να μην είναι δόκιμοι. Πρέπει να γίνεται αρκετή έρευνα σε μεταφραστικούς πόρους, όπως βάσεις δεδομένων, παράλληλα κείμενα, γλωσσάρια, λεξικά, σχετική βιβλιογραφία. Ιδανικά, αυτό που βοηθάει πολύ είναι αν μπορείς να συνομιλήσεις και με επιστήμονες του κλάδου για την καλύτερη απόδοση της ορολογίας. Μερικές φορές, όταν επιλέγεται η μετάφραση ενός όρου, παρατίθεται και ο όρος στα αγγλικά σε παρένθεση, μιας και ο όγκος των επιστημονικών βιβλίων και επιστημονικών ανακοινώσεων παγκοσμίως είναι, όπως γνωρίζουμε, στα αγγλικά.–InS:  Ένα ιδιαίτερο και σημαντικό τμήμα των επιστημονικών εκδόσεων αφορά στο βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης. Μέσω αυτού του είδους βιβλίων φτάνουν στο ευρύτερο κοινό τα επιτεύγματα της επιστήμης. Τι ιδιαιτερότητες παρουσιάζει η μετάφραση αυτών των βιβλίων; Έχει απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το βιβλίο της επιστημονικής εκλαΐκευσης;Οι ίδιες δυσκολίες απαντώνται και κατά τη μετάφραση βιβλίων εκλαϊκευμένης επιστήμης. Αυτού του είδους τα βιβλία συνιστούν ένα εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι των εκδόσεων, μιας και απευθύνονται στο ευρύ κοινό στο οποίο και μεταφέρουν τα επιτεύγματα της επιστήμης, τη ζωή και το έργο μεγάλων επιστημόνων και την πρόοδο σε κάθε κλάδο ξεχωριστά. Αυτό που πρέπει να προσέχει κανείς είναι και πάλι, ασφαλώς, η απόδοση της ορολογίας, κάνοντας χρήση όλων των μέσων και μεταφραστικών εργαλείων που αναφέραμε και νωρίτερα για το επιστημονικό βιβλίο. Παράλληλα, θα πρέπει να δίνει προσοχή στην απόδοση του ύφους του κειμένου, το οποίο είναι συχνά άμεσο και απευθύνεται στον μέσο αναγνώστη. Το ύφος δεν θα πρέπει να είναι πομπώδες, ώστε να είναι εύληπτο και να παράγει ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, να προσκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει παρακάτω. Το συγκεκριμένο είδος έχει μεγάλη απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και αυτό φαίνεται και από την πληθώρα των αξιόλογων βιβλίων που εκδίδονται από πολλούς εκδοτικούς οίκους ετησίως.–InS:  Υπάρχει στις αντίστοιχες πανεπιστημιακές σχολές ως ξεχωριστό αντικείμενο η μετάφραση επιστημονικού βιβλίου;Στις μεταφραστικές σχολές, σε προπτυχιακό και σε μεταπτυχιακό επίπεδο, απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει ως ξεχωριστό αντικείμενο η μετάφραση επιστημονικού βιβλίου. Υπάρχει, ασφαλώς, η μετάφραση δοκιμίου και η τεχνική μετάφραση, αλλά όχι η μετάφραση κειμένων επιστημονικού περιεχομένου ή επιστημονικής εκλαΐκευσης. Ενδεχομένως, να εντάσσεται στη μετάφραση δοκιμίου, όπως επιστημονικές ανακοινώσεις ή αποσπάσματα από επιστημονικά βιβλία.–InS:  Ποιες δυσκολίες έχει το επάγγελμα του μεταφραστή σήμερα στην Ελλάδα;Η αλήθεια είναι ότι στον χώρο της μετάφρασης υπάρχει πολλή δουλειά, αλλά και πολύς ανταγωνισμός. Οι τομείς στους οποίους μπορεί να απασχοληθεί ένας μεταφραστής είναι ποικίλοι, από εκδοτικούς οίκους και μεταφραστικά γραφεία, εσωτερικός μεταφραστής ή εξωτερικός συνεργάτης, επιμελητής, υπεύθυνος διαχείρισης έργου (project manager) ή υποτιτλιστής. Το δύσκολο, όταν πρέπει να κάνεις έναρξη ως ελεύθερος επαγγελματίας, είναι ότι καλό είναι να έχεις ήδη εξασφαλίσει τα έξοδά σου τουλάχιστον για το πρώτο διάστημα, γιατί καλείσαι να πληρώσεις ασφάλεια, φόρους, λογαριασμούς, ενδεχομένως νοίκι, έξοδα λογιστή, τα οποία σε βαραίνουν και καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής σου πορείας. Επίσης, στην αρχή θα πρέπει ίσως να αποδεχτείς το γεγονός ότι θα χρειαστεί να εργαστείς με σχετικά χαμηλές τιμές, οι οποίες όμως με την πάροδο του χρόνου μπορούν και πρέπει να γίνουν υψηλότερες. Το κύριο ζητούμενο για τη μεταφραστική εργασία είναι να υπάρχει σταθερή ροή δουλειάς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο μεταφραστής βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση πελατών. Θα πρέπει ακόμα ο μεταφραστής να εξερευνήσει την αγορά εργασίας και σιγά σιγά να κατασταλάξει σε κάποια πεδία εξειδίκευσης, κάτι το οποίο όμως γίνεται σταδιακά. Στην αρχή, ίσως χρειαστεί να μεταφράζει κείμενα που ανήκουν σε μια πληθώρα κλάδων και στη συνέχεια να πάρει εξειδίκευση.–InS:  Οι μεγάλες αλλαγές που ήδη έχουν συντελεστεί στην τεχνολογία (μεταφραστικές μηχανές) και αυτές που είναι προ των πυλών (τεχνητή νοημοσύνη) θα επηρεάσουν το επάγγελμα; Μπορεί ο μεταφραστής να καταστεί περιττός;Σίγουρα η τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence) έχει επιφέρει τεράστιες αλλαγές στην τεχνολογία, αλλά και σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Τα συστήματα μηχανικής μετάφρασης (machine translation) είναι μια πραγματικότητα. Όλοι μας έχει τύχει να χρησιμοποιήσουμε πλατφόρμες, όπως το Google Translate. Και το επάγγελμα του μεταφραστή έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό. Ήδη υπάρχουν μεταφραστικά προγράμματα, στα οποία πολλά μεταφραστικά αποτελέσματα είναι προϊόν μηχανικής μετάφρασης. Αυτό, όμως, αντί να αναιρεί, καθιστά ακόμα πιο μεγάλη τη σημασία της ανθρώπινης παρέμβασης. Ο μεταφραστής όχι μόνο δεν καθίσταται περιττός, αλλά είναι και απαραίτητος, έχοντας πλέον τον ρόλο επιμελητή (editor), για να παρεμβαίνει και να διορθώνει και αυτά τα αποτελέσματα. Η ανθρώπινη νοημοσύνη και παρέμβαση είναι κομβικής σημασίας, προκειμένου να γίνονται ορθές μεταφραστικές επιλογές, οι οποίες βασίζονται στην ανθρώπινη κρίση και συνδυαστική σκέψη.–InS:  Τι θα συμβούλευες ένα νεότερο παιδί που θα ήθελε να ακολουθήσει τον δικό σου δρόμο;Αυτό που θα συμβούλευα ένα νεότερο παιδί που θα ήθελε να ακολουθήσει τον δικό μου δρόμο είναι να είναι σίγουρος/-η ότι αγαπάει τη μετάφραση. Η μετάφραση είναι ως επί το πλείστον μια μοναχική δουλειά. Θα πρέπει κάποιος να αγαπάει πολύ το «κυνήγι» των λέξεων και να είναι πρόθυμος/-η να κάνει ατελείωτη έρευνα, προκειμένου να προβεί στις σωστές μεταφραστικές επιλογές. Καλό θα ήταν, με την πάροδο του χρόνου, να εστιάσει σε κάποια συγκεκριμένα είδη μετάφρασης, γιατί ο κλάδος της μετάφρασης εν γένει είναι χαοτικός. Ουσιαστικά, τα πάντα όσον αφορά το επιστητό συνιστούν τομείς από τους οποίους μπορούν να αντληθούν κείμενα προς μετάφραση. Οι πολλές ώρες δουλειάς είναι κι αυτό ένα κομμάτι που απαιτεί σωστή διαχείριση. Αλλά παρ’ όλα αυτά, η ικανοποίηση που παίρνει κανείς μετά την ολοκλήρωση ενός μεταφραστικού έργου, όσο μεγάλο ή μικρό και αν είναι αυτό, είναι τέτοια που ισοσκελίζει τα όποια «μειονεκτήματα» της μεταφραστικής εργασίας. Επίσης, ο/η μεταφραστής/μεταφράστρια θα πρέπει να επιμορφώνεται διαρκώς μέσα από σεμινάρια, webinars, ημερίδες και συνέδρια για το τι συμβαίνει στον χώρο του/της και για το ποιες είναι οι ιδιαίτερες απαιτήσεις του πεδίου ή των πεδίων που έχει επιλέξει.–InS: Ντίνα, σε ευχαριστούμε πολύ!Εγώ σας ευχαριστώ πολύ για την πολύ αξιόλογη ευκαιρία που μου δώσατε να κουβεντιάσουμε για τη μετάφραση και για τη δουλειά μου στο επιστημονικό βιβλίο μέχρι τώρα!Η Ντίνα Γεωργούλια σπούδασε μετάφραση στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου και μετάφραση-μεταφρασεολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με τον χώρο του βιβλίου ασχολείται από το 2010, έχοντας μεταφράσει βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης, ιστορίας της επιστήμης, επιστημονικά βιβλία, βιβλία αυτοβελτίωσης, διδακτικής πράξης και θεωρίας, σύγχρονης και κλασικής λογοτεχνίας, παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, βιογραφίες και λευκώματα. Παράλληλα, συνεργάζεται με εταιρείες, φορείς και ιδιώτες, μεταφράζοντας γενικού και ειδικού περιεχομένου κείμενα. Ζει στην Αθήνα. Στους ακόλουθους συνδέσμους φαίνονται τα βιβλία που έχει μεταφράσει και που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα.

    https://osdelnet.gr/contributors/1049730#all

    https://biblionet.gr/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%89%cf%80%ce%bf/?personid=99732

  • Ο ΙΑΝΝΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΩΣΜΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

    Ο ΙΑΝΝΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΩΣΜΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

    Χρήστος Αλαβέρας / Iάννης Ξενάκης – Προσωπογραφία / Μολύβι σε χαρτί / 2022

    Η αντίληψη του Ιάννη Ξενάκη για τη μουσική σύνθεση ως υλοποίηση της σκέψης: Η δυναμική των αλληλεπιδράσεων μεταξύ αρχιτεκτονικής, μουσικής και μαθηματικών

    Πώς μπορεί να υπάρξει επικοινωνία μεταξύ αρχιτεκτονικής, μουσικής και μαθηματικών; Η ανάλυση της προσέγγισης του Ιάννη Ξενάκη – ο οποίος ήταν ταυτόχρονα συνθέτης, αρχιτέκτονας και μαθηματικός – είναι γόνιμη για να κατανοήσουμε τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αρχιτεκτονικής, μουσικής και μαθηματικών και τις δυνατότητες που μπορούν να προκύψουν όταν κανείς σκέφτεται αυτά τα τρία πεδία ταυτόχρονα. Το άρθρο αναλύει την αντίληψη του Ξενάκη για τη μουσική σύνθεση ως μορφοποίηση της νόησης, επιχειρώντας να τη συσχετίσει με την έμφαση που δίνουν οι φιλόσοφοι Gilles Deleuze και Félix Guattari στις δυνάμεις αποεδαφοποίησης της μουσικής.Η αξιολόγηση της μουσικής σύνθεσης από τον Ξενάκη βασίζεται στην «ποσότητα της νοημοσύνης που φέρουν οι ήχοι» (Xenakis, 1992, ix; 1963). Για αυτόν, «ο χαρακτηρισμός «όμορφος» ή «άσχημος» δεν έχει νόημα για τον ήχο, ούτε για τη μουσική που προέρχεται από αυτόν. Ο Ξενάκης υποστηρίζει ότι «η ποσότητα της νοημοσύνης που φέρουν οι ήχοι πρέπει να είναι το αληθινό κριτήριο της εγκυρότητας μιας συγκεκριμένης μουσικής»(Xenakis, 1992, ix; 1963). Όπως υποστηρίζει, «το να κάνεις μουσική σημαίνει να εκφράζεις την ανθρώπινη νοημοσύνη με ηχητικά μέσα» (Xenakis, 1992, 178; 1963). Στο επίκεντρο της συνθετικής διαδικασίας του Ξενάκη είναι «η προσπάθεια υλοποίησης κινήσεων σκέψης μέσω των ήχων» (Xenakis, 1992, ix; 1963). Αναφέρει: «Δεν είναι τόσο η αναπόφευκτη χρήση των μαθηματικών που χαρακτηρίζει τη στάση αυτών των πειραμάτων, όσο η πρωταρχική ανάγκη να θεωρηθεί ο ήχος και η μουσική ως μια τεράστια δυνητική δεξαμενή στην οποία η γνώση των νόμων της σκέψης και των δομημένων δημιουργιών της σκέψης μπορεί να βρει ένα εντελώς νέο μέσο υλοποίησης, δηλαδή επικοινωνίας» (Xenakis, 1992, ix; 1963).

    Ο Ξενάκης διακρίνει δύο κατηγορίες μουσικής σύνθεσης: μια πρώτη κατηγορία αφορά το χρόνο και μια δεύτερη κατηγορία που είναι ανεξάρτητη από το χρονικό γίγνεσθαι. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει «διάρκειες και κατασκευές (σχέσεις και πράξεις) που αναφέρονται σε στοιχεία (σημεία, αποστάσεις, συναρτήσεις) που ανήκουν και που μπορούν να εκφραστούν στον άξονα του χρόνου» (Xenakis, 1992, 207; 1963). Η δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τον Ξενάκη, σχετίζεται με τη στιγμιαία δημιουργία.

    ΤΥΧΗ, ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

    Ο Christopher Butchers, αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Ξενάκης χρησιμοποιεί την έννοια της τύχης κατά τη συνθετική του διαδικασία, σημειώνει: «ο Ξενάκης είναι . . . ο πρώτος σε κάθε καλλιτεχνικό τομέα που επικαλείται την έννοια της τύχης και τη χρησιμοποιεί με τρόπο αυστηρά αποδεκτό από τη σύγχρονη λογική» (Butchers, 1968, 3; Charitonidou, 2019). Στη σύνθεση του Ξενάκη Πιθόπρακτα (Pithoprakta) (1955–56), «το ύψος (pitch)[2] και η διάρκεια κατανέμονται πιθανολογικά με τη μορφή glissandi[3] καθώς το έργο προχωρά μέσω της συνεχούς και σταδιακής μεταμόρφωσης του ηχητικού υλικού» (Campbell, 2013, 93). Οι Deleuze και Guattari, στο βιβλίο τους με τίτλο Τί είναι Φιλοσοφία;, σχολιάζοντας τη μοντέρνα μουσική, σημειώνουν ότι εκτός από «τη διεύρυνση του χρωματισμού σε άλλα συστατικά του τόνου», η σύγχρονη μουσική χαρακτηρίζεται επίσης από «την τάση για μια ανοχρωματική εμφάνιση του ήχου σε μια άπειρη συνέχεια (ηλεκτρονική ή ηλεκτροακουστική μουσική)” (Deleuze & Guattari, 1994, 195). Ο Ξενάκης σημειώνει, στο βιβλίο του με τίτλο Μορφοποιημένη Μουσική (Formalized Music), στο κεφάλαιο με τίτλο «Όσον αφορά στον χρόνο, στο χώρο και στη μουσική»: «Η ομαλή συνέχεια καταργεί το χρόνο ή μάλλον ο χρόνος, σε μια ομαλή συνέχεια, είναι δυσανάγνωστος, απροσπέλαστος» (Xenakis, 1992, 262; 1963). Συνδέει την κατανόησή του για το ομαλό συνεχές ως «ένα μοναδικό σύνολο που γεμίζει χώρο και χρόνο» με τη φιλοσοφική προσέγγιση του Παρμενίδη. Ο Ξενάκης δηλώνει:

    Θα πρέπει να ορίσουμε περαιτέρω την έννοια μιας τέτοιας κατανομής και τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε. Υπάρχει ένα πλεονέκτημα στον ορισμό της τύχης ως αισθητικού νόμου, ως κανονικής φιλοσοφίας. Η πιθανότητα είναι το όριο της έννοιας της εξελισσόμενης συμμετρίας. Η συμμετρία τείνει στην ασυμμετρία, η οποία με αυτή την έννοια ισοδυναμεί με την άρνηση των παραδοσιακά κληρονομούμενων πλαισίων συμπεριφοράς. Αυτή η άρνηση δεν λειτουργεί μόνο σε λεπτομέρειες, αλλά κυρίως στη σύνθεση των δομών, εξού και στις τάσεις στη ζωγραφική, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική και άλλους τομείς της σκέψης. Για παράδειγμα, στην αρχιτεκτονική, τα σχέδια που δημιουργούνται με τη βοήθεια ρυθμιστικών διαγραμμάτων καθίστανται πιο σύνθετα και δυναμικά […] Όλα συμβαίνουν σαν να υπήρχαν […]  ταλαντώσεις μεταξύ συμμετρίας, τάξης, ορθολογισμού και ασυμμετρίας, αταξίας, παραλογισμού στις αντιδράσεις μεταξύ των εποχών των πολιτισμών (Xenakis, 1992, 25; 1963).Ο Le Corbusier ισχυρίζεται, στο δοκίμιό του με τίτλο «Ο άφατος χώρος» («L’espace indicible»), ότι «το κλειδί για το αισθητικό συναίσθημα είναι μια χωρική λειτουργία» (Le Corbusier, 1946, 10; Charitonidou, 2018; 2022a; 2022b). Συσχετίζει το φαινόμενο του «άφατου χώρου» στην αρχιτεκτονική με τα μαθηματικά και υποστηρίζει ότι τα μαθηματικά και το φαινόμενο του «άφατου χώρου» μοιράζονται την ικανότητά τους να προκαλούν ένα αποτέλεσμα «συμφωνίας». Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει: «Ένα φαινόμενο συμφωνίας συμβαίνει, όπως ακριβώς στα μαθηματικά»[4]. Παράλληλα, Ο Le Corbusier σχολιάζει την κατανόηση των μαθηματικών από τον καλλιτέχνη, στο «L’architecture et L’esprit Mathématique»Για τον καλλιτέχνη, τα μαθηματικά δεν ανάγονται στους διάφορους κλάδους των μαθηματικών. Δεν είναι απαραίτητα θέμα υπολογισμού αλλά μάλλον ύπαρξης κυρίαρχης εξουσίας. Ένας νόμος άπειρου συντονισμού, ομοφωνίας, οργάνωσης. Η αυστηρότητα δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που πραγματικά καταλήγει σε ένα έργο τέχνης, είτε πρόκειται για σχέδιο του Λεονάρντο, είτε για την τρομακτική ακρίβεια του Παρθενώνα (συγκρίσιμο στην κοπή του μαρμάρου του ακόμα και με αυτό των εργαλειομηχανών) είτε για το ακαταμάχητο και άψογο παιχνίδι κατασκευής στον καθεδρικό ναό, ή η ενότητα σε έναν Σεζάν, ή ο νόμος που καθορίζει ένα δέντρο, το ενιαίο μεγαλείο των ριζών, του κορμού, των κλαδιών, των φύλλων, των λουλουδιών και των φρούτων. Η τύχη δεν έχει θέση στη φύση. Μόλις καταλάβει κανείς τι είναι τα μαθηματικά – με τη φιλοσοφική έννοια – τότε μπορεί να τα διακρίνει σε όλα τους τα έργα. Η αυστηρότητα και η ακρίβεια είναι το μέσο πίσω από την επίτευξη λύσεων, η αιτία πίσω από τον χαρακτήρα, η λογική πίσω από την αρμονία. (Le Corbusier, 1948, 490)Ο Le Corbusier, στο παραπάνω απόσπασμα, ισχυρίζεται ότι η «τύχη δεν έχει θέση στη φύση» (Le Corbusier, 1948, 490). Μια τέτοια θέση για το τυχαίο έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο που ο Ξενάκης αντιλαμβάνεται το ρόλο τυχαίου κατά τη διαδικασία μουσικής σύνθεσης. Όπως σημειώνει ο Butchers, ο τελευταίος ήταν πρωτοπόρος στην εισαγωγή της έννοιας της τύχης στη μουσική σύνθεση «με τρόπο που είναι αυστηρά αποδεκτός στη σύγχρονη λογική» (Butchers, 1968, 3). Για τον Ξενάκη, «η τύχη […] δεν είναι παρά μια ακραία περίπτωση αυτής της ελεγχόμενης διαταραχής» (Butchers, 1968, 3). Ο Ξενάκης αντιλαμβάνεται τη σύνθεση της μουσικής ως «μια αποκρυστάλλωση μέσω του ήχου των φανταστικών εικονικοτήτων» (Xenakis, 1992, 181; 1963). Θεωρεί τα «μουσικά, αρχιτεκτονικά και εικαστικά του έργα» ως κομμάτια μωσαϊκού, ως «ένα δίχτυ του οποίου τα μεταβλητά πλέγματα αιχμαλωτίζουν τις φευγαλέες εικονικότητες και τις περιπλέκουν με πολλούς τρόπους» (Xenakis, 1992, vii; 1963).

    Ο Deleuze, στο βιβλίο του με τίτλο Διαφορά και Επανάληψη (Différence et répétition), διακρίνει την τύχη από την αυθαιρεσία (Deleuze, 1968; 1994; 2019). Συσχετίζει την αντίληψη της διαδικασίας μάθησης ή πειραματισμού ως επίλυσης προβλημάτων, επηρεαζόμενος από την κατανόηση του Raymond Roussel για τις «εξισώσεις των γεγονότων», με την έννοια της τύχης. Η θετική του αντίληψη για την τύχη έρχεται σε αντίθεση με την απόρριψη της τύχης από τον Le Corbusier στο «L’architecture et L’esprit Mathématique». Ο Deleuze, σε αντιδιαστολή με τον Le Corbusier, είναι κατά της «κατάργησης της τύχης» (Deleuze 1968; 1994; 2001, 198). O Deleuze συσχετίζει τη μάθηση με μια «ανανεώσιμη κάθε φορά» (Deleuze, 2001, 199; 1994), καταφατική αντίληψη της τύχης:Όταν ο Raymond Roussel θέτει τις «εξισώσεις των γεγονότων» του ως προβλήματα που πρέπει να λυθούν, ως ιδανικά γεγονότα ή γεγονότα που αρχίζουν να αντηχούν ως αποτέλεσμα μιας επιταγής της γλώσσας ή ως γεγονότα που τα ίδια είναι πλασματικά. Όταν πολλοί σύγχρονοι μυθιστοριογράφοι εγκαθίστανται σε αυτό το επικίνδυνο σημείο, σε αυτό το επιτακτικό και ερωτηματικό «τυφλό σημείο» από το οποίο το έργο αναπτύσσεται σαν πρόβλημα κάνοντας αποκλίνουσες σειρές να αντηχούν – δεν κάνουν εφαρμοσμένα μαθηματικά ή χρησιμοποιούν μαθηματική ή φυσική μεταφορά. Μάλλον, καθιερώνοντας αυτή την «επιστήμη» ή την καθολική μάθηση αμέσως σε κάθε τομέα, κάνουν το έργο μια διαδικασία μάθησης ή πειραματισμού, αλλά και κάτι συνολικό κάθε φορά, όπου το σύνολο της τύχης επιβεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση, ανανεώσιμο κάθε φορά, ίσως χωρίς καμία ουσιαστική αυθαιρεσία. (Deleuze, 2001, 199; 1994)ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΕΨΗ: ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΕΣ

    Όπως ισχυρίζεται ο James Williams για τον Deleuze, «η αίσθηση είναι μια απαραίτητη πτυχή της σκέψης» (Williams, 2013, 197). Ο Deleuze υποστηρίζει ότι ο ρυθμός είναι ουσιαστικά συνδεδεμένος με την αίσθηση. Η κατανόηση της μουσικής από τον Ξενάκη ως υλοποίησης της σκέψης είναι κοντά στην αντίληψη των Deleuze και Guattari για την τέχνη ως πέρασμα του υλικού στην αίσθηση. Οι Deleuze και Guattari υποστηρίζουν ότι «η αίσθηση μετασχηματίζεται σε υλικό χωρίς το υλικό να περάσει εντελώς στην αίσθηση, στην αντίληψη ή στο συναίσθημα» (Deleuze & Guattari, 1994, 166-67). Όπως μας υπενθυμίζει ο Edward Campbell, «η μουσική είναι για τον Deleuze απολύτως εμπλεκόμενη με τη σκέψη» (Campbell, 2013, 1).

    Ο Ξενάκης πίστευε ότι «όταν … η μαθηματική σκέψη υπηρετεί τη μουσική … θα πρέπει να συγχωνεύεται διαλεκτικά με τη διαίσθηση». Υπογραμμίζει ότι η «δράση, η σκέψη και η αυτομεταμόρφωση μέσα από τους ίδιους τους ήχους … είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθεί κανείς» (Xenakis, 1992, 181; 1963). Ο Ξενάκης μας καλεί να «ανέβουμε ξανά στο σιντριβάνι των νοητικών λειτουργιών που χρησιμοποιούνται στη σύνθεση και να επιχειρήσουμε να αποσπάσουμε τις γενικές αρχές που ισχύουν για όλα τα είδη μουσικής» (Xenakis, 1992, 155; 1963). Παρ΄όλα αυτά δεν τον ενδιαφέρει να κάνει «μια ψυχοφυσιολογική μελέτη της αντίληψης». Στο επίκεντρο της σκέψης του είναι η προσπάθεια να κατανοήσει «το φαινόμενο της ακοής και τις διαδικασίες σκέψης που εμπλέκονται κατά την ακρόαση μουσικής» (Xenakis, 1992, 155; 1963). Για τον Ξενάκη «το να κάνεις μουσική σημαίνει να εκφράζεις την ανθρώπινη νοημοσύνη με ηχητικά μέσα» (Xenakis, 1992, 178; 1963). Η έννοια της νοημοσύνης, για τον Ξενάκη, «περιλαμβάνει όχι μόνο τις ταραχές της καθαρής λογικής αλλά και τη «λογική» των συναισθημάτων και της διαίσθησης» (Xenakis, 1992, 178; 1963).

    Τα δύο τρίτα της σύνθεσης του «Metastasis», που συντέθηκαν μεταξύ 1953 και 1954, βασίζονται σε σειριακή δομή. Όπως μας πληροφορεί η Anne-Sylvie Barthel-Calvet, ο Ξενάκης αναφέρεται στην ιδέα της «diastémique sérielle» («serial diastemic») (Barthel-Calvet, 2011). Το κείμενό του Ξενάκη με τίτλο «The Crisis of Serial Music», που δημοσιεύθηκε αρχικά στο Gravesanner Blätter (Εικ. 1), σηματοδοτεί την κριτική του απέναντι στις αρχές του σειραϊσμού[5] (Xenakis, 1955). Γιατί ο Ξενάκης απορρίπτει τη σειραϊκή μουσική; Ο Ξενάκης σημειώνει: «Το 1954 κατήγγειλα τη γραμμική σκέψη (πολυφωνία) και κατέδειξα τις αντιφάσεις της σειριακής μουσικής. Στη θέση της πρότεινα έναν κόσμο ηχητικών μαζών, τεράστιων ομάδων ηχητικών γεγονότων, νεφών και γαλαξιών που διέπονται από νέα χαρακτηριστικά όπως η πυκνότητα, ο βαθμός τάξης και ο ρυθμός μεταβολής, που απαιτούσαν ορισμούς και πραγματοποιήσεις χρησιμοποιώντας τη θεωρία πιθανοτήτων». (Xenakis, 1992, 182; 1963) Η αποδοκιμασία του για τον «ντετερμινισμό της σειριακής μουσικής» σχετίζεται με την πεποίθησή του ότι «ο ουσιαστικά απόλυτος ντετερμινισμός της σειριακής μουσικής» περιόρισε το νέο μονοπάτι που άνοιξε «η τονική λειτουργία» (Xenakis, 1992, 4). Η κριτική του απέναντι στη σειριακή μουσική θα πρέπει να γίνει κατανοητή σε συνδυασμό με τη διάκριση που πρότεινε μεταξύ των κατηγοριών εξωτερικού χρόνου, εσωτερικού χρόνου και χρονικών κατηγοριών (Xenakis, 1992, 183). Για να κατανοήσουμε καλύτερα την κριτική του Ξενάκη για τη μουσική αιτιότητα και τον σειραϊσμό θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι «στις αρχές και στα μέσα της δεκαετίας του ’50 . . . Η συνολική σειριοποίηση θεωρήθηκε κάτι σαν πανάκεια σύνθεσης» (Souster, 1968, 6). Ο Ξενάκης είναι επίσης δύσπιστος για τις Δομές I του Boulez, το οποίο ήταν το τελευταίο και πιο επιτυχημένο από τα έργα του Boulez που χρησιμοποίησε την τεχνική του ολοκληρωμένου σειραϊσμού (Hopkins και Griffiths 2001). Όπως σημειώνει ο Mihu Iliescu, για τον Ξενάκη «η αντικατάσταση της παραδοσιακής αρμονικής γραφής – ασυνεχείς χορδικές οντότητες – με συνεχή πλέγματα glissandi ήταν, στην πραγματικότητα, ένας τρόπος κοπής του γόρδιου δεσμού της σειριακής υπερπολυπλοκότητας» (Iliescu, 2002, 134).Εικόνα 1: Το εξώφυλλο του περιοδικού Gravesaner Blatter, στο οποίο ο Ξενάκης δημοσίευσε το κείμενό του που τον έβαζε ενάντια στη σίριαλ μουσική του Boulez, εικονογραφήθηκε με το Modulor του Le Corbusier. © Ακαδημία των Τεχνών,  Βερολίνο, και Fondation Le Corbusier, Παρίσι.Ο Gilles Deleuze υπογραμμίζει ότι «η σύγχρονη σκέψη γεννιέται από την αποτυχία της αναπαράστασης, από την απώλεια ταυτοτήτων» και ισχυρίζεται ότι «η πρωτοκαθεδρία της ταυτότητας, όπως και αν γίνει αντιληπτή, ορίζει τον κόσμο της αναπαράστασης» (Deleuze, 1994, xix). Ο Ξενάκης συσχετίζει τις διαδικασίες αξιωματοποίησης με τη σύγχρονη σκέψη. Ισχυρίζεται: «Στην πραγματικότητα […] η αξιωματοποίηση αποτελεί έναν διαδικαστικό οδηγό, που ταιριάζει καλύτερα στη σύγχρονη σκέψη» (Xenakis, 1992, 178; 1963). Η κατανόηση της σύνθεσης εκτός χρόνου σχετίζεται με την πρόθεσή του να εφεύρει μια σύγχρονη αντίληψη της μουσικής σύνθεσης. Αυτό γίνεται φανερό όταν γράφει ότι «μπορεί κανείς . . . να σχεδιάσει χρονικές αρχιτεκτονικές – ρυθμούς – με μια σύγχρονη έννοια.» Κατανοεί την προσέγγισή του ως μια «αξιωματοποίηση των χρονικών δομών που τοποθετούνται εκτός χρόνου» (Xenakis, 1992, 264; 1963).

    Τα αισθητικά κριτήρια του Ξενάκη βασίζονται στις ακόλουθες δύο αρχές: αφενός, ο καλλιτέχνης θα πρέπει να θέτει υπό αμφισβήτηση τα κριτήριά του, ψάχνοντας κάθε στιγμή «σαν παιδί με νέα και ‘ανεξάρτητη’ άποψη για τα πράγματα», απελευθερώνοντας τον εαυτό του «από κάθε ενδεχόμενο (Xenakis, 1992, xi; 1963). Από την άλλη, ο καλλιτέχνης θα πρέπει να επιμείνει στην «αδιάκοπη ορμή προς την αλλαγή, προς την ελευθερία» (Xenakis, 1992, xii; 1963). Η άποψη του Ξενάκη για τον καλλιτέχνη δεν μπορεί να αναχθεί σε μια μεμονωμένη κατανόηση των μορφών και των αλλαγών τους, αλλά, αντίθετα, φιλοδοξεί να αγκαλιάσει «τον […] απέραντο ορίζοντα της γνώσης και της προβληματικής» (Xenakis, 1992, xii; 1963).

    Σύμφωνα με τον Christopher Butchers, «ο Ξενάκης δείχνει πόσο απλό βήμα είναι να επιστρέψεις στον ιδανικό πυθαγόρειο πάντρεμα μουσικής και μαθηματικών» (Butchers, 1968, 3). Όπως ισχυρίζεται ο Le Corbusier στο Modulor, «τα μαθηματικά είναι η μεγαλειώδης δομή που επινοήθηκε από τον άνθρωπο για να του δώσει την κατανόηση του σύμπαντος» (Le Corbusier, 2004, 71). Η αντίληψη του Deleuze για τα μαθηματικά βασίζεται στη διάκριση μεταξύ δύο τρόπων τυποποίησης – αξιωματικής και προβληματικής – που σχετίζεται με την ένταση μεταξύ εκτεταμένων και εικονικών πολλαπλοτήτων (Smith, 2006; Duffy, 2013). Η αξιωματική ιδιοποιείται συνεχώς τα περιεχόμενα της προβληματικής, ενώ η οντολογία των μαθηματικών δεν μπορεί να αναχθεί σε αξιωματικά. Ο Deleuze κατανοεί «τη διάκριση μεταξύ προβληματικών και αξιωματικών πολλαπλοτήτων με έναν καθαρά εγγενή τρόπο» (Smith, 2012, 289).

    Ο Ξενάκης θεωρεί τα μαθηματικά και τη λογική ως τα εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή νέων διαδικασιών μουσικής σύνθεσης. Ισχυρίζεται: «Για να βάλουμε τα πράγματα στη σωστή ιστορική τους προοπτική, είναι απαραίτητο να βασιστούμε σε πιο ισχυρά εργαλεία όπως τα μαθηματικά και τη λογική και να πάμε στο βάθος των πραγμάτων, στη δομή της μουσικής σκέψης και σύνθεσης» (Xenakis, 1992, 208; 1963). Όπως αναφέρει ο Daniel Smith, ο Deleuze συνδέει την αξιωματική με τη «μείζονα» ή «βασιλική» αντίληψη της επιστήμης και την προβληματική με μια «ελάσσονα» ή «νομαδική» αντίληψη αυτής (Smith, 2003). Οι Deleuze και Guattari υποστηρίζουν, στο Τί είναι Φιλοσοφία;: «Το να βλέπεις τι συμβαίνει είχε πάντα μια ουσιαστική σημασία, μεγαλύτερη από τις επιδείξεις, ακόμη και στα καθαρά μαθηματικά, τα οποία μπορούν να ονομαστούν οπτικά, εικονιστικά, ανεξάρτητα από τις εφαρμογές τους» (Deleuze & Guattari, 1994, 128). Για τον Deleuze, το μέσο για την κατάκτηση της γένεσης της αλήθειας είναι η προβληματική, όπως μας υπενθυμίζει ο Smith (Smith, 2003). Οι Deleuze και Guattari σημειώνουν:Πάνω απ’ όλα, ο διαγραμματισμός δεν πρέπει να συγχέεται με μια πράξη αξιωματικού τύπου. Μακριά από τη χάραξη δημιουργικών γραμμών πτήσης και τη σύζευξη χαρακτηριστικών θετικής αποεδαφικοποίησης, η αξιωματική μπλοκάρει όλες τις γραμμές, τις υποτάσσει σε ένα ακριβές σύστημα και σταματά τα γεωμετρικά και αλγεβρικά συστήματα γραφής που είχαν αρχίσει να τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις.(Deleuze & Guattari, 1987, 143)ΜΕΤΑΞΥ “MODULOR” ΚΑΙ “METASTASIS“: ΟΤΑΝ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

    Ο Le Corbusier εφηύρε το Modulor, το οποίο είναι ένα σύστημα καθολικών αναλογιών, βασισμένο στη Χρυσή Τομή και τη σειρά Fibonacci (1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21, …), με στόχο να βοηθήσει τον αρχιτέκτονα να βρει ομοιογένεια στις γενικές διαστάσεις των έργων. Όπως παρατηρεί ο Jean-Louis Cohen, «ο όρος Modulor συντέθηκε από τη συγχώνευση της έννοιας του module με την έννοια της χρυσής τομής» (Cohen, 2014, 1). Στο “Metastasis”, ο Ξενάκης εφάρμοσε ορισμένα εργαλεία από το σύστημα Modulor του Le Corbusier όσον αφορά την οργάνωση των δομών και τη διάρκεια της δυναμικής και των χροιών. Για να απαντήσουμε στο πως μπορεί να συμβεί η επικοινωνία μεταξύ μαθηματικών, αρχιτεκτονικής και μουσικής, θα μπορούσαμε να πάρουμε ως αφετηρία τη χρήση του συστήματος Modulor από τον Ξενάκη στη σύνθεση και τη σημειογραφία του “Metastasis”. Σχετικά με τον Le Corbusier, ο Ξενάκης παρατηρεί: «Ανακάλυψα όταν ήρθα σε επαφή με τον Le Corbusier ότι τα προβλήματα της αρχιτεκτονικής, όπως τα διατύπωσε, ήταν τα ίδια με αυτά που αντιμετώπιζα στη μουσική» (Xenakis στο Cross, 2003, 145).

    Ο Ξενάκης ενδιαφερόταν για το Modulor γιατί ήταν ταυτόχρονα μια γεωμετρική και μια  αθροιστική σειρά. Η συνθετική του προσέγγιση του Ξενάκη βασιζόταν σε μια σχέση μεταξύ μουσικής και αρχιτεκτονικής που ξεπερνούσε το μεταφορικό. Η αντίληψή του για τον ήχο ήταν χωρική. Στη σύνθεση του “Metastasis” ο ρόλος του Modulor ήταν θεμελιώδης. Όπως σημειώνει ο Iliescu, το «πρώιμο glissandi του Ξενάκη προέκυψε από την άμεση μετατροπή σε ήχο ενός οπτικού στοιχείου, της γραμμής» (Iliescu, 2002, 134). Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι «η κατεξοχήν κεντρική χειρονομία του Ξενάκη μπορεί να είναι το γραμμικό glissando» (Solomos, 1996, 155). Για τη σημειογραφία του “Metastasis” χρησιμοποίησε γραφικές παραστάσεις glissandi, που μοιάζουν με υπερβολικά παραβολοειδή, τις οποίες περιέγραψε ως «καθορισμένες επιφάνειες ήχου» » (Xenakis στο Evans, 1995, 298) (Εικ. 2). Τα glissandi του “Metastasis” που ο Ξενάκης σχεδίασε σε γραφική παράσταση με το ύψος (pitch) στον άξονα y και χρόνο στον άξονα x μοιάζουν με τα δομικά στοιχεία που θα σχεδίαζε αργότερα για το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες (Εικ. 3 και Εικ. 4).Εικόνα 2: Η σημειογραφία του “Metastasis”, 1954 © Collection Famille Xenakis.Εικόνα 3: ‘Ένα από τα αρχικά σκίτσα του Ξενάκη για το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες, 15 Οκτωβρίου 1956 © Collection Famille Xenakis.Εικόνα 4: Προοπτικό σχέδιο που έκανε ο Ιάννης Ξενάκης για το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες στις 19  Οκτωβρίου του 1956 © Fondation Le Corbusier, Παρίσι, 28583.Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον Le Corbusier, η οποία διήρκεσε από το 1947 έως το 1959, ο Ξενάκης σχεδίασε το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες (Εικ. 5, Εικ. 6 και Εικ. 7). Για το σχέδιό του για το περίπτερο, εφάρμοσε τα υπερβολικά παραβολοειδή των glissandi του «Metastasis» (Εικ. 6).  Ο Ξενάκης έχει δηλώσει τα εξής για τη συνθετική διαδικασία που ακολούθησε κατά τη συνθετική διαδικασία του περιπτέρου της Philips και τη σχέση της με το «Metastasis»: «Στο περίπτερο της Philips συνειδητοποίησα τις βασικές ιδέες του Metastasis: όπως και στη μουσική, έτσι και εδώ με ενδιέφερε το ερώτημα αν είναι δυνατόν να φτάσεις από το ένα σημείο στο άλλο χωρίς να αρθεί η συνέχεια. Στο Metastasis, αυτό το πρόβλημα οδήγησε σε glissandi, ενώ στο περίπτερο είχε ως αποτέλεσμα τα υπερβολικά παραβολοειδή σχήματα» (Varga, 1996, 24). Το σχέδιο του Ξενάκη για το Philips Pavilion ήταν το πρώτο αυτοφερόμενο υπερβολικό παραβολοειδές που κατασκευάστηκε ποτέ (Εικ. 8). Τα υπερβολικά παραβολοειδή από τη φύση τους είναι εύκολο να υπολογιστούν και να κατασκευαστούν και έχουν τη δική τους δομική ακεραιότητα (Εικ. 9, Εικ. 10 και Εικ. 11).Εικόνα 5: Ο Le Corbusier, Ο Louis Kalff και ο Ιάννης Ξενάκης με μια μακέτα του περιπτέρου της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες, περ. 1957. Πηγή: S. Kanach, C. Lovelace, eds. 2010. Iannis Xenakis: Composer, Architect, Visionary. New York: Drawing Center, 52. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 6: Ο Le Corbusier και ο Ιάννης Ξενάκης με μια μακέτα του περιπτέρου της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 7: Ο Louis Kalff, o Le Corbusier και ο Edgard Varèse μπροστά από το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 8: Το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Αrchive, Eindhoven.Εικόνα 9: Σκίτσο από το σημειωματάριο του Ιάννη Ξενάκη για τις πιθανές ηχητικές διαδρομές εντός του περιπτέρου της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες, περ. 1957 © Collection Famille Xenakis.Εικόνα 10: Το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες. Credit: Philips Archive, Eindhoven.Εικόνα 11: Το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση του 1958 στις Βρυξέλλες υπό κατασκευή. Credit: Philips Archive, Eindhoven.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΞΕΝΑΚΗ ΚΑΙ Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΜΕΣΩ ΗΧΗΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

    Συμπερασματικά, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ενσωμάτωση της έννοιας της τύχης και του εικονικού στα μαθηματικά και τις τέχνες, που είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης των Deleuze και Guattari, αποκτά μια κυριολεκτική υπόσταση στην περίπτωση του Ξενάκη. Η συνάντηση των ηχητικών, χωρικών και μαθηματικών διαδικασιών είναι στο επίκεντρο της συνθετικής διαδικασίας του Ξενάκη. Ο Deleuze ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο η μουσική σύνθεση και η αντίληψη καθιστούν αισθητές τις δυνάμεις του χρόνου. Ο Ξενάκης, όπως και ο John Cage, αντιλαμβάνεται τον χρόνο ως αιωρούμενο, αναφερόμενος σε μια διαδικασία «διαμόρφωσης του χρόνου» (Xenakis, 1992, 156). Ο Deleuze έλκεται επίσης από «τον  τρόπο με τον οποίο όλες οι επαναλήψεις συνυπάρχουν στη σύγχρονη μουσική» (Deleuze, 1994, 293). Για τον Ξενάκη, η δύναμη της μουσικής σύνθεσης έγκειται στην έκφραση της νοημοσύνης μέσω ηχητικών μέσων, ενώ, για τον Deleuze, οι δυνάμεις αποεδαφοποίησης της μουσικής σύνθεσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη δυνατότητά της να «αιχμαλωτίζει και κάνει αισθητές τις δυνάμεις του χρόνου» (Deleuze, 1998, 73). Ο Ξενάκης πιστεύει στην αναγκαιότητα αλλαγής των «διατεταγμένων δομών του χρόνου και του χώρου, αυτών της λογικής» και συσχετίζει αυτόν τον μετασχηματισμό με την επανεφεύρεση της τέχνης και των επιστημών που «πρέπει να πραγματοποιήσουν αυτή τη μετάλλαξη» (Xenakis, 1992, 241).ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την οικογένεια Ξενάκη και τη Fondation Le Corbusier στο Παρίσι, τoν υπεύθυνο των αρχείων της Philips στο Eindhoven, και την Ακαδημία των Τεχνών στο  Βερολίνο για την άδεια να συμπεριλάβω τις εικόνες στο άρθρο μου.

    Η Συντακτική Επιτροπή του InS ευχαριστεί θερμά τον εικαστικό Χρήστο Αλαβέρα, από τη Θεσσαλονίκη, για τις προσωπογραφίες του Ιάννη Ξενάκη.[1] Το ερευνητικό έργο υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της Δράσης «3η Προκήρυξη ερευνητικών έργων ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. για την ενίσχυση Μεταδιδακτορικών Ερευνητών/τριών» (Αριθμός Έργου: 7833)

    [2] Το ύψος είναι μια αντιληπτική ιδιότητα των ήχων. Είναι μια κύρια ακουστική ιδιότητα των μουσικών τόνων, μαζί με τη διάρκεια, την ένταση και τη χροιά. Παρόλο που είναι δυνατό να ποσοτικοποιηθεί ως συχνότητα, το ύψος δεν είναι μια αντικειμενική φυσική ιδιότητα, αλλά μια υποκειμενική ψυχοακουστική ιδιότητα του ήχου. Ιστορικά, η μελέτη της αντίληψης του ύψους και του τόνου ήταν ένα κεντρικό πρόβλημα στην ψυχοακουστική και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και τη δοκιμή θεωριών αναπαράστασης, επεξεργασίας και αντίληψης του ήχου.

    [3] Στη μουσική, ένα γλισσάντο, γνωστό και ως γκλις, είναι ένα μουσικό εργαλείο σύνθεσης και τεχνικής παιχνιδιού που ακούγεται σαν μια ομαλή διαφάνεια από τη μια νότα στην άλλη.

    [4] Le Corbusier, « L’espace indicible », Fondation Le Corbusier, Παρίσι, FLC B3-7-239-001. Πρωτότυπη έκφραση: “Un phénomène de concordance se présente, exact comme en mathématique”.

    [5] Ο “σειραϊσμός” είναι μέθοδος που χρησιμοποιείται στη σύγχρονη μουσική σύνθεση, σύμφωνα με την οποία η λειτουργία των μουσικών παραγόντων (τονικό ύψος, ρυθμός, δυναμική και ηχόχρωμα) καθορίζεται με βάση αριθμητικές σχέσεις, αναλογίες ή άλλους μαθηματικούς υπολογισμούς, που, αφού επιλέξει, εφαρμόζει έπειτα ο συνθέτης με συνέπεια σε όλη τη διάρκεια του μουσικού του έργου. Ο όρος “σειραϊσμός” ετυμολογείται από τη λέξη «σειρά» (δωδεκαφωνία) και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει, κατ’ επέκταση, τον προκαθορισμό, όχι μόνο του τονικού ύφους των μουσικών φθόγγων, αλλά και του ρυθμού, της δυναμικής και του ηχοχρώματος.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Barthel-Calvet, A.-S. 2011. “Xenakis et le sérialisme: L’apport d’une analyse génétique de Metastasis.” Intersections 31(2): 3–21, doi: https://doi.org/10.7202/1013211ar

    Bogue, R. 2007. “The Art of the Possible.” Revue Internationale de Philosophie 61(241): 273–286.

    Bogue, R.  2014. Deleuze on Music, Painting, and the Arts. London; New York: Routledge, doi: https://doi.org/10.4324/9781315822044

    Braidotti, R. and P. Pisters. 2014. Revisiting normativity with Deleuze. London; New York: Bloomsbury Academic: https://www.bloomsbury.com/uk/revisiting-normativity-with-deleuze-9781441128751/

    Butchers, C. 1968. “The Random Arts: Xenakis, Mathematics and Music.” Tempo 85: 2–5.

    Campbell, E. 2013. Music after Deleuze. London: Bloomsbury Academic, doi: https://doi.org/10.5040/9781472548092

    Charitonidou, M. 2018. The relationship between interpretation and elaboration of architectural form: investigating the mutations of architecture’s scope (PhD Thesis). Athens: National Technical University of Athens (NTUA), doi: https://doi.org/10.12681/eadd/44354

    Charitonidou, M. 2019. “Music as a Reservoir of Thought’s Materialisation Between Metastaseis and Modulor.” In Aberrant Nuptials: Deleuze and Artistic Research 2. Edited by Paulo de Assis and Paolo Giudici, 101-119. Leuven: Leuven University Press. doi: https://doi.org/10.2307/j.ctvmd83nt.10

    Charitonidou, M. 2022. “Le Corbusier’s ineffable space and synchronism: From architecture as clear syntax to architecture as succession of events.” Arts, 11(2). doi: https://doi.org/10.3390/arts11020048

    Charitonidou, M. 2022. Drawing and Experiencing Architecture: The Evolving Significance of City’s Inhabitants in the 20th Century. Bielefeld: Transcript Verlag, doi: https://doi.org/10.14361/9783839464885. URL: https://www.degruyter.com/document/isbn/9783839464885/html Print-ISBN 978-3-8376-6488-1. PDF-ISBN 978-3-8394-6488-5. ISSN of series: 2702-8070. eISSN of series: 2702-8089

    Cimini, A. 2010. “Gilles Deleuze and the Musical Spinoza.” In Sounding the Virtual: Gilles Deleuze and the Theory and Philosophy of Music. Edited by Brian Hulse and Nick Nesbitt, 129–144. London: Routledge, doi: https://doi.org/10.4324/9781315609966

    Cohen, J.-L. 2014. “Le Corbusier’s Modulor and the Debate on Proportion in France.” Architectural Histories 2(1): 1-14, doi: https://doi.org/10.5334/ah.by

    Le Corbusier. 1946. “L’espace indicible.” L’Architecture d’aujourd’hui, no. Special Issue “Art”: 9-10.

    Le Corbusier. 1948. “L’architecture et L’esprit Mathématique.” In Les Grands Courants De La Pensée Mathématique. Edited by François Le Lionnais, 480-489. Paris: Cahiers du sud.

    Le Corbusier. 1948. Le modulor. Boulogne: Architecture d’aujourd’hui.

    Le Corbusier. 1955. Modulor 2. Boulogne: Architecture d’aujourd’hui.

    Le Corbusier. 1991. Precisions on the Present State of Architecture and City planning. Translated by Edith Schreiber Aujame. Cambridge, Mass.: MIT Press.

    Le Corbusier. 2004. The Modulor: A Harmonious Measure to the Human Scale Universally Applicable to Architecture and Mechanics. Translated by Peter de Francia and Anna Bostock. Basel: Birkhäuser.

    Cross, J. 2003. “Composing with Numbers: Sets, Rows and Magic Squares.” In Music and Mathematics: From Pythagoras to Fractals. Edited by John Fauvel, Raymond Flood and Robin J. Wilson, 131–46. Oxford: Oxford University Press: https://books.google.gr/books/about/Music_and_Mathematics.html?id=kFH69I4Y_l0C&redir_esc=y

    Deleuze, G. 1969. Logique du sens. Paris: Minuit.

    Deleuze, G. 1968. Différence et répétition. Paris: Presses universitaires de France.

    Deleuze, G. 1986. “Occuper sans compter: Boulez, Proust et le temps.” In Eclats/Boulez. Edited by Claude Samuel, 98-100. Paris: Centre Georges Pompidou.

    Deleuze, G. 1989.  “Qu’est-ce qu’un dispositif?” In Michel Foucault philosophe : rencontre internationale Paris 9, 10, 1 Janvier 1988. Paris: Éditions du Seuil.

    Deleuze, G. 1990. The Logic of Sense. Translated by Mark Lester with Charles Stivale. Edited by Constantin V. Boundas. New York: Columbia University Press.

    Deleuze, G. 1992. “What is a Dispositif?” In Michel Foucault, Philosopher. Translated and edited by Timothy J. Armstrong, 159-167. Hemel Hempstead: Harvester Wheatsheaf.

    Deleuze, G. 1994. Difference and Repetition. Translated by Paul Patton. New York: Columbia University Press: http://cup.columbia.edu/book/difference-and-repetition/9780231081597

    Deleuze, G. 1998. “Boulez, Proust and Time: ‘Occupy Without Counting.’” Translated by Timothy S. Murphy. Angelaki 3(2): 70–74.

    Deleuze, G. 2001. Difference and Repetition. Translated by Paul Patton. London and New York: Continuum.

    Deleuze, G. 2019. Διαφορά και Επανάληψη. Πρόλογος και μετάφραση Κωνσταντίνος Μπούντας. Επιμέλεια Δήμητρα Τουλάτου. Αθήνα: Εκκρεμές.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1980. Mille plateaux: Capitalisme et schizophrénie. Paris: Minuit.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1987. A Thousand Plateaus: Capitalism and Schizophrenia. Translated by Brian Massumi. Minneapolis: University of Minnesota Press.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1991. Qu’est-ce que la philosophie? Paris: Minuit.

    Deleuze, G., and F. Guattari. 1994. What Is Philosophy? Translated by Hugh Tomlinson and Graham Burchell. New York: Columbia University Press: http://cup.columbia.edu/book/what-is-philosophy/9780231079891

    Duffy, S. B. 2013. Deleuze and the History of Mathematics: In Defense of the “New.” London: Bloomsbury Academic, doi: https://doi.org/10.5040/9781472547996

    Evans, R. 1995. The Projective Cast: Architecture and Its Three Geometries. Cambridge, Mass.: The MIT Press.

    Exarchos, D. 2012. “Listening Outside of Time.” In Proceedings of the international Symposium Xenakis. La musique électroacoustique / Xenakis. The electroacoustic music (Université Paris 8, May 2012). Edited by Makis Solomos. Accessed 10 May 2019: https://research.gold,ac.uk/15750/1/MUS-Exarchos_2015.pdf.

    Exarchos, D. 2015. Iannis Xenakis: La musique électroacoustique/The Electroacoustic Music. Edited by Makis Solomos, 211–224. Paris: L’Harmattan.

    Flaxman, G. 2008. “Sci Phi: Gilles Deleuze and the Future of Philosophy.” In Deleuze, Guattari and the Production of the New. Edited by Simon O’Sullivan and Stephen Zepke, 11–21. London: Continuum.

    Fondation Le Corbusier, 2015. The Modulor and Modulor 2. Berlin, München, Boston: Birkhäuser, doi: https://doi.org/10.1515/9783035604092

    Hasty, C. 2010. “The Image of Thought and Ideas of Music.” In Sounding the Virtual: Gilles Deleuze and the Theory and Philosophy of Music. Edited by Brian Hulse and Nick Nesbitt, 1-23. London: Routledge, doi: https://doi.org/10.4324/9781315609966

    Hopkins, G. W., and P. Griffiths. 2001. “Boulez, Pierre.” In The New Grove Dictionary of Music and Musicians. Edited by Stanley Sadie and John Tyrell, 2nd ed., 29 vols., vol. IV, 98-108. London: Macmillan: https://books.google.gr/books/about/The_New_Grove_Dictionary_of_Music_and_Mu.html?id=8I4YAAAAIAAJ&redir_esc=y

    Iliescu, M. 2002. “Notes on the Late-Period Xenakis.” Contemporary Music Review 21(2–3): 133–142.

    Jasper, M. 2017. Deleuze on Art: The Problem of Aesthetic Constructions. Cambridge: Cambridge Scholars Publishing: https://www.cambridgescholars.com/product/978-1-4438-7900-2

    Kanach, S., C. Lovelace, eds. 2010. Iannis Xenakis: Composer, Architect, Visionary. New York: Drawing Center.

    May, T. 2005. Gilles Deleuze: An Introduction. Cambridge: Cambridge University Press.

    Murphy, T. S. 1998. “Boulez/Deleuze: A Relay of Music and Philosophy.” Angelaki 3(2): 69–70.

    Peters, F. E. 1967. Greek Philosophical Terms: A Historical Lexicon. New York: New York University Press.

    Pottage, A. 1996. “Architectural Authorship: The Normative Ambitions of Le Corbusier’s Modulor.” AA Files 31: 64-70. URL: http://www.jstor.org/stable/29544004

    Rodowick, D. N. 1999. “The Memory of Resistance.” in A Deleuzian Century? Edited by Ian Buchanan, 37-57. Durham NC, London: Duke University Press: https://www.dukeupress.edu/a-deleuzian-century

    Smith, D. W.  2003. “Mathematics and the Theory of Multiplicities: Badiou and Deleuze Revisited.” Southern Journal of Philosophy 41(3):411–449.

    Smith, D. W.  2006. “Axiomatics and Problematics as Two Modes of Formalisation: Deleuze’s Epistemology of Mathematics.” In Virtual Mathematics: The Logic of Difference. Edited by Simon B. Duffy, 145–168. Manchester: Clinamen: https://books.google.gr/books/about/Virtual_Mathematics.html?id=6RcQAQAAIAAJ&redir_esc=y

    Smith, D. W.  2012. “Alain Badiou: Mathematics & Theory of Multiplicities.” In Essays on Deleuze, 287–311. Edinburgh: Edinburgh University Press. URL: https://www.jstor.org/stable/10.3366/j.ctt3fgqq7

    Solomos, M. 1996. Iannis Xenakis. Echos du XXe siècle. France: P.O. Éditions.

    Souster, T. 1968. “Xenakis’s ‘Nuits.’” Tempo 85: 5–18.

    Varga, B. A. 1996. Conversations with Iannis Xenakis. London: Faber and Faber.

    Williams, J. 2013. Gilles Deleuze’s Difference and Repetition: A Critical Introduction and Guide. 2nd ed. Edinburgh: Edinburgh University Press. URL: https://www.jstor.org/stable/10.3366/j.ctt1g09x57

    Xenakis, I. 1955. “La crise de la musique sérielle.” Gravesanner Blätter 1: 2–4.

    Xenakis, I. 1963. Musiques formelles: Nouveaux principes formels de composition musicale. Paris: Richard-Masse.

    Xenakis, I. 1976. Musique. Architecture. 2nd ed. Tournai: Casterman.

    Xenakis, I. 1992. Formalized Music: Thought and Mathematics in Composition. Edited by Sharon Kanach. Rev. ed. Hillsdale, NY: Pendragon Press: https://books.google.gr/books/about/Formalized_Music.html?id=y6lL3I0vmMwC&redir_esc=y

  • ΕΜΒΟΛΙΑ ΚΑΙ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΙ (Συλλογικός τόμος)

    ΕΜΒΟΛΙΑ ΚΑΙ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΙ (Συλλογικός τόμος)

    Ένα αγαθό απαραίτητο για τη δημόσια υγεία

     

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

    Επιστημονική επιμέλεια: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΗΣτις αρχές του 18ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, οι έλληνες γιατροί Ιάκωβος Πυλαρινός και Εμμανουήλ Τιμόνης επιχείρησαν την πρώτη επιστημονικά τεκμηριωμένη εφαρμογή της μεθόδου του ευλογιασμού σε άνθρωπο, θέτοντας έτσι τα θεμέλια για μία από τις σημαντικότερες επιστημονικές ανακαλύψεις στην ιστορία της ανθρωπότητας, δηλαδή τα εμβόλια. Τη σκυτάλη εν συνεχεία πήρε ο άγγλος γιατρός Edward Jenner, ο οποίος, ανακαλύπτοντας το εμβόλιο κατά της ευλογιάς στα τέλη του 18ου αιώνα και εισάγοντας πρώτος τους όρους vaccination (εμβολιασμός) και virus (ιός), δικαίως θεωρείται πλέον ο πατέρας της ανοσολογίας. Έκτοτε, η επιστημονική ιατρική κοινότητα αποδύθηκε σε έναν τιτάνιο αγώνα καταπολέμησης των λοιμωδών νοσημάτων, έναν αδυσώπητο πόλεμο στον οποίο η ανθρωπότητα έρχεται κατά καιρούς αντιμέτωπη με τις επιθέσεις θανατηφόρων ιών. Η ανάγκη επικράτησης ώθησε λοιπόν τους επιστήμονες στην προαγωγή και βελτίωση των εμβολίων, τα οποία ουσιαστικά καθιερώθηκαν ως ένα απαραίτητο ευεργετικό αγαθό στην υπηρεσία της δημόσιας υγείας. Κατά τη διάρκεια όμως της εξέλιξης των εμβολίων και της ευρύτερης εφαρμογής του μέτρου του εμβολιασμού, συχνά εκφράστηκαν αντιδράσεις και ανησυχίες τόσο για την ασφάλεια της φαρμακευτικής εμβολιαστικής παρέμβασης στον ανθρώπινο οργανισμό όσο και για μια σειρά ζητημάτων ηθικής και δεοντολογίας που εγείρονταν, διαμορφώνοντας ενίοτε ένα κλίμα επιφυλακτικότητας ή ακόμη και άρνησης απέναντι στα εμβόλια από εκτεταμένες πληθυσμιακές ομάδες.

    Αυτός ο τόμος δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να ενημερωθεί από καταξιωμένους στον τομέα τους έλληνες επιστήμονες γύρω από: τη σημασία της πρωτογενούς πρόληψης· την ιστορία των εμβολίων· τον τρόπο σχεδιασμού των εμβολιαστικών προγραμμάτων· την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολιασμών· τους παράγοντες που επηρεάζουν την ανοσιακή απόκριση· τις μεθόδους προαγωγής των εμβολιαστικών προγραμμάτων στην κοινότητα· τα ζητήματα βιοηθικής που εγείρονται· τα αίτια που οδηγούν στην εξάπλωση του αντιεμβολιαστικού κινήματος και την αντιμετώπισή του· την εμβολιαστική κάλυψη στη χώρα μας· τα συναφή με τους εμβολιασμούς οικονομικά ζητήματα· το μέλλον και τις προοπτικές των εμβολίων.

    Γράφουν οι: Κωνσταντίνος Αθανασάκης • Χάρης Αλεξόπουλος • Παναγιώτης Βλαχογιαννόπουλος • Θεανώ Γεωργακοπούλου • Τίνα Γκαράνη-Παπαδάτου • Άννα Δάλλα • Χριστίνα Δάλλα • Μαρία Θεοδωρίδου • Εμμανουήλ Καροφυλάκης • Κωνσταντίνος Κεσανόπουλος • Ναταλία Κουτρούλη • Δημήτριος Λάγγας • Αρετή Λάγιου • Παγώνα Δ. Λάγιου • Ευγενία Λαμπροπούλου • Κυριακούλα Μεράκου • Αναστασία Μπαρμπούνη • Δήμητρα Μπαρμπούνη • Βασιλική Μπενέτου • Ευανθία Σακελλάρη • Σωτήριος Τσιόδρας • Παρασκευή Χ. Φράγκου • Γεώργιος Π. Χρούσος

  • Podcast: Διαλέξεις για τους υπολογιστές – Richard P. Feynman

    Podcast: Διαλέξεις για τους υπολογιστές – Richard P. Feynman

    Ακούστε εδώ την εισαγωγή του βιβλίου ” Διαλέξεις για τους υπολογιστές” του Richard P. Feynman, των εκδόσεων Leader Books.

    Αγαπητές φίλες και φίλοι

    Σε αυτό το podcast το InScience παρουσιάζει το βιβλίο του μεγάλου Αμερικανού φυσικού Ρίτσαρντ Φάυνμαν, ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ, που εκδόθηκε το 2006 από τις εκδόσεις Leader Books.

    Την μετάφραση του βιβλίου είχε κάνει ο Βασίλης Λεμπέσης.

    Την επιστημονική επιμέλεια της μετάφρασης είχαν υπό την ευθύνη τους οι Δημοσθένης Έλληνας και Γιάννης Τσοχαντζής.

    Την φιλολογική επιμέλεια της μετάφρασης είχε κάνει η Έλλη Κορρού-Λεμπέση.

    Την επιμέλεια του podcast είχε η Ομάδα Αφήγησης Παραμυθανθός

    Αφηγητές: Δημήτρης Μάλλης και Καλλιρρόη Μουλά

    Την μουσική συνέθεσε αποκλειστικά για το podcast o Θωμάς Ζήσης

    H συντακτική επιτροπή του InScience αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει θερμά τις εκδόσεις Leader Books και ιδιαίτερα τον κ. Σωτήρη Καρέγλη για την ευγενική παραχώρηση της άδειας για την αναπαραγωγή του υλικού.

  • Μεταξύ Λόγου και Εμπειρίας: Κείμενα για την τεχνολογία και την νεωτερικότητα

    Μεταξύ Λόγου και Εμπειρίας: Κείμενα για την τεχνολογία και την νεωτερικότητα

    ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΠΗ

    Andrew Feenberg

    Μετάφραση: Γιάννης Περπερίδης

    Φιλολογική Επιμέλεια: Γεωργία Κοφτερίδου

    Σελιδοποίηση: Αντώνης Παπάδης

    ISBN: 978-618-5289-68-3

    Διαστάσεις: 14 Χ 21 cm

    Αριθμός σελίδων: 452

    Τιμή: 19.5€ + ΦΠΑ 6%Περιγραφή

    Ένας πρωτοπόρος φιλόσοφος της τεχνολογίας, o Andrew Feenberg, καλεί για τον δημοκρατικό συγχρονισμό της τεχνολογικής ορθολογικότητας με την καθημερινή εμπειρία. Οι τεχνολογίες, οι αγορές και οι διοικήσεις της σημερινής κοινωνίας της πληροφορίας βρίσκονται σε κρίση. Ερχόμαστε διαρκώς αντιμέτωποι με επαναλαμβανόμενες καταστροφές σε κάθε τομέα: κλιματική κρίση, ενεργειακή ανεπάρκεια, οικονομική κατάρρευση. Το σύστημα έχει διαρραγεί, παρά τα όσα δηλώνουν ότι γνωρίζουν οι τεχνοκράτες σχετικά με την επιστήμη, την τεχνολογία και την οικονομία. Τα εν λόγω προβλήματα διογκώνονται από το γεγονός ότι οι σημερινές παντοδύναμες τεχνολογίες έχουν απρόβλεπτες συνέπειες που διαταράσσουν την καθημερινή ζωή· οι νέοι αφέντες της τεχνολογίας δεν περιορίζονται από τα διδάγματα της εμπειρίας και αντιθέτως επιταχύνουν τη μεταβολή σε σημείο όπου η κοινωνία οδηγείται σε διαρκή αναταραχή.

     

    Στο βιβλίο Μεταξύ Λόγου και εμπειρίας, ο πρωτοπόρος φιλόσοφος της τεχνολογίας Άντριου Φήνμπεργκ αναπτύσσει τη σκέψη της αλληλεξάρτησης του Λόγου -της επιστημονικής γνώσης, της τεχνολογικής ορθολογικότητας – και της εμπειρίας. Ο Φήνμπεργκ εξετάζει διάφορες διαστάσεις της άρρητης σχέσης μεταξύ τεχνολογίας και κοινωνίας από τη σκοπιά της κριτικής θεωρίας της τεχνολογίας, μία προσέγγιση που έχει αναπτύξει ο ίδιος τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ο Φήνμπεργκ αναδεικνύει δύο παραδείγματα δημοκρατικής παρέμβασης στην τεχνολογία: το διαδίκτυο (στο οποίο η πρωτοβουλία των χρηστών έχει επηρεάσει τον ίδιο τον σχεδιασμό) και το περιβαλλοντικό κίνημα (στο οποίο η επιστήμη συγχρονίζεται με την διαμαρτυρία και την διαμόρφωση πολιτικών). Εξετάζει μεθοδολογικές εφαρμογές της κριτικής θεωρίας της τεχνολογίας στην περίπτωση του γαλλικού δικτύου υπολογιστών Minitel, καθώς και τη σχέση μεταξύ εθνικής κουλτούρας και τεχνολογίας στην Ιαπωνία. Τέλος, ο Φήνμπεργκ αντλεί από τις φιλοσοφίες της τεχνολογίας στοχαστών όπως ο Χάιντεγκερ, ο Χάμπερμας, ο Λατούρ και ο Μαρκούζε. Η σταδιακή επέκταση της δημοκρατίας στην τεχνολογική σφαίρα, θεωρεί ο Φήνμπεργκ, αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές πολιτικές μεταμορφώσεις της εποχής μας.Κριτικές

    O Φήνμπεργκ είναι εξαιρετικός στο να συμφιλιώνει στοχαστές τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όπως ο Μαρξ και ο Χάιντεγκερ, προσεγγίσεις τόσο ενάντιες μεταξύ τους όπως η κοινωνική κατασκευασιοκρατία και ο τεχνολογικός ντετρμινισμός, βιβλιογραφία τόσο αχανή όπως εκείνη για τις Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας και εκείνη για την θεωρία της νεωτερικότητας, αλλά και μελέτες πεδίου με εμβέλεια από την Ιαπωνία μέχρι τη Γαλλία.

    – William Rehg, Saint Louis University

    Ο Φήνμπεργκ εξακολουθεί να στηρίζεται και να ανανεώνει τις αρχικές σκέψεις του σχετικά με τη σχέση μεταξύ λόγου και εμπειρίας, μία σχέση που στα χέρια του Φήνμπεργκ λαμβάνει τη μορφή μιας ισχυρής κριτικής απέναντι στις δυστοπικές θεωρήσεις που διαπερνούν το στοχασμό του 21ου αιώνα ως προς το λόγο και την πράξη στη νεωτερικότητα.

    – Graham Mackenzie Simon Fraser University

    Το βιβλίο του Φήνμπεργκ είναι κατάλληλο για εκείνους που ενδιαφέρονται για μια φιλοσοφία της τεχνολογίας που δεν βασίζεται αποκλειστικά ούτε σε μελέτες πεδίου ούτε στη φαινομενολογική παράδοση. Επιπλέον, η εισαγωγή μη-δυτικών οπτικών, όπως η ιαπωνική, είναι αναζωογωνιτική και δείχνει προς το μέλλον των διεθνικών σπουδών σε αυτό το πεδίο.

    – Christian Lotz, Professor of Philosophy at Michigan State University

    Ο Φήνμπεργκ γράφει ξεκάθαρα, οργανώνει τα επιχειρήματά του καλά και προσφέρει μια εξαιρετική παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο μπορεί να εφαρμοστεί η κριτική θεωρία της τεχνολογίας. Προτείνω το βιβλίο σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για το σημείο τομής μεταξύ σπουδών επιστήμης και τεχνολογίας και σύγχρονης φιλοσοφίας.

    – Todd Suomela, Bucknell UniversityΒιογραφικό Συγγραφέα

    Ο Άντριου Φήνμπεργκ είναι συντονιστής έρευνας στον Καναδά (Canada Research Chair) στη Φιλοσοφία της Τεχνολογίας στη Σχολή Επικοινωνίας του πανεπιστημίου Σάιμον Φρέιζερ, στο οποίο είναι διευθυντής του εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Επικοινωνίας και Τεχνολογίας. Έχει διδάξει για πολλά χρόνια στο τμήμα Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Σαν Ντιέγκο, στο πανεπιστήμιο Ντιουκ, στο πανεπιστήμιο του Μπάφαλο, στα πανεπιστήμια της Καλιφόρνια και Ιρβάιν, στη Σορβόννη, στο πανεπιστήμιο Παρί-Ντωφίν, στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) του Παρισιού, καθώς και στο πανεπιστήμιο του Τόκυο και στο πανεπιστήμιο της Μπραζίλια. Είναι ο συγγραφέας των βιβλίων Κριτική Θεωρία της Τεχνολογίας (1991), Εναλλακτική Νεωτερικότητα (1995), Αμφισβητώντας την Τεχνολογία (1999),

  • ΚΒΑΝΤΙΚΑ ΑΕΡΙΑ ΑΤΟΜΩΝ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ): Το ατομικό λέιζερ

    ΚΒΑΝΤΙΚΑ ΑΕΡΙΑ ΑΤΟΜΩΝ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ): Το ατομικό λέιζερ

    Καλλιτεχνική απεικόνιση της κατανομής ταχυτήτων σε ένα ατομικό λέιζερ. Βαρελάς Τάκης / Ατομικό Λέιζερ / Τέμπερα 12cm X 17cm, 300 gr.Στο πρώτο μέρος αυτού του αφιερώματος εστιάσαμε στην ιστορική ανασκόπηση των θεωρητικών και πειραματικών εργασιών πάνω στα κβαντικά αέρια καθώς και σε μια περίληψη των βασικών τους ιδιοτήτων (εδώ). Σε αυτό το άρθρο θα αναφερθούμε σε μια άκρως σημαντική εφαρμογή των κβαντικών αερίων που είναι το ατομικό «λέιζερ». Πρόκειται για μια διάταξη η οποία μπορεί να μας δώσει σύμφωνες, μονοχρωματικές δέσμες ατόμων σε αναλογία με τις σύμφωνες και μονοχρωματικές δέσμες φωτός των οπτικών λέιζερ.  Θα συνιστούσαμε στον αναγνώστη να διαβάσει το πρώτο μέρος ώστε να μπορεί να κατανοήσει καλύτερα το περιεχόμενο αυτού του άρθρου. ΤΟ ΑΤΟΜΙΚΟ «ΛΕΪΖΕΡ»

    Η μετάβαση των ατόμων του αερίου από την αταξία της αέριας φάσης (θερμικό αέριο) στην «πειθαρχημένη» συμπεριφορά ενός συμπυκνώματος Bose-Einstein (BE) μπορεί να συγκριθεί με την μετατροπή του ασύμφωνου φωτός σε μια δέσμη φωτός λέιζερ. Αυτή η αναλογία μας οδηγεί απευθείας στον ορισμό του ατομικού «λέιζερ»: πρόκειται για μια διάταξη η οποία παράγει μια δέσμη από άτομα που έχουν «δραπετεύσει» από ένα παγιδευμένο συμπύκνωμα BE (Robins et al, 2013). Η δέσμη ατόμων έχει σύμφωνο (coherent) και μονοενεργειακό χαρακτήρα, εφόσον τα άτομα βρίσκονται όλα στην ίδια κβαντική κατάσταση, καθώς και υψηλή πυκνότητα ροής σωματιδιών.

    Η συμφωνία αφορά την λεγόμενη συμφωνία φάσης. Στην περίπτωση μιας δέσμης λέιζερ αυτό σημαίνει πως τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που την αποτελούν «…ακολουθούν το ένα το άλλο με τάξη όπως τα κύματα στην ακτή όταν έχει πέσει ο αέρας και το νερό αρχίζει να ησυχάζει σε αντίθεση με τα κύματα όταν έχει θύελλα.» (Λαμπρόπουλος, 1993). Ακριβώς το ίδιο χαρακτηριστικό φέρουν και τα επιμέρους υλικά κύματα που συνιστούν τη δέσμη ενός ατομικού λέιζερ. Κύματα σε συμφωνία φάσης μπορούν να δώσουν φαινόμενα συμβολής.

    Ο μονοενεργειακός χαρακτήρας του «λέιζερ» ατόμων είναι ανάλογος της μονοχρωματικότητας σε ένα οπτικό λέιζερ. Τα φωτόνια του λέιζερ έχουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία μια κεντρική (ονομαστική) συχνότητα ενώ υπάρχει και ένας μικρός αριθμός από αυτά με συχνότητες πολύ κοντά στην κεντρική. Σε μια πιο θεωρητική «γλώσσα» λέμε πως οι συχνότητες παρουσιάζουν μια πολύ μικρή διασπορά γύρω από την ονομαστική συχνότητα. Παρομοίως, σε ένα ατομικό λέιζερ, η πλειοψηφία των ατόμων έχουν μια κοινή ταχύτητα ενώ ένας μικρός αριθμός ατόμων έχει διαφορετικές ταχύτητες από αυτήν.

    Σε ένα λέιζερ η υψηλή του ένταση εξασφαλίζεται από το γεγονός πως ένας τεράστιος αριθμός φωτονίων (ως μποζόνια) μπορούν να καταλάβουν την ίδια κατάσταση. Ακριβώς με ανάλογο τρόπο επιτυγχάνεται η διαμόρφωση μιας δέσμης ατομικού λέιζερ όπου με τη βοήθεια της συμπύκνωσης BΕ μπορούμε να επιτύχουμε την τοποθέτηση ενός μεγάλου αριθμού ατόμων στην ίδια κβαντική κατάσταση.

    ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΑΤΟΜΙΚΟΥ ΛΕΪΖΕΡ

    Η λειτουργία του γνωστού μας οπτικού λέιζερ απαιτεί ουσιαστικά τέσσερα πράγματα: μια οπτική κοιλότητα, ένα ενεργό μέσο, ένα μηχανισμό άντλησης (optical pumping) και ένα μηχανισμό εξόδου του φωτός από την κοιλότητα (Εικ. 1). Μέσα στην κοιλότητα ένας τεράστιος αριθμός ατόμων του ενεργού μέσου αλληλεπιδρά με τα στοιχειώδη σωμάτια που αποτελούν το φως γνωστά ως φωτόνια. Η κοιλότητα αποτελείται ουσιαστικά από  δύο κάτοπτρα με πολύ υψηλή ανακλαστικότητα πάνω στα οποία ανακλώνται τα φωτόνια πολλές φορές. Οι πολλαπλές ανακλάσεις αναγκάζουν τα φωτόνια να αλληλεπιδρούν συνεχώς με τα άτομα του ενεργού μέσου στην κοιλότητα με αποτέλεσμα τη συνεχή παραγωγή, μέσω εξαναγκασμένων εκπομπών, νέων φωτονίων. Η εξαναγκασμένη εκπομπή, όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο μας άρθρο παράγει φωτόνια με την ίδια συχνότητα, πόλωση, και κατεύθυνση διάδοσης με το φωτόνιο που την προκάλεσε (εδώ). Τα φωτόνια αυτά, όπως προαναφέραμε, έχουν επίσης και την ίδια φάση, δηλαδή τα ηλεκτρομαγνητικά τους πεδία  «ταλαντώνονται» συγχρονισμένα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η αύξηση  του αριθμού των φωτονίων δηλαδή η ενίσχυση της δέσμης που κυκλοφορεί μέσα στην κοιλότητα. Στο σχεδιασμό και την κατασκευή του λέιζερ φροντίζουμε το ένα από τα κάτοπτρα να μην είναι πλήρως ανακλαστικό ώστε τα φωτόνια να κατορθώνουν να «δραπετεύουν» από την κοιλότητα και να μας δώσουν τη γνωστή μας μονοχρωματική δέσμη λέιζερ.

    Εικ. 1

    Εικόνα 1: Σύγκριση του ατομικού «λέιζερ» με το οπτικό λέιζερ. Σε ένα οπτικό λέιζερ (δεξιά), η παγίδα φτιάχνεται από υλικά κάτοπτρα και τα φωτόνια χαρακτηρίζονται από μια συγκεκριμένη συχνότητα. Στο ατομικό «λέιζερ» οι ρόλοι αντιστρέφονται: μια ηλεκτρομαγνητική παγίδα περιορίζει υλικά κύματα. Και στις δύο διατάξεις υπάρχουν μηχανισμοί εξόδου των κυμάτων στον ελεύθερο χώρο.Για την κατασκευή ενός «λέιζερ» ατόμων υπάρχουν ανάλογοι μηχανισμοί με αυτούς που χρειάζονται για την κατασκευή του οπτικού λέιζερ. Το ρόλο της κοιλότητας τον παίζει μια παγίδα ατόμων, ένας μηχανισμός ο οποίος, αξιοποιώντας δυνάμεις που ασκούν μη ομογενή μαγνητικά  πεδία ή εστιασμένες δέσμες λέιζερ πάνω στα άτομα, τα περιορίζει σε μια περιοχή του χώρου. Μια άλλη επιλογή είναι ο περιορισμός των ατόμων ανάμεσα σε δύο κάτοπτρα ατόμων, κατ’ αναλογίαν με μια κοιλότητα στην περίπτωση του φωτός ή και η χρήση ενός ατομικού τραμπολίνου, δηλαδή ενός μόνο κατόπτρου πάνω στο οποίο τα άτομα ανακλώνται και επιστρέφουν σε αυτό εξαιτίας της βαρύτητας. Η αλληλεπίδραση που προκαλεί την ανάκλαση των ατόμων σε αυτά τα κάτοπτρα είναι ηλεκτρομαγνητικής φύσης και θα αναφερθούμε αναλυτικά σε αυτήν στο τρίτο μέρος αυτού του αφιερώματος.

    Το επόμενο που απαιτείται είναι να εξασφαλιστεί η τοποθέτηση ενός τεράστιου αριθμού ατόμων στην ίδια κατάσταση μέσα σε μια κοιλότητα – το ανάλογο της παρουσίας πολυάριθμων φωτονίων με την ίδια συχνότητα, πόλωση, φάση και κατεύθυνση διάδοσης. Η συμπύκνωση Bose-Einstein, μια κατ’ ουσίαν εξαναγκασμένη μεταβολή φάσης και ενίσχυσης υλικών κυμάτων, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια,  έδωσε τη λύση σε αυτό το πρόβλημα καθώς ένας πολύ μεγάλος αριθμός μποζονικών ατόμων (όπως ρουβίδιο-87, νάτριο-23, κάλιο-39 και κέσιο-137) μπορεί να εποικίσει την ίδια κβαντική κατάσταση.

    Το τελευταίο πρόβλημα το οποίο έπρεπε να αντιμετωπιστεί ήταν η επινόηση ενός μηχανισμού ώστε τα άτομα να “δραπετεύουν” συντεταγμένα από την παγίδα, διαμορφώνοντας μια δέσμη, και στην συνέχεια με αυτή την μορφή να διαδίδονται στο χώρο. Ένας απλός, αλλά «άκομψος» τρόπος, θα ήταν να καταστρέψουμε την παγίδα/κοιλότητα απενεργοποιώντας τα πεδία που τη δημιουργούν και να αφήσουμε το συμπύκνωμα να εκτελέσει μια ελεύθερη πτώση. Με αυτό τον τρόπο όλα τα άτομα θα αποτελούσαν μέρος ενός μοναδικού παλμού. Οι ερευνητές έχουν επιλέξει πιο συντεταγμένους τρόπους. Ο πιο συνήθης από αυτούς είναι η εφαρμογή ηλεκτρομαγνητικών πεδίων σε ραδιοσυχνότητες με τα οποία μεταβάλουμε τις μαγνητικές ιδιότητες των ατόμων με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συγκρατηθούν στην παγίδα και να δραπετεύουν αργά από αυτή σχηματίζοντας τη δέσμη του ατομικού λέιζερ. Η τεχνική αυτή – γνωστή ως τεχνική των μαγνητικών καθρεπτών – δημοσιοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1996 (Mewes et al, 1997). Χρησιμοποιώντας διάφορες παραλλαγές αυτής της τεχνικής μπορούμε να κατασκευάσουμε ατομικά λέιζερ με συνεχή ή παλμική δέσμη κατ’ αναλογία με τα οπτικά λέιζερ.

    Η κατασκευή του ατομικού «λέιζερ», τελικά, πραγματοποιήθηκε το Νοέμβριο του 1996. Η δέσμη ατόμων η οποία επιτεύχθηκε ήταν λεπτή όσο μια τρίχα από τα μαλλιά μας και διαδιδόταν με ταχύτητα περίπου έξι εκατοστά το δευτερόλεπτο (Mewes et al, 1997). Για την ιστορία, και όχι μόνο, αξίζει να αναφέρουμε ότι τα συγκεκριμένα ερευνητικά προγράμματα χρηματοδοτήθηκαν από κονδύλια της Εθνικής Υπηρεσίας Αεροναυτικής και Διαστήματος (NASA) καθώς και του Γραφείου Ναυτικών Ερευνών των ΗΠΑ.

    Ο σύμφωνος χαρακτήρας της δέσμης του ατομικού λέιζερ επιβεβαιώθηκε από το γεγονός πως από αυτήν τη δέσμη μπορούμε να προκαλέσουμε φαινόμενα συμβολής σε πλήρη αναλογία με τα φαινόμενα συμβολής φωτός που μπορούμε να δημιουργήσουμε με μια δέσμη λέιζερ (Andrews et al, 1997). Ένα τέτοιο παράδειγμα φαίνεται στην Εικ.2 όπου η δέσμη ενός ατομικού λέιζερ διαχωρίζεται σε δύο μέρη, τα οποία επιταχύνονται με την επίδραση της βαρύτητας και μετά από λίγο συμβάλουν δίνοντας μας τους χαρακτηριστικούς κροσσούς που είναι το πειραματικό αποτύπωμα της συμβολής. Η απόσταση των κροσσών είναι ίση με το μισό του μήκους κύματος de Broglie των ατομικών κυμάτων. Πριν το πείραμα οι επιστήμονες ήταν αρκετά επιφυλακτικοί για το κατά πόσο  τα ατομικά κύματα θα διατηρούσαν τη συμφωνία τους μετά την έξοδό τους από την ατομική παγίδα. Ο λόγος ήταν  αφενός οι κρούσεις μεταξύ των ατόμων του συμπυκνώματος και αυτών που δεν είχαν προσχωρήσει στο συμπύκνωμα και παρέμεναν σε θερμική κατάσταση και αφετέρου οι κρούσεις μεταξύ των ατόμων των δύο διαχωρισμένων συμπυκνωμάτων. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για την ερευνητική κοινότητα.

    Εικ. 2

    Εικόνα 2: Ένα πείραμα συμβολής με συμπυκνώματα Bose-Einstein. Ένα αέριο ατόμων αρχικά επιβραδύνεται και παγιδεύεται. Στη συνέχεια μεταφέρεται σε μια παγίδα με δύο πηγάδια δυναμικού, σε απόσταση 40 μm μεταξύ τους, όπου και δημιουργούνται δύο συμπυκνώματα. Tα συμπυκνώματα απελευθερώνονται από τις παγίδες στις οποίες δημιουργήθηκαν επιταχύνονται από τη βαρύτητα και αποκτούν επιμήκη μορφή. Μετά από χρόνο 40 ms τα δύο μέρη συμβάλλουν μερικώς. Στην περιοχή της συμβολής εμφανίζονται κροσσοί συμβολής από υλικά κύματα με περίοδο 15 μm. Η εικόνα δεξιά είναι απεικόνιση της περιοχής στην οποία λαμβάνει χώρα η συμβολή των δύο συμπυκνωμάτων. (Ευγενική προσφορά της ερευνητικής ομάδας του W. Ketterle στον συγγραφέα και το InS)Αν θέλαμε να είμαστε επιστημονικά ακριβείς, η εμφάνιση φαινομένων συμβολής είναι ένδειξη της λεγόμενης συμφωνίας πρώτης τάξης (first order coherence). Στη φυσική του λέιζερ με τον όρο αυτό εννοούμε πως η μέτρηση της φάσης του πεδίου σε ένα σημείο του χώρου μια δεδομένη χρονική στιγμή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προβλέψουμε την τιμή της φάσης σε ένα άλλο σημείο. Η συμφωνία μιας δέσμης λέιζερ προϋποθέτει την ύπαρξη συμφωνίας σε ανώτερες τάξεις. H συμφωνία μιας ανώτερης τάξης, για παράδειγμα δεύτερης, τρίτης, και ούτω καθεξής, είναι ένα μέτρο της πιθανότητας να ανιχνεύουμε σε ένα πείραμα ταυτόχρονα (ή σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και απόσταση) δύο, τρία ή περισσότερα φωτόνια. Σε ένα λέιζερ η συμφωνία ανωτέρων τάξεων είναι ένδειξη πως οι διακυμάνσεις στην έντασή του είναι πολύ μικρότερες από ότι σε μια θερμική δέσμη φωτός με την ίδια ένταση. Το ανάλογο της έντασης του φωτός και των διακυμάνσεών της σε ένα συμπύκνωμα BE είναι η πυκνότητα των ατόμων και οι αντίστοιχες διακυμάνσεις της. Το πείραμα έδειξε την ύπαρξη συμφωνίας δεύτερης και τρίτης τάξης στο ατομικό λέιζερ (Burt et al, 1997) και επί της ουσίας νομιμοποίησε τον όρο ατομικό λέιζερ.

    Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΣΕ ΕΝΑ ΑΤΟΜΙΚΟ ΛΕΪΖΕΡ

    Όλες οι ιδιότητες του οπτικού λέιζερ είναι αποτέλεσμα της εξαναγκασμένης εκπομπής φωτονίων. Η λειτουργία του ατομικού λέιζερ βασίζεται στη συμπύκνωση BE η οποία είναι και αυτή μια εξαναγκασμένη διαδικασία. Όπως είχαμε περιγράψει στο πρώτο άρθρο βασικό ρόλο στη συμπύκνωση παίζουν οι ελαστικές κρούσεις (σκεδάσεις) μεταξύ των ατόμων. Σε ένα σύνηθες αέριο οι ελαστικές κρούσεις μεταξύ των ατόμων έχουν σαν αποτέλεσμα την σκέδαση των ατόμων σε ένα τεράστιο πιθανό αριθμό κβαντικών καταστάσεων. Όταν όμως φτάσουμε στην κρίσιμη θερμοκρασία στην οποία αρχίζει η συμπύκνωση, (δείτε πρώτο μέρος), η σκέδαση γίνεται προς την χαμηλότερη (θεμελιώδη) ενεργειακή κατάσταση των ατόμων μέσα στην παγίδα. Πρόκειται για ένα στάδιο εντελώς ανάλογο του κατωφλίου λειτουργίας σε ένα λέιζερ. Είναι η ίδια η παρουσία του συμπυκνώματος που οδηγεί (εξαναγκάζει) τη σκέδαση προς τη θεμελιώδη κατάσταση και την «ένταξη» ενός ατόμου στο συμπύκνωμα. Για παράδειγμα, σε ένα λέιζερ τα άτομα εκπέμπουν εξαναγκασμένα φωτόνια σε έναν τρόπο ή ρυθμό (mode) της κοιλότητας με συχνότητα Γο(k+1), όπου Γο η συχνότητα αυθόρμητης εκπομπής (εκπομπή στο ηλεκτρομαγνητικό κενό) και k o αριθμός φωτονίων στον συγκεκριμένο ρυθμό της οπτικής κοιλότητας. Σε ένα συμπύκνωμα τα άτομα σκεδάζονται προς τη θεμελιώδη κατάσταση της παγίδας με συχνότητα ΓS(k+1), όπου ΓS η συχνότητα σκέδασης προς την θεμελιώδη κατάσταση όταν αυτή είναι κενή από άτομα και k ο αριθμός των ατόμων που ήδη έχουν συμπυκνωθεί σε αυτήν.

    Οι αναλογίες ανάμεσα σε ένα ατομικό και σε ένα οπτικό λέιζερ.

    ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

    Οι αναλογίες  του ατομικού «λέιζερ» με το γνωστό μας οπτικό λέιζερ δεν θα πρέπει να μας οδηγούν σε ταύτιση των δύο μηχανισμών. Υπάρχουν μεταξύ τους πολύ σημαντικές διαφορές.

    Πρώτα απ’ όλα μια δέσμη φωτός λέιζερ μπορεί να ενισχυθεί με την, κατά βούληση, δημιουργία νέων φωτονίων δαπανώντας ενέργεια που παρέχεται στο σύστημα από τον μηχανισμό άντλησης. Στην περίπτωση του ατομικού «λέιζερ» αυτό δεν είναι δυνατόν γιατί δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε νέα άτομα – ο αριθμός τους παραμένει δεδομένος. Αυτό έχει μια βαθύτερη και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φυσική συνέπεια. Ένα ατομικό λέιζερ που βασίζεται στη συμπύκνωση Bose-Einstein ουσιαστικά λειτουργεί σε κατάσταση θερμικής ισορροπίας: στο συμπύκνωμα οδηγούμαστε απλά επιβραδύνοντας διαρκώς τα άτομα του αερίου. Κάτω από την κρίσιμη θερμοκρασία η φύση μεγιστοποιεί την εντροπία δημιουργώντας το συμπύκνωμα Bose-Einstein. Στην περίπτωση των φωτονίων τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το αντίστοιχο των ατόμων ενός θερμικού αερίου, με την τεράστια ποικιλία ταχυτήτων είναι τα φωτόνια σε μια κοιλότητα μέλανος σώματος, σε απόλυτη θερμοκρασία Τ. Τα φωτόνια αυτά χαρακτηρίζονται από μια τεράστια ποικιλία συχνοτήτων και ενεργειών. Σε μια τέτοια κοιλότητα, σε κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας υπό απόλυτη θερμοκρασία Τ, η ενέργεια που εκπέμπεται  είναι ανάλογη του παράγοντα Τ 4 , σύμφωνα με τον νόμo των Stefan–Boltzmann. Συνεπώς καθώς η θερμοκρασία τείνει στο απόλυτο μηδέν η κοιλότητα δεν εκπέμπει ενέργεια ούσα άδεια από φωτόνια. Αυτός είναι ο τρόπος που η φύση μεγιστοποιεί την εντροπία σε ένα σύστημα όταν ο αριθμός των σωματιδίων δεν παραμένει σταθερός. Συνεπώς δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε φως λέιζερ με μια απλή «ψύξη» του «χαοτικού» φωτός ενός μέλανος σώματος. Η δημιουργία του οπτικού λέιζερ βασίζεται σε άλλα φαινόμενα όπως η οπτική άντληση και η αναστροφή πληθυσμού (population inversion).

    Μια άλλη διαφορά είναι πως το λέιζερ μπορεί να λειτουργεί σε έναν ρυθμό ανώτερης τάξης της οπτικής κοιλότητας σε αντίθεση με το ατομικό λέιζερ που τα άτομα καταλαμβάνουν τη θεμελιώδη κατάσταση της ατομικής παγίδας (Εικ. 3). Υπό αυτή την έννοια το ατομικό λέιζερ ομοιάζει περισσότερο σε ένα μέιζερ (maser) το οποίο λειτουργεί στη θεμελιώδη κατάσταση μιας κοιλότητας μικροκυμάτων.

    Εικ. 3

    Εικόνα 3: Αριστερά, οι διαφορετικοί τρόποι ή ρυθμοί (modes) που αναπτύσσονται σε μια ταλάντωση ενός κύματος μέσα σε μια μονοδιάστατη κοιλότητα μήκους L. Στην εικόνα (β) βλέπουμε το θεμελιώδη ρυθμό ενώ στις (γ) και (δ) βλέπουμε τον πρώτο και δεύτερο διεγερμένο ρυθμό αντίστοιχα. Ένα λέιζερ μπορεί να λειτουργεί και σε διεγερμένο ρυθμό. Δεξιά, η κατανομή πιθανότητας της θέσης ενός παγιδευμένου ατόμου στην θεμελιώδη και την πρώτη διεγερμένη κατάσταση. Ένα ατομικό λέιζερ λειτουργεί στην θεμελιώδη κατάσταση.Η επόμενη βασική διαφορά που πρέπει να αναφέρουμε οφείλεται στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ατόμων  γεγονός που επιφέρει προβλήματα στη συνοχή της ατομικής δέσμης κάτι που δεν συμβαίνει με τα φωτόνια του οπτικού λέιζερ τα οποία ουσιαστικά δεν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ως αποτέλεσμα μια δέσμη ατομικού λέιζερ μπορεί να ταξιδέψει μόνο σε μικρές αποστάσεις και αυτές σε συνθήκες απόλυτου κενού γιατί τα άτομα συγκρούονται είτε μεταξύ τους είτε με τα μόρια του περιβάλλοντος χώρου και καταστρέφουν τη μορφή της δέσμης. Αντίθετα, η  δέσμη ενός οπτικού λέιζερ μπορεί να ταξιδεύει σε τεράστιες αποστάσεις διατηρώντας την συνοχή και την κατευθυντικότητά της υπό την προϋπόθεση ότι δεν διατρέχει υλικά μέσα που την απορροφούν ή αλληλεπιδρούν ισχυρά με τα φωτόνια της δέσμης. Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τα άτομα έχουν μάζα, άρα και βάρος, με αποτέλεσμα η επίδραση του βαρυτικού πεδίου να τα παρασύρει πάντα προς τα κάτω, συμβάλλοντας και αυτή, με τη σειρά της, στην  παραμόρφωση της δέσμης. Όλοι αυτοί οι λόγοι περιορίζουν το χρόνο ζωής ενός ατομικού λέιζερ σε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου. Οι ερευνητές στην προσπάθειά τους να αμβλύνουν την επίδραση όλων αυτών των προβλημάτων εφαρμόζουν διαδοχικές επιβραδύνσεις στα ατομικά αέρια με τελικό αποτέλεσμα να έχουμε ατομικά λέιζερ σε παλμική μορφή και όχι συνεχή.  Μόλις πρόσφατα ανακοινώθηκε μια τεχνική η οποία εξασφαλίζει τη συνεχή διατήρηση της συμφωνίας μιας δέσμης ατομικού λέιζερ μέσω συνεχούς συμπύκνωσης Bose-Einstein κατά τη διάδοσή της (Chen et al, 2022).

    Όπως το λέιζερ οδήγησε στην ανάπτυξη του κλάδου της Κβαντικής Οπτικής έτσι και το ατομικό λέιζερ έδωσε νέα ώθηση στην Ατομική Οπτική η οποία θα αποτελέσει το θέμα του επόμενου (τρίτου) μέρους αυτού του αφιερώματος.

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Η κεντρική εικόνα του άρθρου αποτελεί καλλιτεχνική προσαρμογή εικόνας από τον σύνδεσμο https://www.rle.mit.edu/cua_pub/ketterle_group/Nice_pics.htm. Η προσαρμογή έγινε από τον ζωγράφο Παναγιώτη (Τάκη) Βαρελά, μέλος του ΔΣ του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ως εκπρόσωπος του Επιμελητήριου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας). Η συντακτική επιτροπή του InS ευχαριστεί τον κ. Βαρελά για την προσφορά του. Η εικόνα αναπαριστά την κατανομή ταχυτήτων σε ένα παλμικό (μη συνεχούς δέσμης) λέιζερ.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Ξανθόπουλος, Β., 1990. Αστέρια: Η ζωή και ο θάνατός τους. Στο Ε. Ν. Οικονόμου, επιμ. Η ΦΥΣΙΚΗ ΣΗΜΕΡΑ ΙΙ. ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΛΙΜΑΚΕΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σ. 297. https://www.cup.gr/book/i-fisiki-simera-tomos-ii/

    Λαμπρόπουλος, Π. 1993. Laser: Το φως που καίει; Σε Η ΦΥΣΙΚΗ ΣΗΜΕΡΑ ΙΙ. ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΛΙΜΑΚΕΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ. Επιμέλεια από Οικονόμου, Ε., Ν. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ, σ. 90.

    Andrews, M., R., Townsend, C., G., Miesner, H.-J., Durfee, D., S.,and Ketterle, W., 1997. Observation of Interference Between Two Bose Codensates. Science 275, 637-641. https://www.rle.mit.edu/cua_pub/ketterle_group/Projects_1997/Pubs_97/andr97-Science_int.pdf

    Burt, E., A., Ghrist, R., W., Myatt, C., M., Holland, M., J., Cornell, E., A., Wieman, C., E., 1997. Coherence, Correlations, and Collisions: What One Learns about Bose-Einstein Condensates from Their Decay.Phys. Rev. Lett. 79, 337-340. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.79.337

    Chen, C.-C., Escudero, R., G., Minar, J., Pasquiou, B., Bennetts, S., and Schreck, F., 2022. Continuous Bose-Einstein condensation. Nature 606, 683-687. https://doi.org/10.1038/s41586-022-04731-z

    Mewes, M.- O., Andrews, M., R.,  Kurn, D., M.,   Durfee, D., S.,  Townsend, C., G.,  and Ketterle, W., 1997. Output Coupler for Bose-Einstein Condensed Atoms. Physical Review Letters 78, 582-585. https://doi.org/10.1103/PhysRevLett.78.582

    Robins, N., P., Altin, P., A.,   Debs, J., E., and Close, J. D., 2013. Atom lasers: Production, properties and prospects for precision inertial measurement. Physics Reports 529, Issue 3, 265–296. 10.1016/j.physrep.2013.03.006

  • TO ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥ ΑΪΝΣΤΑΪΝ

    TO ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥ ΑΪΝΣΤΑΪΝ

    Η απομόνωση στο Πρίνστον και η πίστη σε έναν Θεό που δεν παίζει ζάρια

    ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΡΑΥΛΟΣ

    DAVID BODANIS

    Μετάφραση: Κωνσταντίνα Γεωργούλια«Αϊνστάιν, σταμάτα να λες στον Θεό τι να κάνει!»«Είμαι πεπεισμένος ότι Εκείνος δεν παίζει ζάρια με το Σύμπαν».Οι δύο άντρες είχαν εντελώς διαφορετικές απόψεις – όχι μόνο για το πώς λειτουργούσε το Σύμπαν, αλλά και για τις ικανότητές τους να διακρίνουν τις θείες λειτουργίες του. Μόνο ο ένας τους είχε δίκιο.

    Αυτή η πεποίθηση ήταν που απομόνωσε τον τιτάνα της επιστήμης από το συναρπαστικό έργο της νέας γενιάς των κβαντικών φυσικών και κατέστρεψε τη φήμη του. Ο ιδιοφυής Αϊνστάιν θα μπορούσε να αλλάξει τον Κόσμο και πάλι, όμως είχε στυλώσει τα πόδια και κατέπνιγε τη δύναμη της δημιουργικής του διαίσθησης.

    Πώς συνέβη αυτό; Πώς η διάνοια φτάνει στο αποκορύφωμά της, πώς μετατρέπεται σε υπεροψία και πώς εξασθενεί; Πώς διαχειριζόμαστε την αποτυχία και τα γηρατειά; Πώς χάνουμε τη συνήθεια της εμπιστοσύνης και πώς μπορούμε να την ανακτήσουμε;

    Μια γλαφυρή αφήγηση με εκπληκτικό σασπένς, γεμάτη συναρπαστικά και προκλητικά ανέκδοτα στοιχεία για τον διάσημο φυσικό στον οποίο χρωστάμε τόσα πολλά, αλλά κυρίως για τα πόσα περισσότερα θα είχε πετύχει αν μπορούσε να τιθασεύσει τα υπερβολικά ανθρώπινα ελαττώματά του.

    Ο πρώτης τάξεως εκλαϊκευτής της επιστήμης Ντέιβιντ Μποντάνις, συγγραφέας του best seller E=mc2, εντοπίζει το τόξο της πνευματικής ανάπτυξης του Αϊνστάιν σε όλη την επαγγελματική και προσωπική του ζωή, δείχνοντας πώς η ανυπέρβλητη διαίσθησή του αποδείχτηκε η μεγαλύτερη δύναμή του αλλά και η απόλυτη ανατροπή του.

    Η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα όλων των εποχών, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, αγνοήθηκε από τους περισσότερους επιστήμονες, με τις ιδέες του να αντιτίθενται ακόμη και από τους πιο στενούς του φίλους.

    Η φαντασία και η αυτοπεποίθηση του Αϊνστάιν τον έκαναν να αποκαλύψει τη δομή του Σύμπαντος, όμως όταν προσπάθησε να κατανοήσει τις νεότερες αποκαλύψεις στον τομέα της κβαντικής μηχανικής, αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά υπονόμευσαν την αναζήτησή του για την απόλυτη αλήθεια.ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ


    Ο Ντέιβιντ Μποντάνις γεννήθηκε στο Σικάγο του Ιλινόι και ήταν το έκτο παιδί –επιτέλους, το αγόρι, ύστερα από πέντε κορίτσια– μιας πολύτεκνης οικογένειας μεταναστών. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου με πτυχίο στα μαθηματικά και το 1977 μετακόμισε στην Ευρώπη για να εργαστεί στο Παρίσι ως ρεπόρτερ επιστημονικών θεμάτων για την εφημερίδα International Herald Tribune.

    Το 1982 ξεκίνησε τη συγγραφική καριέρα του, μέσα από την οποία αναδείχτηκε αμέσως το ταλέντο του να περιγράφει και να εξηγεί την επιστήμη πίσω από κάθε φαινόμενο της καθημερινής ζωής.

    Το περιοδικό Publishers Weekly, χαρακτήρισε τον Μποντάνις ως έναν πρώτης τάξεως εκλαϊκευτή, ενώ ένας συγγραφέας του Economist δήλωσε πως «η δροσερή, συχνά ποιητική πεζογραφία του κάνει ακόμη και τα πιο περίπλοκα θέματα να φαίνονται προσιτά στους μη ειδικούς αναγνώστες».

    Το 1990 αποφάσισε να μετακομίσει στο Λονδίνο και να αποπειραθεί να  κατακτήσει ακαδημαϊκή θέση στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ξεκίνησε ως ανώτερο συνεργαζόμενο μέλος στο Κολέγιο St. Antony’s του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και πολύ σύντομα έγινε δεκτός στο τμήμα κοινωνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου δίδαξε σε μεταπτυχιακούς φοιτητές Ιστορία της Ανθρώπινης Δημιουργίας, μέσα από ένα μάθημα δικής του επινόησης με τίτλο «Η εργαλειοθήκη του διανοούμενου».Το συγκεκριμένο μάθημα είχε μεγάλη απήχηση στους φοιτητές και σύντομα πλήθος προπτυχιακών φοιτητών δήλωσαν την προτίμησή τους να παρακολουθήσουν τη διδασκαλία του Μποντάνις, κάτι που του έδωσε εξέχουσα θέση και έναν καλό μισθό στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

    Τα βιβλία του καλύπτουν πλήθος θεματικών, από την ιστορία του ηλεκτρισμού μέχρι την ειδική σχετικότητα. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται τα ευπώλητα Ηλεκτρικό Σύμπαν (εκδοτικός οίκος Λιβάνης), Η βιογραφία της πιο διάσημης εξίσωσης στον κόσμο – E=mc² (εκδοτικός οίκος Λιβάνης), The Secret House: Twenty-four Hours in the Strange and Unexpected World  in Which We Spend Our Nights and Days, και το έργο με το οποίο ξεκίνησε τη  συγγραφική καριέρα του The Body Book: A Fantastic Voyage to the World Within.

    Σήμερα, ο Μποντάνις είναι ένας βραβευμένος συγγραφέας και ακαδημαϊκός της Οξφόρδηςμε ειδίκευση στις γεωπολιτικές τάσεις. Κάνει πολύ συχνά ομιλίες για διάφορα θέματα που ενδιαφέρουν τους νέους επιχειρηματίες, τους φοιτητές  και, γενικώς, την κοινότητα των επιστημόνων.

    Η ικανότητά του να μελετά περίπλοκα θέματα και να τα απεικονίζει μέσα από συναρπαστικές, διορατικές ιστορίες, τον έχει καταστήσει εξαιρετικά χρήσιμο σύμβουλο επιχειρήσεων και οργανισμών. Εξετάζει οτιδήποτε, από τις μεταφορές μέχρι την τεχνολογία και την ενέργεια, την οικονομία και την κλιματική αλλαγή  μέσα από το πρίσμα των ιστορικών γεγονότων και των ανακαλύψεων. Αντλώντας πληροφορίες από σχεδόν 900 πολυεθνικές εταιρείες, εξετάζει τις στρατηγικές που επιτρέπουν σε επιχειρήσεις και οργανισμούς να επιβιώνουν, να αναπτύσσονται και να καινοτομούν, διατηρώντας τους επιχειρηματικούς στόχους τους, τα ιδεώδη και την ιστορία τους. Εκτός από την ανάπτυξη και την καινοτομία, ο Μποντάνις αποπειράται απαντήσεις σε θεμελιώδη επιχειρηματικά ερωτήματα. Πώς εξισορροπεί μια εταιρεία την επιβίωση με την απόδοση; Πώς μπορεί να ελεγχθεί το κόστος χωρίς να επηρεαστούν οι μακροπρόθεσμες σχέσεις με τους πελάτες και το προσωπικό; Και τι σημαίνει η αναταραχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης για την παγκοσμιοποίηση στο σύνολό της; Σήμερα, μέσα από τη διδασκαλία και τη συγγραφή, ο Ντέιβιντ Μποντάνις βοηθά ομάδες φοιτητών και νέων επιχειρηματιών να προβλέψουν τις μελλοντικές τάσεις στην τεχνολογία, οραματιζόμενος τον εργασιακό και επιχειρηματικό κόσμο του αύριο.”

  • OI ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΙ

    OI ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΙ

    Ο βίος και τα επιτεύγματα σπουδαίων μαθηματικών, από τον Ζήνωνα έως τον Poincaré (ενιαίος τόμος)

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

    ERIC TEMPLE BELL

    Μετάφραση: Μανώλης Μαγειρόπουλος Νικηφόρος ΣταματάκηςΤί είδους άνθρωποι ήταν αυτοί που δημιούργησαν τα μαθηματικά, από τους αρχαίους Έλληνες έως τον Poincaré; Mε έμφαση στην προσωπικότητα των μεγάλων αυτών μαθηματικών, με γλαφυρότατες αναφορές στο πνεύμα της κάθε εποχής και στο κοινωνικό, πολιτικό, φιλοσοφικό ή θρησκευτικό πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν οι μεγάλες μαθηματικές ιδέες, άλλοτε με την ενθάρρυνση, συχνότερα όμως με την εχθρότητα ή η στενοκεφαλιά αυτού του κοινωνικού περιγύρου, στο βιβλίο παρουσιάζονται, εν είδει μυθιστορηματικής βιογραφίας, με πολύ χιούμορ, σαρκασμό συχνά, αλλά με το σπινθηροβόλο πάντα πνεύμα του συγγραφέα, τα επιτεύγματα της μαθηματικής επιστήμης. Oι μεγάλοι μαθηματικοί έχουν παίξει έναν ρόλο στην εξέλιξη της επιστήμης συγκρίσιμο με εκείνον που έπαιξαν οι φιλόσοφοι και οι φυσικοί επιστήμονες. Ωστόσο, οι βασικές ιδέες με τις οποίες έχουν υφανθεί τα μαθηματικά είναι απλές, όμορφες, και μέσα στα πλαίσια κατανόησης κάθε ανθρώπου που διαθέτει μια μέση νοημοσύνη. Mέσα από αυτό το ευχάριστο και πνευματώδες βιβλίο, ο αναγνώστης θα αποκτήσει μια γνώση πολύτιμη, αλλά και μια εμπειρία μοναδική για τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται οι επιστήμες, με γνώμονα τη ζωή των δημιουργών τους.ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

    Ο Eric Temple Bell γεννήθηκε το 1883 στην Aberdeen της Σκωτίας και έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Αγγλία. Μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1902 και αργότερα ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο του Stanford, απ’ όπου αποφοίτησε το 1904. Το 1908 ήταν βοηθός καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Washington, όπου και πήρε το Master of Arts το 1909. Κατόπιν, το 1911, ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο της Columbia από το οποίο πήρε διδακτορικό δίπλωμα το 1912. Επέστρεψε στην Washington ως λέκτορας των Μαθηματικών και έγινε καθηγητής εκεί το 1921. Μεταξύ του 1924 και του 1928 δίδαξε στους θερινούς κύκλους μαθημάτων του Πανεπιστημίου του Σικάγου, και στο πρώτο εξάμηνο του 1926 στο Harvard. Το 1927 εξελέγη καθηγητής των Μαθηματικών στο Caltech. Διετέλεσε Πρόεδρος της Mathematical Association of America και Αντιπρόεδρος της Αμερικανικής Μαθηματικής Εταιρείας, καθώς και της American Association for the Advancement of Science. Διετέλεσε επίσης μέλος της εκδοτικής επιτροπής του Transactions of the A.M.S., του American Journal of Mathematics και του Journal of the Philosophy of Science. Υπήρξε μέλος πολλών μαθηματικών εταιρειών ανά τον κόσμο, καθώς και της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ. Για το ερευνητικό του έργο τιμήθηκε με το βραβείο Bôcher της Αμερικανικής Μαθηματικής Εταιρείας. Συνέγραψε συνολικά 12 βιβλία, μεταξύ των οποίων τα Purple Supphire (1924), Algebraic Arithmetic (1927), Debunking Science και Queen of the Sciences (1931), Numerology (1933) και το The Search for Truth (1934). Απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 1960, λίγο πριν την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου The last Problem.