Author: Βασίλης Λεμπέσης

  • Oμιλία Δημήτριου Τσομώκου: ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ: ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

    Oμιλία Δημήτριου Τσομώκου: ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ: ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

    To InScience σας παρουσιάζει την ομιλία του Δημήτριου Τσομώκου, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, με τίτλο “ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ: ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ”, που διοργανώθηκε τη Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2025.Περίληψη:

    Η πολιτική οικονομία των χρηματοπιστωτικών κρίσεων προϋποθέτει την υποδειγματοποίηση της αθέτησης δανειακών υποχρεώσεων και χρεοκοπίας. Η παρούσα ομιλία υποδειγματοποιεί την χρηματοπιστωτική αστάθεια χρησιμοποιώντας του υπόδειγμα Goodhart-Tsomocos. Το υπόδειγμα εμπεριέχει ατελείς κεφαλαιακές αγορές, περιορισμούς ρευστότητας, ετερογενείς επενδυτές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αναλύουμε ρυθμιστικές και νομισματικές παρεμβάσεις για την εξομάλυνση των εξωτερικών οικονομιών και την βελτίωση της οικονομικής ευημερίας κατά Pareto. Ο ρόλος της αθέτησης οικονομικών υποχρεώσεων και της χρεοκοπίας όπως επίσης και η αλληλεπίδραση του πραγματικού και του ονομαστικού τομέα της οικονομίας είναι καθοριστικά συστατικά στοιχεία του υποδείγματος. Τέλος, συσχετίζεται η πρόσφατη κρίση της Ευρωζώνης με τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του υποδείγματος.ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

    Ο Δημήτριος Τσομώκος είναι Καθηγητής Χρηματιστηριακών Οικονομικών στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων SAÏD, και Εταίρος στη Διοίκηση στο St. Edmund Hall στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι επίσης Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης στην Ομάδα Χρηματοοικονομικών Αγορών του London School of Economics.
    Ως μαθηματικός οικονομολόγος, οι κύριοι τομείς εξειδίκευσής του περιλαμβάνουν:

    • Τραπεζική και ρύθμιση
    • Ενδογενές χρήμα, ρευστότητα και χρηματοπιστωτική αστάθεια
    • Ατελείς αγορές περιουσιακών στοιχείων
    • Θεωρητική τιμολόγηση περιουσιακών στοιχείων
    • Συστημικό κίνδυνο
    • Ζητήματα νέας χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής

    Η έρευνά του έχει επηρεάσει σημαντικά την οικονομική πολιτική σε παγκόσμιο επίπεδο. Ειδικότερα, αναλύει ζητήματα μετάδοσης κρίσεων, χρηματοπιστωτικής ευθραυστότητας, διασυνδέσεων μεταξύ τραπεζών και τις επιπτώσεις των κανονισμών της Συμφωνίας της Βασιλείας στη μακροοικονομία, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο Γενικής Ισορροπίας με ατελείς αγορές περιουσιακών στοιχείων, χρήμα και ενδογενή αθέτηση υποχρεώσεων. Εργάζεται προς τη διαμόρφωση ενός νέου παραδείγματος νομισματικής πολιτικής, ανάλυσης χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και μακροπροληπτικής ρύθμισης. Δημοσιεύει συχνά σε κορυφαία επιστημονικά περιοδικά, όπως τα Journal of Mathematical Economics, Economic Theory, Journal of Economic Theory, Journal of Money, Credit and Banking, Journal of Financial Stability, Annals of Finance, International Journal of Central Banking, Journal of Economics και Journal of Political Economy.

    Το 2003, συν-ανέπτυξε το μοντέλο Goodhart – Tsomocos για τη χρηματοπιστωτική ευθραυστότητα, ενώ εργαζόταν στην Τράπεζα της Αγγλίας. Το μοντέλο έχει σημαντική επίδραση και έχει βαθμονομηθεί ή βρίσκεται σε διαδικασία βαθμονόμησης από περισσότερες από δέκα κεντρικές τράπεζες, όπως η Κεντρική Τράπεζα της Βουλγαρίας, της Κολομβίας, της Αγγλίας, της Τζαμάικα, της Νότιας Κορέας, της Ρωσίας και της Χιλής. Το 2011, παρείχε μαρτυρία στη Βουλή των Λόρδων για την Έκθεση της Υποεπιτροπής Οικονομικών και Διεθνούς Εμπορίου σχετικά με το μέλλον της οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ.

    Ο Δημήτριος Τσομώκος έχει διατελέσει οικονομικός σύμβουλος ενός από τα κύρια πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα και παρέχει τακτικά σχόλια για την ελληνική οικονομία σε τοπικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης. Έχει συνεργαστεί με κεντρικές τράπεζες σε χώρες όπως η Αγγλία, η Βουλγαρία, η Κολομβία, η Ελλάδα, η Νότια Κορέα και η Νορβηγία, εφαρμόζοντας το μοντέλο Goodhart – Tsomocos και παρέχοντας συμβουλές για ζητήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

    Από την ένταξή του στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων SAÏD το 2002, έχει συμβάλει στον σχεδιασμό και την υλοποίηση των εκπαιδευτικών και ερευνητικών προγραμμάτων της σχολής. Υπήρξε Διευθυντής του MSc in Financial Economics και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του Διδακτορικού Προγράμματος στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (Οικονομικά της Χρηματοδότησης). Είναι επίσης μέλος της Εταιρείας για την Προώθηση της Οικονομικής Θεωρίας (Society for the Advancement of Economic Theory). Επιβλέπει διδακτορικούς φοιτητές τόσο στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων SAÏD όσο και στο Τμήμα Οικονομικών. Κάποιοι από τους πρώην φοιτητές του έχουν ενταχθεί σε κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα παγκοσμίως ως επίκουροι καθηγητές, ενώ άλλοι εργάζονται στο ΔΝΤ, το Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, την Τράπεζα της Αγγλίας και την Τράπεζα της Ταϊλάνδης.

    Πριν από την ένταξή του στη SAÏD, ο Δημήτριος δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Columbia και εργάστηκε ως οικονομολόγος στην Τράπεζα της Αγγλίας. Κατέχει πτυχίο BA, MA, MPhil και διδακτορικό (PhD) από το Πανεπιστήμιο Yale.

    Κεφάλαια της Ομιλίας

    00:00:21 Εισαγωγή – Χαιρετισμός

    00:05:40 Ομιλία

    01:10:20 Ερωτήσεις

    01:10:45 Τι μαθηματικά εργαλεία (δηλαδή ποιούς τομείς της μαθηματικής επιστήμης) έχετε χρησιμοποιήσει στην ανάπτυξη του μοντέλου σας. Ή πιο απλά τι μαθηματικά πρέπει να ξέρει κάποιος για να ασχοληθεί με τέτοια υποδείγματα;

    01:13:27 Υπάρχουν άλλα μοντέλα που να μελετούν τα ίδια οικονομικά φαινόμενα με το δικό σας; Αν ναι, σε τι υπερέχει ή υπολείπεται το δικό σας σε σχέση με αυτά;

    01:15:05 Η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης πως θα επηρεάσει την χρήση υποδειγμάτων σαν και το δικό σας στο χώρο της οικονομίας;

    01:16:05 Ποιο το μέλλον της επιστήμης της οικονομετρίας με την έλευση της ΤΝ;

    1:16:45 Ποιες θεωρητικές και πρακτικές προκλήσεις εγείρει η εφαρμογή του υποδείγματος Goodhart-Tsomocos στην ανάλυση και διαχείριση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων;

    1:18:05 Πώς επηρεάζεται το υπόδειγμα από την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης ή, ακόμα από τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις παγκοσμίως στο πέρασμα του χρόνου;

    1:20:15 Έχει δείξει προβλεπτική ισχύ το υπόδειγμά σας;

    1:21:20 Επίλογος

  • Αλγόριθμοι της Αντίστασης

    Αλγόριθμοι της Αντίστασης

    ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΠΗ

    Tiziano Bonini & Emiliano Treré

    Μετάφραση: Ελένη Τσατσαρώνη 

    Επιμέλεια – Διόρθωση: Τραϊανός Μάνος

    ISBN: 978-618-5895-00-6
    Διαστάσεις: 16 Χ 23
    Αριθμός σελίδων:
    348
    Τιμή: € 2
    0 + ΦΠΑ 6%

    Έτος έκδοσης: 2024Περιγραφή

    Το βιβλίο «Αλγόριθμοι της Αντίστασης: Η καθημερινή πάλη ενάντια στην εξουσία της πλατφόρμας» εξετάζει πώς εργαζόμενοι, influencer και ακτιβιστές οικειοποιούνται και χρησιμοποιούν τους αλγορίθμους που ελέγχουν τις ζωές μας, αναπτύσσοντας τακτικές αλγοριθμικής αντίστασης;

    Οι αλγόριθμοι βρίσκονται πλέον παντού γύρω μας, εισχωρώντας σταδιακά σε ολοένα και περισσότερες πτυχές της καθημερινότητάς μας. Σε αντίθεση με πολλές απόψεις που παρουσιάζουν την εξουσία των πλατφορμών ως ψυχρή και μονολιθική, το βιβλίο Αλγόριθμοι της Αντίστασης υπογραμμίζει ότι τα άτομα μπορούν να αντιστέκονται στους αλγορίθμους σε διάφορα πεδία. Βασιζόμενοι σε πλούσιο εθνογραφικό υλικό που συνέλεξαν από τον Παγκόσμιο Βορρά και τον Παγκόσμιο Νότο, o Tiziano Bonini και o Emiliano Treré εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους τα άτομα οικειοποιούνται και αναδρομολογούν τους αλγορίθμους, προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους σε τρία πεδία της καθημερινότητας: την περιστασιακή εργασία, τις πολιτισμικές βιομηχανίες και την πολιτική.

    Αναλύοντας ένα μεγάλο εύρος πρακτικών, οι Bonini και Treré αποκαλύπτουν το ηθικό πρόταγμα που είναι κοινό σε όλες και όλους τους χρήστες των πλατφορμών – από τους διανομείς μέχρι τους καλλιτέχνες και από τους influencer μέχρι τα κοινωνικά κινήματα: να αντισταθούμε στην εξουσία των πλατφορμών και να χρησιμοποιήσουμε την εμπρόθετη δράση μας για να συμβάλουμε στην ανάπτυξη ενός εναλλακτικού αλγοριθμικού πολιτισμού.Bιογραφικά Συγγραφέων

    Tiziano Bonini ( Τιτσιάνο Μπονίνι ) (1977). Έναι Διδάκτωρ στα Μέσα Επικοινωνίας και Δημόσιας Σφαίρας στο Πανεπιστήμιο της Σιένα, ( 2008 ), είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στις Σπουδές Μέσων Ενημέρωσης στο Τμήμα Κοινωνικών, Πολιτικών, Γνωστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Σιένα. Τα τρέχοντα ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι η πολιτική οικονομία των ψηφιακών πλατφορμών και των πολιτιστικών βιομηχανιών

    Emiliano Treré ( Εμιλιάνο Τρερέ ) Είναι Λέκτορας στο Cardiff’s School of Journalism, Media and Culture, και πρώην Αναπληρωτής Καθηγητής στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Querétaro, Μεξικό (2011-2016).  Η έρευνά μου πραγματεύεται το ζήτημα του ψηφιακού ακτιβισμού από θεωρητική σκοπιά σε σχέση με κρίσιμα ζητήματα πολιτισμού και ταυτότητας από τη μια πλευρά και με την ανάπτυξη θεωρητικών πλαισίων που σχετίζονται με τις θεωρίες των μέσων αλλαγής ως διαμεσολάβηση, οικολογίες μέσων και διαμεσολάβηση από την άλλη. Γνωρίζοντας άπταιστα τρεις γλώσσες, είμαι διεθνώς αναγνωρισμένος ως «γέφυρα» μεταξύ των «σχολών σκέψης» της Δύσης και της Λατινικής Αμερικής στις μελέτες των μέσων ενημέρωσης, της επικοινωνίας και του κοινωνικού κινήματος. Από τον Νοέμβριο του 2018, ενεργώ ως αντιπρόεδρος του τμήματος «Επικοινωνία και Δημοκρατία» του ECREA (Ευρωπαϊκή Ένωση Έρευνας και Εκπαίδευσης στην Επικοινωνία).

    Κριτικές

    «Η εξαιρετική ανάλυση των Bonini και Treré σχετικά με το πώς οι χρήστες παλεύουν με την αλγοριθμική εξουσία αποτελεί έναν θαυμάσιο οδηγό για τη δυναμική που κινεί το οικοσύστημα των πλατφορμών. Απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους ενδιαφέρονται για τις κοινωνικοτεχνικές διεργασίες των σύγχρονων μέσων.»

    ― José van Dijck, Καθηγητής Μέσων και Ψηφιακών Κοινωνιών, Πανεπιστήμιο Ουτρέχτης, συγγραφέας του The Culture of Connectivity, συν-συγγραφέας του The Platform Society

    «Ένας ύμνος στην ανθρώπινη πρωτοβουλία και ανθεκτικότητα απέναντι σε μια ολοένα και πιο διεισδυτική αλγοριθμική κουλτούρα. Οι Bonini και Treré αναλύουν τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η αντίσταση είναι εφικτή.»

    ― William Uricchio, Καθηγητής Συγκριτικών Μέσων, MIT, συν-συγγραφέας του Collective Wisdom

    «Βασισμένο σε πλούσια επιτόπια έρευνα, ψηφιακή εθνογραφία και συνεντεύξεις στην Ινδία, την Κίνα, το Μεξικό, την Ιταλία και την Ισπανία, αυτό το βιβλίο παρέχει μια βαθιά διορατική εξερεύνηση του πώς οι εργαζόμενοι σε πλατφόρμες, οι δημιουργοί και οι ακτιβιστές εμπλέκονται τακτικά με τους αλγόριθμους των πλατφορμών.»

    ― Thomas Poell, Καθηγητής Δεδομένων, Πολιτισμού & Ιδρυμάτων, Πανεπιστήμιο Άμστερνταμ, συν-συγγραφέας των The Platform Society και Platforms and Cultural Production

  • Συζήτηση με τον φιλόσοφο Luciano Floridi για την Τεχνητή Νοημοσύνη (14/01/2025)

    Συζήτηση με τον φιλόσοφο Luciano Floridi για την Τεχνητή Νοημοσύνη (14/01/2025)

    Γιάννης Περπερίδης & Αλέξανδρος Σχισμένος

    Μετάφραση, επιμέλεια μετάφρασης και επιστημονική επιμέλεια: Γιάννης Περπερίδης, Αλέξανδρος ΣχισμένοςΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

    Ο Luciano Floridi είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Yale και ιδρυτικός διευθυντής του Κέντρου Ψηφιακής Ηθικής του ιδίου πανεπιστημίου. Για περισσότερα από τριάντα χρόνια ήταν καθηγητής Φιλοσοφίας και την Ηθικής της Πληροφορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 300 έργα σχετικά με τη φιλοσοφία της πληροφορίας, την ψηφιακή ηθική, την ηθική της τεχνητής νοημοσύνης και τη φιλοσοφία της τεχνολογίας. Τα πιο πρόσφατα βιβλία του είναι τα: The Ethics of Artificial Intelligence – Principles, Challenges, and Opportunities (Oxford University Press, 2023) και The Green and The Blue – Naive Ideas to Improve Politics in the Digital Age (Wiley, 2023). Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (στα ελληνικά κυκλοφορούν βιβλία του από τις εκδόσεις Νήσος και τις εκδόσεις ΟΞΥ). Παγκοσμίως γνωστός ως μία από τις πιο έγκυρες φωνές της σύγχρονης φιλοσοφίας, θεωρείται ο ιδρυτής της φιλοσοφίας της πληροφορίας και ένας από τους σημαντικότερους ερμηνευτές της ψηφιακής επανάστασης. Ασχολείται έντονα με πολιτικές πρωτοβουλίες σχετικά με την κοινωνικές και ηθικές αξίες και τις επιπτώσεις των ψηφιακών τεχνολογιών και των εφαρμογών τους και συνεργάζεται στενά σε αυτά τα θέματα με πολλές κυβερνήσεις και εταιρείες παγκοσμίως. Το έργο του έχει αναγνωριστεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις. Ενδεικτικά, το 2022, ο Sergio Mattarella, Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, του απένειμε την πιο σημαντική τιμή της Ιταλίας, τον τίτλο του Ιππότη του Μεγάλου Σταυρού του Τάγματος της Αξίας, σε αναγνώριση του θεμελιώδους έργου του στη φιλοσοφία.Γιάννης Περπερίδης: Σας ευχαριστούμε θερμά που δεχθήκατε την πρόσκληση να κάνουμε σήμερα αυτή τη συζήτηση. Είναι μεγάλη μας τιμή. Και, φυσικά, ήταν τιμή μας να μεταφράσουμε ένα από τα έργα σας στα ελληνικά. Εννοώ ασφαλώς το κείμενό σας «Αυτοκατανόηση. Οι τέσσερις Επαναστάσεις» (από το βιβλίο σας The 4th Revolution) το οποίο μεταφράσαμε και συμπεριλήφθηκε στον τόμο Φιλοσοφία του Ψηφιακού. Μία εισαγωγή (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2024). Εντούτοις, θα πρότεινα σήμερα στη συζήτησή μας, αν συμφωνείτε, να μην εστιάσουμε στο κείμενο που μεταφράσαμε, αλλά να μιλήσουμε περισσότερο για την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), καθώς και οι δύο στρεφόμαστε ερευνητικά σε αυτόν τον τομέα. Για να γνωριστούμε, εγώ είμαι ο Γιάννης Περπερίδης και είμαι διδάσκων στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, εδώ στην Ελλάδα. Διδάσκω Φιλοσοφία της Τεχνολογίας και, πιο ειδικά, φιλοσοφία του ψηφιακού και της ΤΝ. Αξιοποιώ σε μεγάλο βαθμό το έργο σας και προτείνω στις φοιτήτριες και τους φοιτητές μου τα βιβλία σας, ειδικά το Εισαγωγή στη φιλοσοφία της πληροφορικής (Νήσος, 2008).Αλέξανδρος Σχισμένος: Καλησπέρα κύριε καθηγητή, ονομάζομαι Αλέξανδρος Σχισμένος και είμαι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η έρευνά μου επικεντρώνεται στην ψηφιακή, κοινωνικο-ιστορική πραγματικότητα κυρίως, όσον αφορά τη φαινομενολογία και τη φιλοσοφική κριτική, και το έργο σας υπήρξε καθοριστικό για το ερευνητικό έργο και των δύο μας.Luciano Floridi: Σας ευχαριστώ πολύ. Είναι τιμή μου.Γ.Π.: Εμείς σας ευχαριστούμε! Θα ήθελα, λοιπόν, να κάνω μια πρώτη ερώτηση. Το 2016, μοιραστήκατε τη σκηνή με τον John Searle, ο οποίος, όπως γνωρίζουμε, υποστήριξε γενικά ότι οι υπολογιστές –και, θα λέγαμε, κατ’ επέκταση η ΤΝ– λειτουργούν αποκλειστικά μέσω συντακτικών διαδικασιών και δεν διαθέτουν την ικανότητα δημιουργίας ή επεξεργασίας νοήματος. Κάτι που, όπως εκείνος και εγώ θα συμφωνούσα, θεωρείται θεμελιώδες για το τι μας κάνει ανθρώπους. Έτσι, η ερώτησή μου είναι διπλή. Πρώτον, πιστεύετε ότι η ικανότητα δημιουργίας και επεξεργασίας νοήματος είναι πράγματι ένα διακριτικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων, κάτι που τους διαφοροποιεί από άλλα πράγματα, φυσικά και τεχνητά; Και, αν ναι, υπό το πρίσμα των σημερινών εξελίξεων στα νευρωνικά δίκτυα, πιστεύετε ότι η κριτική του Searle παραμένει επίκαιρη;L.F.: Ναι. Στο πρώτο σημείο, πιστεύω ότι η ικανότητα παραγωγής νοήματος ξεκινά, σε κάποιο επίπεδο, από το βιολογικό στάδιο. Ξέρετε, τα δελφίνια, οι σκύλοι, οι γάτες, τα πουλιά έχουν ήδη κάποιο επίπεδο αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «σημασιολογία». Σύμβολα που σημαίνουν κάτι και μερικές φορές σημαίνουν κάτι διαφορετικό ανάλογα με τις περιστάσεις. Όταν λέμε ότι η σημασιολογία ή το νόημα είναι μοναδικά ανθρώπινα, εννοούμε τις πλήρεις ιδιότητες, όλα τα χαρακτηριστικά που περιλαμβάνουν μια ουσιαστική κατανόηση του κόσμου.

    Έτσι, δεν είναι απλώς θέμα να στέλνουμε ένα σήμα σε ένα άλλο μέλος του είδους μας, κάτι που μοιάζει περισσότερο με μια πολύ απλοποιημένη και στοιχειώδη επικοινωνία. Όλοι γνωρίζουμε ότι πολλά είδη χρησιμοποιούν τους δικούς τους ειδικούς κώδικες για να επικοινωνήσουν, όπως οι μέλισσες που χορεύουν για να δείξουν τη θέση πηγών τροφής στις άλλες μέλισσες. Αλλά στην περίπτωσή μας, χρησιμοποιούμε τη γλώσσα για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο. Και αυτό είναι διαφορετικό είδος σημασιολογίας. Αυτό εννοώ με τον όρο σημασιολογία. Η γλώσσα, αλλά και πολλές άλλες σημειωτικές εκφράσεις, όπως η μουσική. Θα μπορούσαν να είναι εικόνες. Τα χρησιμοποιούμε όχι μόνο για να πούμε στους άλλους ότι, ας πούμε, υπάρχει ένας κίνδυνος στη ζούγκλα, αλλά ως έναν τρόπο κατανόησης και ερμηνείας του γεγονότος ότι κάτι είναι ζούγκλα, και όχι δάσος ή κήπος.

    Η σημασιολογία είναι ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε την πραγματικότητα και βρίσκουμε νόημα για τον εαυτό μας μέσα σε αυτήν. Και αυτό είναι «δημιουργία κόσμου» ή εννοιολόγηση της πραγματικότητας. Αυτό εννοώ με τον όρο σημασιολογία, με την ισχυρή έννοια. Και αυτό είναι, τυπικά και όσο γνωρίζουμε, αποκλειστικά ανθρώπινο.

    Χάρη στη σημασιολογία, δεν είμαστε διαρκώς εδώ και τώρα. Μπορούμε να βρισκόμαστε σε έναν διαφορετικό χώρο, σε έναν διαφορετικό χρόνο. Και ξαφνικά, όχι. Αυτή είναι η ισχυρή έννοια της σημασιολογίας, που είναι μοναδικά ανθρώπινη, όσο γνωρίζουμε. Ίσως να υπάρχουν, ποιος ξέρει, άλλα είδη στο σύμπαν. Το σύμπαν είναι τεράστιο, αλλά δεν τα έχουμε συναντήσει. Και οτιδήποτε σαν εμάς ή ανώτερο από εμάς, όπως οι άγγελοι και οι θεοί, μπορεί να διαθέτει αυτού του είδους τη σημασιολογία.

    Έτσι, αν διακρίνουμε μεταξύ σημασιολογίας ως ικανότητας μεταφοράς σημάτων και σημασιολογίας ως τρόπου κατανόησης και παροχής μιας αφηγηματικής ερμηνείας του κόσμου, η δεύτερη είναι τυπικά και αποκλειστικά ανθρώπινη.

    Κατά τη γνώμη μου, φιλοσοφικά μιλώντας –αν και δεν είμαι σίγουρος αν οι νευροεπιστήμονες θα συμφωνούσαν–, πιστεύω ότι αυτό απαιτεί μια ειδική αποστασιοποίηση από τον κόσμο, σχεδόν σαν να είμαστε κάπως «χαλασμένοι» μηχανισμοί. Οι υπολογιστές, αν μου επιτρέπετε την αναλογία, δεν είναι αρκετά «χαλασμένοι». Ομοίως, τα ζώα ή οι βιολογικοί οργανισμοί που μας περιβάλλουν δεν είναι αρκετά «χαλασμένοι». Εμείς, κατά κάποιον τρόπο, είμαστε αποστασιοποιημένοι, «χαλασμένοι» με αυτή την έννοια.

    Έτσι, βλέπουμε τον κόσμο όχι με έναν άμεσο, πρωτογενή, εδώ και τώρα τρόπο, αλλά ως κάτι άλλο. Αυτό το «κάτι άλλο» στέκεται απέναντί μας. Είναι το αντικείμενο (Gegenstand) που μας αντιπαρατίθεται, αλλά και το «πράγμα καθ’ εαυτό» (Ding an sich), ο κόσμος όπως είναι, ο οποίος λειτουργεί ως πηγή για τις κατασκευές μας ή τις καθιστά δυνατές. Ο κόσμος, λοιπόν, ως αντικείμενο, μας περιορίζει και μας παρέχει δυνατότητες ταυτόχρονα. Αντιδρούμε σε αυτόν μέσω του νοήματος και της σημασιολογίας. Μετατρέπουμε τη γλώσσα από έναν κώδικα επικοινωνίας σε ένα εργαλείο κατανόησης.

    Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να ερμηνεύουμε την πραγματικότητα μέσω νοηματικών ροών, κάνοντάς την περισσότερο κατανοητή –ίσως ακόμα και πιο τρομακτική. Γιατί μπορούμε να βλέπουμε πράγματα εκεί που δεν υπάρχουν, εξαιτίας του νοήματος που αποδίδουμε στα σύννεφα και τα δέντρα, στις συνομιλίες και τις χειρονομίες ενός φίλου και ούτω καθεξής.

    Για αυτό είμαστε σημασιολογικές οντότητες και τα μόνα σημασιολογικά όντα, με αυτή την ισχυρή έννοια. Είμαστε αφηγηματικοί πράκτορες και οι μόνοι που γνωρίζουμε. Τα μόνα σημασιολογικά όντα που γνωρίζουμε στο σύμπαν. Αλλά θα προσθέσω: προς το παρόν. Όπως είπα, το σύμπαν είναι τεράστιο.

    Όταν ο John Searle λέει ότι οι υπολογιστές είναι συντακτικές μηχανές, έχει απόλυτο δίκιο. Οποιοδήποτε υπολογιστικό ον, οποιαδήποτε μηχανή Turing, συμπεριλαμβανομένων των μορφών ΤΝ, επεξεργάζεται δεδομένα –όχι πληροφορίες– ανεξάρτητα από το αν λειτουργεί ντετερμινιστικά ή στατιστικά, με όρους αναγκαίων συμπερασμών ή πιθανοτήτων. Είναι η διάκριση μεταξύ σύνταξης (πώς συνδυάζονται στοιχεία με βάση κανόνες) και σημασιολογίας (τι μπορεί να σημαίνουν τα στοιχεία και οι συνδυασμοί τους). Τα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων μπορούν να κάνουν καταπληκτικά πράγματα συντακτικά, αλλά όχι σημασιολογικά.

    Η εποχή μας θα μείνει στην ιστορία, μεταξύ άλλων, και ως η εποχή που ανακάλυψε πόσα μπορούν να γίνουν μέσω της σύνταξης, σε πεδία όπου νομίζαμε ότι μόνο η σημασιολογία μπορούσε να πετύχει αυτό που θέλαμε. Αυτό εισάγει κάποιες διακρίσεις για να απαντήσω στην ερώτησή σας.

    Η κριτική του Searle παραμένει επίκαιρη; Απόλυτα. Και πιστεύω ότι όλη η ρητορική και οι συχνά σκόπιμα ασαφείς παρατηρήσεις για την ΤΝ είναι είτε αφελείς είτε παραπλανητικές. Μπορεί να πρόκειται για κακή φιλοσοφία, όπως κάνουν μερικοί επιστήμονες υπολογιστών, και έχω συγκεκριμένους διάσημους ανθρώπους στο μυαλό μου. Το θέμα δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνουν την τεχνολογία. Δεν έχουν καλή επιστημολογική κατανόηση αυτής. Δεν ξέρουν πώς να κατανοήσουν την τεχνολογία, κάτι που είναι πολύπλοκο ζήτημα. Έτσι, εξαιρετικοί επιστήμονες και μηχανικοί μπορεί να είναι απαίσιοι, απαίσιοι φιλόσοφοι.

    Το γεγονός ότι ακούμε τόσα πολλά για την ΤΝ και την «ικανότητά της να κατανοεί» είναι κατά βάση δικό μας ρητορικό δημιούργημα. Είναι σαν να κοιτάμε τα σύννεφα και να βλέπουμε πρόσωπα ή να κοιτάμε τα δέντρα και να σκεφτόμαστε ότι, αφού κινούνται, μεγαλώνουν και θροΐζουν στο δάσος, πρέπει να έχουν επιθυμίες, συναισθήματα και σχέδια. Υπάρχουν περισσότερες δυνάμεις σε αυτό το σύμπαν. Δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει. Και δεν ισχύει ούτε για την ΤΝ. Είναι μια νέα μορφή ανιμισμού που δεν πρέπει να υιοθετήσουμε.

    Όταν ήμασταν πολιτισμικά νεότεροι, δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στον πειρασμό να φανταστούμε ότι ένας σεισμός ήταν εκδήλωση μιας θεότητας. Ωστόσο, ένας σεισμός δεν επικοινωνεί μαζί μας· δεν το χρειάζεται. Όταν όμως έχεις μπροστά σου ένα αντικείμενο που ανταποκρίνεται στις ερωτήσεις σου, φαίνεται σαν το αντικείμενο να καταλαβαίνει. Αυτή η αλληλεπίδραση είναι ακόμα πιο δελεαστική· μας ωθεί να πιστεύουμε σε μια βαθύτερη, πιο εννοιολογική κατανόηση. Αλλά είναι μια ψευδαίσθηση, ένα τρικ που συμβαίνει στη διεπαφή.

    Το ουσιαστικό σημείο εδώ είναι ότι ανακαλύψαμε πως υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να φτάσεις στον ίδιο στόχο. Μπορούμε να φτάσουμε στο ίδιο αποτέλεσμα μέσω διαφορετικών διαδρομών. Είναι σαν να πλένουμε τα πιάτα: μπορώ να τα πλύνω εγώ, ή μπορεί να το κάνει ένα πλυντήριο πιάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κάνουμε με τον ίδιο τρόπο, ούτε ότι είμαστε το ίδιο είδος οντότητας. Και στις δύο περιπτώσεις, τα πιάτα καταλήγουν καθαρά. Αν έρθετε στο σπίτι μου και δείτε καθαρά πιάτα, δεν θα ξέρετε αν τα έπλυνα εγώ ή το πλυντήριο πιάτων. Τι μπορείτε, λοιπόν, να συμπεράνετε φιλοσοφικά από αυτό; Αν γνωρίζετε, ίσως συμπεράνετε ότι έχουμε διαφορετικούς τρόπους να πλένουμε τα πιάτα. Η μηχανή το κάνει με έναν μοναδικό τρόπο, πολύ διαφορετικό από την ανθρώπινη προσπάθεια.

    Σήμερα, αυτό που ανακαλύψαμε είναι ότι το περιεχόμενο –οπτικό και γραπτό– μπορεί να παραχθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Αυτό δεν λέει τίποτα, και εννοώ απολύτως τίποτα, για τη φύση της πηγής και τη φύση της διαδικασίας. Εδώ είναι που χανόμαστε εντελώς. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι καλή ιδέα να υπενθυμίζουμε στους ανθρώπους το παράδειγμα του κινέζικου δωματίου και παρόμοιες ιδέες. Είναι ένας διαισθητικός τρόπος να περιγράψουμε τι συμβαίνει όταν έχουμε επεξεργασία δεδομένων χωρίς καμία κατανόηση, και, παρ’ όλα αυτά, το αποτέλεσμα φαίνεται απόλυτα λογικό.

    Μπορώ να δώσω ένα τελευταίο παράδειγμα πριν προχωρήσουμε; Είναι λίγο σαν το κινέζικο δωμάτιο. Φανταστείτε μια τεράστια διαφανή οθόνη ανάμεσα σε εσάς και, στην άλλη πλευρά, ένα σύστημα ΤΝ. Και οι δύο έχετε να συναρμολογήσετε ένα παζλ με 1.000.000 κομμάτια πάνω στην οθόνη. Μπορείτε να κολλήσετε και να ξεκολλήσετε τα κομμάτια εύκολα. Καθώς η μηχανή αρχίζει να συνθέτει το παζλ, εσείς αρχίζετε να βλέπετε μια εικόνα να σχηματίζεται –ας πούμε τη «Σχολή των Αθηνών». Οι μορφές αρχίζουν να παίρνουν σχήμα και μπορεί να σκεφτείτε: «Όποιος συναρμολογεί αυτό το παζλ ξέρει ακριβώς πού πάει κάθε κομμάτι, καταλαβαίνει ότι το μπλε αντιπροσωπεύει τον ουρανό, ότι αυτό το τμήμα απεικονίζει μέρος του κτηρίου και εκείνο ίσως ένα βιβλίο». Φαίνεται σαν το σύστημα ΤΝ να κατανοεί την πλήρη εικόνα.

    Αλλά στην πραγματικότητα, στην άλλη πλευρά, η ΤΝ βλέπει μόνο λευκά κομμάτια παζλ. Εσείς βλέπετε τα χρώματα, τα σχήματα, την πλήρη εικόνα, και πού πάνε τα κομμάτια, ίσως ακολουθώντας κάποιες απλές στρατηγικές (όλοι ψάχνουμε τις τέσσερις γωνίες), αλλά η ΤΝ ασχολείται μόνο με τα σχήματα και το πόσο καλά ταιριάζουν μεταξύ τους. Εσείς δουλεύετε με το παζλ σημασιολογικά· η ΤΝ το κάνει συντακτικά. Συνδυάζει κομμάτια που ταιριάζουν καθαρά μέσω εκατομμυρίων υπολογιστικών βημάτων και βελτιώσεων, μαθαίνοντας από τα σχήματα, χωρίς καμία πραγματική κατανόηση. Αυτή είναι η στατιστική αναγνώριση προτύπων.

    Αν παρακολουθούμε κάποιον να συνθέτει ένα παζλ, είναι σχεδόν αδύνατο να μην πιστέψουμε ότι καταλαβαίνει τι κάνει. Αλλά αν μπορούσαμε να δούμε τη «συντακτική» οπτική της ΤΝ, θα βλέπαμε μόνο λευκά κομμάτια που ενώνονται με άλλα λευκά κομμάτια και θα καταλαβαίναμε ότι απλώς ταιριάζει σχήματα, χωρίς να κατανοεί την εικόνα. Χρησιμοποιώ αυτό το παράδειγμα στις διαλέξεις για να βοηθήσω τους φοιτητές να καταλάβουν γιατί αυτή η παρανόηση είναι τόσο δελεαστική. Δουλεύουμε με αυτά τα εργαλεία συνεχώς. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι μια απίστευτη μεταμόρφωση στην παραγωγή περιεχομένου, που είναι απόλυτα, 100% συντακτική και στατιστική και δεν έχει καμία σχέση με σημασιολογία ή κατανόηση, που είναι η ικανότητα να εννοιολογούμε τα πράγματα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Αν δεν το καταλάβουμε αυτό, θα χαθούμε εντελώς.Α.Σ.: Αγαπητέ καθηγητή, συμφωνώ απόλυτα με όσα είπατε και οι ιδέες σας μας έχουν βοηθήσει να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τις παρανοήσεις που δημιουργούνται γύρω από την ΤΝ, ειδικά. Και αυτό που επισημάνατε για την ανθρώπινη νοημοσύνη που είναι κατά κάποιο τρόπο θρυμματισμένη, συγκριτικά με τις μηχανές και με τα ζώα, μου θύμισε τον Κορνήλιο Καστοριάδη, έναν Ελληνογάλλο φιλόσοφο, ο οποίος απέδωσε το νόημα της δημιουργίας στην ανθρώπινη φαντασία. Απέδωσε την ανάγκη για νόημα στη δυσπλασία της ανθρώπινης φαντασίας, η οποία κινείται πέρα από τη λειτουργικότητα. Τώρα, στο έργο σας, [Floridi 2019: The Logic of Information, Oxford University Press] προτείνατε μια πολύ χρήσιμη διάκριση μεταξύ της πράξης και της νοημοσύνης όσον αφορά την ΤΝ και, επίσης, μεταξύ της παραγωγικής ΤΝ, που είναι οι εφαρμογές που έχουμε σήμερα, και του σχεδίου της γνωστικής ΤΝ, που κατά τη γνώμη σας, και συμφωνώ με αυτό, είναι κάτι που απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Ωστόσο, θα ήθελα να επισημάνω ότι πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της εφαρμογής o3 του OpenAI, ο Sam Altman ισχυρίστηκε ότι μέχρι το τέλος του 2025 θα έχουμε «συστήματα που θα μπορούν να κάνουν πραγματικά εκπληκτικές γνωστικές εργασίες». Τώρα, με δεδομένο ότι το κοινωνικό μας περιβάλλον περιτυλίσσεται προκειμένου να διευκολυνθεί η ΤΝ, παρά το ψευδές τέτοιων ισχυρισμών, οι εταιρείες αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική επιρροή.

    Τι πιστεύετε για την πολιτική που κρύβεται πίσω από αυτές τις προβλέψεις και τους ισχυρισμούς των εταιρειών ΤΝ, οι οποίοι στην πραγματικότητα επηρεάζουν όχι μόνο το κεφάλαιο και τις χρηματιστηριακές αγορές, αλλά και τη νοοτροπία και τις προσδοκίες του κοινού;L.F.: Ω, είμαι, είμαι πιθανώς το ίδιο ανήσυχος με εσάς σχετικά με τη δύναμη που έχουν αυτές οι εταιρείες. Αν θέλετε, αυτό γίνεται όλο και χειρότερο, διότι οι ίδιες εταιρείες διαθέτουν τόσο μεγάλο όγκο δεδομένων για τους ανθρώπους. Είναι επίσης οι ίδιες εταιρείες που αναπτύσσουν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν αυτά τα δεδομένα για να δημιουργήσουν εργαλεία ΤΝ. Δεν είναι τυχαίο. Τώρα οι κύριοι παίκτες είναι η Microsoft, η Google, η Apple, η Meta, η Amazon και πολύ λίγοι άλλοι και, αν κοιτάξετε, οι ίδιες μεγάλες εταιρείες έχουν τα δεδομένα για να εκπαιδεύσουν όλα αυτά τα μοντέλα ΤΝ. Η υπονόμευση της ιδιωτικής ζωής μέσω των δεδομένων έχει πλέον γίνει η υπονόμευση της αυτονομίας μέσω της ΤΝ.

    Έτσι, όταν παρουσιάζω τις προκλήσεις –τις ονομάζω ανθρωπολογικές προκλήσεις με μια φιλοσοφική έννοια– για τον καθένα από εμάς, επισημαίνω ότι η ΤΝ αμφισβητεί ακόμη περισσότερο την ταυτότητά μας όσον αφορά το ποιοι είμαστε, την ιδιωτική μας ζωή, τα δεδομένα μας και τα προφίλ μας στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης και το Διαδίκτυο. Αλλά αντιμετωπίζουμε μια πρόσθετη πρόκληση που ενισχύει αυτές τις ανησυχίες, επειδή θέτει υπό αμφισβήτηση την ταυτότητά μας από την άποψη του τι μπορούμε να κάνουμε, όχι μόνο το ποιοι είμαστε ή τι μπορούμε να γίνουμε –δηλαδή την οντολογική μας ταυτότητα. Η ΤΝ αμφισβητεί επίσης την πραγματιστική μας ταυτότητα –το είδος της οντότητας που είναι ικανή να εκτελεί ορισμένες ενέργειες, να υπόκειται σε συγκεκριμένες διαδικασίες και να έχει την αυτονομία και την ελευθερία να επιδεικνύει συγκεκριμένες συμπεριφορές. Αυτή η διπλή πρόκληση –ένα διπλό κτύπημα, ας πούμε– δοκιμάζει την ταυτότητά μας τόσο ως προς το ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να κάνουμε, όσο και ως προς το γιατί πραγματικά κάνουμε αυτό που κάνουμε. Θεωρήστε όλα αυτά ως ένα συνεκτικό μπλοκ.

    Αυτό δεν είναι ανησυχητικό μόνο από πολιτιστική και φιλοσοφική άποψη, αλλά είναι επίσης ανησυχητικό από άποψη κοινωνικών και πολιτικών θεμάτων. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν συμβαίνει μόνο σε πολιτιστικό επίπεδο –που θα ήταν αρκετά κακό– αλλά στα χέρια λίγων εταιρειών με τεράστια δύναμη. Αυτές οι εταιρείες, ιδιαίτερα στο σημερινό πολιτικό κλίμα, έχουν δείξει το πραγματικό τους πρόσωπο. Από την Amazon έως την Apple, και από τη Meta έως τη Google και τη Microsoft, αποκαλύπτουν ότι το πρωταρχικό τους μέλημα ως οικονομικοί παράγοντες είναι μόνο το κέρδος, συχνά εις βάρος της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και της κοινωνικής αποδοχής.

    Αυτό είναι βαθύτατα ανησυχητικό. Πρέπει να αντισταθούμε. Εμείς στην Ευρώπη πρέπει να δημιουργήσουμε εναλλακτικές λύσεις.

    Γιατί, αν έχεις μόνο μια μαζική προσφορά από ένα μικρό και ισχυρό ολιγοπώλιο, έτσι αλλάζει η φιλοσοφική ανθρωπολογία. Επανεξετάζουμε ποιοι είμαστε από την άποψη της ταυτότητας και, επομένως, τι είδους ταυτότητα μπορούμε να έχουμε πραγματικά. Αν επρόκειτο απλώς για μια διανοητική, φιλοσοφική συζήτηση, θα ήμουν περισσότερο ενθουσιασμένος εννοιολογικά και λιγότερο ανήσυχος πολιτικά. Όμως πρόκειται για ένα κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, το οποίο με κάνει να ανησυχώ πολύ περισσότερο παρά να είμαι διανοητικά περίεργος.

    Η ανησυχία μας πηγάζει από δύο ή τρεις απλές παρατηρήσεις που όλοι μπορούν να κατανοήσουν.

    Πρώτον, η λογοδοσία. Οι άνθρωποι που οδηγούν αυτούς τους μετασχηματισμούς είναι κοινωνικοπολιτικά μη υπόλογοι ή, μάλλον, είναι υπόλογοι μόνο στις αγορές. Αυτός ο τύπος οικονομικής λογοδοσίας ενισχύει τη ζημιά που προκαλούν οι ενέργειές τους. Όσο πιο κερδοφόρες είναι αυτές οι εταιρείες, τόσο περισσότερο τις ανταμείβει η αγορά και τόσο περισσότερο αγνοούνται τα ζητήματα βιωσιμότητας και κοινωνικής αποδοχής. Αυτός ο στρεβλός μηχανισμός προωθεί την παραμέληση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών αξιών στις οποίες επιθυμούμε να δώσουμε προτεραιότητα.

    Δεύτερον, η έλλειψη ανταγωνισμού. Μερικές φορές, ο ανταγωνισμός μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη λογοδοσίας. Εάν υπάρχει άφθονος ανταγωνισμός, οι ελλείψεις στην κοινωνικοπολιτική λογοδοσία θα μπορούσαν να αμβλυνθούν από τις δυνάμεις της αγοράς, καθώς οι εταιρείες θα πρέπει να έχουν υπόψη τους τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές τους ευθύνες για να παραμείνουν ανταγωνιστικές, δεδομένων των επιλογών των πελατών τους. Για παράδειγμα, αν υπάρχουν πολλά εστιατόρια στο κέντρο της πόλης, ο ανταγωνισμός εξασφαλίζει καλύτερες υπηρεσίες. Ομοίως, αν υπάρχει υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των εταιρειών, θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα για την ανθρωπότητα και τη φύση, ακόμη και ελλείψει αυστηρών κανονισμών. Ωστόσο, αυτός ο ανταγωνισμός απουσιάζει. Το επίπεδο του ανταγωνισμού μεταξύ αυτών των εταιρειών είναι εντελώς ανεπαρκές για να οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή. Δεν ανταγωνίζονται αρκετά έντονα ώστε να θέτουν τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές αξίες σε προτεραιότητα έναντι των περιθωρίων κέρδους.

    Ως εκ τούτου, η έλλειψη λογοδοσίας και ανταγωνισμού καθιστά επικίνδυνη τη δύναμη που κρύβεται πίσω από αυτή την πρόκληση για τη φιλοσοφική μας ανθρωπολογία. Ο κίνδυνος δεν είναι ένας δυστοπικός κόσμος τύπου 1984, αλλά μάλλον ένα σενάριο για τον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο. Είναι ένας κόσμος όπου οι άνθρωποι καταναλώνουν παθητικά ψυχαγωγία, ακολουθούν τις τάσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τους υπαγορεύεται τι να κάνουν, τι να τρώνε, τι να απολαμβάνουν και με ποιον να γίνονται φίλοι. Αυτός ο κόσμος έχει απογυμνωθεί από τις ανθρώπινες αξίες και οι άνθρωποι αρκούνται στην απλή ικανοποίηση των καταναλωτικών τους επιθυμιών.

    Για όποιον αναζητά βαθύτερο νόημα στη ζωή από την απόκτηση νέων συσκευών ή την απόλαυση ενός καλού γεύματος –τα οποία είναι, φυσικά, πολύ ωραία πράγματα– το πραγματικό ζήτημα γίνεται η χειραγώγηση.

    Αυτό είναι το τρίτο σημείο. Αν αφαιρεθούν οι ανθρώπινες αξίες, μαζί με την υπευθυνότητα και τον ανταγωνισμό, οι κατέχοντες την εξουσία μπορούν να υπαγορεύουν την πορεία του κόσμου, οδηγώντας σε ένα μη βιώσιμο και καταστροφικό για τη ζωή σενάριο.

    Επί του παρόντος, εξαντλούμε τους πόρους μας και οδεύουμε προς την καταστροφή, όπως δείχνει η κατάσταση στην Καλιφόρνια. Αυτό είναι το τελικό αποτέλεσμα της τρέχουσας πορείας μας.

    Αλλά υπάρχει ακόμα ελπίδα. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία. Είναι μια ρεαλιστική εκτίμηση της τρέχουσας κρίσης. Αν αναγνωρίσουμε την πρόκληση και αναλάβουμε δράση –όντας πιο μαχητικοί, εξηγώντας, εκπαιδεύοντας και διαμαρτυρόμενοι– μπορούμε να αλλάξουμε κατεύθυνση. Ειδικά στην ΕΕ. Υπάρχει μια αποστολή εδώ να σταματήσουμε και να αλλάξουμε την πορεία μας. Υπάρχει ένας πόλεμος που πρέπει να κερδηθεί και δουλειά που πρέπει να γίνει.

    Η ιστορία είναι αυτό που την κάνουμε και μπορούμε να την αλλάξουμε.

    Πρέπει να πείσουμε τους ανθρώπους ότι η τρέχουσα πορεία μας είναι αυτοκαταστροφική. Δεν βλέπω αρκετή προσπάθεια από αυτή την άποψη, γι’ αυτό καλώ όλους να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, να γίνουμε πιο γενναίοι και να αγωνιστούμε πιο σκληρά. Το τέλος της ιστορίας δεν χρειάζεται να είναι ζοφερό, αν αναλάβουμε δράση τώρα.Γ.Π.: Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, κύριε Floridi. Και, πράγματι, αυτό είναι πολύ ανησυχητικό. Αλέξανδρε, προτείνω να παραμείνουμε σε αυτή την κατεύθυνση και να προχωρήσουμε στην τέταρτη ερώτηση, καθώς έχουμε ήδη αγγίξει τα θέματα της πολιτικής και του περιβάλλοντος. Οι δικές μου ερωτήσεις είναι πιο θεωρητικές και αφορούν ένα διαφορετικό πλαίσιο, οπότε θα τις αφήσω για αργότερα.Α.Σ.: Καθηγητή, υποστηρίξατε τη σύνδεση του Πράσινου και του Μπλε, συγκεκριμένα, της οικολογίας και των ψηφιακών τεχνολογιών [Floridi 2021: The Ethics of AI, Oxford University Press].Με το σκεπτικό ότι πρέπει να παρέμβουμε και ότι «η φιλοσοφία είναι εννοιολογικός σχεδιασμός στα καλύτερά του». Τώρα έχετε επιστήσει την προσοχή στο οικολογικό και περιβαλλοντικό κόστος της χρήσης εφαρμογών ΤΝ και έχετε επίσης συμμετάσχει στον ευρωπαϊκό διάλογο γύρω από τους κανονισμούς. Τι σκέφτεστε, δεδομένης της κυβέρνησης Trump και της προσπάθειας για την ανεξέλεγκτη λειτουργία αυτών των εταιρειών από πολιτικούς παράγοντες στις Ηνωμένες Πολιτείες; Ποια θα ήταν η πρότασή σας όσον αφορά το πώς θα προχωρήσει αυτός ο γάμος μεταξύ του Πράσινου και του Μπλε; Σε πολιτική κλίμακα τόσο σε τοπικό όσο και, αν θέλετε, σε διεθνές επίπεδο.L.F.: Ναι, λοιπόν, όπως πιθανώς γνωρίζετε, θα καλωσόριζα, θα υποστήριζα και θα ενθάρρυνα ένα ισχυρότερο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Εμείς, ως Ευρωπαίοι, έχουμε τους πόρους και την κατανόηση για να εφαρμόσουμε μια διαφορετική προσέγγιση, μια διαφορετική πορεία. Οι άνθρωποι συχνά ασκούν κριτική, αλλά εγώ το βλέπω ως χαρακτηριστικό, όχι ως σφάλμα, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η μόνη δημοκρατική οντότητα σε αυτόν τον πλανήτη που μπορεί να σχεδιάζει τα πράγματα χρόνια πριν. Το είδος της νομοθεσίας που είμαστε σε θέση να διαμορφώσουμε, να βελτιώσουμε και να αλλάξουμε μπορεί να πάρει 5, 6, ακόμη και 10 χρόνια. Καμία άλλη δημοκρατική κυβέρνηση στον κόσμο δεν μπορεί να το κάνει αυτό.

    Αστειεύομαι συχνά ότι οι μόνες οντότητες που είναι ικανές για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό είναι οι Βρυξέλλες, το Πεκίνο και το Βατικανό. Αυτές είναι οι μόνες τρεις που μπορούν πραγματικά να κοιτάξουν μπροστά και να αποφασίσουν τι θα κάνουν για την επόμενη δεκαετία. Πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτή την ικανότητα. Πρέπει να αξιοποιήσουμε το γεγονός ότι δεν εξισώνουμε πλήρως την πολιτική με την οικονομία.

    Υπήρξε μια εποχή που η πολιτική –τουλάχιστον θεωρητικά– αναμενόταν να εστιάζει σε ευρύτερους κοινωνικούς στόχους. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η νεωτερικότητα έχει μετατρέψει όλο και περισσότερο την πολιτική σε οικονομική πολιτική που αφορά το χρήμα, τη φορολογία, τους πόρους, τις θέσεις εργασίας, την ανεργία, την παραγωγικότητα και το ΑΕΠ. Αυτά είναι βασικά ζητήματα, βέβαια, αλλά δεν αρκούν.

    Η Ευρώπη εξακολουθεί να έχει, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και σε αντίθεση με την Κίνα, ένα όραμα για το είδος της κοινωνίας που θέλει να οικοδομήσει. Αυτό είναι ανεκτίμητο. Αν αξιοποιήσουμε τα γεγονότα με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο –αν χρειαστεί, μακιαβελικά– πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η ευρωπαϊκή φιλελεύθερη δημοκρατία, που βασίζεται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα δικαιώματα και τις αξίες, θα δώσει προτεραιότητα σε μια κοινωνία όπου η υπευθυνότητα, ο ανταγωνισμός και οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές αξίες θα είναι πρωταρχικής σημασίας. Αυτοί θα πρέπει να είναι οι πρωταρχικοί μας στόχοι, ενώ όλα τα υπόλοιπα θα πρέπει να χρησιμεύουν ως μέσα για την επίτευξή τους.

    Η προσέγγισή μας στην οικονομία θα πρέπει να είναι ένα μέσο για την επίτευξη του είδους της κοινωνίας που θέλουμε. Αυτή η προοπτική είναι σαν να λέμε σε ένα παιδί ότι η δουλειά δεν είναι μόνο για να κερδίζεις χρήματα· κερδίζεις χρήματα για να έχεις μια συγκεκριμένη ζωή, αλλά η ζωή δεν είναι για να κερδίζεις χρήματα. Αν το προεκτείνετε αυτό με μια πλατωνική έννοια, ο στόχος της κοινωνίας δεν θα πρέπει να είναι αποκλειστικά η οικονομική ανάπτυξη.

    Μια κοινωνία που επικεντρώνεται αποκλειστικά στην αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να είναι σήμερα πλουσιότερη από ό,τι χθες, αλλά να εξακολουθεί να είναι δυστυχισμένη αν παραμεληθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και η περιβαλλοντική υγεία. Η έντονη τάση στην Κίνα και η αμέλεια στις ΗΠΑ απέναντι στις κοινωνικές και περιβαλλοντικές αξίες μας δείχνουν τον κίνδυνο μιας τέτοιας προσέγγισης.

    Έτσι, η απάντηση στην ερώτησή σας είναι ότι έχουμε ένα σχέδιο –ένα ευρωπαϊκό σχέδιο. Είναι δύσκολο, ναι –το πιο περίπλοκο πολιτικό σχέδιο που επιχείρησε ποτέ η ανθρωπότητα. Ο κόσμος πρέπει να θυμάται ότι όταν αποτυγχάνουμε περιστασιακά, αποτυγχάνουμε ενώ στοχεύουμε σε κάτι εξαιρετικά υψηλό. Ενώνουμε έθνη που βρίσκονταν σε πόλεμο σε ζωντανή μνήμη, που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες και είχαν διαφορετικές κουλτούρες. Αυτή η αξιοσημείωτη ένωση είναι φιλόδοξη, τίποτα άλλο δεν συγκρίνεται. Ακόμη και αν αποτυγχάνουμε μερικές φορές, τα βήματα που κάνουμε είναι απίστευτα σημαντικά. Η Ευρώπη είναι μια ηγετική δύναμη στη ρύθμιση, τη νομοθεσία, την προστασία του περιβάλλοντος, την κοινωνική πρόνοια και πολλά άλλα.

    Παρά τις επικρίσεις ότι η Ευρώπη δεν καινοτομεί αρκετά, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όταν εξετάζουμε την εστίαση του Μάριο Ντράγκι στην οικονομική ανάπτυξη, είναι ζωτικής σημασίας να θυμόμαστε ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι μόνο ένα, απαραίτητο και κρίσιμο κεφάλαιο, αλλά ενός μεγαλύτερου βιβλίου. Τα άλλα κεφάλαια, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η εκπαίδευση, το περιβάλλον, ο πολιτισμός, η πρόνοια, ολοκληρώνουν το ευρωπαϊκό όραμα.

    Θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι ως Ευρωπαίοι, επειδή το σχέδιό μας υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα και επικεντρώνεται στη δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας βασισμένης σε κοινές αξίες. Ωστόσο, το ευρωπαϊκό σχέδιο χρειάζεται περισσότερη αποφασιστικότητα και θάρρος. Πρέπει να θυμόμαστε ότι το θετικό μας όραμα πηγάζει από τα οδυνηρά διδάγματα του παρελθόντος μας –θηριωδίες όπως αυτές που διέπραξαν η ναζιστική Γερμανία, η φασιστική Ιταλία και πολλά άλλα καθεστώτα. Έχουμε το καλύτερο πολιτικό σχέδιο επειδή έχουμε ζήσει και ξεπεράσει τα χειρότερα.

    Για να ενισχύσουμε το σχέδιό μας, πρέπει να είμαστε περιεκτικοί αλλά και σταθεροί. Η Ευρώπη θα πρέπει να περιλαμβάνει χώρες με βάση κοινές αξίες και όχι μόνο τη γεωγραφική θέση. Σκεφτείτε να συμπεριλάβετε χώρες γύρω από τη Μεσόγειο ή ακόμη και τον Καναδά. Αντίθετα, αν μια χώρα τείνει προς το φασισμό, θα πρέπει να είναι δυνατή η αναστολή της συμμετοχής της και τελικά η αποπομπή της. Πρέπει να είμαστε πιο αυστηροί όσον αφορά τα κριτήρια ένταξης, αν θέλουμε ένα ισχυρό ευρωπαϊκό εγχείρημα ικανό να ηγηθεί.

    Συνοψίζοντας, έχουμε μια απαράμιλλη ευκαιρία να οικοδομήσουμε μια οραματική κοινωνία βασισμένη στις αξίες. Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να είμαστε πιο προνοητικοί, περιεκτικοί και αποφασιστικοί από ποτέ. Η περισσότερη και καλύτερη Ευρώπη είναι η λύση.Γ.Π.: Πολύ ενδιαφέρον, κύριε Floridi. Συμφωνώ σε πολλά σημεία και η επόμενη ερώτησή μου έχει σχέση με όσα μόλις είπατε για την Ευρώπη και τις αξίες. Υπάρχουν σήμερα φωνές (και εγώ και ο Αλέξανδρος έχουμε συναντήσει τέτοιες φωνές εδώ στην Ελλάδα) που θα απαντούσαν ότι αυτό που περιγράφετε είναι μια δυτικοκεντρική ή ευρωκεντρική προσέγγιση και ότι, (για να το συνδέσω με την ΤΝ) εάν απορρίπτουμε την ΤΝ ως στερούμενη, ας πούμε, πραγματικής νοημοσύνης, αυτό αντικατοπτρίζει μια ανθρωποκεντρική ή ακόμη και δυτικοκεντρική επιστημολογική προκατάληψη.

    Θα επέκριναν μάλιστα την ίδια την έννοια της νοημοσύνης και τις αξίες γύρω από αυτήν, ισχυριζόμενες ότι αυτές διαμορφώθηκαν από τη δυτική αποικιοκρατία και κυριαρχία, που συχνά χρησιμοποιήθηκαν για να περιθωριοποιήσουν ή να στερήσουν την ανθρωπινότητα από τους «άλλους» της Ευρώπης ή τους «άλλους» της Δύσης. Επιπλέον, θα υποστήριζαν ότι η άρνηση απόδοσης νοημοσύνης στην ΤΝ μοιάζει με τη διακριτική λογική που κάποτε εφαρμόστηκε σε μη δυτικούς ανθρώπους.

    Αυτές οι φωνές θα κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να απορρίψουμε τη Δύση και τις αξίες της που χτίστηκαν πάνω στη δουλεία κ.λπ. και να στραφούμε σε άλλες αξίες και επιστημολογίες, π.χ. εκ της «Ανατολής» προερχόμενες. Ποια είναι η γνώμη σας επ’ αυτού;L.F.: Νομίζω ότι θα απέρριπτα ορισμένες από τις προϋποθέσεις αυτού του επιχειρήματος. Ξέρουμε ότι δεν χρειαζόμαστε η ΤΝ να είναι «έξυπνη». Και δεν έχουμε έναν ενιαίο ορισμό της νοημοσύνης. Προφανώς, δεν υπάρχει ένας, αλλά πολλοί. Κάθε επιστημονικός κλάδος έχει τον δικό του. Την τελευταία φορά που μέτρησα, είχαμε περισσότερους από είκοσι. Υπάρχει μουσική νοημοσύνη, οπτική νοημοσύνη, διαισθητική νοημοσύνη, κοινωνική νοημοσύνη, συμπεριφορική νοημοσύνη, μαθηματική νοημοσύνη και ούτω καθεξής. Η νοημοσύνη είναι μία από αυτές τις λέξεις που χρησιμοποιούνται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

    Και θα έλεγα ότι, όντως, υπάρχει τρόπος να γίνει μία νεοαποικιακή ερμηνεία της έννοιας της νοημοσύνης. Είμαι βέβαιος ότι υπάρχει μια αίσθηση κατά την οποία η νοημοσύνη είναι μία νεοαποικιακή έννοια. Αλλά αυτό δεν έχει σχέση με τη συζήτηση για το αν η ΤΝ διαθέτει ή δεν διαθέτει νοημοσύνη. Όταν συγκρίνουμε την ΤΝ με την ανθρώπινη νοημοσύνη, αυτό που πραγματικά συζητάμε και πρέπει να τονίσουμε είναι αυτό που είναι κοινό για όλους μας, όλους τους ανθρώπους. Και αυτό δεν είναι δυτικό, ούτε βόρειο, ούτε προνόμιο των ανεπτυγμένων χωρών.

    Στο τέλος, οι κατηγορίες ότι κάποιος μιλά από μία προοπτική (perspectivism) είναι άσκοπες, διότι, προφανώς, όταν μιλάς, είναι η δική σου φωνή, κανενός άλλου. Το ερώτημα είναι εάν αυτό που λες αφορά μόνο τη δική σου προοπτική. Και όταν λέμε ότι αυτές οι μηχανές είναι συντακτικές, όχι σημασιολογικές, λέμε κάτι που ισχύει για όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως πολιτισμού, σε κάθε χρονική στιγμή, σε κάθε γωνιά του κόσμου. Όπου κι αν υπάρχει η ανθρωπότητα, η γλώσσα χρησιμοποιείται όχι μόνο ως βασικό εργαλείο επικοινωνίας, αλλά και ως τρόπος δημιουργίας και διαμόρφωσης της κατανόησής μας για την πραγματικότητα.

    Αυτό συμβαίνει από το παρελθόν ως το παρόν, είτε στις Αμερικές, είτε στην Αθήνα, είτε αυτόν τον αιώνα στην Ιαπωνία, είτε τον επόμενο στη Βραζιλία ή την Αίγυπτο. Σε όποια χώρα, πολιτισμό ή πολιτισμική περίοδο θέλετε να αναφέρετε. Εάν συναντήσετε έναν άνθρωπο, όποιος κι αν είναι αυτός, έχει μία γλώσσα και αυτή η γλώσσα είναι εργαλείο για να διαμορφώσει και να νοηματοδοτήσει την πραγματικότητα. Υπό αυτή την έννοια, δεν είμαστε ευρωκεντρικοί. Όχι. Είμαστε απλώς οικουμενικοί.

    Τώρα, πώς μπορούμε να βελτιωθούμε; Αυτό είναι το επόμενο σημείο. Υπάρχει μια λανθασμένη αναλογία που υπονομεύει το επιχείρημα. Αν κάποιος πει ότι θα δώσει φωνή σε έναν πολιτισμό με τον ίδιο τρόπο που δίνει φωνή σε μία ΤΝ, τότε αυτό είναι ακριβώς αυτό που θέλουμε να αποφύγουμε. Δεν θέλουμε να μειώσουμε την ανθρωπότητα σε ένα εργαλείο.

    Αντί να συγκρίνουμε την ανθρωπότητα με την ΤΝ, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η ΤΝ δεν είναι άνθρωπος. Είναι εργαλείο. Δεν πρέπει να συγχέουμε τους ανθρώπους με τις τεχνολογίες. Να μην μετατρέπουμε τους ανθρώπους σε μέσα για έναν σκοπό –όπως έλεγε ο Καντ.

    Επιπλέον, αν και πολλά από τα προβλήματα γύρω από την ΤΝ είναι όντως προκατειλημμένα, αυτά είναι συχνά όχι ευρωκεντρικά, αλλά αμερικανοκεντρικά. Ένα παράδειγμα: Όλες οι συζητήσεις για την ασφάλεια της ΤΝ είναι αμερικανοκεντρικές. Στις ΗΠΑ, εάν περάσεις αρκετό χρόνο, θα διαπιστώσεις ότι δεν γνωρίζουν καν ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος εκεί έξω. Ο κόσμος είναι οι ΗΠΑ και οι ΗΠΑ είναι ο κόσμος.

    Αλλά ας μην συγχέουμε αυτό με ένα επιχείρημα υπέρ της ΤΝ ως κάποιας επιστημονικής φαντασίας. Γιατί τότε δεν βελτιώνουμε την κατάσταση, αλλά καταστρέφουμε τον μηχανισμό που μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα. Η ανθρώπινη νοημοσύνη είναι αναγνωρίσιμη σε κάθε άνθρωπο που έχει ζήσει ποτέ σε αυτόν τον πλανήτη και η ΤΝ δεν είναι αυτό.

    Γνωρίζω το είδος του λόγου που αναφέρεστε και πιστεύω ότι το κύριο αποτέλεσμα του είναι η παραπλάνηση και η απομάκρυνση από τα πραγματικά ζητήματα. Είναι αποπροσανατολιστικός.Γ.Π.: Ακριβώς! Συμφωνώ μαζί σας σε αυτό. Σας ευχαριστούμε. Έχουμε ακόμη δύο ερωτήσεις. Μπορείτε να είστε σύντομος σε αυτές. Πολύ σύντομος. Δεν θέλουμε να καταχραστούμε τον χρόνο σας. Αλέξανδρε, θα ήθελες να θέσεις τη δική σου ερώτηση πρώτος;Α.Σ.: Σας ευχαριστώ. Θα ήθελα απλώς να πω ότι βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την έννοιά σας για την ιστορική ευθύνη, δεδομένης της ιστορικής εμπειρίας που είχαν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, καθώς και τον ορισμό του ευρωπαϊκού εγχειρήματος με βάση τις αξίες. Θα ήθελα απλώς να σας ρωτήσω πρακτικά, πιστεύετε ότι αυτό το είδος έργου σήμερα, όσον αφορά την ΤΝ, απαιτεί μεγαλύτερη εμπλοκή της κοινωνίας των πολιτών; Εννοώ, εκτός από τους πολιτικούς θεσμούς εξουσίας.L.F.: Νομίζω ότι αυτό είναι σχεδόν δεδομένο. Η πραγματική δυσκολία έγκειται στο πώς θα το επιτύχουμε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο δρόμος προς τα εμπρός είναι ποικιλόμορφος, χωρίς αποκλεισμούς και συνεργατικός. Ξέρουμε ότι η καλή πολιτική περιλαμβάνει τη συμμετοχή των ανθρώπων. Το ερώτημα είναι: πώς θα το κάνουμε αυτό; Δεν είναι τόσο απλό όσο το να ζητήσουμε από εκατό εκατομμύρια ανθρώπους να ψηφίσουν και στη συνέχεια να κάνουμε ό,τι αποφασίσουν. Αυτή η προσέγγιση θα ήταν καταστροφική, διότι δεν μεσολαβεί ούτε παρέχει συμβιβασμούς μεταξύ εξίσου πολύτιμων σημείων. Απλουστεύει τα ζητήματα σε μια ψηφοφορία πλειοψηφίας, σε νικητές που τα παίρνουν όλα, αλλά η δημοκρατία είναι η υπεράσπιση των μειοψηφιών, όχι η δικτατορία της πλειοψηφίας. Η κοινωνία των πολιτών πρέπει να συμμετέχει.

    Αλλά, όπως συζητήσαμε προηγουμένως, πώς το επιτυγχάνουμε αυτό; Ποιοι μηχανισμοί μπορούν να το εξισορροπήσουν, επιτρέποντας στις φωνές να ακουστούν, ενώ παράλληλα να βρεθεί ο καλύτερος συμβιβασμός που δεν αφήνει κανέναν πολύ δυσαρεστημένο; Προσέξτε το διπλό αρνητικό: κανένας δεν είναι πολύ δυστυχισμένος. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι είναι ευτυχισμένοι ή ότι το 51% είναι ευτυχισμένο ενώ το 49% είναι δυστυχισμένο. Σημαίνει ότι το 100% του πληθυσμού αισθάνεται ότι, αν και δεν είναι ακριβώς αυτό που ήθελε, μπορεί να το αποδεχθεί ως έναν αξιοπρεπή συμβιβασμό. Οι ανάγκες σας και οι ανάγκες μου, οι αξίες σας και οι αξίες μου, όλα μαζί. Αυτός είναι ο καλύτερος από όλους τους δυνατούς κόσμους, επειδή διατηρεί μια ποικιλία απόψεων χωρίς να καταπιέζει καμία πλευρά.

    Ο κανόνας της πλειοψηφίας, όπως και το δημοψήφισμα για το Brexit, έχει αποδειχθεί καταστροφικός για όλους τους εμπλεκόμενους. Αυτό δεν είναι αποτελεσματική πολιτική. Η πολιτική πρέπει να μετατρέπει το δυνατό σε προτιμητέο. Τα καλύτερα αποτελέσματα προκύπτουν όταν αναγνωρίζουμε την ποικιλία των φωνών –την κοινωνία των πολιτών, τις διάφορες ομάδες, τους πολίτες, τα κόμματα, τις οργανώσεις, τους κλάδους και τις ομάδες συμφερόντων– και επιτυγχάνουμε τον καλύτερο συμβιβασμό και τις καλύτερες ανταλλαγές που είναι δυνατές τη δεδομένη στιγμή.

    Η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην καλύτερη δυνατή μορφή της σημαίνει να ακούμε όλες αυτές τις ομάδες και να βρίσκουμε μια ισορροπία. Αυτό που είναι κακό είναι η ρητορική του να ρωτάμε συγκεκριμένες ομάδες, όπως οι οδηγοί ταξί, αν θέλουν μια μεταρρύθμιση ό,τι επηρεάζει άμεσα μόνο αυτούς. Πιθανότατα θα πουν όχι, αλλά η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών σημαίνει την αναζήτηση ενός συμβιβασμού που θα λαμβάνει υπόψη τη συμβολή τους μαζί με ευρύτερες προοπτικές. Αυτό που συμβαίνει συχνά αντ’ αυτού είναι να κυριαρχούν οι ομάδες πίεσης, προωθώντας τα συμφέροντά τους πάνω από όλα τα άλλα. Αυτό δεν είναι αληθινή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών– είναι εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων για πολιτικό κέρδος.

    Κάποια στιγμή, αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε μια κατακερματισμένη πολιτική χωρίς συνεκτικό σχέδιο, απλώς εξυπηρετεί διάφορα συμφέροντα για λόγους επανεκλογής. Η αληθινή πολιτική πρέπει να επιδιώκει ένα διαφορετικό όραμα –ένα όραμα όπου η κοινωνία λειτουργεί ως χορωδία και όχι ως μεμονωμένοι τραγουδιστές.Γ.Π.: Ναι. Πολύ ωραία ιδέα. Οπότε μία τελευταία ερώτηση, κύριε καθηγητή. Γνωρίζω την κριτική σας προς την ατζέντα του διανθρωπισμού (transhumanism). Ξέρω ότι είστε πραγματικά κριτικός απέναντι σε αυτό το ρεύμα. Αλλά όπως βλέπουμε και όπως είδαμε το 2024, ο Ray Kurzweil δημοσίευσε ξανά το βιβλίο του, The Singularity is Nearer. Βλέπουμε ότι τέτοιες τεχνολογικές φαντασιώσεις συνεχίζουν να επιστρέφουν. Πώς μπορούμε να τους απαντήσουμε σήμερα;L.F.: Νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να το αντιμετωπίσουμε. Ένας από τους καλύτερους είναι να υιοθετήσουμε μια Σωκρατική στάση –να γελάσουμε με αυτό. Αυτή η προσέγγιση βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο να το αγνοήσουμε –που είναι επικίνδυνο γιατί ως διανοούμενοι δεν πρέπει να αφήνουμε ανόητες ιδέες να εξαπλώνονται ανεξέλεγκτα– και στο να το επικρίνουμε ευθέως. Το να το αγνοούμε μπορεί να οδηγήσει σε κινδύνους, διότι αυτές οι ιδέες μπορούν να παραπλανήσουν ή να συμβάλουν σε κοινωνικά προβλήματα, όπως η υπονόμευση της αυτονομίας. Αν οι άνθρωποι αρχίσουν να πιστεύουν ότι η ΤΝ θα κυριαρχήσει και θα διαχειρίζεται τον κόσμο, μπορεί να σταματήσουν να σκέφτονται κριτικά. Το να επικρίνουμε αυτές τις ιδέες μπορεί επίσης να είναι επικίνδυνο, γιατί σημαίνει ότι θα ασχοληθούμε μαζί τους. Δεν θέλω να δω την κατάσταση όπου ένας αστρονόμος συζητά με έναν αστρολόγο, δίνοντας στον αστρολόγο ένα αδικαιολόγητο επίπεδο αξιοπιστίας. Το να ασχολείσαι ασκώντας κριτική σημαίνει ότι οι ιδέες αυτές αξίζουν να συζητηθούν, ενώ στην πραγματικότητα δεν αξίζουν. Η αποτελεσματική κριτική ξεκινά με την αναγνώριση της αξίας του αντικειμένου που κρίνουμε. Δεν θα περάσουμε χρόνο κριτικάροντας ένα βιβλίο που θεωρούμε εντελώς άχρηστο· ακόμα και να το αποκαλέσουμε άχρηστο απαιτεί μια αρχική ενασχόληση που αναγνωρίζει την ύπαρξή του. Η έννοια «Singularity» δεν αξίζει καν αυτό –είναι κάτι σαν την αστρολογία. Οπότε δεν πρέπει να το αγνοήσουμε εντελώς, αλλά ούτε να ασχοληθούμε σοβαρά με αυτό. Αντί αυτού, μπορούμε να το υπονομεύσουμε μέσω του χιούμορ και της Σωκρατικής ειρωνείας. Το να γελάσουμε με αυτές τις ιδέες αποκαλύπτει τον παραλογισμό τους χωρίς να τους δώσουμε αδικαιολόγητη αξιοπιστία. Είναι ένας τρόπος να ασχοληθούμε χωρίς να τις πάρουμε σοβαρά. Θα ήθελα να δω αυτήν τη μέθοδο να χρησιμοποιείται πιο συχνά –να ασχολούμαστε με χιούμορ, να κάνουμε αστεία και να δείχνουμε πόσο γελοίες είναι αυτές οι αντιλήψεις. Όταν οι άνθρωποι γελούν, προχωρούν και οι ιδέες αυτές χάνουν την επιρροή τους. Για παράδειγμα, αν κάποιος ισχυριστεί ότι η ΤΝ θα κυριαρχήσει στο σύμπαν, μπορούμε να αναδείξουμε το πόσο δυσκολεύεται η ΤΝ με απλά καθήκοντα, καθιστώντας την ιδέα γελοία. Αυτή η μη σεβαστική αλλά διασκεδαστική προσέγγιση μπορεί να αποτρέψει αυτές τις ιδέες από το να αποκτήσουν σοβαρό έρεισμα. Με το να ασχοληθούμε ειρωνικά χωρίς να παραχωρήσουμε αξιοπιστία, διασφαλίζουμε ότι οι κακοσχεδιασμένες ιδέες θα γίνουν αντιληπτές για αυτό που είναι –ανόητες στην καλύτερη περίπτωση και επικίνδυνες κοινωνικοπολιτικές πρωτοβουλίες στη χειρότερη.Γ.Π.: Ναι. Νομίζω ότι αυτή είναι μια πολύ έξυπνη στάση. Συμφωνώ απόλυτα. Οπότε, ας ολοκληρώσουμε με αυτό. Ευχαριστούμε. Ευχαριστούμε πολύ για όλες τις απαντήσεις και τη συζήτηση.Α.Σ.: Κύριε καθηγητή ήταν ευχαρίστηση και τιμή μας. Ήταν πραγματικά διαφωτιστική συζήτηση μαζί σας. Ανυπομονούμε επίσης για το επερχόμενο βιβλίο σας σχετικά με την πολιτική της ΤΝ. Σας ευχαριστούμε πολύ.L.F.: Ευχαρίστησή μου. Πολύ καλές ερωτήσεις. Ανυπομονώ για το κείμενο.Γ.Π.: Εντάξει. Σας ευχαριστούμε πολύ. Χαιρετισμούς από την Ελλάδα.Α.Σ: Περιμένουμε το επόμενο ταξίδι σας στην Ελλάδα.L.F.: Το ελπίζω. Ανυπομονώ γι’ αυτό. Θα είμαστε σε επαφή.
    Ο Γιάννης Περπερίδης διδάσκει ιστορία και φιλοσοφία της Τεχνητής Νοημοσύνης και του Κυβερνοχώρου στο Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου (4009/2011 [ΕΣΠΑ]). Επιπλέον, έχει υπάρξει μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης) και το Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας). Έλαβε το διδακτορικό του από το Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Για την εκπόνηση του διδακτορικού τού απονεμήθηκε υποτροφία από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.). Ο Γ. Περπερίδης έχει συγγράψει άρθρα σε εθνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά με κριτές, συμπεριλαμβανομένων των Technology in Society, Frontiers in Blockchain, Philosophy and Technology κ.ά. Επιπλέον, έχει συνεισφέρει κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους σε ελληνικά και αγγλικά. Εκτός από τις ερευνητικές του συνεισφορές, ο Γ. Περπερίδης έχει μεταφράσει στα ελληνικά το βιβλίο του Andrew Feenberg: Μεταξύ λόγου και εμπειρίας (εκδόσεις ΡΟΠΗ, 2022), έχει συμμετάσχει στη συλλογική μετάφραση του βιβλίου των Silke Helfrich και David Bollier, με τίτλο Ελεύθερα, δίκαια και ζωντανά (Νεφέλη, 2022), ενώ έχει συνεισφέρει στον τόμο Φιλοσοφία του Ψηφιακού. Μία εισαγωγή (επιμ. Γκ. Μαγγίνη, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) μεταφράζοντας τρία κείμενα. Ο Γ. Περπερίδης εξειδικεύεται στα πεδία της Φιλοσοφίας της Τεχνολογίας, της Φιλοσοφίας του Ψηφιακού και της Φιλοσοφίας, Ηθικής και Πολιτικής της Τεχνητής Νοημοσύνης, καθώς και στην πολιτική παράδοση των κοινών και ψηφιακών κοινών.Ο Αλέξανδρος Σχισμένος γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Αγρίνιο. Έλαβε το πτυχίο του στην Ιστορία-Αρχαιολογία από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Φιλοσοφία. Είναι διδάκτωρ της Φιλοσοφίας των Επιστημών του Παν/μίου Ιωαννίνων και μεταδιδακτορικός ερευνητής του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. Από το 2023 διδάσκει στην Ανώτερη Δραματική Σχολή Τεχνών Εκατό στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης. Είναι μέλος της εκπαιδευτικής Κοιν.Σ.Επ. Athens School. Κυκλοφορούν τα έργα του: Η ανθρώπινη τρικυμία (Εξάρχεια), Μετά τον Καστοριάδη: Δρόμοι της αυτονομίας στον 21ο αιώνα (Εξάρχεια), Το τέλος της εθνικής πολιτικής (Εξάρχεια), Μικρή πραγματεία για τον ερωτικό χρόνο (RedMarks), Καστοριάδης εναντίον Χάιντεγκερ (Αυτολεξεί), Castoriadis and Autonomy in the Twenty-First Century (Bloomsbury), Common Futures: Social Transformation and Political Ecology (Black Rose Books), Εισαγωγή στην Κριτική του ψηφιακού λόγου (Athens School), Καστοριαδης εναντιον Χαϊντεγκερ: Χρονος και Υπαρξη (Athens School), Castoriadis against Heidegger: Time and Existence (Black Rose Books), https://athensschool.gr/technologia-kai-varvarotita-kritiki-tis-technitis-noimosynis-alexandros-schismenos/ (Athens School).

  • ΤΙ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΑΝΔΡΟΕΙΔΗ; Από την ανακάλυψη της φωτιάς στα smartphone. Μια σύντομη ιστορία της τεχνολογία

    ΤΙ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΑΝΔΡΟΕΙΔΗ; Από την ανακάλυψη της φωτιάς στα smartphone. Μια σύντομη ιστορία της τεχνολογία

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

    DAVID CALLE

    Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος

    ISBN 978-618-230-089-3

    Διαστάσεις: 14 x 21 cm
    Αριθμός σελίδων:
    264

    Τιμή: € 16

    Έτος έκδοσης: 2024Περιγραφή

    Όταν πηγαίνουμε σ’ ένα κατάστημα με είδη τεχνολογίας, βλέπουμε υπερελαφρούς φορητούς υπολογιστές, καλώδια USB, smarthphone τελευταίας γενιάς, έξυπνα ψηφιακά ρολόγια, μέχρι και ειδικές κάμερες για youtuber. Συνήθως συσχετίζουμε την τεχνολογία με τα τελευταία ηλεκτρονικά γκάτζετ που, καλώς ή κακώς, κυριεύουν τη ζωή μας μέρα με τη μέρα. Η σκέψη πως θα μείνουμε από μπαταρία ή χωρίς ίντερνετ μας προκαλεί τρόμο, λες και θα χαθούμε σε μια άγνωστη διάσταση της πραγματικότητας, χωρίς επαφή με τον κόσμο. Όμως η τεχνολογία είναι κάτι πολύ ευρύτερο και, βέβαια, πολύ πιο παλιό· και επηρεάζει τη ζωή μας με τρόπους πολύ περισσότερους απ’ ό,τι φανταζόμαστε.

    Χιλιάδες χρόνια πριν, ένας πρόγονος του σύγχρονου ανθρώπου χτύπησε τη μια πέτρα πάνω στην άλλη κι έφτιαξε ένα μαχαιράκι από πυριτόλιθο. Τότε λοιπόν άρχισε η μεγάλη εποποιία της τεχνολογίας, που μας έδωσε τη δυνατότητα ακόμα και να ξεπεράσουμε τα όρια του πλανήτη μας. Αυτό το ταξίδι το αφηγείται ένα ανδροειδές, απομονωμένο σε μια γεωθερμική μονάδα στην Ισλανδία μετά τα μέσα του 21ου αιώνα, το οποίο βρίσκει τα ψηφιακά ημερολόγια ενός καθηγητή φυσικής ονόματι Νταβίντ Κάγιε. Τα ημερολόγια αυτά είχαν αποθηκευτεί εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι του 2046, όταν η ανθρωπότητα ουσιαστικά εξαφανίστηκε από τη Γη.

    Περιεχόμενα

    1. Τι είναι η τεχνολογία;
      2. Δεν γνωρίζουμε τι είναι ο χρόνος, αλλά μπορούμε να τον μετρήσουμε
      3. Πώς άλλαξαν τον κόσμο (και όχι μόνο την τεχνολογία) οι Βιομηχανικές Επαναστάσεις
      4. Πλαστικά παπάκια και τάπερ: Πώς τα πλαστικά κυρίευσαν τη ζωή μας
      5. Ένα σκάφος στα δαχτυλίδια του Κρόνου: Πώς η τεχνολογία μας επιτρέπει να εξερευνήσουμε το σύμπαν
      6. Πυρηνικά μανιτάρια και πορτατίφ: Η χρήση της ενέργειας
      7. Κατασκοπεύοντας το μόριο της ζωής από μέσα: Οι αλληλεπιδράσεις βιολογίας και τεχνολογίας
      8. Τεχνητή Νοημοσύνη ή ανθρώπινη βλακεία;
      9. Από το τόξο και το βέλος στα ρομπότ-δολοφόνους: Η στρατιωτική τεχνολογία

    Ευχαριστίες
    Ευρετήριο
    Bιογραφικά Συγγραφέα

    Ο David Calle (Νταβίντ Κάγιε) γεννήθηκε το 1972 στη Μαδρίτη. Όταν ήταν μικρός, του άρεσαν οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας, καθώς τον εντυπωσίαζαν τα ειδικά εφέ. Κυρίως όμως του άρεσαν γιατί πάντα έβγαινε από τον κινηματογράφο με ένα νέο ερώτημα στον νου του. Ίσως εκείνες οι ταινίες να ήταν ο λόγος που αποφάσισε να σπουδάσει μηχανικός τηλεπικοινωνιακών συστημάτων. Όσο σπούδαζε, εξασφάλιζε κάποια έσοδα διδάσκοντας σ’ ένα φροντιστήριο, που χρόνια αργότερα τον βοήθησε να ξαναβρεί το πάθος του για τη διδασκαλία. Αφού δούλεψε σε διάφορες πολυεθνικές εταιρείες, το 2003 άρχισε να εργάζεται και πάλι ως καθηγητής. Το 2011, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, άνοιξε το δικό του κανάλι στο YouTube, όπου παρέδιδε δωρεάν μαθήματα σε μαθητές που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να τα πληρώσουν. Το κανάλι αυτό πήρε την ονομασία Unicoos και εξελίχθηκε στο δημοφιλέστερο εκπαιδευτικό κανάλι σε όλο τον ισπανόφωνο κόσμο, με εκατομμύρια εγγεγραμμένους. Το 2017 ήταν ένας από τους 10 τελικούς διεκδικητές του Global Teacher Prize.

  • ΕΜΦΥΛΕΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΣΕ ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΥΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ: MIA ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

    ΕΜΦΥΛΕΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΣΕ ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΥΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ: MIA ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

    Χαλλιορή Μαρκέλλα

    Το άρθρο αυτό αποτελεί μία εισαγωγή στη συζήτηση των έμφυλων προκαταλήψεων που εντοπίζονται στα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης. Εξετάζοντας ορισμένες προβληματικές περιπτώσεις, και χρησιμοποιώντας τον φακό των φεμινιστικών θεωριών, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε την πολυπλοκότητα και την ανάγκη για άμεση απεύθυνση του ζητήματος. Είναι οι έμφυλες αλγοριθμικές προκαταλήψεις απλώς μια τεχνική ατέλεια;Η ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΤΟΥ DREYFUS ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΣΗΜΕΡΑ

    Το 1992 στο βιβλίο του What computers still can’t do, ο Dreyfus ανακοινώνει τον «θάνατο της τεχνητής νοημοσύνης», που κατά την άποψή του δεν έζησε ποτέ (Dreyfus, 1992). Πρόκειται για το τρίτο κατά σειρά έργο που ο συγγραφέας αφιερώνει στην κριτική της νεοεισηγμένης τότε τεχνολογίας της Τεχνητής Νοημοσύνης, καταδικάζοντας την αφελή αισιοδοξία των ερευνητών, ότι οι μηχανές θα μπορέσουν κάποτε να αναπαραστήσουν –έως και να αντικαταστήσουν– την ανθρώπινη νοημοσύνη. Η δυσπιστία του εντοπιζόταν στην ίδια τη συγκρότηση των συστημάτων: τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, όπως και η επιστήμη των υπολογιστών εν γένει, βασίζονται στη μοντελοποίηση πληροφοριών με τη χρήση μαθηματικού φορμαλισμού και κανόνων συμβολικής λογικής. Αντίθετα, η ανθρώπινη νοημοσύνη, η ικανότητα για μάθηση, κατανόηση και κρίση προκύπτει ως ένα κράμα συνειδητών και ασυνείδητων λειτουργιών, οι οποίες, σε συνδυασμό με την βιωματική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του νοούντος, είναι αδύνατο να τυποποιηθούν με μαθηματικούς όρους. Αντλώντας από τη φιλοσοφική παράδοση της φαινομενολογίας, τη σημασία της ενσώματης εμπειρίας στη νόηση και την αδυναμία τυποποίησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, το πόρισμα του Dreyfus ήταν κατηγορηματικό: οι υπολογιστές δεν θα μπορέσουν ποτέ να μιμηθούν πλήρως την ανθρώπινη σκέψη.

    Παρόλα αυτά, περίπου τριάντα χρόνια αργότερα, είναι δύσκολο να αποφανθεί κάποιος σε ποιο βαθμό έχει επιβεβαιωθεί η πρόβλεψη του Dreyfus. Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης (εφεξής ΤΝ) αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια των σύγχρονων κοινωνιών, επηρεάζοντας την καθημερινή μας ζωή με πρωτόγνωρους τρόπους. Δεν πρόκειται απλά για μηχανές που εκτελούν εργασίες· πρόκειται για συστήματα που λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις, –συχνά απουσία ανθρώπινης παρέμβασης– και έχουν μετασχηματίσει ριζικά την έννοια της αυτοματοποίησης και τον βαθμό στον οποίο βασιζόμαστε σε αυτήν. Ταυτόχρονα, η ραγδαία εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας έχει καθορίσει τον τρόπο που συλλέγουμε πληροφορίες, αντιλαμβανόμαστε και αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο. Για πρώτη φορά, τα δεδομένα που αφορούν τον ατομικό και κοινωνικό βίο είναι, λόγω της ψηφιακής μορφής τους, σε τέτοιο βαθμό συγκεντρωμένα, προσβάσιμα και επεξεργάσιμα όσο σε καμία άλλη στιγμή της ιστορίας (Τάσης, 2019).

    Χωρίς αμφιβολία, το άλλοτε αποκύημα της επιστημονικής φαντασίας, η TN, αποτελεί πλέον τη βάση του τεχνοεπιστημονικού –και μη– κόσμου και την πιο καθοριστική τεχνολογία του 21ου αιώνα. Χάρη στην υπερπληθώρα διαθέσιμων δεδομένων, στην υπολογιστική ισχύ αυτών των συστημάτων και στο επαγόμενο θριαμβευτικό πλεονέκτημα που κατέχουν στην ταχεία και ακριβή επίλυση προβλημάτων, οι υπολογιστές «συναγωνίζονται» σήμερα τους ανθρώπους στην ανάληψη και εκτέλεση σύνθετων εργασιών, συχνά μάλιστα υπερτερώντας (Μήτρου, 2023). Επιστημικές αρετές, όπως η ταχύτητα, η ακρίβεια, η απλούστευση πολύπλοκων εργασιών, η επεξεργασία τεράστιου όγκου δεδομένων και η αμεροληψία, αποτελούν ταυτόχρονα τη βάση των προσδοκιών μας από τα συστήματα, γεγονός στο οποίο θεμελιώνεται (;) η ανάθεση σε αυτά έως τώρα «ανθρώπινων» καθηκόντων. Ανεξαρτήτως της πρόβλεψης του Dreyfus για αποτυχία προσομοίωσης της ανθρώπινης νόησης, τα συστήματα ΤΝ έχουν υπεισέλθει σε κάθε πτυχή της ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας, συνοδευόμενα από σημαντικές ευκαιρίες: από την εξατοµίκευση των διαφηµίσεων που ϕτάνουν σε εµάς µέχρι την ενηµέρωση νοµικών αποφάσεων, την ιατρική, την εκπαίδευση και την πρόσληψη προσωπικού, η σηµασία των Συστηµάτων ΤΝ στις σύγχρονες κοινωνίες είναι καινοφανής και αυξανόµενη.

    Ωστόσο τα τελευταία χρόνια, οι αρχικές αντενδείξεις ότι τέτοια συστήματα θα λειτουργούσαν ως αγωγοί ανθρώπινης ευημερίας και υπέρβασης των κοινωνικών αντιθέσεων έχουν δώσει τη θέση τους σε μία σκληρή βεβαιότητα: η χρήση τέτοιων συστημάτων για τη λήψη αποφάσεων ισοδυναμεί συχνά με όξυνση της κοινωνικής πόλωσης, την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τα συστήµατα ΤΝ αποδεικνύονται, ως κοινωνικά προϊόντα, βαθιά ενσωµατωµένα στα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισµικά πλαίσια µέσα στα οποία παράγονται. Ο όγκος τεκµηρίων που υποδεικνύουν ότι τα συστήµατα ΤΝ συχνά αντανακλούν και διαιωνίζουν τις υφιστάµενες κοινωνικές προκαταλήψεις σε βάρος των διαφορετικών µειονοτήτων συνεχώς αυξάνεται: συστήµατα αναγνώρισης προσώπου αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν άτοµα µε σκούρο δέρµα, αλγόριθµοι προσλήψεων απορρίπτουν αυτόµατα βιογραφικά που περιέχουν λέξεις όπως «γυναικείο», δικαστικά συστήµατα προγνωστικής αξιολόγησης στοχοποιούν δυσανάλογα ορισμένες µειονότητες χαϱακτηρίζοντάς τες «πιο επικίνδυνες».

    Φαίνεται λοιπόν πως οι κυρίαρχες κοινωνικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις εµφωλεύουν στις αλγοριθµικές δοµές, µε αποτέλεσµα οι εφαρµογές της ΤΝ συχνά να συνεπάγονται τη διαιώνιση των ίδιων διακρίσεων που καλούνται να επιλύσουν. Ανάµεσα στις διεγνωσµένες διακρίσεις, η έµφυλη µεροληψία των συστηµάτων ΤΝ, αποτελεί το κέντρο βάρους του σώματος της βιβλιογραφίας και των ερευνών που σχετίζονται με την αλγοριθμική δικαιοσύνη. Πώς λοιπόν βλέπει, μιλά και αποφασίζει η ΤΝ για τις γυναίκες;

    ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΘΗΚΑΝ: ΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ

    1) Αλγόριθμοι Αναγνώρισης και Δημιουργίας Εικόνας

    Η εικόνα των γυναικών αποτέλεσε για χρόνια (αν δεν συνεχίζει να είναι) πηγή πολλών στερεοτυπικών αντιλήψεων εις βάρος τους, καθώς και των καταπιεστικών πρακτικών που τις συνοδεύουν. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι οι αλγόριθμοι αναγνώρισης εικόνας μετουσιώνουν το ψηφιακό ανάλογο των προκαταλήψεων που υπάρχουν στον «πραγματικό» κόσμο. Όπως φαίνεται, η «φαινομενολογία» των αλγορίθμων αναγνώρισης εικόνας δεν κατάφερε να αποδράσει από τις νόρμες του κοινωνικού «αποφαίνεσθαι».

    Σε έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2021, οι Steed και Caliskan αποπειράθηκαν να ποσοτικοποιήσουν τις έμφυλες προκαταλήψεις που παρεισφρέουν στα οπτικά δεδομένα εκπαίδευσης των αλγορίθμων και συνεπώς στα αποτελέσματά τους. Η ιδέα του πειράματός τους ήταν απλή: περικόπτοντας φωτογραφίες και κρατώντας μόνο τα πρόσωπα των ανδρών και γυναικών που απεικονίζονταν, ζήτησαν από τον αλγόριθμο να συμπληρώσει την εικόνα. Όταν το πείραμα ολοκληρώθηκε διαπίστωσαν πως το 52,5% των φωτογραφιών των γυναικών τις απεικόνιζαν με μπικίνι ή χαμηλό ντεκολτέ. Αντιθέτως, το 42,5% των ανδρών, όπως τους φαντάστηκε ο αλγόριθμος, φορούσαν κουστούμι (Steed et al., 2021).

    Σε αντίστοιχη μελέτη που πραγματοποιήθηκε το 2020, ο αλγόριθμος αναγνώρισης εικόνας της Google (Google Cloud Vision) τροφοδοτήθηκε με επιλεγμένες φωτογραφίες ανδρών και γυναικών μελών του Κογκρέσου. Παρά την ομοιογένεια των δεδομένων εισόδου για τις δύο διαφορετικές δημογραφικές ομάδες, οι έξοδοι του μοντέλου φανέρωσαν μία αυθαίρετη ασυνέπεια στην αναγνώριση των χαρακτηριστικών των εικονιζόμενων: η αντίστοιχη απόδοση «ετικετών» (labels), αναπαρήγαγε τις στερεοτυπικές αντιλήψεις που σχετίζονται με τον έμφυλο καταμερισμό της εξουσίας (βλ. Εικ. 1 & 2). Συγκεκριμένα, και παρά το κοινό για όλους «φόντο» και την ενδυματολογική ομοιομορφία, οι ετικέτες που αντιστοιχήθηκαν στους άνδρες ήταν, μεταξύ άλλων, «δημόσιος ομιλητής» και «λόγος» ενώ στις γυναίκες αναγνωρίστηκαν χαρακτηριστικά όπως «τηλεπαρουσιάστρια» και «χαμόγελο» (Schwemmer et al., 2020).

    Εικόνα 1: Η υπηρεσία αναγνώρισης εικόνας της Google τείνει να «βλέπει» διαφορετικά άνδρες και γυναίκες. Πηγή: Schwemmer et al., 2020.

    Εικόνα 2: Η συχνότητα απόδοσης ετικετών σε φωτογραφίες ανδρών και γυναικών. Πηγή: Schwemmer et al., 2020.

    2) Αλγόριθμοι Αυτόματης Μετάφρασης

    Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο εντείνεται το ψηφιακό κοινωνικό χάσμα (εξαιτίας μεροληπτικών αναπαραστάσεων), είναι μέσω των συστημάτων Επεξεργασίας Φυσικής Γλώσσας. Η Επεξεργασία Φυσικής Γλώσσας (Natural Language Processing ή NLP) είναι ένας υποτομέας της ΤΝ και της γλωσσολογίας που ασχολείται με την ανάπτυξη συστημάτων υπολογιστών με στόχο την ανάλυση και την επεξεργασία γλώσσας. Μεταξύ άλλων, σε αυτή την τεχνοτροπία βασίζονται τα μοντέλα αυτόματης μετάφρασης. Δεδομένου ότι αυτοί οι αλγόριθμοι εκπαιδεύονται σε τεράστιο όγκο κειμένων για να αναγνωρίσουν γλωσσικά μοτίβα, είναι αναμενόμενο πως «απορροφούν» στη μάθησή τους όλες τις προκαταλήψεις που είναι εγγεγραμμένες σε αυτά (Nicholas et al., 2023).

    Στη μελέτη τους που δημοσιεύτηκε το 2019, οι Prates, Avelar και Lamb, εξέτασαν την μετάφραση προτάσεων από 12 ουδέτερες ως προς το φύλο γλώσσες, όπως τα Ουγγρικά και τα Κινέζικα, στα Αγγλικά, χρησιμοποιώντας το Google Translate. Συγκεκριμένα, οι προτάσεις που χρησιμοποιήθηκαν αφορούσαν διάφορες θέσεις εργασίας (βλ. Εικ. 3). Αυτό που έδειξε η έρευνα είναι η συστηματική «ανάθεση» ανδρικών αντωνυμιών σε επαγγέλματα των Θετικών Επιστημών, ακόμα και αν αυτό ερχόταν σε διαφωνία με την ποσοστιαία στελέχωση των επαγγελμάτων στον πραγματικό κόσμο (Prates et al., 2019). Τέτοιου είδους προκαταλήψεις παρέχουν ένα «παράθυρο» στον τρόπο που η κοινωνία μας μιλάει (και γράφει) για τις γυναίκες στον χώρο εργασίας. Πώς ακριβώς όμως εγγράφεται στα δεδομένα η συστημική ασυμμετρία;

    Οι ενσωματώσεις λέξεων (word embeddings) είναι ένας τρόπος αναπαράστασης των λέξεων ως αριθμητικών τιμών (διανυσμάτων), ώστε να έρθουν σε μορφή «κατανοητή» από ένα υπολογιστή. Στην ουσία πρόκειται για ένα «χάρτη» λέξεων, όπου λέξεις με νοηματική συνάφεια εντοπίζονται κοντά η μία στην άλλη και το αντίστροφο. Ενδεικτικά, σε ένα πρόβλημα της μορφής «Παρίσι: Γαλλία => Τόκιο: x», ο αλγόριθμος επιστρέφει σαν έξοδο τη λέξη «Ιαπωνία». Ωστόσο, στην περίπτωση του «άνδρας: γυναίκα => προγραμματιστής: x», ο αλγόριθμος επιστρέφει «νοικοκυρά» (Bolukbasi et al., 2016). Το 2017, ερευνητές του πανεπιστημίου Stanford έκαναν μία απόπειρα να ποσοτικοποιήσουν το «σφάλμα» της αναπαράστασης του έμφυλου εργασιακού καταμερισμού. Ερεύνησαν το κατά πόσο οι συσχετίσεις μεταξύ γυναικών και επαγγελμάτων στις ενσωματώσεις λέξεων είναι αντιπροσωπευτικές της πραγματικότητας. Αυτό που διαπίστωσαν είναι η πριμοδότηση του ανδρικού φύλου: ακόμα και τα επαγγέλματα στα οποία απασχολούνται ίσος αριθμός ανδρών και γυναικών εντοπίζονται πιο κοντά σε λέξεις που συνδέονται με τους άνδρες (Garg et al., 2018).

    Εικόνα 3: Παράδειγμα του πώς μεταφράζονται προτάσεις που αναφέρονται σε επαγγέλματα από τα –ουδέτερα ως προς το φύλο–- Ουγγρικά στα Αγγλικά. Πηγή: Prates et al., 2019.

    3) Αλγόριθμοι Προσλήψεων: Η περίπτωση της Amazon

    Τα παραδείγματα που προηγήθηκαν είναι ενδεικτικά του πώς μεροληπτικά συστήματα ΤΝ βλέπουν, ή μιλούν για, τις γυναίκες. Ωστόσο σε αυτά τα στιγμιότυπα, η άνιση —και άδικη— εκπροσώπηση των γυναικών φαίνεται να έχει απλά μία περιγραφική διάσταση, χωρίς άμεσες επιπτώσεις στη ζωή τους. Η δημιουργία και η χρήση του αλγορίθμου προσλήψεων της Amazon αποτελεί ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τέτοια συστήματα λαμβάνουν αποφάσεις για τις γυναίκες. Η περίπτωση της Amazon είναι ενδεικτική του πώς οι μακροχρόνιες πρακτικές αποκλεισμού των γυναικών από συγκεκριμένες θέσεις εργασίας επανεφευρίσκονται και επανεγγράφονται στην κοινωνική πραγματικότητα την εποχή της ψηφιακότητας.

    Το 2014 η Amazon υιοθέτησε ένα εργαλείο για την αξιολόγηση των βιογραφικών των υποψηφίων για τις ανοιχτές θέσεις εργασίας. Βασισμένο σε αλγορίθμους επεξεργασίας φυσικής γλώσσας και μηχανικής μάθησης, η χρήση του εργαλείου θα πληρούσε τρείς επιθυμητές προδιαγραφές: ταχύτητα, χαμηλό κόστος και ουδετερότητα. Το μοντέλο εκπαιδεύτηκε στα δεδομένα του εργατικού δυναμικού της εταιρίας και συγκεκριμένα στους υπαλλήλους των τελευταίων δέκα ετών. Στόχος ήταν να μάθει τα χαρακτηριστικά των επιτυχημένων —ως εργαζομένων— υποψηφίων, να αναζητήσει παρόμοια στοιχεία στα βιογραφικά που υποβάλλονταν για αξιολόγηση και στη συνέχεια να τα βαθμολογήσει στην κλίμακα του 5. Μέχρι το 2015 είχε γίνει αντιληπτό από την Amazon ότι παρά την ελαχιστοποίηση χρόνου και κόστους, ο αλγόριθμος αποτύγχανε σε μία από τις βασικές του επιδιώξεις: την ουδετερότητα.

    Δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού σε τεχνικές θέσεις ήταν άνδρες, ο αλγόριθμος, εξαιτίας της εκπαίδευσής του σε ιστορικά δεδομένα, ήταν συστηματικά προκατειλημμένος εναντίον των γυναικών υποψηφίων. Με άλλα λόγια, το μοντέλο «συνέδεε» τις γυναίκες με την έλλειψη επιτυχίας. Έτσι, κάθε φορά που ο αλγόριθμος συναντούσε σε ένα βιογραφικό λέξεις όπως «γυναίκα» ή «κολέγιο θηλέων», το υποβάθμιζε βαθμολογικά, ενισχύοντας την πιθανότητα απόρριψης των υποψηφίων (Langenkamp et al., 2020). Η χρήση του αλγόριθμου δεν διαιώνιζε απλώς μία κοινωνική ανισότητα, αλλά την ενέτεινε: άνδρες στα ιστορικά δεδομένα -> άνδρες ως καλύτεροι υποψήφιοι εργαζόμενοι -> πρόσληψη ανδρών -> περισσότεροι άνδρες στα ιστορικά δεδομένα. Πρόκειται για βρόχο ανατροφοδότησης (feedback loop): το αρχικό μοτίβο των δεδομένων αναπαράγεται μέσω της επανάληψης της διαδικασίας, οδηγώντας σε «αυτοενίσχυση» της ανισότητας.

    ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ: ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ;

    Φαίνεται λοιπόν πως, η ανάπτυξη των εφαρμογών της ΤΝ και η ταυτόχρονη αναγνώριση των αδυναμιών της έχει οδηγήσει ψηφιακούς ουτοπιστές και τεχνοσκεπτικιστές σε κοινό έδαφος. Είναι δύσκολο ακόμα και για τους πιο αισιόδοξους να αγνοήσουν τα προβληματικά αποτελέσματα της ΤΝ και τους κινδύνους που προκύπτουν από αυτά. Τα παραδείγματα που παρουσιάστηκαν παραπάνω «στοιβάζονται» μαζί με τις υπόλοιπες ενδείξεις ότι επιστήμη και τεχνολογία δεν είναι, και ούτε πρόκειται να είναι ποτέ, αξιακά ουδέτερες. Είναι προφανές πως ιδιαίτερα η ΤΝ, μια τεχνολογία τόσο ρευστή ως προς τα όρια και τις δυνατότητες της, αναπόφευκτα παίρνει το σχήμα του κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο γεννιέται.

    Η παρείσφρηση σεξιστικών αξιών στο σχεδιασμό, την υλοποίηση και την εφαρμογή της ΤΝ δεν αποτελεί πρωτοφανές συμβάν στην ιστορία της επιστήμης και της τεχνολογίας. Πρωτοφανής είναι όμως ο τρόπος με τον οποίο αποκρύπτεται και ενισχύεται η κοινωνική ανισότητα, ιδιαίτερα εις βάρος των γυναικών, από προκαταλήψεις που είναι «εγγεγραμμένες στον κώδικα των μηχανών», φαινόμενο το οποίο η Noble ορίζει ως αλγοριθμική καταπίεση (Noble, 2018). Την ίδια χρονιά, η Eubanks γράφει: «οι μηχανές που εκπαιδεύονται σε δεδομένα-προϊόντα άνισων κοινωνιών τείνουν να μεγεθύνουν τις υπάρχουσες ανισότητες, μετατρέποντας τις ανθρώπινες προκαταλήψεις σε φαινομενικά αντικειμενικά γεγονότα. Mια επιδεξιότητα υψηλής τεχνολογίας που ενθαρρύνει τους χρήστες να αντιλαμβάνονται βαθιά πολιτικές αποφάσεις ως φυσικές και αναπόφευκτες» (Eubanks, 2018).

    Χωρίς αμφιβολία, είναι μεγάλος ο όγκος της βιβλιογραφίας σήμερα που πηγάζει από την αποκάλυψη της «βλάβης» της ΤΝ, άλλες φορές νοημένης ως τεχνικού σφάλματος και άλλοτε ως εγγενούς αδυναμίας. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως τα θεμελιώδη φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα που τίθενται για το σύγχρονο άνθρωπο με αφορμή την ΤΝ δεν είναι νέα, αλλά επαναδιατυπώνονται στο παρασκήνιο των ισχυρών μετασχηματιστικών αλλαγών. Η εισαγωγή της ΤΝ μας προ(σ)καλεί να επαναστοχαστούμε πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση και τις σχέσεις αυτής με την ηθική και την τεχνολογία. Είναι η τεχνολογία per se που αναπτύσσει τις επιπτώσεις ή ο τρόπος που αυτή εμπλέκεται με τις κοινωνικές, κρατικές και οικονομικές δομές;

    Τα ερωτήματα αυτά είχαν γίνει θέμα των φεμινιστικών ερευνών αρκετά πριν γίνουν σημείο αναφοράς των συζητήσεων περί ηθικής της ΤΝ. O όρος «Φεμινιστική Τεχνητή Νοημοσύνη» εμφανίζεται πρώτη φορά το 1995, στο «Embodying Knowledge: A Feminist Critique of Artificial Intelligence» (Adam, 1995). Πλοηγούμενη μεταξύ των βασικών ιδεών της φεμινιστικής επιστημολογίας και των –μέχρι τότε– περιορισμένων δυνατοτήτων της ΤΝ, η Adam ρωτά τί σημαίνει να γνωρίζεις. Δεδομένου ότι η γνώση και η αναπαράστασή της αποτελούν την καρδιά της ΤΝ, στη μελέτη της Adam το φύλο γίνεται αναλυτικό εργαλείο για την εξερεύνηση του πώς τα συστήματα αυτά αναπαριστούν τη γνώση, ποιου είδους γνώση αναπαρίσταται και ποιος την κατέκτησε.

    Σύμφωνα με την Adam η ΤΝ μετουσιώνει ψηφιακά την ιδέα του καρτεσιανού δυϊσμού. Ο νους διαχωρίζεται από το σώμα και δεν επικρατεί απλά έναντι αυτού, αλλά το συνθλίβει. Δίνεται έμφαση στις αναπαραστάσεις προτασιακής λογικής, μια σύγχρονη εκδοχή νοησιαρχίας, όπου η γνώση οργανώνεται μέσω αυστηρών κανόνων της μορφής «αν-τότε». Αυτό συνεπάγεται έναν τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας που βασίζεται στην έκφραση «ο-S-ξέρει-ότι-p» – με τον S να λειτουργεί ως ένας παντογνώστης παρατηρητής και το p ως ένα αληθές, μονοσήμαντα ερμηνεύσιμο παρατηρούμενο γεγονός. Άλλωστε, η ιδέα της αμερόληπτης και καθολικής αναπαράστασης της πραγματικότητας, ή αλλιώς το «τέχνασμα του Θεού» όπως διατυπώθηκε από τη Haraway, είχε βρεθεί στο στόχαστρο των φεμινιστικών κριτικών πολύ πριν γίνει σχετική με το ζήτημα της δικαιοσύνης των συστημάτων ΤΝ. Σύμφωνα με τη Haraway, κάθε γνώση παράγεται σε –και συγκροτείται από– συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτισμικά και ιστορικά πλαίσια, εντός των οποίων χρησιμοποιείται (Pinto, 2020). Αμφισβητώντας την παραδοσιακή άποψη που καθιστά την έννοια της αντικειμενικότητας ταυτόσημη με τη «θέαση των πάντων από το πουθενά», η Haraway επανατοποθετεί το υποκείμενο που γνωρίζει, στις κοινωνικές συντεταγμένες μέσα στις οποίες γνωρίζει. Αυτή η τοποθέτηση, η συνειδητοποίηση δηλαδή ότι τα ιδιάζοντα κοινωνικά χαρακτηριστικά μίας περιόδου διαμορφώνουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, δεν αναστέλλει την κατάκτηση της αλήθειας. Αντιθέτως, η αναστοχαστική αναγνώριση της τοπικότητας συμβάλλει σε ισχυρότερες και πιο αξιόπιστες μορφές γνώσης, που συλλαμβάνουν την πολυπλοκότητα και την πολλαπλότητα των κοινωνικών οπτικών.

    Υιοθετώντας τη θέση της Haraway για την κοινωνική τοποθέτηση κάθε μορφής γνώσης, η Adam καλεί σε επαναξιολόγηση των αξιωμάτων πάνω στα οποία στηρίζεται η φιλοσοφία σχεδιασμού της ΤΝ. Προτείνει τη μετατόπιση από τις παραδοσιακές απόψεις του Διαφωτισμού περί νοημοσύνης ως ορθολογικότητας προς μία πιο συμπεριληπτική κατανόηση του όρου, στην οποία θα λαμβάνεται υπόψη ο ρόλος της ενσώματης εμπειρίας στην παραγωγή γνώσης. Η Adam «αντιστέκεται» για δύο λόγους. Πρώτον, διότι πολλά από όσα γνωρίζουν οι γυναίκες δεν μπορούν να διατυπωθούν υπό το πρότυπο της προτασιακής λογικής και, δεύτερον, διότι αυτή ακριβώς η αδυναμία μετάφρασης των γυναικείων βιωμάτων συμβάλλει στην απαξίωση της γνώσης των γυναικών, αν όχι ως μη-γνώσης, σίγουρα ως ασήμαντης (Adam, 1996).

    Όταν έγραφε η Adam, το αντικείμενο της κριτικής της –τα συστήματα ΤΝ της εποχής– ήταν σε πρωτόλεια μορφή σε σύγκριση με αυτά που χρησιμοποιούμε σήμερα. Οι παρατηρήσεις της, περισσότερο ως ανησυχίες, δεν είχαν περάσει ακόμα από τη σφαίρα του θεωρητικού σε αυτή του εφαρμοσμένου. Τριάντα χρόνια αργότερα, οι βασικές θέσεις της Adam παραμένουν επίκαιρες και το κέντρο βάρους της φεμινιστικής κριτικής εντοπισμένο στο πώς η γνώση της ΤΝ, όπως κάθε άλλη γνώση, διέπεται από υπόρρητες σχέσεις εξουσίας. Η φεμινιστική σκέψη έχει ασκήσει ισχυρή κριτική στους τρόπους με τους οποίους τα συστήματα ΤΝ τυποποιούν, ταξινομούν και ενισχύουν ιστορικές μορφές διακρίσεων. Η προσοχή στρέφεται, πρωτίστως, στην ίδια την διαδικασία ταξινόμησης των δεδομένων, η οποία νοείται από τους φεμινιστικούς κύκλους ως πράξη πολιτική: ποιος επιλέγει, καταγράφει και ερμηνεύει τα δεδομένα που θα χρησιμοποιηθούν; Υπάρχει μία και μοναδική, απόλυτη αλήθεια στα δεδομένα; Είναι οι διαπιστωμένες αλγοριθμικές προκαταλήψεις «απλώς» αποκλίσεις από –κατά τα άλλα– ορθώς ορισμένες τιμές, ή μήπως είναι ενδείξεις ελλιπούς και αφελούς προεπεξεργασίας (Lee et Singh, 2021);

    Στόχος της φεμινιστικής κριτικής είναι η συνειδητοποίηση ότι οι περίπλοκες διαδικασίες καθορισμού χαρακτηριστικών, προκαταρκτικής ταξινόμησης των δεδομένων εκπαίδευσης και «ρύθμισης» κατωφλίων και παραμέτρων βασίζονται στην ανθρώπινη κρίση. Συγκεκριμένα, επικρίνουν την «προδιάθεση» των ερευνητών της ΤΝ να σχηματίσουν βιαστικούς ορισμούς και αυστηρές τομές μεταξύ όσων υπάρχουν, στριμώχνοντας την πραγματικότητα σε «ετικέτες». Η κατηγοριοποίηση των δεδομένων, όπως γίνεται σήμερα, στοχεύει στην «επιβολή της τάξης μέσα στην ακαταστασία της ζωής» (West, 2020), καταλήγοντας όμως να «ισοπεδώνει» την ποικιλομορφία της ανθρωπότητας και να κρατά κεκαλυμμένη την κοινωνική ανισότητα.

    Οι έμφυλες προκαταλήψεις που ενσωματώνονται στα συστήματα ΤΝ δεν αποτελούν σφάλματα ή βλάβες, αλλά το αποτέλεσμα χρόνιων δομικών ανισοτήτων. Στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα, αυτές οι προκαταλήψεις είναι ακόμα δυσκολότερο να ανιχνευθούν, ιδιαίτερα τη στιγμή που ο ίδιος ο σκοπός των συστημάτων υποτίθεται πως είναι να υπερβούν την ανθρώπινη μεροληψία (Wajcman & Young, 2023). Οι ισχυρισμοί του τύπου «το έκανε ο αλγόριθμος» και οι λοιπές συμπαραδηλώσεις περί ηθικής υπαιτιότητας είναι ορισμένοι από τους λόγους για τους οποίους η φεμινιστική κριτική στην ΤΝ είναι αναγκαία. Έμμεσα είτε άμεσα, υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος που φέρει την ευθύνη για τις αποφάσεις που λαμβάνονται ή καθοδηγούνται από έναν αλγόριθμο (Greene et al., 2019). Αλλά ποιος;

    H Adam παραθέτει: «Δεν με ενδιαφέρει το φύλο των ατόμων που εμπλέκονται, αλλά το φύλο των ιδεών που παράγουν» (Adam, 1996, σελ. 49). Ωστόσο φαίνεται πως αυτά τα δύο δεν είναι ανεξάρτητα: είναι σημαντικό το ποιος «είναι στο δωμάτιο» και ακόμα σημαντικότερο το ποιος απουσιάζει. Σύμφωνα με έρευνα του World Economic Forum το 2023, το 70% των ειδικών στην ΤΝ ήταν άνδρες και μόλις το 30% γυναίκες (WEF, 2023). Και ενώ η συμπερίληψη των γυναικών σε ανάλογες θέσεις εργασίας προβάλλει ως ανάγκη επιτακτική, από μόνη της δεν είναι αρκετή. Παράλληλα, οι στατιστικές μέθοδοι ή η ανάκληση προκατειλημμένων συστημάτων δεν αρκούν για να καταπολεμήσουν την «αλγοριθμική καταπίεση». Αυτό που χρειάζεται είναι να αναγνωριστεί η υποβόσκουσα ιεραρχική λογική που εξαρχής «δημιούργησε» προνομιούχα και μη-προνομιούχα υποκείμενα (West, 2020). Επιστρέφοντας στο παράδειγμα της Amazon, προφανώς και η κατάργηση του ελαττωματικού εργαλείου προσλήψεων δεν ισοδυναμεί με τη λύση του προβλήματος. Εν προκειμένω, το πρόβλημα δεν ήταν το ίδιο το σύστημα, αλλά τα έτη προκατάληψης που διαμόρφωσαν την εταιρική κουλτούρα της Amazon ως ανδρική.

    Γιατί λοιπόν χρειαζόμαστε καλύτερη Τεχνητή Νοημοσύνη; Η απόπειρα βελτιστοποίησης αυτών των συστημάτων είναι πολλά παραπάνω από απόπειρα ενίσχυσης της τεχνοεπιστημονικής «αποδοτικότητας». Παραφράζοντας την Fehr, «αυτές οι μηχανές πρέπει να αλλάξουν, όχι επειδή εισάγουν ή προκαλούν τον σεξισμό, αλλά επειδή καθιστούν πιο δύσκολο το να αντισταθούμε στο σεξισμό που βιώνουμε ήδη» (Fehr, 2022).

    ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: ΕΊΝΑΙ ΑΥΤΉ Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΑΡΚΕΤΑ ΚΑΛΗ;

    Μισό αιώνα μετά την πρώτη εφαρμογή της στην καθημερινή μας ζωή, η ΤΝ έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο πλοηγούμαστε στην κοινωνική πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή που οι εκφάνσεις της ζωής μας μεταφορτώνονται η μία μετά την άλλη στον υπολογιστικό κόσμο, η ρομαντικοποίηση της ψηφιοποίησης φαίνεται να καταρρέει: παρά την ταχύτητα, την αποδοτικότητα, τις δυνατότητες αυτοματοποίησης και την πρόσβαση σε υπέρογκα σύνολα δεδομένων, τα συστήματα ΤΝ, ως κοινωνικά προϊόντα, αντανακλούν –και συχνά οξύνουν– τις ανισότητες που συναντώνται στο εκάστοτε χωροχρονικό πλαίσιο δημιουργίας τους.

    Η έµφυλη µεροληψία των συστηµάτων ΤΝ, συνιστώντας πολλά περισσότερα από «τυχαίο» σφάλµα ή τεχνική ατέλεια, αναδύεται ως το ψηφιακό ανάλογο επίµονων κοινωνικών ανισοτήτων και δοµικών ανισορροπιών. Σε ηθικό επίπεδο, ο τρόπος µε τον οποίο οι αλγόριθµοι «βλέπουν», «µιλούν» και «αποφασίζουν» για τις γυναίκες θέτει υπό αµφισβήτηση την ίδια την αξία της τεχνολογίας ως εργαλείου προόδου και ευηµερίας. Σε πρακτικό επίπεδο, οι αθεµελίωτες αλγοριθµικές διακρίσεις οδηγούν σε λιγότερο αποδοτικά και αξιόπιστα συστήµατα, περιορίζοντας τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες που προσφέρει η ΤΝ. Δεδοµένου πως, όπως κάθε άλλο τεχνολογικό προϊόν, η ΤΝ δεν είναι αξιακά ουδέτερη, οφείλουµε να αναρωτηθούµε: ποιές αξίες και ποιά συµφέροντα θα θέλαµε να εκπροσωπούνται στην ολοένα κλιμακούμενη ψηφιακή επανάσταση;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ

    Μήτρου, Λ., 2023. Μπορεί ο αλγόριθμος… Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

    Τάσης, Θ., 2019. Ψηφιακός Ανθρωπισμός. Αθήνα: Αρμός.

    ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ

    Adam, A., 1995. A Feminist Critique of Artificial Intelligence. European Journal of Women’s Studies, 2(3), 355-377. https://doi.org/10.1177/135050689500200305

    Adam, A., 1996. Constructions of gender in the history of artificial intelligence. IEEE Annals of the History of Computing, 18, 47-53. https://doi.org/10.1109/MAHC.1996.511944

    Bolukbasi, T., Chang, K., Zou, J., Saligrama, V., & Kalai, A., 2016. Man is to Computer Programmer as Woman is to Homemaker? Debiasing Word Embeddings. arXiv. https://arxiv.org/abs/1607.06520

    Dreyfus, H., 1992. What Computers Still Can’t Do: A Critique of Artificial Reason. New York: MIT Press.

    Fehr, C. (2022). Feminism, Social Justice, and Artificial Intelligence. Feminist Philosophy Quarterly, 8(3/4). https://doi.org/10.5206/fpq/2022.3/4.15643

    Garg, N., Schiebinger, L., Jurafsky, D., & Zou, J., 2018. Word embeddings quantify 100 years of gender and ethnic stereotypes. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America, 115(16), E3635–E3644. https://doi.org/10.1073/pnas.1720347115

    Greene, D., Hoffmann, A., & Stark, L., 2019. Better, Nicer, Clearer, Fairer: A Critical Assessment of the Movement for Ethical Artificial Intelligence and Machine Learning. Proceedings of Hawaii International Conference on System Sciences.DOI:10.24251/HICSS.2019.258

    Eubanks, V., 2018. Automating Inequality: How High-Tech Tools Profile, Police, and Punish the Poor. NY: St. Martin’s Press.

    Langenkamp, M., Costa, A., & Cheung, C., 2020. Hiring Fairly in the Age of Algorithms. arXiv. https://arxiv.org/abs/2004.07132

    Lee, M., & Singh, J., 2021. The Landscape and Gaps in Open Source Fairness Toolkits. New York: Association for Computing Machinery. https://doi.org/10.1145/3411764.3445261

    Nicholas, G., & Bhatia, A., 2023. Lost in Translation: Large Language Models in Non-English Content Analysis. arXiv. https://arxiv.org/abs/2306.07377

    Noble, S., 2018. Algorithms of Oppression: How Search Engines Reinforce Racism. New York: NYU Press, 374(6567), 542. https://doi.org/10.1126/science.abm5861

    Pinto, M., 2020. Ignorance, Science, and Feminism. In Kristen Intemann & Sharon Crasnow (eds.), The Routledge Handbook of Feminist Philosophy of Science. New York, New York: Routledge.

    Prates, M., Avelar, P., & Lamb, L., 2019. Assessing gender bias in machine translation: A case study with Google Translate. Neural Comput & Applic 32, 6363–6381. https://doi.org/10.1007/s00521-019-04144-6

    Schwemmer, C., Knight, C., Bello-Pardo, E. D., Oklobdzija, S., Schoonvelde, M., & Lockhart, J. W., 2020. Diagnosing Gender Bias in Image Recognition Systems. Socius: Sociological Research for a Dynamic World, 6. https://doi.org/10.1177/2378023120967171

    Steed, R., & Caliskan, A., 2021. Image Representations Learned With Unsupervised Pre-Training Contain Human-like Biases. (FAccT ’21). Association for Computing Machinery, New York, 701–713. https://doi.org/10.1145/3442188.3445932

    Wajcman, J., & Young, E., 2023. Feminism Confronts AI: The Gender Relations of Digitalisation. Ιn Jude Browne,  Stephen Cave, Eleanor Drage, Kerry McInerney (eds.), Feminist AI: Critical Perspectives on Algorithms, Data, and Intelligent Machines. Oxford: Oxford University Press. https://doi.org/10.1093/oso/9780192889898.003.0004

    World Economic Forum, 2023. Global Gender Gap Report 2023. Geneva. https://www3.weforum.org/docs/WEF_GGGR_2023.pdf.

    West, S.M. (2020). Redistribution and Rekognition: A Feminist Critique of Algorithmic Fairness. Catalyst, 6(2). https://doi.org/10.28968/cftt.v6i2.33043
    Η Μαρκέλλα Χαλλιορή έχει αποφοιτήσει από τη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών «Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας» στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

  • Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ – Η εκτυφλωτική τέχνη μιας επιστήμης

    Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ – Η εκτυφλωτική τέχνη μιας επιστήμης

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

    PHILIP BALL, WENTING ZHU, YAN LIANG

    Μετάφραση: Αλεξάνδρα Γουργιώτη
    Επιστημονική επιμέλεια: Ηλίας Κακουλίδης

    ISBN 978–618–230–088–6

    Διαστάσεις: 19,5 x 21,8 cm
    Αριθμός σελίδων:
    392

    Τιμή: € 30

    Έτος έκδοσης: 2024Περιγραφή

    Περισσότερο από κάθε άλλη επιστήμη, η χημεία συνδυάζει το πρακτικό με το αέρινο και το μεγαλοπρεπές. Είναι πιο γνωστή ως η πεζή, κοινότατη πηγή όλων των ουσιών που μας περιβάλλουν, και που με τη βοήθειά τους η ζωή μας παίρνει μορφή και σχήμα. Θεωρούμε δεδομένες τις βαφές που μας ντύνουν με χρώματα μοντέρνα και κεφάτα, τις συνθετικές μυρωδιές που εξωραΐζουν τη δική μας, τα φάρμακα που καταπολεμούν πόνους και αρρώστιες ή τους προηγμένους ημιαγωγούς στα έξυπνα τηλέφωνά μας. Τα υλικά της επιστήμης αυτής αγκαλιάζουν την καθημερινότητά μας: πολυεστέρες και πολυκαρβονικά, οθόνες αφής και μπαταρίες, αντικολλητικά τηγάνια και βαφές που δεν στάζουν, αλλά επίσης φυσικό αέριο και υδρογονάνθρακες.

    Η ομορφιά που κρύβει μέσα της η χημεία είναι λιγότερο γνωστή. Πολλές φορές περνά απαρατήρητη, ενώ συχνά απλώς την αγνοούμε ή την παραβλέπουμε. Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας θα μας βοηθήσει να τη γνωρίσουμε. Μια σειρά από εκπληκτικές φωτογραφίες, μαζί με τα διαφωτιστικά κείμενα που τις συνοδεύουν, μας επιτρέπουν να θαυμάσουμε τις λεπτεπίλεπτες χιονονιφάδες, λουλούδια με μεθυστικά χρώματα και αρώματα, τις εκπληκτικές αποχρώσεις των μετάλλων όταν τα κατεργαζόμαστε, να νιώσουμε τη γοητεία και τον κίνδυνο της φλόγας ή να αφήσουμε να μας παρασύρει ο αφρός της σαμπάνιας!

    Περιεχόμενα

    Η πηγαία ομορφιά της στοιχειακής χημείας

    1. Ο παιχνιδιάρικος αφρός των φυσαλίδων
      2. Η γοητεία της τακτικότητας των κρυστάλλων
      3. Η δύναμη της καθίζησης
      4. Η πληθωρική απόλαυση της δενδριτικής ανάπτυξης
      5. Η εμπρηστική σαγήνη της φλόγας
      6. Τα προστατευτικά ξόρκια της ηλεκτροχημείας
      7. Η παραδοξότητα των χρωματικών αλλαγών στα φυτά
      8. Γιατί είναι χρήσιμη η θερμότητα
      9. Η οργανική χημεία και οι περιελίξεις των χημικών κήπων
      10. Δημιουργώντας μια πληθώρα σχεδίων

    Υστερόγραφο: τέχνη, θαύματα και επιστήμη

    Ευχαριστίες
    Παράρτημα: μόρια και δομές
    ΓλωσσάριBιογραφικό Συγγραφέα

    Ο Philip Ball είναι επιτυχημένος συγγραφέας βιβλίων εκλαΐκευσης της επιστήμης, όπως τα Critical Mass: How One Thing Leads to Another (2006) και Beyond Weird: Why Everything You Thought You Knew about Quantum Physics Is Different (2018). Η Wenting Zhu είναι εικαστικός, σχεδιάστρια και φωτογράφος. Ο Yan Liang είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κίνας, ιδρυτής και υπεύθυνος παραγωγής της εκπαιδευτικής σειράς Beauty of Science.

  • ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΡΙΝΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ DARTMOUTH ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ, 31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1955

    ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΡΙΝΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ DARTMOUTH ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ, 31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1955

    John McCarthy, Marvin L. Minsky, Nathaniel Rochester και Claude E. Shannon

    Μετάφραση: Νικόλ Σαρλά
    Επιμέλεια μετάφρασης: Νικόλ Σαρλά, Βασίλης Λεμπέσης
    Επιστημονική επιμέλεια: Νικόλ Σαρλά, Βασίλης Λεμπέσης, Θάνος ΠαναγόπουλοςΠΕΡΙΛΗΨΗ

    Το καλοκαιρινό ερευνητικό πρόγραμμα του 1956 στο Dartmouth για την τεχνητή νοημοσύνη ξεκίνησε με αυτή την πρόταση της 31ης Αυγούστου 1955, η οποία συντάχθηκε από τους John McCarthy, Marvin Minsky, Nathaniel Rochester και Claude Shannon. Το αρχικό δακτυλογραφημένο κείμενο αποτελούνταν από 17 σελίδες συν την σελίδα του τίτλου. Αντίγραφα του δακτυλογραφημένου κειμένου φυλάσσονται στα αρχεία του Κολεγίου Dartmouth και του Πανεπιστημίου Stanford. Στις πρώτες 5 σελίδες παρουσιάζεται η πρόταση και στις υπόλοιπες σελίδες εκτίθενται τα προσόντα και τα ενδιαφέροντα των τεσσάρων που πρότειναν τη μελέτη. Για λόγους συντομίας, το παρόν άρθρο αναπαράγει μόνο την ίδια την πρόταση, μαζί με τις σύντομες αυτοβιογραφικές δηλώσεις των εισηγητών.Προτείνουμε να διεξαχθεί μια μελέτη της τεχνητής νοημοσύνης διάρκειας 2 μηνών και με συμμετοχή 10 ατόμων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1956 στο Κολέγιο Dartmouth στο Ανόβερο του Νιου Χάμσαϊρ. Η μελέτη θα βασιστεί στην υπόθεση ότι κάθε πτυχή της μάθησης ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό της νοημοσύνης μπορεί κατ’ αρχήν να περιγραφεί με τόση ακρίβεια ώστε να μπορεί να κατασκευαστεί μια μηχανή που να την προσομοιώνει. Θα γίνει μια προσπάθεια να βρεθεί πώς να κάνει κανείς τις μηχανές να χρησιμοποιούν τη γλώσσα, να σχηματίζουν αφαιρέσεις και έννοιες, να επιλύουν τύπους προβλημάτων που τώρα προορίζονται για τον άνθρωπο και να βελτιώνονται. Πιστεύουμε ότι μπορεί να σημειωθεί σημαντική πρόοδος σε ένα ή περισσότερα από αυτά τα προβλήματα αν μια προσεκτικά επιλεγμένη ομάδα επιστημόνων εργαστεί πάνω σε αυτό από κοινού για ένα καλοκαίρι.

    Τα παρακάτω αποτελούν μερικές πτυχές του προβλήματος της τεχνητής νοημοσύνης:1) Αυτόματοι υπολογιστές

    Αν μια μηχανή μπορεί να εκτελέσει μια εργασία, τότε ένας αυτόματος υπολογιστής μπορεί να προγραμματιστεί για να προσομοιώσει τη μηχανή. Οι ταχύτητες και οι χωρητικότητες μνήμης των σημερινών υπολογιστών μπορεί να είναι ανεπαρκείς για την προσομοίωση πολλών από τις ανώτερες λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου, το σημαντικότερο εμπόδιο, όμως, δεν είναι η έλλειψη χωρητικότητας της μηχανής, αλλά η αδυναμία μας να γράψουμε προγράμματα που να εκμεταλλεύονται πλήρως αυτό που έχουμε.

    2) Πώς μπορεί ένας υπολογιστής να προγραμματιστεί να χρησιμοποιεί μια γλώσσα

    Μπορούμε να υποθέσουμε ότι σε μεγάλο βαθμό η ανθρώπινη σκέψη συνίσταται στον χειρισμό λέξεων σύμφωνα με κανόνες της λογικής και κανόνες εικασίας. Από αυτή την άποψη, ο σχηματισμός μιας γενίκευσης συνίσταται στην πρόσληψη μιας νέας λέξης και κάποιων κανόνων, σύμφωνα με τους οποίους οι προτάσεις που την περιέχουν συνεπάγονται άλλες προτάσεις και, με τη σειρά τους, συνεπάγονται οι ίδιες από άλλες. Αυτή η ιδέα δεν έχει διατυπωθεί ποτέ με μεγάλη ακρίβεια, ούτε έχουν αναπτυχθεί συγκεκριμένα υποδείγματα.

    Εικ. 1. Πρώτη σελίδα από την πρωτότυπη πρόταση. Ευγενική προσφορά του Κολεγίου Dartmouth.

    3) Νευρωνικά δίκτυα

    Πώς μπορεί ένα σύνολο από (υποθετικούς) νευρώνες να οργανωθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να σχηματίζει έννοιες. Έχει πραγματοποιηθεί σημαντική θεωρητική και πειραματική εργασία πάνω σε αυτό το πρόβλημα από τους Uttley, Rashevsky και την ομάδα του, Farley και Clark, Pitts και McCulloch, Minsky, Rochester και Holland και άλλους. Έχουν προκύψει κάποια αποτελέσματα, αλλά το πρόβλημα απαιτεί περισσότερη θεωρητική επεξεργασία.

    4) Θεωρία του μεγέθους ενός υπολογισμού

    Αν μας δοθεί ένα καλώς ορισμένο πρόβλημα (για το οποίο είναι δυνατόν να ελέγξουμε μηχανικά αν μια προτεινόμενη απάντηση είναι έγκυρη ή όχι), ένας τρόπος επίλυσής του είναι να δοκιμάσουμε κατά σειρά όλες τις πιθανές απαντήσεις. Αυτή η μέθοδος είναι αναποτελεσματική και για να την αποκλείσουμε πρέπει να έχουμε κάποιο κριτήριο για την αποτελεσματικότητα του υπολογισμού. Η εξέταση θα δείξει ότι, για να πάρει κανείς ένα μέτρο της αποτελεσματικότητας ενός υπολογισμού, είναι απαραίτητο να έχει στη διάθεσή του μια μέθοδο μέτρησης της πολυπλοκότητας των υπολογιστικών συσκευών, η οποία με τη σειρά της μπορεί να γίνει αν έχει κανείς μια θεωρία της πολυπλοκότητας των συναρτήσεων. Ορισμένα μερικά αποτελέσματα για το πρόβλημα αυτό έχουν προκύψει από τον Shannon καθώς και τον McCarthy.

    5) Αυτοβελτίωση

    Πιθανώς μια πραγματικά ευφυής μηχανή θα εκτελεί δραστηριότητες που μπορούν να περιγραφούν καλύτερα ως αυτοβελτίωση. Έχουν προταθεί ορισμένα σχήματα για να γίνει αυτό και αξίζει να μελετηθούν περαιτέρω. Ενδεχομένως το ζήτημα αυτό μπορεί να μελετηθεί και αφηρημένα.

    6) Αφαιρέσεις

    Ορισμένοι τύποι «αφαίρεσης» μπορούν να οριστούν με σαφήνεια και αρκετοί άλλοι με λιγότερη σαφήνεια. Μια άμεση προσπάθεια ταξινόμησης αυτών και περιγραφής των μηχανικών μεθόδων σχηματισμού αφαιρέσεων από αισθητηριακά και άλλα δεδομένα φαίνεται ότι αξίζει τον κόπο.

    7) Τυχαιότητα και δημιουργικότητα

    Μια αρκετά ελκυστική, αλλά σαφώς ελλιπής υπόθεση είναι ότι η διαφορά μεταξύ δημιουργικής σκέψης και μη-ευφάνταστης, αλλά ικανής, σκέψης έγκειται στην εισαγωγή κάποιας τυχαιότητας. Η τυχαιότητα πρέπει να καθοδηγείται από τη διαίσθηση ώστε να είναι αποτελεσματική. Με άλλα λόγια, η εύλογη εικασία ή η διαίσθηση περιλαμβάνουν ελεγχόμενη τυχαιότητα μέσα σε μια κατά τα άλλα μεθοδική σκέψη.ΕΙΣΗΓΗΤΕΣ

    CLAUDE E. SHANNON

    Claude E. Shannon, μαθηματικός, Bell Telephone Laboratories. Ο Shannon ανέπτυξε τη στατιστική θεωρία της πληροφορίας, την εφαρμογή του προτασιακού λογισμού σε κυκλώματα μεταγωγής και έχει συνεισφέρει στη μελέτη της αποδοτικής σχεδίασης κυκλωμάτων μεταγωγής, τον σχεδιασμό μηχανών που μαθαίνουν, την κρυπτογραφία και τη θεωρία των μηχανών Turing. Μαζί με τον J. McCarthy συνεπιμελούνται ένα αφιέρωμα στο Annals of Mathematics με θέμα «Θεωρία των Αυτομάτων» (The Theory of Automata).

    MARVIN L. MINSKY

    Marvin L. Minsky, υπότροφος-συνεργάτης του Harvard στον τομέα των μαθηματικών και της νευρολογίας. Ο Minsky έχει κατασκευάσει μια μηχανή για την προσομοίωση της μάθησης από νευρωνικά δίκτυα και έχει γράψει μια διδακτορική διατριβή στα μαθηματικά στο Princeton με τίτλο «Νευρωνικά Δίκτυα και το Πρόβλημα του Μοντέλου του Εγκεφάλου» (Neural Nets and the Brain Model Problem), η οποία περιλαμβάνει αποτελέσματα στη θεωρία της μάθησης και τη θεωρία των τυχαίων νευρωνικών δικτύων.

    NATHANIEL ROCHESTER

    Nathaniel Rochester, διευθυντής έρευνας της πληροφορίας, εταιρεία IBM, Poughkeepsie, Νέα Υόρκη. Ο Rochester ασχολήθηκε με την ανάπτυξη του ραντάρ για επτά χρόνια και των υπολογιστικών μηχανημάτων επίσης για επτά χρόνια. Μαζί με έναν άλλο μηχανικό ήταν από κοινού υπεύθυνοι για τον σχεδιασμό του IBM 701, ενός αυτόματου υπολογιστή μεγάλης κλίμακας που τυγχάνει ευρείας χρήσης σήμερα. Επεξεργάστηκε ορισμένες από τις τεχνικές αυτόματου προγραμματισμού που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα και ασχολήθηκε με προβλήματα που αφορούν το πώς να βάλουμε τις μηχανές να κάνουν εργασίες που προηγουμένως μπορούσαν να κάνουν μόνο άνθρωποι. Εργάστηκε επίσης στην προσομοίωση νευρικών δικτύων με ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση υπολογιστών για τη δοκιμή θεωριών στη νευροφυσιολογία.

    JOHN McCARTHY

    John McCarthy, αναπληρωτής καθηγητής μαθηματικών, Κολέγιο Dartmouth. Ο McCarthy έχει εργαστεί σε διάφορα ζητήματα που σχετίζονται με τη μαθηματική φύση της διαδικασίας της σκέψης, συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας των μηχανών Turing, της ταχύτητας των υπολογιστών, της σχέσης ενός μοντέλου του εγκεφάλου με το περιβάλλον του και της χρήσης γλωσσών από μηχανές. Ορισμένα αποτελέσματα αυτής της εργασίας περιλαμβάνονται στο επερχόμενο βιβλίο «Annals Study» που επιμελήθηκαν οι Shannon και McCarthy. Το υπόλοιπο έργο του McCarthy φορά τον τομέα των διαφορικών εξισώσεων.

    H κεντρική φωτογραφία του άρθρου φιλοτεχνήθηκε από το ChatGPT έπειτα από αίτημά μας προς αυτό να φτιαχτεί ένας πίνακας σχετικός με το περιεχόμενο του άρθρου που να ακολουθεί την τεχνοτροπία του Σαλβαντόρ Νταλί.

  • Προπατορικά Αμαρτήματα της Φυσικής: Ένα Νέο Βιβλίο που Εξετάζει τα Λάθη στα Διδακτικά Εγχειρίδια

    Προπατορικά Αμαρτήματα της Φυσικής: Ένα Νέο Βιβλίο που Εξετάζει τα Λάθη στα Διδακτικά Εγχειρίδια

    ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΠΗ

    Παναγιώτης Κουμαράς

    Επιμέλεια – Διόρθωση: Στέλλα Τσούχτερη

    ISBN: 978-618-5289-980
    Διαστάσεις: 16 Χ 23
    Αριθμός σελίδων: 208
    Τιμή: 16€ + ΦΠΑ 6%


    Έτος έκδοσης: 2024Περιγραφή

    Ο Planck, το 1885, είχε διατυπώσει την πρόβλεψη ότι ο ορισμός «ενέργεια είναι η ικανότητα παραγωγής έργου» θα έπαυε να ισχύει σε είκοσι χρόνια, επειδή δεν είναι σύμφωνος με τον 2ο Νόμο της Θερμοδυναμικής. Έχουν περάσει από τότε περίπου εκατόν σαράντα χρόνια και ο ορισμός αυτός εξακολουθεί να αποτελεί τον πιο συνηθισμένο ορισμό για την ενέργεια, παρά το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, πολλές δημοσιεύσεις σε γνωστά περιοδικά διδακτικής της Φυσικής συχνά επαναφέρουν το θέμα της ασυμφωνίας του με τον 2ο Θερμοδυναμικό Νόμο.

    Αντίστοιχα, ο Νεύτωνας, το 1687, στο διάσημο έργο του Philosophiae Naturalis Principia Mathematica, έδειξε ότι η πίεση έχει νόημα μόνο στα ρευστά και κατέληξε στις σχέσεις της υδροστατικής και στην ερμηνεία του υδροστατικού παράδοξου, χρησιμοποιώντας τον ορισμό που έδωσε για το υγρό και τον 3ο Νόμο του. Ωστόσο, το έργο του φαίνεται να αγνοείται μέχρι και σήμερα, καθώς η πίεση εισάγεται στα εκπαιδευτικά βιβλία με παραδείγματα από τα στερεά.

    Τα παραπάνω αποτελούν δύο από αυτά που ο συγγραφέας ονομάζει «προπατορικά αμαρτήματα βιβλίων Φυσικής». Το βιβλίο του Παναγιώτη Κουμαρά “Προπατορικά Αμαρτήματα Βιβλίων Φυσικής” επιχειρεί να φωτίσει κριτικά μερικά από τα πιο επίμονα και διαδεδομένα λάθη και παρανοήσεις που έχουν παγιωθεί στη διδασκαλία της φυσικής μέσα από εκπαιδευτικά βιβλία. Ξεκινώντας από τη διαχρονική ανάλυση του ορισμού της ενέργειας και την αντίθεσή του με τον 2ο Νόμο της Θερμοδυναμικής, το βιβλίο προχωρά στην επισήμανση και άλλων σημαντικών ζητημάτων, όπως η παρανόηση της πίεσης στα στερεά σε αντιδιαστολή με τις αρχικές εργασίες του Νεύτωνα.

    Ο συγγραφέας καταδεικνύει πώς αυτά τα «προπατορικά αμαρτήματα» όχι μόνο διατηρούνται στα βιβλία, αλλά και επαναλαμβάνονται με τρόπο που συχνά οδηγεί σε παραπλανητική κατανόηση βασικών αρχών της φυσικής από μαθητές και φοιτητές. Το βιβλίο περιλαμβάνει δέκα κεφάλαια, εκ των οποίων τα οκτώ εστιάζουν σε τέτοια θεμελιώδη λάθη, ενώ τα υπόλοιπα δύο απαντούν σε κεντρικά ερωτήματα που παραλείπονται συστηματικά από την εκπαιδευτική ύλη, δίνοντας έτσι νέα προοπτική στην κατανόηση φυσικών εννοιών.

    Με κίνητρο ερωτήσεις και απορίες από μαθητές και καθηγητές, το βιβλίο προτρέπει για έναν αναστοχασμό της φυσικής εκπαίδευσης, θέτοντας το θεμέλιο για ουσιαστικές αλλαγές στα σχολικά βιβλία, όπως συνέβη με την αφαίρεση εσφαλμένων αναφορών για τον Νόμο του Bernoulli από το πρόγραμμα της Γ’ Λυκείου.Bιογραφικά Συγγραφέα

    Ο Παναγιώτης Κουμαράς έχει εργαστεί τέσσερα χρόνια στο Τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), δέκα χρόνια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και 28 χρόνια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ ως καθηγητής Διδακτικής των Φυσικών Επιστημών. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν τα Προγράμματα Σπουδών Φυσικών Επιστημών, τα πειράματα με υλικά καθημερινής χρήσης, την ιστορία των Φυσικών Επιστημών και τις εναλλακτικές απόψεις των μαθητών και τις πηγές προέλευσής τους.

  • Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΣΤΗ ΝΟΤΙΟ-ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

    Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΣΤΗ ΝΟΤΙΟ-ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

    Δρ. Μαρία Ζαρίφη

    Ιστορικός της Επιστήμης

    Τμήμα Κοινωνιολογίας, ΕΚΠΑΜετά το τέλος του Α ́ Παγκοσμίου και την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών το 1919, η ηττημένη Γερμανία έχασε τη θέση της ως αποικιακή δύναμη, καθώς και όλες τις κτήσεις της στο εξωτερικό. Οι κυρώσεις επηρέασαν δραματικά τις διεθνείς σχέσεις της νεαρής Δημοκρατίας, καθώς, συν τοις άλλοις, αποκλείστηκε από τη διεθνή κοινότητα σε όλους σχεδόν τους τομείς. Σε επιστημονικό επίπεδο, η χώρα έχασε όλους τους οργανισμούς που είχαν δημιουργηθεί από Γερμανούς, χάνοντας ταυτόχρονα τη μακροχρόνια επιρροή της στις επιστημονικές κοινότητες του εξωτερικού. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, τα Βαλκάνια, και φυσικά η Ελλάδα, θα κάλυπταν σχετικά άμεσα αυτό το κενό, μέσα από μια νέα στρατηγική εξωτερικής πολιτικής.ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ.

    Στα χρόνια που προηγήθηκαν του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, o διεθνής επιστημονικός ανταγωνισμός αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο του σχεδιασμού της εξωτερικής πολιτικής κάθε ισχυρού κράτους. Ο επικείμενος πόλεμος θα ήταν ο πρώτος του είδους του, ο οποίος επρόκειτο να καταστρέψει «τα μεγάλα βιομηχανικά έθνη του κόσμου» (MacLeod, 1999, 201) και η επιστήμη έπαιξε κεντρικό ρόλο σε αυτό το γεγονός. Οι συμμαχίες, που δημιουργήθηκαν το 1900 μεταξύ ερευνητικών κέντρων, κυβέρνησης και βιομηχανίας έπρεπε να επισπεύσουν τα σχέδιά τους σε ό,τι αφορά την επιστήμη και την τεχνολογία, και να ανταποκριθούν στις οικονομικές και ειδικότερα τις στρατιωτικές απαιτήσεις της εποχής. Έτσι, η επιστημονική υπεροχή έγινε συνώνυμο της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος.

    Η Γερμανία, στις αρχές του αιώνα, μπορούσε να καυχηθεί ότι η στρατιωτική και επιστημονική της πρωτοκαθεδρία της έδιναν και ιδιαίτερη ισχύ. Παρά τους ισχυρισμούς μέσα στην ίδια τη Γερμανία περί επιστημονικής υστέρησης, η χώρα ήταν ηγετική δύναμη σε διάφορους επιστημονικούς κλάδους, και ειδικότερα στη χημεία. Σημαντικές ανακαλύψεις σε αυτόν τον τομέα, όπως η σύνθεση λιπασμάτων, είχαν μεγάλη σημασία για την οικονομία της Γερμανίας βελτιώνοντας ή μετατρέποντας τεράστιες εκτάσεις γης σε κατάλληλο έδαφος για την καλλιέργεια σιταριού. Σε αυτή την εξέλιξη συνέβαλε ένας από τους κορυφαίους χημικούς της Γερμανίας εκείνη την εποχή, ο Fritz Haber, ο οποίος ανέπτυξε το μηχανισμό της συνθετικής παραγωγής υγρής αμμωνίας, μιας βασικής ένωσης για την εξαγωγή νιτρικών αλάτων, που είναι η βασική ουσία που χρησιμοποιείται στην κατασκευή πυρομαχικών αλλά και την παρασκευή λιπασμάτων. Αυτό το επίτευγμα όχι μόνο συνέβαλε στη βιομηχανική και αγροτική οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας, αλλά έδωσε στη χώρα ένα απαράμιλλο πλεονέκτημα στον χημικό πόλεμο. Για το καινοτόμο έργο του, τη σύνθεση της αμμωνίας, ο Haber τιμήθηκε με το Νόμπελ Χημείας το 1918, καθιστώντας τον τον πρώτο Γερμανό που βραβεύτηκε σε αυτόν τον κλάδο.

    Μέχρι το 1914, οι Γερμανοί είχαν ήδη ξεκινήσει την έρευνα για συνθετικά υλικά, κάτι που τους επέτρεπε να εξαρτώνται λιγότερο από τις πρώτες ύλες άλλων χωρών. Ο Otto Hahn, ο μελλοντικός διευθυντής του Ινστιτούτου Χημείας Kaiser Wilhelm, είχε ανακαλύψει το μεσοθόριο, ένα βιώσιμο και φθηνότερο υποκατάστατο του ραδίου, όταν εργαζόταν στο Ινστιτούτο Emil Fischer του Πανεπιστήμιου του Βερολίνου (Macrakis, 1993, 21). Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το Ινστιτούτο Χημείας Kaiser Wilhelm, υπό την ηγεσία του Fritz Haber και του Emil Fischer, μετατράπηκε σε κέντρο «στρατιωτικής επιστήμης» δημιουργώντας ένα τρίο μεταξύ επιστήμης, βιομηχανίας και στρατιωτικής τεχνολογίας. Τα επιτεύγματα της Γερμανίας στη χημεία ανάγκασαν τους Συμμάχους να συνεργαστούν στενότερα για την παραγωγή επιστημονικής γνώσης και για την ανταλλαγή απόρρητων πληροφοριών, καθιστώντας αυτόν τον πόλεμο «τον πρώτο πόλεμο μυστικών επιστημονικών πληροφοριών» (MacLeod, 1999, 201). Στις 2 Απριλίου 1917, η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, κήρυξαν από κοινού τον πόλεμο στη Γερμανία και ταυτόχρονα ένωσαν τις δυνάμεις τους για να προωθήσουν την έρευνα σε τέσσερις τομείς: την ανίχνευση υποβρυχίων, τον χημικό πόλεμο, τον πόλεμο των χαρακωμάτων και την αεροναυπηγική. Την περίοδο αυτή οι επιστημονικές αποστολές και ανταλλαγές ανάμεσα σε αυτές τις χώρες λάμβαναν χώρα συνεχώς στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Wilson ενέκρινε τη δημιουργία του National Research Council σε συμφωνία με το Council of National Defence, το 1916, κινητοποιώντας την επιστήμη στην υπηρεσία του πολέμου (Schroeder-Gudehus, 1966, 104). Η διασυμμαχική επιστημονική συνεργασία κατά τη διάρκεια του πολέμου έθεσε, επομένως, τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός διεθνούς επιστημονικού συμβουλίου, το οποίο θα ενθάρρυνε την επιστημονική επικοινωνία και την ανταλλαγή πληροφοριών όταν θα τελείωνε ο πόλεμος.

    Οι Ηνωμένες Πολιτείες – που εκπροσωπούνταν από τον George Ellery Hale, τον τότε γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ουάσιγκτον, – είχαν τον κεντρικό ρόλο στο συντονισμό της ροής πληροφοριών. Το καλοκαίρι του 1918, σε ένα προσχέδιο για την ίδρυση ενός Διασυμμαχικού Ερευνητικού Συμβουλίου, ο Hale υπογράμμισε με ανησυχία ότι οι Γερμανοί εισήγαγαν και βελτίωναν συνεχώς νέους, ισχυρούς μηχανισμούς επίθεσης και άμυνας που ενσωμάτωναν τις πιο προηγμένες αντιλήψεις για την επιστήμη. Απέναντι σε αυτό το προβάδισμα των Γερμανών, οι Σύμμαχοι θα μπορούσαν να ανταποκριθούν με επιτυχία μόνο μέσω μιας παρόμοιας αποτελεσματικής χρήσης όλων των φορέων επιστημονικής έρευνας που είχαν στη διάθεσή τους (MacLeod, 1999, 226). Συνεπώς, το μελλοντικό ερευνητικό συμβούλιο όχι μόνο θα συνεισέφερε στις τρέχουσες στρατιωτικές ανάγκες αλλά επιπλέον, όπως είχε οραματιστεί ο Hale, θα γινόταν ο κατεξοχήν θεσμός για τη μεταπολεμική μεταμόρφωση της διεθνούς επιστήμης. Η Διεθνής κοινότητα θα προωθούσε επίσης τη δημιουργία ενός οργανισμού που θα παράκαμπτε την προ-πολεμική γερμανο-κρατούμενη Διεθνή Ένωση Ακαδημιών (MacLeod, 1999, 225). Ωστόσο, ο Hale δεν συμφωνούσε με τη θέση των Ευρωπαίων συναδέλφων του που είχαν μια μάλλον σκληρή γραμμή κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της.

    Στην πρώτη προπαρασκευαστική συνάντηση των Διασυμμαχικών Ακαδημιών (Inter-allied Academies) στο Λονδίνο τον Οκτώβριο του 1918, Γάλλοι εκπρόσωποι πρότειναν να μην στέλνουν οι σύμμαχοι αντιπροσώπους σε διεθνή συνέδρια, στα οποία θα εκπροσωπούνταν οι  Κεντρικές Δυνάμεις. Επιπλέον, οι υπήκοοί τους θα έπρεπε να αποθαρρύνονται από το να παρακολουθούν τέτοια συνέδρια ως ιδιώτες. Η γαλλική πρόταση, ωστόσο, δεν έγινε δεκτή. Επιπλέον, ο Hale δεν συμμεριζόταν το στόχο της Γαλλίας και του Βελγίου, να κλείσουν δηλαδή την πόρτα στους Γερμανούς επιστήμονες και να μην κάνουν κανέναν συμβιβασμό μαζί τους, και επιπλέον να τους ταπεινώσουν αφαιρώντας τα ονόματά τους από τους καταλόγους των επίτιμων μελών των Εθνικών Ακαδημιών τους ή να τους πολεμήσουν με άλλους τρόπους (MacLeod, 1999, 226). Η Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου ήταν επίσης επιφυλακτική με τη χρήση τέτοιων μέτρων κατά της Γερμανίας θεωρώντας τα περιττά. Οι Αγγλο-αμερικανοί θεωρούσαν ότι ακραία μέτρα κατά της Γερμανίας θα μπορούσαν να σταθούν εμπόδιο στη διεθνή συνεργασία, δημιουργώντας προκαταλήψεις και δυσπιστία μετά το τέλος του πολέμου. Αντίθετα, πίστευαν ότι η μεταπολεμική οργάνωση θα έπρεπε να επιτρέψει στους Γερμανούς να ενταχθούν στην επιστημονική κοινότητα, αλλά θα έπρεπε να εμποδίσουν την κυριαρχία τους. Κατά συνέπεια, η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, βασισμένη στην παράδοση και το κύρος της γερμανικής ακαδημαϊκής ηγεσίας, έπρεπε να αντικατασταθεί με μια νέα τάξη βασισμένη σε επιστημονικούς κλάδους ανοιχτούς στην παγκόσμια κοινότητα. Κατά ειρωνικό τρόπο, το άνοιγμα της νέας τάξης περιορίστηκε τελικά στους νικητές του πολέμου, οι οποίοι δημιούργησαν ένα στενό δίκτυο επιστημονικών οργανώσεων. Επικεφαλής αυτών ήταν συνήθως ο ίδιος μικρός αριθμός επιφανών ατόμων. Όμως η παρουσία των ίδιων ανθρώπων σε επιστημονικά ιδρύματα και οργανισμούς με πολύ διαφορετικούς στόχους θα αποδυνάμωνε εν τέλει τόσο το ζήτημα της ιεραρχίας όσο και της ισχυρής αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησης μέσα στους ίδιους αυτούς επιστημονικούς θεσμούς. Επιπλέον, ο αριθμός των αρμοδιοτήτων που θα έπρεπε να διαχειριστεί το νέο Ερευνητικό Συμβούλιο, όπως η οργάνωση συνεδρίων, η σύνταξη επιστημονικών εκθέσεων, η έκδοση περιοδικών, η επικοινωνία με ιδρύματα, ενώσεις και ξένους επιστήμονες και η οργάνωση ανταλλαγής επιστημονικών δημοσιεύσεων, απαιτούσε οπωσδήποτε μεγαλύτερο κύκλο επιστημόνων από αυτόν που οι Εθνικές Ακαδημίες από μόνες τους μπορούσαν να προσφέρουν.

    Παρ’ όλες όμως τις διαφορές τους, όλοι οι Σύμμαχοι συμφωνούσαν πως η δημιουργία του νέου Διεθνούς Οργανισμού Ερευνών θα έπρεπε να γίνει το συντομότερο δυνατό, γιατί φοβούνταν πως οι Γερμανοί θα μπορούσαν τελικά να αναλάβουν την οργάνωση και να ασκήσουν ισχυρή επιρροή πάνω του μετά το τέλος του πολέμου. Επομένως, οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα ωφελούσε τη Γερμανία. Ο Μόνιμος Γραμματέας της Ακαδημίας Επιστημών του Παρισιού, Emile Picard, χαρακτήρισε την άμεση συγκρότηση του Διεθνούς Οργανισμού Ερευνών θέμα «κεφαλαιώδους σημασίας». Μετά από δύο προκαταρκτικές συνεδριάσεις στο Λονδίνο και το Παρίσι το 1918, το νέο Διεθνές Συμβούλιο Έρευνας (International Research Council) εγκρίθηκε επίσημα από τους Συμμάχους σε μια διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Palais des Académies στις Βρυξέλλες στις 18-28 Ιουλίου 1919. Σκοπός του Διεθνούς Συμβουλίου δεν ήταν η διεξαγωγή έρευνας καθαυτής αλλά η τόνωση, η υποστήριξη και ο συντονισμός της διεθνούς επιστημονικής συνεργασίας, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του καταστατικού. Το νέο Συμβούλιο Έρευνας διαμόρφωσε το πολιτικό πλαίσιο για τη μελλοντική διεθνή επιστημονική συνεργασία, ενθαρρύνοντας τη χρήση της αγγλικής γλώσσας, αν και η έδρα του ήταν στο Παρίσι. Οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί επιστήμονες αποκλείστηκαν τελικά ρητά με ψηφοφορία που ζητήθηκε από τη Γαλλία και το Βέλγιο. Εν τω μεταξύ, η Συνθήκη των Βερσαλλιών που υπογράφηκε από τους Συμμάχους και τις Κεντρικές Δυνάμεις στις 28 Ιουνίου 1919, -σχεδόν έναν μήνα πριν την ίδρυση του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας- εγκαινίασε μια άδοξη εποχή για τη γερμανική επιστήμη. Το πιο καταστροφικό άρθρο για τις διεθνείς επιστημονικές σχέσεις της Γερμανίας, που έβλαψε την επιστημονική παραγωγή εντός των συνόρων της, ήταν το Άρθρο 282 καθώς και τα αμέσως επόμενα. Σύμφωνα με αυτά, όλες οι πολυμερείς συνθήκες, συμβάσεις ή συμφωνίες οικονομικού ή τεχνολογικού περιεχομένου που είχε υπογράψει η Γερμανία στο παρελθόν, στερούνταν κάθε νομικής ισχύος. Η μόνη εξαίρεση που έγινε ήταν για τις συμφωνίες που αφορούσαν οργανισμούς, στους οποίους η συνεργασία της Γερμανίας ήταν απολύτως απαραίτητη, όπως η Σύμβαση για την Ενοποίηση και τη Βελτίωση του Μετρικού Συστήματος, η συμφωνία για την τεχνική τυποποίηση των σιδηροδρόμων, η συμφωνία για την ενοποίηση φαρμακευτικών τύπων για ισχυρά φάρμακα και το Γεωργικό Ινστιτούτο στη Ρώμη. Επίσης, σύμφωνα με τα Γενικά Άρθρα της Συνθήκης, το καταστατικό του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας απέκλεισε τις Κεντρικές Δυνάμεις και τους συμμάχους τους από κάθε επιστημονικό συνέδριο μέχρι το 1931, εκτός εάν τα δύο τρίτα του Συμβουλίου αποφάσιζαν διαφορετικά. Ούτε ο Άλμπερτ Αϊνστάιν δεν μπορούσε να συμμετάσχει στα συνέδρια Φυσικής χωρίς την έγκριση περισσότερων από τα δύο τρίτα των μελών του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας. Αυτή η ενέργεια αγνόησε, ουσιαστικά, τη φωνή της διεθνούς κοινότητας της Φυσικής, η οποία την αποδοκίμασε σε ένα τεύχος του περιοδικού «Nature» το 1921. Επιπλέον, οι Γερμανοί εκπρόσωποι θα διαγράφονταν από διεθνείς επιτροπές, όπως την Διεθνή Επιτροπή για το Βάρος του Ατόμου, την Επιτροπή για τη Διδασκαλία των Μαθηματικών, τη Διεθνή Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή και άλλες, και εάν κρινόταν απαραίτητο λόγω έλλειψης ειδικών, το Διεθνές Συμβούλιο Έρευνας θα ανακοίνωνε τη σύσταση νέων οργάνων.

    Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας υπήρχαν ομάδες αφιερωμένες σε νομικούς ελιγμούς, οι οποίοι είχαν σχεδιαστεί ειδικά για να αφήνουν τις Κεντρικές Δυνάμεις αποκλεισμένες από τη διεθνή κοινότητα. Τέτοιες πρακτικές εφαρμόστηκαν για παράδειγμα, στο XI Διεθνές Συνέδριο Γεωγραφίας που πραγματοποιήθηκε στις 1-9 Απριλίου 1925 στο Κάιρο. Η Αίγυπτος είχε ενταχθεί στο Διεθνές Συμβούλιο Έρευνας στις 26 Ιουλίου 1922, όμως οι επίσημες προσκλήσεις είχαν σταλεί στη Γερμανία και την Αυστρία σχεδόν ένα μήνα πριν, στις 22 Ιουνίου 1922. Αυτή η κίνηση της Αιγύπτου είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της διοργάνωσης στη Διεθνή Γεωγραφική Ένωση, που ιδρύθηκε στις 29 Ιουλίου 1922, η οποία υπόκειτο σε αποφάσεις του Διεθνούς Ερευνητικού Συμβουλίου, και συνεπώς στην ανάκληση των προσκλήσεων στην Γερμανία και την Αυστρία. Στην πραγματικότητα, οι πρώην Κεντρικές Δυνάμεις αποκλείστηκαν από όλες τις επίσημες προσκλήσεις της Αιγύπτου. Από το 1919 έως το 1925, απαγορεύτηκε στη Γερμανία να συμμετάσχει σε περίπου 165 από τις 275 διεθνείς συναντήσεις στους τομείς των ανθρωπιστικών, φυσικών και τεχνικών επιστημών. Για τους Γερμανούς, παρόλο που οι συζητήσεις για την ένταξη της χώρας τους στην Κοινωνία των Εθνών ήταν σε εξέλιξη, τα απαγορευτικά μέτρα παρέμεναν εξίσου αυστηρά όσο τα πρώτα χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Τα στοιχεία που δημοσίευσε το «Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων για τις Φυσικές Επιστήμες του Ράιχ» το 1925, αποτυπώνουν μια θλιβερή εικόνα για τη Γερμανία:ΠΙΝΑΚΑΣ 1

    “Διεθνή” Συνέδρια 1922-24

     

    Σύνολο χωρίς τη Γερμανία
    Ανθρωπιστικές και Φυσικές Επιστήμες (συν την Ιατρική), 57 51
    Δημόσιο Δίκαιο, Διεθνές Δίκαιο 08 02
    Κοινωνικές Επιστήμες 20 17
    Τεχνικές Επιστήμες/Επικουρικές Επιστήμες 21 16
    Συνολικά: 106 86

    Όπως ήταν αναμενόμενο, τα πράγματα ήταν διαφορετικά όταν διοργανώνονταν διεθνή συνέδρια από ουδέτερα κράτη ή από τις ίδιες τις Κεντρικές Δυνάμεις. Η Γερμανία προσκλήθηκε σε όλα εκτός από ένα από τα 21 διεθνή συνέδρια, που οργανώθηκαν από τις Κεντρικές Δυνάμεις στη διάρκεια από το 1920 έως το 1924. Ωστόσο, οι Σύμμαχοι, ιδιαίτερα η Γαλλία και το Βέλγιο, τηρώντας πιστά τα Άρθρα της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αρνήθηκαν να στείλουν τους αντιπροσώπους τους σε δεκατρία συνέδρια στα οποία είχε προσκληθεί και η Γερμανία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

    Αμέσως μετά τον πόλεμο η Διεθνής Ακαδημαϊκή Ένωση για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες, που ιδρύθηκε στις Βρυξέλλες τον Οκτώβριο του 1919, καθώς και μια σειρά νέων επιστημονικών οργανισμών και ιδρυμάτων τέθηκαν υπό τη διεύθυνση του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας. Οι οργανισμοί αυτοί δημιουργήθηκαν κυρίως για την υποστήριξη των φυσικών επιστημών, η ανάπτυξη των οποίων ήταν ιδιαίτερα σημαντική στον μεταπολεμικό οικονομικό σχεδιασμό και την εθνική ασφάλεια. Οι πρώην Κεντρικές Δυνάμεις αποκλείστηκαν ρητά και πάλι από όλες. Τα νέα ιδρύματα που δημιουργήθηκαν ήταν οι Διεθνείς Ενώσεις για την Αστρονομία, τη Γεωδαισία, τη Γεωφυσική και την Καθαρή και Εφαρμοσμένη Χημεία (Schroeder-Gudehus, 1973, 102).  Ορισμένες από τις παλιές ενώσεις μετατράπηκαν σε νέες, όπως η Διεθνής Ένωση για τα Μαθηματικά και η Διεθνής Ένωση για την Επιστημονική Ραδιοτηλεγραφία. Παράλληλα κάποια σχέδια για νέες επιστημονικές εταιρίες που βρίσκονταν σε αδράνεια επρόκειτο να ενεργοποιηθούν στο μέλλον. Μεταξύ αυτών ήταν η Διεθνής Ένωση Βιολογικών Επιστημών και η Διεθνής Τεχνική Ένωση. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά σωματεία ή οργανώσεις που είχαν προηγουμένως τα κεντρικά τους γραφεία  στη Γερμανία μετέφεραν την έδρα τους σε άλλες χώρες μετά τον πόλεμο, ως αποτέλεσμα των περιορισμών του Άρθρου 282 (Schroeder-Gudehus, 1966, 115). Αυτό συνέβη στην περίπτωση της Διεθνούς Σεισμολογικής Ένωσης στο Στρασβούργο (Internationale Assoziation für Siesmologie), η οποία επανιδρύθηκε ως Διεθνής Ένωση Γεωδαισίας και Γεωφυσικής (Union géodésique et géophysique internationale). Ένα άλλο παράδειγμα ήταν το Κεντρικό Γραφείο Διεθνούς Γεωμετρίας στο Potsdam (Zentralbüro der Internationale Erdmeßung), τις αρμοδιότητες του οποίου ανέλαβε κυρίως ο Ιαπωνικός Σταθμός για τη μελέτη του Γεωγραφικού Πλάτους στη Mizusawa (Schroeder-Gudehus, 1966, 116). Δεν αποτελεί επομένως έκπληξη το γεγονός ότι μέχρι το 1923 η Γαλλία στέγαζε τριάντα επτά διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς, εταιρίες και ινστιτούτα, σε αντίθεση με μόνο δεκαοκτώ το 1914. Την ίδια περίοδο, το Βέλγιο αύξησε τον αριθμό των διεθνών ιδρυμάτων που είχαν την έδρα τους στην επικράτειά του από δεκατέσσερα σε τριάντα ένα, η Αγγλία από εννέα σε δεκατέσσερα και η Ιταλία από τρία σε τέσσερα. Από την άλλη πλευρά, ο αριθμός των διεθνών οργανισμών που είχαν την έδρα τους στη Γερμανία μειώθηκε από δεκατέσσερις, το 1914, σε έξι, το 1923.ΠΙΝΑΚΑΣ 2.

    Ευρωπαϊκή Συμμετοχή σε Διεθνή Συνέδρια 1914-1923

    1914 1923
    Γερμανία 14 6
    Γερμανία-Αυστρία 3 3
    Βέλγιο 14 31
    Γαλλία 18 37
    Αγγλία 9 14
    Ιταλία 3 4

    Τα συνέδρια και οι οργανισμοί δεν ήταν οι μόνοι επιστημονικοί χώροι από τους οποίους αποκλείστηκε η Γερμανία. Ίσως «το πιο αποτελεσματικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε ενάντια στην ‘κυριαρχία΄ της γερμανικής επιστήμης», όπως ανέφερε σε μια έκθεσή του το 1919, ο γραμματέας του Τμήματος Φυσικής και Μαθηματικών της Πρωσικής Ακαδημίας, Max Planck, «[ήταν] ο αποκλεισμός της Γερμανίας από τη διεθνή βιβλιογραφία, στην οποία υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύονταν [μέχρι εκείνη τη στιγμή] δυσανάλογα πολύ τα γερμανικά επιστημονικά έργα» (Spence Richards, 1990, 402). Η εκτίμηση του Planck επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο αριθμός των ξένων περιοδικών που μπορούσε να αγοράσει η Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου το 1920 είχε μειωθεί δραματικά μετά τον πόλεμο: από 2.200 τίτλους, το 1914, σε μόλις 140 (Schulze, 1995, 50). Με αυτά τα στοιχεία, η γερμανική επιστήμη θα μπορούσε δικαιολογημένα να θεωρηθεί επαρχιακή και καθυστερημένη στις διεθνείς επιστημονικές συζητήσεις. Μέχρι το 1919, η Γερμανία είχε αναμφίβολα μια έντονη παρουσία στη διεθνή βιβλιογραφία πολλών επιστημονικών κλάδων. Η βοτανική, η ζωολογία, η ανατομία, η βιολογία και η φυσιολογία ήταν οι τομείς στους οποίους η γερμανική επιστημονική πρόοδος ήταν πιο εμφανής. Ένα μέτρο επίσης που έπληξε σοβαρά το διεθνές επιστημονικό κύρος της Γερμανίας ήταν οι νομισματικές συνθήκες αγοράς για τα επιστημονικά έργα από το εξωτερικό. Τα βιβλία και τα περιοδικά έγιναν πολύ ακριβά και αντιπροσώπευαν σημαντική δαπάνη ακόμη και για τα μεγαλύτερα πολιτιστικά ιδρύματα, όπως το Γερμανικό Μουσείο (Germanisches Museum) στη Νυρεμβέργη, τη Γερμανική Βιβλιοθήκη στη Λειψία και το Γερμανικό Μουσείο στο Μόναχο, που εκείνη την εποχή ήταν υπό κατασκευή. Από την πλευρά της τώρα η διεθνής επιστημονική κοινότητα αντί να αξιολογεί τη γερμανική παραγωγή ανεξάρτητα και χωρίς προκαταλήψεις, εντούτοις επηρεαζόταν από ορισμένους νέους φορείς αναθεώρησης ή μάλλον απόρριψης των γερμανικών επιστημονικών μελετών, που δημιουργήθηκαν από την Ομοσπονδία Εταιρειών Φυσικών Επιστημών (Fédération des Sociétés des Sciences naturelles), έναν οργανισμό που ιδρύθηκε επί τούτου τον Μάρτιο του 1919. Αυτοί αποφάσιζαν για την απομάκρυνση των γερμανικών περιοδικών επιθεώρησης από τη διεθνή επιστημονική σκηνή, ένα εγχείρημα που ήταν τελικά πολύ αποτελεσματικό για τον επιστημονικό εξοστρακισμό της Γερμανίας.

    Παρά τις συντονισμένες προσπάθειες αποκλεισμού της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης μέσω αρκετών μηχανισμών διάσωσης και σταδιακά με ξένη υποστήριξη, κατάφερε να ανακτήσει μέχρι το 1930 περίπου κατά το ήμισυ τη θέση που κατείχε προπολεμικά στον διεθνή επιστημονικό περιοδικό τύπο και μέχρι το 1940, η Γερμανία του Γ’ Ράιχ είχε αυξήσει εντυπωσιακά το μερίδιό της στη διεθνή επιστημονική παραγωγή, ειδικά στον τομέα της χημείας (de Solla Price, 1967, 90). Αποτυπώνοντας αυτό το ισχυρό αντι-δυτικό αίσθημα του «κινήματος μποϊκοτάζ» που δημιουργήθηκε έναντι της Γερμανίας, ο διευθυντής του Κεντρικού Γραφείου Επιστημονικών Νέων του Ράιχ (Reichszentrale für wissenschaftliche Berichterstattung), Karl Kerkhof, υποστήριξε ότι η πρώτη πρωτοβουλία κατά της γερμανικής επιστήμης είχε παρθεί ήδη το 1915 από την Αγγλία (Kerkhof, 1922, 9). Σύμφωνα με τον ίδιο, η «Βρετανική Ένωση για την Προώθηση της Επιστήμης», σε μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε εκείνη τη χρονιά στο Μάντσεστερ, είχε σχεδιάσει να δημιουργήσει ένα μέτωπο ενάντια στη γερμανική επιστήμη μέσω μιας σειράς περιοδικών για τις φυσικές επιστήμες που θα εκδίδονταν από τις συμμαχικές χώρες. Στο ίδιο πνεύμα, η Royal Society of Literature και ο Ιταλός εκδότης του διεθνούς περιοδικού «Scientia», Eugenio Rignano, πρότειναν τη δημιουργία περιοδικών, αρχείων και επετηρίδων με διεθνή χαρακτήρα και σε συνεργασία με τα κράτη της Αντάντ, προκειμένου να ηττηθεί αυτό που περιγράφονταν ως «ηγεμονία» και «μονοπώλιο» της Γερμανίας στον επιστημονικό τύπο.

    Ο εξοστρακισμός της γερμανικής γλώσσας ήταν ένας ακόμη τρόπος για να περιοριστεί η επιρροή των Γερμανών επιστημόνων και να απελευθερωθεί η διεθνής επιστημονική σκηνή από τη γερμανική εξουσία, όπως υποστήριζαν οι Σύμμαχοι. Η χρήση της γερμανικής γλώσσας στα συνέδρια ήταν επίσης απαγορευμένη στα μέλη του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας (International Research Council), ακόμη και για τους Ολλανδούς και τους Σκανδιναβούς επιστήμονες, για τους οποίους τα γερμανικά ήταν η διεθνής επιστημονική γλώσσα εκείνη την εποχή. Αυτή η πολιτική προήλθε από την πεποίθηση, την οποία συμμερίζονταν σε μεγάλο βαθμό οι Σύμμαχοι, ότι τα γερμανικά:«είχαν γίνει κατεξοχήν η διεθνής γλώσσα της επιστήμης και ότι οι Γερμανοί καθηγητές είχαν δημιουργήσει ένα είδος επιστημονικής αυτοκρατορίας που κάλυπτε ολόκληρη τη βόρεια, κεντρική και ανατολική Ευρώπη και ασκούσε σημαντική επιρροή στη ρωσική, αμερικανική και ιαπωνική επιστήμη» (Schroeder-Gudehus, 1973, 99).Το παράδοξο ήταν ότι ακόμη και οι γερμανόφωνοι εκπρόσωποι από ουδέτερες χώρες, όπως η Ελβετία, αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν γαλλικά ή αγγλικά αντί της μητρικής τους γλώσσας, ακόμη και σε διεθνή συνέδρια που γίνονταν στη χώρα τους. Όμως, παρά το αυστηρό και άκαμπτο πνεύμα του Συμβουλίου Έρευνας, υπήρξαν περιπτώσεις που χρησιμοποιήθηκαν τα γερμανικά από ορισμένους συνέδρους σε κάποια συνέδρια. Για παράδειγμα, στο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινολόγων στο Βουκουρέστι, το 1924, τρεις Γιουγκοσλάβοι, δύο Ρουμάνοι και ένας Έλληνας παρουσίασαν τη δουλειά τους στα γερμανικά, κόντρα στις επιταγές του Διεθνούς Συμβουλίου Έρευνας (Schroeder-Gudehus, 1966, 115 και Κουγέας, 1925).

    Όλα τα παραπάνω μέτρα που έλαβαν οι Σύμμαχοι για να τιμωρήσουν τη Γερμανία, οδήγησαν τους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της ηττημένης χώρας να μιλούν για έναν «πόλεμο κατά της γερμανικής επιστήμης» (Karo, 1919 και 1925 και Kerkhof, 1922). Το 1922, ο Kerkhof κατηγορούσε τον γαλλικό ιμπεριαλισμό καθώς και τα λανθάνοντα αγγλικά και αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα που ενισχύονταν από την επιστημονική απομόνωση της Γερμανίας. Η Γαλλία, για παράδειγμα, είχε ενισχύσει την επέκταση του πολιτιστικού της τομέα μέσω ορισμένων οργανώσεων προπαγάνδας, όπως την Lingue française de Propagande, τη Fédération internationale pour l’ extension et la culture de la langue française, τη Groupement des Universités et Grandes Écoles de France και άλλων. Με αυτόν τον τρόπο έκανε πολλά έθνη να οδηγηθούν στο συμπέρασμα ότι «μετά την διαταγή των Βερσαλλιών», όπως την αποκαλούσαν οι Γερμανοί, «το παγκόσμιο επιστημονικό κέντρο είχε μεταφερθεί στο Παρίσι» (Kerkhof, 1922, 20). Η αγγλική και η αμερικανική προπαγάνδα, από την άλλη πλευρά, στόχευε τους κύριους συντελεστές της βιομηχανικής ανάπτυξης της Γερμανίας, δηλαδή τη χημεία και τη φυσική. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1921, για παράδειγμα, ο πρόεδρος του Αμερικανικού Ιδρύματος Χημείας (American Chemical Foundation), Françis P. Carvan, υποστήριξε ότι η ανάπτυξη της χημείας «στα βρώμικα χέρια των Γερμανών είναι μια ιστορία εγκλημάτων, πλάνης και δολοφονικής απόπειρας» και ήρθε η ώρα να περάσει στα «χέρια των ιδεαλιστών Αγγλοσαξόνων» (Kerkhof, 1922, 23 κ.ε.). Επιπλέον, ο αγγλικός και ο αμερικανικός Τύπος διαμαρτυρήθηκε για την απονομή του βραβείου Νόμπελ Χημείας στους Γερμανούς Fritz Haber και Walther Hermann Nernst, το 1918 και 1920 αντίστοιχα, χαρακτηρίζοντας την επιβράβευσή τους ως λάθος.

    Η προπαγάνδα και τα μέτρα αποκλεισμού που επιβλήθηκαν στη Γερμανία τελικά δεν ωφέλησαν την επιστήμη στο σύνολό της, και αυτό έγινε αντιληπτό από την κοινότητα. Σύντομα κατάλαβαν πως η συνεργατική έρευνα και τα συνέδρια στα οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των εθνών του πλανήτη, έπρεπε να συνοδεύονται από καθολική κοινοποίηση των ευρημάτων και όχι να περιορίζεται μεταξύ των λίγων ελίτ εθνών. Ωστόσο, όλο αυτό το διάστημα και μέχρι τη χρονιά που η Γερμανία έγινε μέλος της Κοινωνίας των Εθνών, το 1926, ακόμη και τα κράτη που παρέμειναν ουδέτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν φαίνονταν να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης στη διεθνή επιστημονική κοινότητα που ήταν υπό την ηγεσία των μεγάλων δυνάμεων της Αντάντ, καθώς οι σύμμαχοι φοβούνταν ότι θα μπορούσαν να μοιραστούν επιστημονικά δεδομένα με τη Γερμανία. Με άλλα λόγια, τα δημοκρατικά ιδεώδη δεν φαίνονταν να χαρακτηρίζουν το Διεθνές Συμβούλιο Έρευνας και η προσπάθεια «να το κρατήσουμε μεταξύ μας» συνηγορεί τελικά στον ελιτιστικό χαρακτήρα που είχε τελικά αυτός ο επιστημονικός οργανισμός (Schroeder-Gudehus, 1966,103). Συνεπώς, αυτή η πολιτιστική-πολιτική απομόνωση της Γερμανίας ανάγκασε τη χώρα να αναπτύξει τρόπους υποστήριξης της έρευνας και να μεταρρυθμίσει την επιστημονική της πολιτική. Επιπλέον, η απομόνωση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός ιδεολογικού πλαισίου που υποκινούσε την εχθρότητα προς τις δυτικές χώρες (Hammerstein, 1999, 70 κ.ε. Schroeder-Gudehus, 1990), ιδιαίτερα εναντίον της Γαλλίας, κάνοντας διάκριση ανάμεσα στην κουλτούρα (Kultur), με την οποία ταυτιζόταν η Γερμανία, από τον δυτικό πολιτισμό (Zivilisation), που εκπροσωπούσε ο Γαλλικός Διαφωτισμός. Αυτή η εννοιολογική διαίρεση έμελλε να βρει την ακραία της έκφραση μερικά χρόνια αργότερα στην εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία.

    Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΠΕΡΝΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

     Έτσι από τις αρχές του 1924 δημιουργήθηκε στη Γερμανία ένα πλήθος οργανισμών, δίνοντας μια αξιοσημείωτη ώθηση στη γερμανική επιστημονική παρουσία και πέρα ​​από τα εθνικά σύνορα της χώρας. Μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών τα εξωχώρια ινστιτούτα που υπήρχαν στην Κίνα, την Αργεντινή, τα νησιά Σαμόα, τη Νάπολη και το Rovigno, ήταν αυτά που προέβαλαν την γερμανική επιστήμη και ασκούσαν σημαντική επιρροή στο εξωτερικό (Pyenson, 1985). Η Γερμανία περνώντας στην αντεπίθεση ξεκίνησε συστηματική εκστρατεία για την προβολή και προώθηση του γερμανικού πολιτισμού μέσω της επιστήμης. Εν τω μεταξύ, ο Ζωολογικός Σταθμός στη Νάπολη, το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας στο Rovigno και ο Βιολογικός Σταθμός στο Lunz, στη νότια Αυστρία, που ήταν τα πρώτα γερμανικών συμφερόντων ερευνητικά ιδρύματα στην Ευρώπη, ήδη από τα τέλη του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα,  και οι μόνοι σταθμοί εκτός της χώρας που συνέβαλαν τότε στη γεωργική και βιολογική έρευνα, ξαναέγιναν σιγά σιγά μέρος του δικτύου ερευνητικών κέντρων στο εξωτερικό με τεράστια σημασία για την άρση της ερευνητικής απομόνωσης της Γερμανίας. Το  φιλόδοξο αυτό σχέδιο για τη διάσωση της γερμανικής κουλτούρας και τη διόρθωση της κατεστραμμένης εικόνας του κράτους στο εξωτερικό, πέτυχε και τελικά συνέβαλε στην εκ νέου διαμόρφωση της μεταπολεμικής επιστημονικής και εκπαιδευτικής πολιτικής της Γερμανίας, καθώς και στην ατζέντα της εξωτερικής της πολιτικής.

    Παρά τα επιτεύγματά της χώρας στη χημεία και τις προόδους της στον χημικό πόλεμο, η Γερμανία μετά τον λεγόμενο Μεγάλο Πόλεμο βρέθηκε πίσω από τα μεγάλα έθνη, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι μόνο στη χημεία αλλά και σε κλάδους όπου η γερμανική επιστήμη ήταν ηγετική δύναμη πριν το ξέσπασμα των εχθροπραξιών. Μεταξύ αυτών των κλάδων ήταν και η γεωπονία, στην οποία η υστέρηση της Γερμανίας ήταν ιδιαίτερα εμφανής. Η ανάπτυξη αυτής της επιστήμης απαιτούσε διεπιστημονική έρευνα που θα έπρεπε επίσης να περιλαμβάνει τα θεωρητικά πεδία της φυσικής χημείας και της φυσιολογικής χημείας. Η έρευνα για την ανάπτυξη των καλλιεργήσιμων πράσινων φυτών επικεντρώθηκε στη γνώση στοιχείων όπως τα αλεσμένα ορυκτά άλατα, τα οποία είναι απαραίτητα για την γρήγορη ανάπτυξη αυτών των φυτών. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι επιστήμονες ήταν η ποσότητα των χημικών στοιχείων που χρειαζόταν κάθε είδος καλλιεργούμενου φυτού. Ο καθορισμός των εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων, δηλαδή των κλιματικών συνθηκών, της μικροπανίδας και χλωρίδας του εδάφους, της φυσιολογίας των φυτών κ.ο.κ., που επηρέαζαν τη διατήρηση και την απορρόφηση των θρεπτικών στοιχείων, ήταν επίσης ένα σημαντικό ερευνητικό ερώτημα. Η επίλυση αυτών των προβλημάτων θα επέτρεπε την καλλιέργεια σε μεγάλη κλίμακα, που ήταν δύσκολη εκείνη την εποχή. Επιπλέον, η συστηματική χρήση λιπασμάτων θα τόνωνε τη χημική βιομηχανία, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή στη βελτίωση της επιστημονικής και οικονομικής θέσης της χώρας. Όμως μια τέτοιας κλίμακας έρευνα απαιτούσε πόρους που δεν ήταν εύκολο να συγκεντρωθούν.

    Έτσι, στις 30 Οκτωβρίου 1920, οι Γερμανικές Ακαδημίες Επιστημών μαζί με τα Πανεπιστήμια, τα Τεχνολογικά Πανεπιστήμια, την Εταιρία Kaiser Wilhelm, την Οργάνωση Τεχνολογικών Ενώσεων και την Ένωση Γερμανών Φυσικών Επιστημόνων και Ιατρών συμπράττουν και ιδρύουν την πολυπόθητη οργάνωση με την επωνυμία Εταιρία Επείγουσας Ανάγκης για τη Γερμανική Επιστήμη (Notgemeinschaft der deutschen Wissenschaften). Οι βασικοί υποστηρικτές της Notgemeinschaft ήταν το Υπουργείο Εσωτερικών και το Υπουργείο Οικονομικών. Σημαντικοί χορηγοί όμως ήταν και η Ένωση Γερμανών Τραπεζιτών, βιομηχανικές και αγροτικές ενώσεις, σωματεία μικρο-εμπόρων και χονδρεμπόρων, και ορισμένες οργανώσεις του εξωτερικού φίλα προσκείμενες στη Γερμανία. Η Notgemeinschaft θα κάλυπτε τα έξοδα εκτύπωσης βιβλίων και περιοδικών, τα έξοδα για ξένη επιστημονική βιβλιογραφία, και θα χρηματοδοτούσε την εργαστηριακή υποδομή, την απόκτηση πειραματικού υλικού, αλλά και τα έξοδα για ερευνητικές αποστολές στο εξωτερικό.

    Τα περισσότερα από τα ερευνητικά προγράμματα που υποστήριξε η Notgemeinschaft προτάθηκαν από επιστήμονες -από πρόσωπα- και όχι από ινστιτούτα. Με αυτόν τον τρόπο, μπόρεσε να χρηματοδοτήσει προγράμματα μεγάλης κλίμακας που απαιτούσαν συμμετοχή επιστημόνων διαφορετικών ειδικοτήτων που συμμετείχαν σε αποστολές, όπως για παράδειγμα στον Ατλαντικό (1925-27), στη Γροιλανδία (1930-31) και στα ρωσικά βουνά στα σύνορα με το Αφγανιστάν και την Κίνα (Hammerstein, 1999, 74 κ.ε.). Αυτές οι αποστολές είχαν επίσης έναν προφανή πολιτιστικό-πολιτικό στόχο, όχι μόνο να προβάλλουν διεθνώς τα επιτεύγματα της Γερμανίας, αλλά και να δώσουν στη χώρα την ευκαιρία να συνεργαστεί με άλλες επιστημονικές κοινότητες, για παράδειγμα τη Σοβιετική, σπάζοντας τα δεσμά της απομόνωσης. Στην πρώτη της έκθεση το 1922, η Notgemeinschaft ανακοίνωσε την άμεση υποστήριξη της σε πέντε σημαντικούς κλάδους: τη χημεία, τη φυσική, την τεχνολογία, την ιατρική και τη βιολογία. Η χημεία ήταν στην κορυφή των προτεραιοτήτων της Γερμανίας και η έρευνα για τα ένζυμα, καθώς και για τη σύσταση της κυτταρίνης, των βιταμινών, των χημικών ριζών και της χημείας των κολλοειδών επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί γενναιόδωρα. Στη φυσική, δόθηκε προτεραιότητα στην έρευνα για τα προβλήματα της σχετικιστικής και κβαντικής θεωρίας, για τα σωματίδια και την κίνησή τους και για την ακτινοβολία.

    Η Notgemeinschaft θα χρηματοδοτούσε επίσης την τεχνολογική έρευνα παρά το γεγονός ότι αυτή λάμβανε πόρους από τη βιομηχανία, με το σκεπτικό ότι τα μεγάλα και διεπιστημονικά έργα χρειάζονταν ακριβές συσκευές και τεχνολογία για να σημειωθεί πρόοδος, εξοπλισμός που η βιομηχανία από μόνη της δεν μπορούσε να προσφέρει. Η ιατρική ήταν ένας κλάδος ιδιαίτερης σημασίας, με μεγάλο αριθμό προγραμμάτων που πραγματοποιήθηκαν σε τομείς, όπως η φαρμακολογία και η βιολογία. Η Notgemeinschaft παρείχε αρκετά κεφάλαια όχι μόνο για την απολύτως απαραίτητη προμήθεια εργαστηριακού υλικού, αλλά και για τα έργα θεωρητικής ιατρικής, φυσιολογίας, παθολογίας, πειραματικής θεραπείας και φαρμακολογίας. Μερικά από αυτά τα προγράμματα επικεντρώθηκαν στη διατροφή, τις πρωτεΐνες και τους υδατάνθρακες -τα θεμελιώδη στοιχεία της ζωής- και στις βιολογικές επιπτώσεις της ακτινοβολίας. Εξίσου σημαντική μεταξύ των προτεραιοτήτων του κράτους ήταν η βιολογική έρευνα, η οποία ήταν ιδιαίτερα φτωχή στα γερμανικά ινστιτούτα εκείνη την περίοδο. Η διερεύνηση της εξελικτικής μηχανικής, της κληρονομικότητας των φυτών και των ζώων, των λιπασμάτων και των ζητημάτων για τα καλλιεργούμενα φυτά, καθώς και για τις πρωτόγονες και άγριες μορφές φυτών, ήταν προγράμματα που υποστηρίχθηκαν με ζήλο από τη Notgemeinschaft. Το 1926, το ίδρυμα εκτός από τα υπάρχοντα ερευνητικά προγράμματα θεωρητικής και πρακτικής ιατρικής -όπως ο καρκίνος και η φυματίωση, χρηματοδότησε και νέα προγράμματα για την έρευνα μετάλλων, την εφαρμοσμένη γεωφυσική, τη γεωλογία, τις ιδιότητες των ηλεκτρικών ρευμάτων και την ατμοσφαιρική έρευνα, την εφαρμοσμένη εντομολογία και τη γεωργία. Η τελευταία μαζί με όλα τα συναφή πεδία της βιολογίας, της βοτανικής, της εντομολογίας, της ζωολογίας και, ως ένα βαθμό, της ιατρικής, είχαν μεγάλη σημασία στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίας. Επιστημονικές αποστολές, ιδιαίτερα στην Ασία, τη Σοβιετική Ένωση, την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια για τη μελέτη της γηγενούς πανίδας και χλωρίδας και την βελτίωση της γερμανικής γεωργίας, καθώς και ερευνητικές αποστολές για την καταπολέμηση των τροπικών ασθενειών, είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή ανάπτυξη συνεργασίας της Γερμανίας με άλλες χώρες.

    Προκειμένου να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις της έρευνας και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της επιστημονικής επικοινωνίας και συνεργασίας, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έπρεπε να τροποποιήσει την ερευνητική της πολιτική σύμφωνα με τις ακόλουθες κατευθύνσεις: την υποστήριξη των υφιστάμενων ερευνητικών ιδρυμάτων, τη δημιουργία καινούργιων, την προώθηση νέων επιστημονικών κλάδων και την ενίσχυση των διεθνών της σχέσεων. Όπως ήταν φυσικό, η Notgemeinschaft κλήθηκε να συνεισφέρει σε αυτόν τον σχεδιασμό. Μεταξύ των πρώτων προγραμμάτων που χρηματοδοτήθηκαν από τον οργανισμό ήταν η έρευνα για την ελονοσία, για τα κουνούπια και άλλα έντομα σημαντικά για την τροπική ιατρική, που υπήρχαν σε μεγάλο βαθμό στην περιοχή των Βαλκανίων. Να σημειωθεί ότι ως βαλκανικά κράτη θεωρούνταν η Γιουγκοσλαβία, η Αλβανία, η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία και ένα μέρος της Τουρκίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα αποτέλεσε έναν σημαντικό ερευνητικό -και όχι μόνο- προορισμό.  

    ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΜΕΣΟ ΔΙΑΦΥΓΗΣ

    Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου άφησε την ορεινή χερσόνησο των Βαλκανίων το ίδιο  κατακερματισμένη με αυτό που ήταν πριν το ξέσπασμα των εχθροπραξιών και οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν ιδιαίτερη συμμετοχή σε αυτό. Ιδεολογίες όπως ο φασισμός και ο κομμουνισμός όξυναν τους ανταγωνισμούς μεταφέροντας την ένταση στα Βαλκάνια, ενώ ο αυξανόμενος εθνικισμός ώθησε τελικά την πίεση στα άκρα. Όσο για την Ελλάδα, ο πλήρης αντίκτυπος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έγινε ορατός μερικά χρόνια μετά το τέλος του. Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από την καταστροφική πορεία του ελληνικού στρατού από τα παράλια της Μικράς Ασίας προς το εσωτερικό της Ανατολίας που σφραγίστηκε με το ολοκαύτωμα της Σμύρνης. Το τεράστιο κύμα των Ελλήνων προσφύγων που έφτασαν στη μητέρα πατρίδα άλλαξε όχι μόνο τον γεωγραφικό χάρτη, αλλά και τη δημογραφία της Ελλάδας και μαζί με αυτήν την οικονομία της χώρας. Εν τω μεταξύ, η αγροτική μεταρρύθμιση, ουσιαστικά η διανομή γης στους μικρούς αγρότες, που χαρακτηρίστηκε ως «μια από τις πιο ριζοσπαστικές της Ευρώπης», επηρεάστηκε από τις εκτεταμένες επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας που είχε η αποτυχία της προέλασης του ελληνικού στρατού στην Τουρκία (Mazower, 2002, 111 και 113). Η μείωση της διαθέσιμης καλλιεργήσιμης γης σε σύγκριση με το 1918 έγινε σταδιακά πιο έντονη, ιδιαίτερα στις επαρχίες της Μακεδονίας και της Θράκης, όπου ο καπνός έγινε η κυρίαρχη καλλιέργεια. Μαζί με τα σταφύλια και τις σταφίδες, ο καπνός ήταν η κύρια εξαγωγή της Ελλάδας με βασικό πελάτη τη Γερμανία και την Αγγλία.  Από την άλλη, σύμφωνα με το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο, η βιομηχανική παραγωγή της Ελλάδας γνώρισε ραγδαίους ρυθμούς ανάπτυξης κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, παρά το γεγονός ότι επηρεάστηκε από τη Μεγάλη Ύφεση (Christodoulaki, 2001). Μετά το 1925, η μεταλλουργία, τα μηχανήματα, τα δομικά υλικά, τα χημικά, η βυρσοδεψία, το χαρτί, η κλωστοϋφαντουργία και τα είδη ένδυσης, τα τρόφιμα, ο καπνός και η ηλεκτρική ενέργεια ήταν οι κύριοι βιομηχανικοί τομείς που κατέγραψαν ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης.

    Η τεχνολογία ήταν ένας άλλος τομέας, εκτός από τον αγροτικό, στον οποίο η Γερμανία προσπάθησε να αυξήσει την επιρροή της στην αγορά της Ελλάδας. Ο κύριος ανταγωνιστής της ήταν η βρετανική βιομηχανία που είχε κυριαρχήσει στην αγορά των ηλεκτρομηχανολογικών προϊόντων υψηλής τάσης στη χώρα. Από το 1925, η βρετανική εταιρεία «Power and Traction Finance Company Ltd.» είχε υπογράψει συμβόλαιο με την ελληνική κυβέρνηση του δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου. Σύμφωνα με το συμβόλαιο, η Power -όπως ήταν γνωστή- είχε το μονοπώλιο στην παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στην πόλη της Αθήνας και στην κίνηση των τρόλεϊ και τραμ (Mazower, 2002, 146). Το αμερικανικό κεφάλαιο ανταγωνίστηκε το βρετανικό κατά τη δεκαετία του 1920, όταν η Γερμανία είχε εξοστρακιστεί από τη διεθνή οικονομία. Επιπλέον, η American Foundation Company είχε ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση για την αποξήρανση της κοιλάδας του Αξιού στη βόρεια Ελλάδα, δυτικά της Θεσσαλονίκης, με τις εργασίες να ξεκινούν το 1927. Το έργο αναμενόταν να ανακουφίσει την περιοχή από την ελονοσία και άλλες μολυσματικές ασθένειες που σχετίζονται με το νερό και που είχαν ταλαιπωρήσει τους καταυλισμούς προσφύγων που είχαν δημιουργηθεί στην περιοχή. Παρόμοια σχέδια έγιναν για την κοιλάδα του Στρυμόνα στην ανατολική Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Η Γερμανία, φυσικά, απουσίαζε από όλα αυτά τα μεγάλα έργα, καθώς οι κυρώσεις των Βερσαλλιών ίσχυαν μέχρι το 1926. Η εναλλακτική που διερεύνησε η Γερμανία ήταν να προσπαθήσει να αποκαταστήσει την επιρροή και το κύρος της όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων με την επίκληση ιστορικών και πολιτικών δεσμών και την προβολή της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης και της επιστημονικής προόδου που είχε αρχίσει να ανακτά.

    Εκείνη την εποχή, το 1924, η Γερμανία ίδρυσε τη Mitteleuropaeische Wirtschaftstag (MWT), έναν οργανισμό που στόχευε στην εντατικοποίηση των οικονομικών σχέσεων της Γερμανίας με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο οργανισμός αυτός ήταν ένα από τα πιο σημαντικά όργανα για την έμμεση και κρυφή ιμπεριαλιστική διείσδυση της Γερμανίας στα Βαλκάνια (Schumann, 1973, 52. Thoerner, 1999, κεφ. 6.1., 6.2). Όπως ανέφερε το 1938 ο πρόεδρος του οργανισμού, Tilo Freiherr von Wilmowsky, ορισμένοι κύκλοι της γερμανικής χημικής και ηλεκτρικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ρουρ, άρχισαν το 1929/30 να στρέφουν το ενδιαφέρον τους στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τις οικονομικές δυνατότητες που είχε η περιοχή για τα γερμανικά συμφέροντα (Schumann, 1973, 17). Για να το πετύχει όμως αυτό η Γερμανία, εν μέσω διεθνών κυρώσεων, έπρεπε πρώτα να ενισχύσει τις εμπορικές της σχέσεις με την περιοχή και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει μέρος του κεφαλαίου για έρευνα πάνω στα πιο κοινά ορυκτά που υπήρχαν στα Βαλκάνια. Η Βρετανία και η Γαλλία είχαν ήδη ξεκινήσει μεγάλα έργα, υποστήριζε ο von Wilmowsky, για την εκμετάλλευση ιζημάτων μόλυβδου, ψευδαργύρου και χαλκού στη Γιουγκοσλαβία. Το χρώμιο, το αντιμόνιο και το πετρέλαιο ήταν άλλα σημαντικά ορυκτά που μπορούσαν να βρεθούν στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα προσέφερε κυρίως τους βωξίτες, που ήταν σημαντικοί για την κατασκευή αλουμινίου, ένα υλικό που χρησιμοποιούσε η Luftwaffe για την κατασκευή αεροπλάνων.

    Η γερμανική φιλοδοξία ήταν να κατακτήσει τη διεθνή αγορά για προϊόντα υψηλής ποιότητας, τα οποία η χώρα μπορούσε ακόμη να παράγει. Ωστόσο, αυτό δεν θα ήταν δυνατό χωρίς τη δημιουργία ενός «πολιτισμικού ρεύματος» στις χώρες-στόχους, το οποίο θα βοηθούσε τη Γερμανία να ανοίξει το δρόμο για οικονομικές επενδύσεις εκεί. Οι δραματικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα την άνοιξη του 1923 είχαν προβληματίσει ορισμένους Γερμανούς σχετικά με τη μελλοντική στάση της Ελλάδας απέναντι στη χώρα τους, καθώς η Γερμανία ήταν άμεσα εμπλεκόμενη στη λεγόμενη ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία και στο θέατρο των αιματηρών μαχών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, υποστηρίζοντας τους τελευταίους. Ωστόσο, οι γερμανικοί φόβοι για το μέλλον των σχέσεών τους με την Ελλάδα δεν επαληθεύτηκαν, αν και υπήρχε οπωσδήποτε ένας μικρός αριθμός Ελλήνων που εξέφραζαν την αντιπάθειά τους προς τη Γερμανία, σύμφωνα με γερμανικές αναφορές από την Αθήνα το 1923. Αντιθέτως, η πλειοψηφία του ελληνικού λαού εξακολουθούσε να τρέφει μεγάλο σεβασμό προς τη Γερμανία, επιδεικνύοντας συχνά «έναν σχεδόν παράξενο ενθουσιασμό», όπως αναφερόταν, καθώς πίστευε ότι η Γερμανία θα μπορούσε και πάλι να ανακτήσει το μεγαλείο της. Από την άλλη πλευρά, οι μορφωμένοι κύκλοι έχοντας αναπτύξει έντονο εθνικό αίσθημα είχαν επιφυλάξεις για τους Γερμανούς, καθώς γνώριζαν πολύ καλά τις συμπάθειές τους προς την Τουρκία.

    Αυτή η αλληλεπίδραση μεταξύ επιστήμης, οικονομίας και πολιτισμού θεώρησε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης πως έπρεπε να γίνει ακόμη πιο ισχυρή και σε έναν ακόμη τομέα: την ιατρική και ιδιαίτερα την τροπική ιατρική. Με την απώλεια των αποικιών, η τροπική ιατρική στη Γερμανία φαινόταν να έχει φτάσει στο τέλος της. Οι ιατρικοί οργανισμοί του Ράιχ στο εξωτερικό είχαν κατασχεθεί από τους Συμμάχους, προκαλώντας σοβαρή συρρίκνωση της γερμανικής ιατρικής κουλτούρας στο εξωτερικό και κατά συνέπεια ένα τεράστιο «πολιτισμικό έλλειμμα» εκτός συνόρων (Schreiber, 1926, 55). Ο κατεξοχήν φορέας διάδοσης της γερμανικής ιατρικής επιστήμης στο εξωτερικό ήταν το Ινστιτούτο Τροπικής Ιατρικής στο Αμβούργο, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1900. Οι ερευνητικές αποστολές στο εξωτερικό που οργανώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από αυτό το Ινστιτούτο, χρηματοδοτήθηκαν από την Notgemeinschaft. Η έρευνα που διεξαγόταν στο Ινστιτούτο επικεντρώθηκε στις παρασιτικές ασθένειες που προκαλούνται συνήθως από τα πρωτόζωα και μεταδίδονται με τα κουνούπια. Όταν ξέσπασε ο Μεγάλος Πόλεμος, ορισμένοι από τους επιστήμονες του ινστιτούτου διορίστηκαν σύμβουλοι υγείας στα Βαλκάνια και την Τουρκία, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στα στρατεύματα του Ράιχ και συμμετείχαν επίσης στην υγεία και την πολιτιστική πολιτική στην περιοχή. Μετά τον πόλεμο, η επιστήμη και η τεχνολογία φαίνονταν να είναι τα βασικά στοιχεία που θα μπορούσαν να ενώσουν τις δύο μεταπολεμικές φιλοδοξίες της Γερμανίας, δηλαδή την οικονομική δύναμη και την πολιτισμική επιρροή.

    Το 1923, ο διευθυντής του κλινικού τμήματος του Ινστιτούτου Τροπικής Ιατρικής, Peter Muehlens, ο οποίος επρόκειτο να γίνει το κεντρικό πρόσωπο της τροπικής έρευνας στα Βαλκάνια τις επόμενες δεκαετίες, πραγματοποίησε την πρώτη του μεταπολεμική επίσκεψη στη Λατινική Αμερική ως εκπρόσωπος του Ινστιτούτου. Ο επόμενος σταθμός ήταν τα Βαλκάνια. Η πρώτη επιστημονική αποστολή του Muehlens στη χερσόνησο έγινε το 1915. Είχε διοριστεί σύμβουλος υγείας για την Τουρκία και στη συνέχεια τη Βουλγαρία, αμέσως μετά την είσοδο της τελευταίας στον πόλεμο. Σε ένα από τα πολυάριθμα ταξίδια του μεταξύ του 1915 και των αρχών της δεκαετίας του 1940, επισκέφτηκε την ελληνική επαρχία της Μακεδονίας για να διεξαγάγει έρευνα για την ελονοσία, μια ασθένεια που ήταν ενδημική στην περιοχή, αποδεκατίζοντας όχι μόνο τον τοπικό πληθυσμό αλλά αποδυναμώνοντας και  όλα τα στρατεύματα. Αυτή η ασθένεια συνέχισε να μαστίζει τη Νοτιοανατολική Ευρώπη για δεκαετίες. Τα Βαλκάνια φαινόταν να προσφέρουν γόνιμο έδαφος για τη φιλοδοξία της Γερμανίας να επεκτείνει την εξωτερική της επιρροή, ακολουθώντας σχεδόν την ίδια πολιτική που είχε κάνει για τις αποικίες της στο παρελθόν. Προς τα τέλη του 1926, ο Muehlens έκανε άλλο ένα μεγάλο ταξίδι στις βαλκανικές χώρες, αυτή τη φορά στη Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Η αποστολή του δεν ήταν μόνο να αναφέρει την ιατρική κατάσταση στην περιοχή, αλλά και τις πολιτιστικές και πολιτικές διαθέσεις προς τη Γερμανία.

    Ο Muehlens επισκέφτηκε τους καταυλισμούς προσφύγων που αναγκάστηκαν να μετακινηθούν κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, καθώς και τους καταυλισμούς στη Βουλγαρία. Σύμφωνα με τον Γερμανό γιατρό, η κατάσταση ήταν απελπιστικά φρικτή. Στην Ελλάδα, επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη, όπου δοκίμασε το νέο φάρμακο, το Plasmochin, κατά της ελονοσίας σε νέα κρούσματα. Το ίδιο  έκανε στη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία. Η Θεσσαλονίκη, το μεγαλύτερο λιμάνι της βόρειας Ελλάδας, είχε μετατραπεί σε προσφυγική πόλη, καθώς μεγάλος αριθμός Ελλήνων που ζούσαν για αιώνες στη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και σε μερικές από τις μεγαλύτερες πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Η ξαφνική αύξηση του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης, που ήταν απροετοίμαστη να δεχθεί τεράστιους αριθμούς προσφύγων, ήταν μια από τις αιτίες των πολλών επιδημιών που ξέσπασαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Η έλλειψη ετοιμότητας για τη μεγάλη δημογραφική και κοινωνική αυτή αλλαγή δεν ήταν η μοναδική περίπτωση αλλά εμφανίστηκε και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Επομένως, η ελονοσία και ο τύφος απειλούσαν τώρα τον γενικό πληθυσμό. Ο Muehlens, που ήταν γνωστή προσωπικότητα, έγινε δεκτός με θέρμη στην πόλη της Θεσσαλονίκης, τόσο από τις τοπικές όσο και από τις κρατικές αρχές. Παράλληλα του επέτρεψαν να επισκεφθεί το τοπικό στρατιωτικό νοσοκομείο και να δοκιμάσει το νέο φάρμακο κατά της ελονοσίας σε Έλληνες στρατιώτες. Όπως ανέφερε ο Γερμανός επιστήμονας, η οργάνωση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα ήταν πρωτόγονη σε σύγκριση με την κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία, όπου υπήρχαν επαρκής εξοπλισμός και αρκετό υγειονομικό υλικό. Η Ελλάδα βρισκόταν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση και ο αντίκτυπος της ασθένειας επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την οικονομία, προκαλώντας πολλές χαμένες μέρες εργασίας.

    Παρόλο που οι Γερμανοί υποστήριξαν τον «ανθρωπιστικό» χαρακτήρα της επίσκεψης του Muehlens στα εδάφη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που ήταν απελπισμένα για ιατρική βοήθεια, το ταξίδι του ήταν κάτι παραπάνω από αυτό. Είναι γεγονός ότι ο Γερμανός επιστήμονας γνώριζε ήδη πολύ καλά την περιοχή της Μακεδονίας και το μέτωπο της Θεσσαλονίκης από την τετραετή απόσπασή του στον τουρκικό και βουλγαρικό στρατό. Οι γνώσεις του, όμως, δεν περιορίζονταν σε ιατρικά θέματα, αλλά πήγαιναν βαθύτερα στη νοοτροπία των ανθρώπων. Όσο για τους Έλληνες, σημείωνε στην ίδια έκθεση, εξακολουθούσαν να εκτιμούν τη γερμανική επιστήμη, παρά τη συμμαχική προπαγάνδα εναντίον της τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τον πόλεμο. Μια απόδειξη αυτής της στάσης των Ελλήνων ήταν το γεγονός ότι έλαβε πρόσκληση από Έλληνες γιατρούς να συμμετάσχει στο εθνικό τους συνέδριο στη Θεσσαλονίκη και να δώσει εκεί μία διάλεξη. Παρόλο που τελικά ο Muehlens αρνήθηκε την πρόσκληση λόγω προγραμματισμένου ταξιδιού στην Κων/πολη, ήταν φανερό πως είχε πλέον σπάσει το φράγμα της απομόνωσης της Γερμανίας και στην  Νοτιο-ανατολική Ευρώπη.

    Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως ο επιστημονικός απομονωτισμός της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης όχι μόνο δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα μακροπρόθεσμα, αλλά δημιούργησε συνθήκες ακόμη πιο δυστοπικές από εκείνες που τον προκάλεσαν για το μέλλον της διεθνούς κοινότητας. Επίσης, ο αποκλεισμός δεν έβλαψε μόνο τη Γερμανία βραχυπρόθεσμα αλλά και την ίδια τη Δύση που αγνοούσε την επιστημονική δουλειά που γινόταν στην ίδια τη Γερμανία, η οποία είχε βρει τρόπους να παρακάμψει σε κάποιο βαθμό την απαγόρευση στην επικοινωνία της γνώσης. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που οι Σύμμαχοι έσπευσαν να συμπεριλάβουν τη Γερμανία στην Κοινωνία των Εθνών το 1926, πολύ πριν τη λήξη των απαγορεύσεων που είχαν οριστεί στις Βερσαλλίες, δηλαδή το 1931.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    Οι άλλοι οκτώ βραβευθέντες μέχρι το 1918 ήταν από Αγγλία (2), Γαλλία (2), Σουηδία (1), Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (1), Ολλανδία (1), και Πολωνία (1 γυναίκα). Επερώτηση στη Γερμανική Βουλή 16 Οκτωβρίου 1922, περιλαμβάνεται στο αρχειακό έγγραφο: Reichstagsverhandlungen vom 15. und 16. November 1922, με τίτλο “Die Not der Wissenschaft im Reichstag”, σ. 9008, Politisches Archiv des Auswärtigen Amts (PAAA), R 65519.

    Académie Royale de Belgique. Bulletin de la classe des Science, 1919, στο Schroeder-Gudehus, Deutsche Wissenschaft, 107.

    “Conférence des Académies des sciences interalliées tenue à Londres en Octobre 1918. Compte rendu”. Académie Royale de Belgique, Bulletin de la classe des sciences, 1919, στο: Schroeder-Gudehus, Deutsche Wissenschaft, 93.

    E. Picard, Πρακτικά 27ης Νοεμβρίου 1918, Παρίσι, στο: Schroeder-Gudehus, Deutsche Wissenschaft, 108.

    Όπ.π.

    Βλ. παραγράφους 4, 20, 21 και 23 του Άρθρου 282, Part X (Economic Clauses) της Συνθήκης των Βερσαλλιών, http://avalon.law.yale.edu/imt/parti.aspTreaty of Versailles (Treaty of peace with Germany) – 28th June 1919 (30.12.2024)

    Κριτική Prof. Hardy (Oxford University) σε άρθρο στο Nature 24 March 1921, στο Karl Kerkhof, Der Krieg gegen die deutsche Wissenschaft. Eine Zusammenstellung von Kongressberichten und Zeitungsmeldungen. Wittenberg 1922, 112.

    Όπ.π.

    “Denkschrift der Reichszentrale für naturwissenschaftliche Berichterstattung vom 29. Januar 1925”, PAAA, R 64981.

    Ωστόσο, αυτές, η Διεθνής Ένωση Μαθηματικών καθώς και η Διεθνής Γεωγραφική Ένωση δεν αναπτύχθηκαν πέρα από την ονομαστική τους ύπαρξη.

    Βλ. και „Denkschrift der Reichszentrale für naturwissenschaftliche Berichterstattung vom 29. Januar 1925“, PAAA, R 64981.

    „Denkschrift der Reichszentrale für naturwissenschaftliche Berichterstattung vom 29. Januar 1925“, PAAA, R 64981.

    Επερώτηση 16. Οκτωβρίου 1922 με τίτλο “Die Not der Wissenschaft im Reichstag”, στο: „Reichstagsverhandlungen vom 15. und 16. November 1922“, PAAA, R 65519.

    Nature, 25 Ιανουαρίου 1917, παρατίθεται στο: Kerkhof, Der Krieg gegen die deutsche Wissenschaft, p. 9.

    Αυτό συνέβη στο Διεθνές Συνέδριο Φυματίωσης στη Λοζάνη τον Αύγουστο του 1924.

    Βραβείο Νόμπελ χημείας, το 1918, για τη μέθοδό του για τη σύνθεση αμμωνίας, που οδήγησε στην εύκολη παραγωγή τόσο λιπασμάτων, όσο και εκρηκτικών

    Φυσικοχημικός, γνωστός για τις θεωρίες του για τον υπολογισμό της χημικής συγγένειας και την ενσωμάτωσή τους στον Τρίτο νόμο της Θερμοδυναμικής.

    Να πούμε εδώ πως ήδη στις αρχές του εικοστού αιώνα, η Γερμανία είχε επεκτείνει την ερευνητική της παρουσία πέρα ​​από τα ηπειρωτικά σύνορα, ιδρύοντας τέσσερα επιστημονικά κέντρα: το κέντρο θεωρητικής φυσικής στη Λα Πλάτα, στην Αργεντινή, το γεωφυσικό παρατηρητήριο στην Απία, πρωτεύουσα των Δυτικών Σαμόα στο Νότιο Ειρηνικό, το Γερμανο-Κινεζικό Πανεπιστήμιο στο Tsingtau και τη Γερμανική Ιατρική Σχολή στο Woosung, προάστιο της Σαγκάης στην Κίνα.

    Σχετικά με τη γερμανική αποστολή στον Ατλαντικό Ωκεανό με το θρυλικό πλοίο “Meteor”, βλέπε τη σχετική δημοσίευση στο: PAAA, R 65521.

    “Bericht der Notgemeinschaft der Deutschen Wissenschaft über ihre Tätigkeit bis zum 31.Maerz 1922”, 38 κ.ε. στο: PAAA, R 65519.

    Η Χριστοδουλάκη αμφισβητεί την ορθόδοξη άποψη της παραδοσιακής βιβλιογραφίας ότι η Ελλάδα γλίτωσε αλώβητη από τη Μεγάλη Ύφεση, χρησιμοποιώντας νέους δείκτες και μια πιο αξιόπιστη μέθοδο ανάλυσης δεδομένων.

    Αντίγραφο επιστολής των Dr. Gerh. Menz και Herr Selke στον Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών, Friedrich Heilbron, 22 Oktober 1920, Leipzig. Στο: PAAA, R 64853. Η ίδια επιστολή εστάλη και στον επικεφαλής της Ένωσης Χρηματιστηρίων (Börsenvereins).

    Σημείωμα του Γραμματέα της Γερμανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, Carl August Clodius, σχετικά με τις πολιτιστικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, 11 Μαρτίου 1924, στο: PAAA, R 64853.

    Η Αγγλία κατάσχεσε κατά τη διάρκεια του πολέμου αρκετούς γερμανικούς σταθμούς και νοσοκομεία, όπως το “Viktoria-Krankenhaus der Diakonissenanstalt Kaiserswerth” στο Κάιρο (ιδρύθηκε το 1885) και την Αλεξάνδρια, το “Koenig-Wilhelm-Hospiz” στο Coubeeh les Bains κοντά στο Cairo που δημιουργήθηκε το 1912, και το “Hospital der Sudan-Pioniermission” στο Assuan, που ιδρύθηκε το 1906. Στο Ιράν, το Kaiserreich συνέβαλε στην ίδρυση του Εθνικού Νοσοκομείου στην Τεχεράνη το 1885, το οποίο από το καλοκαίρι του 1919 διευθυνόταν από Άγγλους γιατρούς. Στο ίδιο, 51.

    Εμπιστευτική έκθεση του Muehlens με τίτλο “Kurzer Bericht über medizinische und kulturelle Eindrücke aus Jugoslawien, Griechenland, Bulgarien und der Türkei”, 1926. Στο: PAAA, R 64680.

    Αναφορά του Γερμανού Προξένου στη Θεσσαλονίκη προς το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στο Βερολίνο, 07.08.1926. Στο: PAAA, R 64680.

    Εμπιστευτική έκθεση του Muehlens με τίτλο “Kurzer Bericht über medizinische und kulturelle Eindrücke aus Jugoslawien, Griechenland, Bulgarien und der Türkei”, 1926. Στο: PAAA, R 64680.ΑΡΧΕΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

    Politisches Archiv des Auswärtigen Amts (PAAA) – ΓΕΡΜΑΝΙΑ

    R 64680, R 64853, R 64981, R 65519, R 65521ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ

    Ελληνόγλωσσες

    Κουγέας, Σ. Β., (1925) Εντυπώσεις εκ Ρουμανίας. Απόσπασμα εκ του ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδος.

    Ξενόγλωσσες

    Karo, G., (1919), Der Krieg der Wissenschaft gegen Deutschland. München.

    Karo, G., (1925), Der geistige Krieg gegen Deutschland. Halle: Sonderheft

    Kerkhof, K., (1922), Der Krieg gegen die deutsche Wissenschaft. Eine Zusammenstellung von Kongressberichten und Zeitungsmeldungen. Wittenberg.

    Schreiber, G., (1926), Deutsche Medizin und Notgemeinschaft der deutschen Wissenschaft. Geschehnisse und Erlebnisse deutscher Medizinalpolitik und Kulturpolitik. Leipzig: Quelle & Meyer.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Ελληνόγλωσση

    Mazower, M., (2002), Η Ελλάδα και η Οικονομική Κρίση του Μεσοπολέμου. Αθήνα: ΜΙΕΤ

    Ξενόγλωσση 

    Christodoulaki, O., (2001) “Industrial growth in Greece between the wars. A new perspective.” στο: European Review of Economic History 5, 61-89. doi:10.1017/S136149160100003X

    Hammerstein, N., (1999), Die Deutsche Forschungsgemeinschaft in der Weimarer Republik und im Dritten Reich. Wissenschaftspolitik in Republik und Diktatur 1920-1945. München.

    MacLeod, R., (1999), “Secrets among Friends: The Research Information Service and the ‘Special Relationship’ in the Allied Scientific Information and Intelligence, 1916-1918.”, Minerva 37, 201-233. http://www.jstor.org/stable/41821146.

    Macrakis, K., (1993), Surviving the Swastika. Scientific Research in Nazi Germany. New York: Oxford University Press.

    Pyenson, L., (1985), Cultural Imperialism and Exact Sciences. German Expansion Overseas 1900-1930, New York: Lang.

    Schroeder-Gudehus, B., (1966), Deutsche Wissenschaft und Internationale Zusammenarbeit 1914-1928. Ein Beitrag zum Studium kultureller Beziehungen in politischen Krisenzeiten. (Dissertation), Genève. https://repository.graduateinstitute.ch/record/604/

    Schroeder-Gudehus, B., (1973), “Challenge to Transnational Loyalties: International Scientific Organisations after the First World War”, Science Studies 3, 93-118. https://doi.org/10.1177/030631277300300201

    Schroeder-Gudehus, B., (1990), “Internationale Wissenschaftsbeziehungen und auswärtige Kulturpolitik 1919-1933. Vom Boykott und Gegen-Boykott zu ihrer Wiederaufnahme”, στο: RUDOLF VIERHAUS, BERNHARD Vom BROCKE (Hg.), Forschung im Spannungsfeld von Politik und Gesellschaft. Geschichte und Struktur der Kaiser-Wilhelm-/Max-Planck-Gesellschaft. Stuttgart 1990, 858-885.

    Schulze, W., (1995), Der Stifterverband für die Deutsche Wissenschaft 1920-1995. Berlin: Academie Verlag.

    Schumann, W., (Hg.) (1973), Griff nach Südosteuropa. Neue Dokumente über die Politik des deutschen Imperialismus und Militarismus gegenüber Südosteuropa im Zweiten Weltkrieg. Berlin : Deutscher Verlag d. Wiss.

    Solla Price, Derek J. de (1967), “Nations can publish or perish”, Science and Technology 70, 84-90.

    Spence Richards, P., (1990), “The Movement of Scientific Knowledge from and to Germany under National Socialism”, Minerva 28: 4, 401-425. https://www.jstor.org/stable/41820823

    Thoerner, K., (1999) Deutsche Südosteuropapläne, 1840-1945. Dissertation an der Carl-von Ossietzky Universität, 31.10.1999.

    Vierhaus, R. και Vom BROCKE, B., (Hg.), (1990), Forschung im Spannungsfeld von Politik und Gesellschaft. Geschichte und Struktur der Kaiser-Wilhelm-/Max-Planck-Gesellschaft. Stuttgart: Dt. Verl.-Anst.Η Μαρία Ζαρίφη είναι Ιστορικός της Επιστήμης και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στην Ιστορία και τον Πολιτισμό του European University Institute (EUI) της Φλωρεντίας. Έχει διδάξει Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο για πολλά χρόνια. Έχει επίσης διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας και στο University of Regensburg στη Γερμανία ως full-time επισκέπτρια καθηγήτρια. Διετέλεσε ερευνητική συνεργάτης (fellow) στο Institute for Advanced Studies (FRIAS) στο Freiburg i.Br., στο Institute for East and Southeast European Studies (IOS) στο Regensburg, και στο Heidelberg Centre for Transcultural Studies (HCTS), Cluster of Excellence “Asia and Europe in a Global Context”, στη Γερμανία. Τα ενδιαφέροντά της τα τελευταία χρόνια εστιάζουν στην Ιστορία της Ιατρικής και της Δημόσιας Υγείας. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου Science, Culture and Politics. Germany’s cultural policy and scientific relations with Greece 1933-1945 (Saarbrücken/Germany, 2010) και μαζί με τους Γ. Βλαχάκη και Β.Χριστίδου έχει συγγράψει το διδακτικό εγχειρίδιο Επιστήμη και Τεχνολογία στη Δημόσια Σφαίρα (Πάτρα, 2022) για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου «Επικοινωνία της Επιστήμης». Έχει επίσης δημοσιεύσει κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους και άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά.

  • Η ΦΥΣΙΚΗ, Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗΣ

    Η ΦΥΣΙΚΗ, Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗΣ

    France Córdova, Valerie Browning, Walter Copan, Evgeni Gousev και Jesse Thaler

     Μετάφραση: Χρήστος Κρυστάλλης

    Επιμέλεια μετάφρασης: Νικόλ Σαρλά, Βασίλης Λεμπέσης

    Επιστημονική επιμέλεια: Βασίλης Λεμπέσης, Θάνος ΠαναγόπουλοςΗ τεχνητή νοημοσύνη και η φυσική μετασχηματίζουν η μία την άλλη και οι αλλαγές έχουν επιπτώσεις που εκτείνονται από τη σχολική αίθουσα ως τα αστέρια. Οι επιπτώσεις είναι ορατές στην ακαδημία και τη βιομηχανία, στην άμυνα και την ασφάλεια, στη διαδικασία χρηματοδότησης των εταιριών και τη διακυβέρνηση.

    Κορυφαίοι φυσικοί από την ακαδημία, την κυβέρνηση και τη βιομηχανία στις ΗΠΑ, συναντήθηκαν νωρίτερα μέσα στη χρονιά (2024) για να μοιραστούν την ελπίδα τους για το πώς η μηχανική μάθηση (machine learning) και η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη (generative artificial intelligence) θα μπορούσαν να μεταμορφώσουν την ανακάλυψη, τη δημιουργικότητα, την πνευματική ιδιοκτησία, την εκπαίδευση, την επικοινωνία και το εργατικό δυναμικό[1]. Η εκδήλωση οργανώθηκε από το Ίδρυμα AIP στις 11 Απριλίου 2024 στο Αμερικανικό Κέντρο Φυσικής, στην Ουάσινγκτον. Στο συνέδριο προέδρευσε η France Córdova, πρώην διευθύντρια του National Science Foundation (Το Ίδρυμα AIP είναι μέρος του Αμερικανικού Ινστιτούτου Φυσικής, το οποίο εκδίδει το περιοδικό PHYSICS TODAY)[2].

    Εικόνα 1. France Córdova

    Córdova: Πώς αλλάζει η τεχνητή νοημοσύνη την έρευνα στη φυσική; Επιταχύνει την ανακάλυψη ή λειτουργεί ως καταλύτης στη σταδιακή πρόοδο;Jesse Thaler (MIT και NSF): Το 2016 ήμουν επιφυλακτικός, όταν οι άνθρωποι μιλούσαν για την επανάσταση της βαθείας μάθησης (deep learning). Είμαι ένας θεωρητικός φυσικός, οπότε «σκέφτομαι σε βάθος» με την κιμωλία και τον μαυροπίνακα. Έκτοτε συνειδητοποίησα πώς οι δοκιμασμένες στο χρόνο στρατηγικές της φυσικής μπορούν να συγχωνευθούν με τις στρατηγικές της μηχανικής μάθησης, για την επεξεργασία μεγάλων συνόλων από δεδομένα. Αυτό έχει οδηγήσει στην πρόοδο σε πολλές περιπτώσεις. Ακολουθούν τρία παραδείγματα από το ινστιτούτο μου. Θέλαμε να κατανοήσουμε την ισχυρή πυρηνική δύναμη. Για τον σκοπό αυτό, το 10% όλων των ανοικτών υπερυπολογιστικών πόρων των ΗΠΑ, πλέον, αφιερώνεται στην επίλυση των εξισώσεων της πλεγματικής κβαντικής χρωμοδυναμικής, οι οποίες περιγράφουν την ισχυρή αλληλεπίδραση των κουάρκ με τα γλουόνια, που συνδέονται σε πρωτόνια και νετρόνια και στη συνέχεια σε πυρήνες. Ορισμένοι συνάδελφοί μου χρησιμοποιούν ένα είδος παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης για να κάνουν υπολογισμούς εκκινώντας από πρώτες αρχές στα άτομα του υδρογόνου και του ηλίου και να περιηγηθούν  μέσα στον περιοδικό πίνακα.

    Η φυσική των νετρίνων είναι ένας άλλος στρατηγικός τομέας στον οποίο επενδύουν οι ΗΠΑ. Σχεδιάζεται ένα πείραμα για να στείλει δέσμες νετρίνων από το Fermilab σε ένα ορυχείο στη Νότια Ντακότα (βλ. το άρθρο της Anne Heavey, PHYSICS TODAY, Ιούλιος 2022, σελίδα 46). Ο ανιχνευτής βασίζεται σε θαλάμους προβολής στον χρόνο από υγρό αργό που δίνουν εξαιρετική πρόσβαση σε πληροφορίες για τα νετρίνα. Δεν μπορούμε να επεξεργαστούμε αυτά τα πολύπλοκα δεδομένα –και να ανακατασκευάσουμε αξιόπιστα τη δυναμική των νετρίνων– χωρίς την τεχνητή νοημοσύνη.

    Και τα δύο αυτά παραδείγματα δείχνουν πώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επηρεάσει την έρευνα στη φυσική. Αλλά πώς μπορούν οι φυσικοί να επηρεάσουν την έρευνα της ΤΝ; Μου αρέσει το παράδειγμα του grokking. Αυτό συμβαίνει όταν ένας αλγόριθμος μηχανικής μάθησης τρέχει και τρέχει και δεν μαθαίνει και ξαφνικά του έρχεται μια επιφοίτηση. Για έναν φυσικό, μια τέτοιου είδους απότομη αλλαγή συνιστά μια αλλαγή φάσης. Και, πράγματι, αυτό που συμβαίνει στο grokking είναι ότι ένα τυχαίο σύνολο από πληροφορίες, αποκρυσταλλώνεται ξαφνικά σε γνώση. Αναδύεται μια πλεγματική δομή μέσα στον λανθάνοντα χώρο της αρχιτεκτονικής της μάθησης. Οι φυσικοί βρίσκονται στην μοναδική θέση να κατανοούν αυτή τη διαδικασία. Κρατιέμαι με νύχια και με δόντια την ώρα που οι νεότεροι συνάδελφοί μου με τραβάνε όλο και πιο βαθιά σε έναν κόσμο για τον οποίο ήμουν αρχικά πολύ επιφυλακτικός. Το 2016 δύο μεταπτυχιακοί φοιτητές μου μού έδειξαν την εργασία τους για τη μηχανική μάθηση. Η εργασία τους βρισκόταν σε ευθύ ανταγωνισμό με τη δική μου. Εγώ είχα κοπιάσει για να κάνω υπολογισμούς στη θεωρία του κβαντικού πεδίου και αυτοί ήταν μπροστά μου με ένα νευρωνικό δίκτυο. Τους είπα όλα τα πράγματα που ήταν λάθος στην εργασία τους: «Δεν είναι ερμηνεύσιμη. Δεν έχετε τα σφάλματα. Δεν καταλαβαίνετε τις έννοιες που εμπλέκονται». Σκέφτηκα ότι θα πήγαιναν να κάνουν τη διδακτορική τους διατριβή με κάποιον άλλον. Αντ’ αυτού, οι διατριβές τους απάντησαν, ουσιαστικά, όλες τις ανησυχίες μου.

    Αυτή η εμπειρία μου έδειξε πως δεν πρέπει απλώς να κατεβάζουμε την τεχνητή νοημοσύνη από το ράφι και να τη χρησιμοποιούμε όπως είναι. Για να προσαρμόσουμε αυτή τη μέθοδο στη φυσική, πρέπει να συμπεριλάβουμε όλα όσα κάνουμε συνήθως, επιδιώκοντας να έχουμε υψηλά πρότυπα για την επιστημονική ανακάλυψη.

    Εικόνα 2. Walter Copan

    Walter Copan (Σχολή Μεταλλειολόγων του Κολοράντο): Βλέπω την έρευνα στην φυσική να συνυπάρχει με την τεχνητή νοημοσύνη με πάρα πολλούς τρόπους.

    Πάρτε ως παράδειγμα τον εξοπλισμό των μεγάλων φυσικών πειραμάτων. Τα συστήματα ελέγχου της τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπουν ρυθμίσεις για τις οποίες παλαιότερα χρειάζονταν μήνες εργασίας για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές, όπως ο έλεγχος ειδικών πειραμάτων με λέιζερ σε πραγματικά πολύπλοκες οπτικές διατάξεις ή η διαμόρφωση δεσμών και επιταχυντών σωματιδίων που μας επιτρέπουν να αποδίδουμε με ακρίβεια ό,τι απαιτεί η κατανομή της ενέργειας.

    Οι εξωπλανήτες είναι ένα άλλο σημαντικό παράδειγμα. Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται στον πυρήνα της εύρεσης ή της επικύρωσης της ύπαρξης αρκετών από τους 5000 πλανήτες που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα. Συνήθως, οι πλανήτες εντοπίζονται εξαιτίας των μεταβολών στην ένταση των σημάτων που προέρχονται από ένα άστρο, όταν ένας πλανήτης περιφέρεται γύρω του. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι απολύτως  κατάλληλη για την έγκαιρη αναγνώριση προτύπων όπως αυτό.

    Πράγματι, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επιταχύνει την έρευνα της φυσικής μέσω της αναγνώρισης προτύπων, επίσης μπορεί να συνεισφέρει στις διαδικασίες ανακάλυψης, ειδικά όπου εμπλέκονται τεράστιες ποσότητες δεδομένων, όπως για παράδειγμα στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων ή σε όσα αναμένουμε από τον Επιταχυντή Ιόντων-Ηλεκτρονίων στο Εθνικό Εργαστήριο Brookhaven.

    Valerie Browning (Lockheed Martin): Πλέον, με τα μεγάλα γλωσικά μοντέλα (large language models) και τη παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη, η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται από ένα εξαιρετικά πολύτιμο υπολογιστικό εργαλείο σε συνεργάτη. Αυτό θα επιταχύνει περαιτέρω τις διαδικασίες της ανακάλυψης. Υπάρχουν πραγματικές υποσχέσεις σε διάφορους τομείς: στη διασταύρωση της κβαντικής πληροφορικής και της μηχανικής μάθησης (machine learning), στην ανακάλυψη νέων υλικών για συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στη διασταύρωση των νευρωνικών δικτύων με βάση τη φυσική και τη μηχανική μάθηση.Córdova: Ποια είναι η προοπτική της βιομηχανίας; Evgeni Gousev (Qualcomm Research και ίδρυμα tinyML): Στη Silicon Valley αναπτύσσουμε τεχνολογίες αιχμής στην τεχνητή νοημοσύνη, τόσο όσον αφορά στο υλισμικό όσο και στο λογισμικό: όλα τα εργαλεία αξιοποιούνται στην επιστημονική έρευνα. Αναπτυξιακά, όμως, η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται σε νηπιακό στάδιο. Θα μπορούσε κανείς να διδάξει σε έναν έφηβο να οδηγεί ένα αυτοκίνητο, σε περίπου 10 ώρες. Έχουμε ξοδέψει δισεκατομμύρια δολάρια και πάνω από μια δεκαετία για την αυτόνομη οδήγηση και, ακόμα, δεν έχουμε φτάσει εκεί. Η τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκεται ακόμη στην αρχή. Κάτω από την επιφάνεια, εκτελεί κάποιες βασικές πιθανολογικές εξισώσεις, κάνει πολλαπλασιασμό πινάκων. Αυτή η χοντροκομμένη χρήση της δεν είναι καθόλου βιώσιμη.

    Σε αυτό το σημείο μπορούν να συνεισφέρουν οι φυσικοί. Είμαστε εκπαιδευμένοι να λύνουμε προβλήματα και να συνδέουμε τα σημεία. Υπάρχουν τεράστιες ευκαιρίες για εμάς να βοηθήσουμε να καταστεί η τεχνητή νοημοσύνη περισσότερο ερμηνεύσιμη, λογική, αξιόπιστη και να επεκταθεί σε μεγαλύτερη κλίμακα.Córdova: Υπάρχουν κίνδυνοι για την έρευνα; Browning: Δεν υπάρχει κάτι σχετικό με την τεχνητή νοημοσύνη που μπορεί να ακυρώσει την ανάγκη για τoν δέοντα έλεγχο και την επιστημονική μέθοδο. Ο κίνδυνος εμφανίζεται στην εφαρμογή. Τα μοντέλα ή οι ιδέες που αναπτύχθηκαν με τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης και μηχανικής μάθησης μπορεί να ήταν έγκυρα σε ορισμένα πεδία ή κάτω από συγκεκριμένους περιορισμούς. Ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν αυτοί οι περιορισμοί δεν  ενσωματώνονται στη μηχανική διαδικασία.

    Στην επιστήμη της αεροδιαστημικής και της στρατιωτικής άμυνας ένα λάθος μπορεί να θέσει ζωές σε κίνδυνο. Έτσι, σε μεγάλο βαθμό, αυτό που κάνουμε είναι να εισάγουμε την αυστηρότητα της μηχανικής. Η αξιολόγηση, η επικύρωση και η επαλήθευση είναι μια πρόκληση όταν προσπαθείς να προβλέψεις όλες τις ακραίες περιπτώσεις –τα σπάνια γεγονότα– που μπορεί να προκύψουν σε ένα περιβάλλον πολύ δυναμικό και, πιθανώς, με περιορισμένους πόρους.

    Copan: Ο κίνδυνος είναι μια κατάσταση όπου η οικοδόμηση εμπιστοσύνης απαιτεί διαρκώς έλεγχο και επαλήθευση. Πάρτε πάλι, ως παράδειγμα, την τεχνητή νοημοσύνη και τους εξωπλανήτες. Η ακρίβεια της διαδικασίας ανακάλυψης ήταν πάνω από 96%. Μπορούμε να μάθουμε από ό,τι δεν είχαμε προβλέψει καθώς και από ψευδώς θετικά αποτελέσματα που εντοπίζουμε.

    Το NIST έχει βασικό ρόλο σε ό,τι αφορά τα πρότυπα μιας αξιόπιστης τεχνητής νοημοσύνης. Για ένα εύρος εφαρμογών, είναι σημαντικό να υπάρχουν δοκιμαστικά πεδία, όπου τα πρωτόκολλα για την τεχνητή νοημοσύνη να μπορούν να επικυρωθούν και η ακρίβειά τους να μπορεί να επαληθευτεί ανεξάρτητα.Córdova: Πώς αλλάζει η τεχνητή νοημοσύνη την εκπαίδευση;

    Εικόνα 3. Jesse Thaler

    Thaler: Στην πανεπιστημιούπολή μας, υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των ανθρώπων που είναι ενθουσιασμένοι με την τεχνητή νοημοσύνη και των στρουθοκάμηλων που βάζουν το κεφάλι τους στην άμμο και λένε ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρόκειται να είναι ποτέ συναφής με την έρευνα μας. Αλλά αν δεν φέρνουμε αυτά τα εργαλεία στο αμφιθέατρο, τότε ουσιαστικά δεν κάνουμε τη δουλειά μας ως καθηγητές, δεν διδάσκουμε.

    Και μόλις υποχρεώνεις τους φοιτητές να χρησιμοποιήσουν τη γενετική ΤΝ, πραγματικά αλλάζουν οι εξετάσεις που θα χρειαστεί να ετοιμάσεις. Αυτές τις μέρες, ένας φοιτητής μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα ρομπότ, τύπου ChatGPT, για να απαντήσει σε μια ερώτηση για το πώς να τρέξει, ας πούμε, έναν κώδικα που επεξεργάζεται δεδομένα από το Aστεροσκοπείο Βαρυτικών Κυμάτων Συμβολομετρίας Λέιζερ (LIGO). Ένας ψηφιακός βοηθός συνομιλίας (chatbot) μπορεί ακόμη και να δημιουργήσει ένα υπόδειγμα κώδικα. Οι συνάδελφοί μου στο ΜΙΤ αναπτύσσουν έναν ψηφιακό βοηθό συνομιλίας κατάλληλος για τη ροή της επιστημονικής εργασίας. Είναι μια απίστευτη πηγή μάθησης. Φοιτητές που μπορεί να μην ξέρουν ούτε πώς να θέτουν ερωτήσεις μπορούν να αλληλεπιδράσουν με έναν ψηφιακό βοηθό συνομιλίας για να βρουν απαντήσεις σε πράγματα που είναι θαμμένα μέσα στην τεχνική βιβλιογραφία.

    Copan: Η τεχνητή νοημοσύνη και η μηχανική μάθηση είναι πλέον τα βασικά εργαλεία με τα οποία ασκείται η επιστήμη. Είναι σημαντικό οι φοιτητές να αποκτήσουν γνώση για την τεχνητή νοημοσύνη. Είναι αυτοί που θα προωθήσουν τη φυσική μέσω της τεχνητής νοημοσύνης και το αντίστροφο.Córdova: Αλλάζει η τεχνητή νοημοσύνη την επικοινωνία της επιστήμης;Thaler: Σε αυτό το πεδίο, οι δυνατότητες που έχουμε έχουν αυξηθεί εκπληκτικά, όπως διαπίστωσα μέσω ενός πρωταπριλιάτικου αστείου εις βάρος μου που ονομάζεται ChatJesseT. Πρόκειται για έναν ψηφιακό βοηθό συνομιλίας που γνωρίζει όλες τις εργασίες μου, το λήμμα μου στη Wikipedia και την ιστοσελίδα μου. Το ChatJesseT μιλάει με πολύ ενθουσιασμό για τη φυσική και την τεχνητή νοημοσύνη. Οι φοιτητές και οι μεταδιδακτορικοί ερευνητές του ΜΙΤ το κατασκεύασαν χρησιμοποιώντας παραγωγή ενισχυμένη με ανάκτηση, αντλώντας από ένα αξιόπιστο σώμα κειμένων, και αξιοποιώντας κάποια μηχανική προτροπών (prompt-engineering). Αυτό μας ενέπνευσε να εκπαιδεύσουμε έναν ψηφιακό βοηθό συνομιλίας σε όλες τις εργασίες του J. Robert Oppenheimer. Μπορεί να μας δώσει απαντήσεις για τεχνικές έννοιες, όπως η προσέγγιση Born-Oppenheimer, αλλά και για θέματα που βρίσκονται στην διασταύρωση της κοινωνίας με τη φυσική.

    Διαπιστώσαμε ότι το ρομπότ, Open-AI-mer, μπορεί να πυροδοτήσει έναν διάλογο με το κοινό σε σχέση με τις υποσχέσεις και τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης. Οι επισκέπτες του Φεστιβάλ Επιστήμης του Κέιμπριτζ έδειξαν έντονο ενδιαφέρον να μιλήσουν με το Open-AI-mer και στη συνέχεια να ρωτήσουν τον φυσικό στο περίπτερο αν οι απαντήσεις του ρομπότ ήταν μια ψευδαίσθηση ή ήταν πραγματικές.

    Κάποτε ήμουν στραβόξυλο, πίστευα ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να χρησιμοποιήσουμε ένα γλωσσικό μοντέλο για τις ανακαλύψεις της επιστήμης κι αυτό γιατί η γλώσσα της φυσικής είναι εξισώσεις. Έχω αρχίσει να εκτιμώ ότι ένας τόνος δεδομένων έχει τη μορφή κειμένου. Για παράδειγμα, ένας μαθητής λυκείου και ένας μεταδιδακτορικός ερευνητής χρησιμοποίησαν τεχνητή νοημοσύνη με μια βάση δεδομένων με εικόνες του Hubble –είχε τις εικόνες από το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble και τις προτάσεις που χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσουν το χρόνο λειτουργίας του τηλεσκοπίου. Έβαλαν μαζί τα δεδομένα-κειμένου και τα δεδομένα-εικόνας και δημιούργησαν έναν νέο τρόπο αλληλεπίδρασης με ένα επιστημονικό σύνολο δεδομένων.

    Εμείς οι φυσικοί συνειδητοποιούμε, ίσως προς απογοήτευσή μας, ότι η γλώσσα είναι στην πραγματικότητα ένα ισχυρό μέσο επικοινωνίας. Η γενετική τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να φέρει κοντά τους τεχνικούς εμπειρογνώμονες και το κοινό και να δημιουργήσει περισσότερες ευκαιρίες για ανταλλαγή απόψεων.

    Ακόμα καλύτερα, θα είμαστε σε θέση να προσαρμόσουμε τα δικά μας ρομπότ συνομιλίας –ChatFrance, ChatWalt, αν θέλετε– ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες μας. Η σύζυγός μου είναι δικηγόρος. Η έκδοση που έχει δημιουργηθεί με μηχανική προτροπών που χρησιμοποιεί της απαντά σε ορισμένους τύπους νομικών ερωτήσεων σε μια μορφή που είναι χρήσιμη επαγγελματικά για την ίδια. Ακόμη κι αν δεν έχουμε γνώσεις προγραμματισμού, μπορούμε να προγραμματίσουμε τέτοια εργαλεία για να κάνουν διάφορες δουλειές που διαφορετικά θα ήταν αρκετά επαχθείς.Córdova: Ποια είναι τα βασικά ζητήματα πολιτικής για τη χρηματοδότηση από το κράτος;Browning: Περίπου το 70% του προϋπολογισμού, των περίπου 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων που επενδύει η DARPA [Υπηρεσία Προηγμένων Αμυντικών Ερευνητικών Προγραμμάτων] στην έρευνα και ανάπτυξη είτε αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη, είτε την προωθεί.

    Copan: Είδαμε μια επαναστατική αλλαγή στις ομοσπονδιακές επενδύσεις σε ό,τι αφορά την επιστήμη και την τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως είναι φυσικό, χρειάζεται χρόνος για να συμβαδίσει η πολιτική και η νομοθετική ρύθμιση με την κλίμακα και τον ρυθμό της επιστημονικής ανακάλυψης και της τεχνολογίας. Τώρα που οι ΗΠΑ θέλουν να είναι ο παγκόσμιος ηγέτης στην τεχνητή νοημοσύνη, οι θεσμοί θα αρχίσουν να αναρωτιούνται αν οι ερευνητές, τελικά, δεν χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να πετύχουν τους στόχους τους με οικονομικά αποδοτικό τρόπο που μπορεί να αναπτύξει μοντέλα με δυνατότητα να επεκταθούν και να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς. Σαφώς, οι ευκαιρίες σε όλες τις επιστημονικές υπηρεσίες θα μετριαστούν από την ανάγκη να αξιοποιηθεί η επιστημονική διαδικασία στην επικύρωση των μοντέλων.

    Όμως, ο βαθμός στον οποίο οι ΗΠΑ μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη ως πολλαπλασιαστή δυνάμεων, ως παράγοντα ενεργοποίησης και ως μοχλό αποδοτικότητας εντός της οικονομίας είναι επίσης ένα ζήτημα που αφορά το εργατικό δυναμικό. Υπάρχουν κενά σε όλο το εργατικό δυναμικό που πρέπει να καλυφθούν, εντός και εκτός των εταιριών που ασχολούνται με την επιστήμη, τώρα και στο μέλλον. Κι αυτό έχει επιπτώσεις στην πολιτική.Córdova: Η βιομηχανία διαθέτει τους περισσότερους πόρους για την τεχνητή νοημοσύνη αυτή τη στιγμή. Τα πανεπιστήμια χρειάζονται αυτά τα εργαλεία για να ασχοληθούν με βασικά ερευνητικά ερωτήματα. Τα εργαλεία αυτά είναι ακριβά και σπάνια. Ποια είναι η λύση;

    Εικόνα 4. Valerie Browning

    Browning: Αυτή η πρόκληση επιδεινώνει το ευρύτερο και μακροχρόνιο πρόβλημα των ανισοτήτων σε υπολογιστές υψηλής ισχύος, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στις μονάδες επεξεργασίας γραφικών στα ακαδημαϊκά μας ιδρύματα. Αυτό παρεμποδίζει τη βιωματική μάθηση. Ένας φοιτητής που έχει πρόσβαση μπορεί να εργαστεί πάνω σε κάποια απαιτητικά προβλήματα του πραγματικού κόσμου, και αυτή η εμπειρία μπορεί να του ανοίξει πόρτες που είναι κλειστές για όσους έχουν λιγότερους πόρους. Η διόρθωση αυτού του προβλήματος απαιτεί εστίαση, εξέταση και επένδυση.

    Ως κράτος, αναγνωρίζουμε ότι η πρόσβαση είναι πρόβλημα. Ο νόμος CHIPS and Science Act, για παράδειγμα, προτείνει μεγάλες αυξήσεις στη χρηματοδότηση για τη στήριξη μεγαλύτερης πρόσβασης σε πεδία STEM, συμπεριλαμβανομένων των κβαντικών υπολογιστών και της ΤΝ, για την ενίσχυση των ερευνητικών υποδομών και των προηγμένων υπολογιστών. Όμως, χρειάζεται ακόμα να γίνουν περισσότερα για τους μαθητές.

    Εικόνα 5. Evgeni Gousev

    Gousev: Αυτή τη στιγμή τα πάντα είναι υπερτιμημένα, από τις τιμές ως τον όγκο των παραγγελιών, κι αυτό είναι μέρος του προβλήματος. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ένα εργαλείο παντός καιρού. Τα πανεπιστήμια πρέπει να τη χρησιμοποιούν με έξυπνο τρόπο, ξεκινώντας από το πρόβλημα που προσπαθούν να λύσουν. Τα δεδομένα στο ψηφιακό νέφος, σε μεγάλο βαθμό, έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί από τα μοντέλα τύπου GPT. Αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερα δεδομένα στον πραγματικό κόσμο. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε την τεχνητή νοημοσύνη, για να τα συλλέξει και να τα κάνει αξιοποιήσιμα.

    Ο ενθουσιασμός θα μειωθεί. Έρχεται περισσότερη χωρητικότητα, καθώς περισσότερες νεοφυείς επιχειρήσεις εισέρχονται στο χώρο για να αναπτύξουν νέες προσεγγίσεις, καινοτομίες, τεχνικές και υλικό. Οι αλγόριθμοι θα γίνουν πιο αποδοτικοί. Ένας ανθρώπινος εγκέφαλος καταναλώνει 20 watts ενέργειας και μπορούμε να κάνουμε πολύ σύνθετες εργασίες. Οι μονάδες επεξεργασίας γραφικών μπορούν να καταναλώνουν κιλοβάτ –είναι εξαιρετικά μη αποδοτικές. Είμαι αισιόδοξος ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνεται όλο και πιο αποδοτική και προσιτή.

    Άτομο από το ακροατήριο: Κρατούν τα ηνία της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης άνθρωποι με τις κατάλληλες δεξιότητες;

    Gousev: Είναι η κατάλληλη στιγμή για να λάμψουν οι φυσικοί. Είμαστε λίγο κλεισμένοι στο καβούκι μας, αφού πολλές ανακαλύψεις της φυσικής έγιναν τον 20ό αιώνα. Ήρθε η ώρα να επανέλθουμε. Μπορούμε να φέρουμε περισσότερη ερμηνευσιμότητα, αποδοτικότητα και κοινή λογική στον σύγχρονο χαοτικό κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης.

    Copan: Κατά την εκπαίδευση των φυσικών, πρέπει να δουλέψουμε σε όλη την κλίμακα και να τους δώσουμε την ικανότητα να επικοινωνούν με πειστικότητα και σαφήνεια, ώστε να μπορούν να οικοδομούν ομοφωνία και ομάδες. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι ένας συνδυασμός φυσικής, επιχειρηματικής οξυδέρκειας, συναισθηματικής νοημοσύνης και επικοινωνιακών δεξιοτήτων: φυσική και κάτι ακόμα.

    Thaler: Στο ινστιτούτο τεχνητής νοημοσύνης του NSF, εκπαιδεύουμε απίστευτα ταλαντούχους διεπιστημονικούς εμπειρογνώμονες που συνεχίζουν να εργάζονται στη βιομηχανία. Είναι κορυφαίοι στην επίλυση προβλημάτων. Μόλις βάλεις αυτούς τους ανθρώπους στο κατώφλι σημαντικών εταιρειών, θα φτάσουν μέχρι την κορυφή.

    Άτομο από το ακροατήριο: Τι ρόλο παίζει η τεχνητή νοημοσύνη στην καινοτομία και τη δημιουργικότητα;

    Thaler:  Δεν εκμεταλλευόμαστε αρκετά την ικανότητα των υπολογιστών να εξερευνούν τεράστια πεδία δυνατοτήτων. Ένα μέρος μου αναρωτιέται αν κάποιες από τις κορυφές των ανθρώπινων επιτευγμάτων θα μπορούσαν να έχουν επιτευχθεί μέσα από εξαντλητική αναζήτηση. Θα μπορούσε η σχετικότητα του Αϊνστάιν να προέλθει από την αρχή της βελτιστοποίησης; Χρειαζόταν πράγματι η κατανόηση της γεωμετρίας του χωροχρόνου; Υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος για να φτάσουμε σε αυτή τη διαπίστωση; Ένα μέρος μου σκέφτεται ότι ίσως σταθήκαμε τυχεροί στο παρελθόν με τις ανακαλύψεις της φυσικής. Τα πράγματα ήταν απλά και προκαλούσαν ταραχή. Οι φυσικοί μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν βασικούς κανόνες και έτσι να προοδεύσουν.

    Ίσως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα να είναι εγγενώς πολύπλοκα. Ίσως οι φυσικοί πρέπει να είναι προσεκτικοί με τις υπερβολικές αναγωγές των πραγμάτων στις απλούστερες μορφές τους. Ίσως πρέπει να αποδεχτούμε κάποιο επίπεδο πολυπλοκότητας. Ίσως, για να αποκτήσουμε πρωτοποριακές ιδέες στη φυσική, χρειάζεται να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε λίγο περισσότερο σαν υπολογιστές και να εξετάζουμε πολλές, πολλές διαφορετικές, επιλογές. Ίσως η ωμή ισχύς να είναι το μέλλον της δημιουργικότητας.

    Copan: Ο πειραματικός σχεδιασμός και η ανακάλυψη είναι εγγενώς ανθρώπινες δραστηριότητες. Βρισκόμαστε τώρα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συμβίωση με τις μηχανές. Υπάρχει το μέρος μιας ανακάλυψης που μπορεί να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και το άγριο πεδίο της εργασίας που μπορεί να κατοχυρωθεί με πνευματικά δικαιώματα. Τι συνιστά την αρχή μιας δημιουργικής διαδικασίας και ποιος ήταν ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης ή ενός προγράμματος υποβοηθούμενου από μηχανές;

    Το Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ και άλλα γραφεία πνευματικής ιδιοκτησίας σε όλο τον κόσμο έχουν λάβει ορισμένες πολιτικές αποφάσεις σχετικά με την ευρεσιτεχνία και τον ρόλο του ανθρώπου εφευρέτη ενώπιον των μηχανών. Αλλά, κατά κάποιο τρόπο, αυτά είναι τεχνουργήματα. Πρόκειται για ένα πεδίο που εξελίσσεται διαρκώς.

    Browning: Υπάρχουν παραδείγματα στα οποία η τεχνητή νοημοσύνη ανακάλυψε ξανά νόμους της φυσικής που γνωρίζουμε. Ποιος μπορεί να πει ότι δεν βρισκόμαστε στα πρόθυρα της ανακάλυψης κάτι νέου από την τεχνητή νοημοσύνη; Και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εξερευνήσει πολλές διαφορετικές επιλογές ύστερα από μερικές προτροπές. Ας πούμε ότι θέλω να σχεδιάσω έναν εναλλάκτη θερμότητας με συγκεκριμένες ιδιότητες, αλλά χωρίς τις σημερινές προκαταλήψεις γύρω από το πως μοιάζει ένας εναλλάκτης θερμότητας. Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκει μερικές αρκετά δημιουργικές επιλογές. Αν το συνδυάσετε αυτό με νέες κατασκευαστικές τεχνικές και κατασκευαστικά υλικά, νομίζω ότι υπάρχει προοπτική.Córdova: Τυχαίνει να έχουμε στο ακροατήριο τον πατέρα του διαδικτύου, τον Vint Cerf. [Ο Cerf είναι αντιπρόεδρος και ένθερμος οπαδός του Διαδικτύου στην Google και πρόσφατα μέλος του διοικητικού συμβουλίου]. Είναι σκόπιμο να του δώσουμε τον τελευταίο λόγο.

    Εικόνα 6. Vint Cerf

    Vint Cerf: Είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ των γενικών μοντέλων μηχανικής μάθησης και των ειδικών μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (Large Language Models). Τα πρώτα έχουν επιδείξει μια ικανότητα να ανακαλύπτουν συσχετίσεις που ίσως να μην είχαμε παρατηρήσει. Η επισήμανση συσχετίσεων αποτελεί σημαντικό μέρος της ανακάλυψης στη φυσική. Με τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, νομίζω ότι δεν εκτιμούμε πλήρως τι στο διάολο συμβαίνει. Ξέρουμε ότι είναι παραγωγικά και ξέρουμε ότι μπορούν να έχουν παραισθήσεις, αλλά είναι ενδιαφέρον ότι συγκεντρώνουν κάποιες απροσδόκητες συγκρίσεις εξαιτίας της μεθοδολογίας μέσω της οποίας έχουν εκπαιδευτεί.

    Το θέμα είναι ότι δεν είναι επαρκώς πλαισιωμένα. Το δοκίμασα, ζητώντας από ένα μεγάλο γλωσσικό μοντέλο να γράψει έναν επικήδειο για μένα και αυτό παρήγαγε ένα βιογραφικό 700 λέξεων. Έδωσε μια ημερομηνία, που θεωρώ πως ήταν πολύ νωρίς. Μίλησε για την καριέρα μου. Μου έδωσε εύσημα για πράγματα που δεν έκανα. Έδινε σε άλλους ανθρώπους τα εύσημα για πράγματα που είχα κάνει εγώ. Έφτιαξε μέλη της οικογένειας που δεν έχω.

    Αυτό φανερώνει πως τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα παράγουν την αληθοφάνεια του ανθρώπινου λόγου. Ανταποκρίνονται σαν να είχαμε ρωτήσει: «Αν ήσασταν άνθρωπος, τι θα λέγατε σε αυτή την προτροπή;». Αυτό είναι όλο. Αλλά μέσα τους κρύβεται κάποια έννοια γνώσης, επειδή τα στατιστικά στοιχεία ανταποκρίνονται σε πραγματικά κείμενα που έχουν νόημα. Και έτσι μπορεί να νιώθουμε σαν να υπάρχει ένα φάντασμα εκεί μέσα που καταλαβαίνει κάτι.

    Να ένα αιχμηρό παράδειγμα. Ένας από τους υπαλλήλους μας ζήτησε από ένα ρομπότ συνομιλίας να αντιστρέψει μια σειρά τυχαίων χαρακτήρων. Παρήγαγε την αντίστροφη συμβολοσειρά και πρόσθεσε: «Παρεμπιπτόντως, εδώ είναι ένα πρόγραμμα Python που το κάνει αυτό». Αυτό μας ξάφνιασε. Η μηχανική μάθηση (machine learning) και η γενετική τεχνητή νοημοσύνη είναι ως επί το πλείστων απλώς εργαλεία. Και εμείς πρέπει να είμαστε αρκετά έξυπνοι ώστε να διακρίνουμε μεταξύ παραίσθησης και οράματος.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    [1] Σχετικά με τους συμμετέχοντες στο διάλογο: Η France Córdova είναι πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος AIP, πρόεδρος της Science Philanthropy Alliance και πρώην διευθύντρια του National Science Foundation (NSF). Η Valerie Browning είναι αντιπρόεδρος έρευνας και τεχνολογίας του γραφείου τεχνολογίας της εταιρείας Lockheed Martin και είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του AIP. Ο Walter Copan είναι αντιπρόεδρος για την έρευνα και τη μεταφορά τεχνολογίας στη Σχολή Μεταλλειολόγων του Κολοράντο και πρώην διευθυντής του National Institute of Standards and Technology (NIST). Ο Evgeni Gousev είναι ανώτερος διευθυντής μηχανικής στην Qualcomm Research και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος tinyML, και είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος AIP. O Jesse Thaler είναι καθηγητής φυσικής στο MIT και διευθυντής του NSF Institute for Artificial Intelligence and Fundamental Interactions.

    [2] Το κείμενο που ακολουθεί είναι η προσαρμοσμένη και συμπυκνωμένη εκδοχή του απομαγνητοφωνημένου κειμένου της εκδήλωσης.

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Ευχαριστούμε τον Στέργιο Χατζηκυριακίδη, καθηγητή Υπολογιστικής Γλωσσολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, για τη βοήθειά του στην απόδοση όρων του κειμένου στα ελληνικά.

    Reproduced from France Córdova, Valerie Browning, Walter Copan, Evgeni Gousev, Jesse Thaler; Physics, AI, and the future of discovery. Physics Today 1 November 2024; 77 (11): 30–37, (https://doi.org/10.1063/pt.rlqh.ngld) with the permission of the American Institute of Physics.